Αν τη ρωτούσαν πότε ακριβώς άρχισε ο χορός, η Λεϊλά θα δυσκολευόταν ν' απαντήσει. Ίσως ο πρώτος αληθινός της καβαλιέρος να ήταν το ταξί. Λίγο την ένοιαζε που το μοιραζόταν με τις δεσποινίδες Σέρινταν και τον αδερφό τους. Κάθισε στη γωνίτσα κι ένιωθε το μαξιλαράκι όπου ακουμπούσε το χέρι της σαν το μανίκι ενός άγνωστου νεαρού άντρα· κι έτρεχαν, έφευγαν ολοταχώς, αφήνοντας πίσω τους φανοστάτες να στροβιλίζονται σε ρυθμό βαλς, και σπίτια και φράχτες και δέντρα.
«Σοβαρά δεν έχεις ξαναπάει σε χορό Λεϊλά; Μα, παιδί μου, πολύ παράξενο...» αναφώνησαν οι δεσποινίδες Σέρινταν.
«Ο πιο κοντινός μας γείτονας ήταν είκοσι χιλιόμετρα», ψιθύρισε η Λεϊλά, ανοιγοκλείνοντας ήρεμα τη βεντάλια της.
Α, Θεέ μου, τι δύσκολο να 'σαι αλλιώτικος -όπως κι οι άλλοι! Προσπαθούσε να μη χαμογελάει και πολύ· προσπαθούσε να κάνει την αδιάφορη. Αλλά όλα -και το παραμικρό- ήταν τόσο καινούρια και συναρπαστικά... Τα διατσέντα της Μεγκ, το μακρύ κεχριμπαρένιο κολιέ της Τζόση, το μελαχρινό κεφαλάκι της Λάουρα, που ξεπρόβαλλε από τη λευκή της γούνα όπως λουλούδι μέσα από το χιόνι. Θα τα θυμόταν για πάντα. Ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται βλέποντας τον ξάδερφό της τον Λώρη να πετάει τα κομματάκια το ψιλό χαρτί που τραβούσε κι έσκιζε από το μέρος που κούμπωναν τα καινούρια του γάντια. Ήθελε να τα κρατήσει αυτά τα χαρτάκια σαν ενθύμιο, σαν ανάμνηση. Ο Λώρη έσκυψε μπροστά κι ακούμπησε το χέρι του στο γόνατο της Λάουρα:
«Κοίτα να σού πω, γλύκα», είπε. «Τον τρίτο και τον ένατο, όπως πάντα. Έγινε;»
Α, τι υπέροχο να 'χεις αδερφό! Μέσα στην ταραχή της η Λεϊλά ένιωθε πως αν υπήρχε λίγος χρόνος -κι αν αυτό ήταν ποτέ δυνατόν- θ' άφηνε τα δάκρυά της να τρέξουν, γιατί εκείνη ήταν μοναχοπαίδι, και κανένας αδερφός δεν τής είχε πει ποτέ «έγινε» και καμιά αδερφή δε θα τής έλεγε, όπως είπε η Μεγκ στη Τζόση εκείνη τη στιγμή:
«Λοιπόν πρώτη φορά που βλέπω τόσο επιτυχημένα τα μαλλιά σου!»
Αλλά, φυσικά, δεν περίσσευε χρόνος. Είχαν κιόλας φτάσει εκεί που γινόταν ο χορός. Μπροστά τους και πίσω τους άλλα σταματημένα ταξί. Δεξιά κι αριστερά φώτα σε σχήμα βεντάλιας έλουζαν το δρόμο στο φως, και τα πεζοδρόμια πλημμύριζαν από εύθυμα ζευγάρια που έμοιαζε να πετούν στον αέρα· μικροσκοπικά σατέν παπούτσια έτρεχαν, κυνηγούσαν το 'να τ' άλλο, σαν πουλιά.
«Πιάσε με, Λεϊλά, μη χαθείς», είπε η Λάουρα.
«Εμπρός, κορίτσια, έφοδος», είπε ο Λώρη.
Η Λεϊλά ακούμπησε δυο δάχτυλα στο ροζ βελούδινο παλτό της Λάουρα και, σαν κάποιος να τους σήκωσε ψηλά... πέρασαν το μεγάλο επίχρυσο φανάρι, τους παρέσυρε ο κόσμος στο διάδρομο και μπήκαν σπρωχτοί στο μικρό δωμάτιο που έγραφε «Κυρίες». Εδώ η κοσμοσυρροή ήταν τόσο μεγάλη, που μόλις και μετά βίας μπορούσαν να βγάλουν το παλτό τους. Στοίβες τα κασκόλ πάνω σε δυο πάγκους, δεξιά κι αριστερά. Δυο γριές με άσπρες ποδιές πηγαινοέρχονταν βιαστικές, πετώντας αγκαλιές καινούρια ρούχα πάνω στα παλιά. Κι όλοι σπρώχνονταν να φτάσουν στη μικρή τουαλέτα με τον καθρέφτη, στο βάθος.
Μια μεγάλη τρεμουλιαστή δέσμη γκαζιού φώτιζε το βεστιάριο. Ανυπομονούσε· είχε ήδη αρχίσει να χορεύει. Όταν η πόρτα άνοιξε ξανά κι όρμησε μέσα ο θόρυβος από τα όργανα που κούρντιζαν οι μουσικοί, η φλόγα πήδηξε σχεδόν ως το ταβάνι.
Μελαχρινά κορίτσια, ξανθά κορίτσια έσιαχναν τα μαλλιά τους, ξανάδεναν κορδέλες, έκρυβαν μαντίλια στο κορσάζ τους, έστρωναν χιονόλευκα γάντια. Κι επειδή όλες γελούσαν, η Λεϊλά είχε την εντύπωση πως ήταν όλες τους όμορφες.
«Μα δεν υπάρχουν φουρκέτες που να μη φαίνονται;» ακούστηκε μια φωνή. «Αδιανόητο! Δε βρίσκω ούτε μια».
«Πουδράρισέ μου λίγο την πλάτη, αχ, είσαι άγγελος», φώναξε μια άλλη.
«Πρέπει να βρω οπωσδήποτε βελόνα και κλωστή. Έσκισα χιλιόμετρα απ' αυτό το βολάν», βόγκηξε μια τρίτη.
Ύστερα, «Μοιράστε τα γύρω, μοιράστε τα γύρω!». Το πανεράκι με τα προγράμματα πέρασε από χέρι σε χέρι. Αξιολάτρευτα μικρά προγράμματα, ροζ και ασημένια, με ροζ μολυβάκια και χνουδωτές φούντες. Τα δάχτυλα της Λεϊλά έτρεμαν καθώς έπαιρνε ένα. Ήθελε να ρωτήσει: «Έχετε υπολογίσει να πάρω κι εγώ ένα;» αλλά μόλις που πρόλαβε να διαβάσει: «Βαλς 3. Δυο, δυο στο κανό. Πόλκα 4. Καθώς πετούνε τα φτερά», γιατί η Μεγκ φώναξε: «Έτοιμη Λεϊλά;», κι άνοιξαν δρόμο ανάμεσα στο συνωστισμό του διαδρόμου προς τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα της σάλας του χορού.
Ο χορός δεν είχε αρχίσει ακόμα, αλλά η ορχήστρα είχε σταματήσει το κούρντισμα κι ο θόρυβος ήταν τέτοιος, που νόμιζες πως όταν αρχίσει η μουσική, δε θ' ακούγεται τίποτα.
Στριμωγμένη πλάι στη Μεγκ, η Λεϊλά κοιτούσε πάνω από τον ώμο της ξαδέρφης της· ένιωθε πως ακόμα και οι μικρές, χρωματιστές, τρεμουλιαστές σημαιούλες που είχαν κρεμάσει στο ταβάνι, ακόμα κι αυτές μιλούσαν! Είχε ξεχάσει τελείως την ντροπή της. Είχε ξεχάσει πως εκεί που ετοιμαζόταν για το χορό κάθισε ξαφνικά στο κρεβάτι, με το ένα της πόδι γυμνό ενώ στο άλλο είχε φορέσει ήδη το παπούτσι της, και ικέτευσε τη μητέρα της να τηλεφωνήσει στις ξαδέρφες της και να τους πει πως αποκλείεται να πάει κι αυτή. Κι εκείνο το κύμα νοσταλγίας που την είχε σκεπάσει, να 'ταν τώρα καθισμένη στη βεράντα του μοναχικού σπιτιού τους, πέρα κει στην εξοχή, και ν' ακούει τις μικρές κουκουβάγιες, «κουκουβάου», στο φεγγαρόφωτο, μεταμορφώθηκε σε μια πλημμύρα χαράς, που δύσκολα την άντεχε μόνη της. Έσφιξε στο χέρι τη βεντάλια της και, κοιτάζοντας το αστραφτερό, χρυσαφένιο πάτωμα, τις αζαλέες, τα φαναράκια, την εξέδρα στη μια πλευρά με το κόκκινο χαλί και τις χρυσές καρέκλες και την ορχήστρα στη γωνία, συλλογίστηκε με κομμένη την ανάσα: «Τι θεσπέσιο πράγμα· πραγματικά θεσπέσιο!»
Τα κορίτσια είχαν στριμωχτεί όλα από τη μια μεριά της πόρτας, τ' αγόρια από την άλλη, και οι συνοδοί, με σκούρο ένδυμα κι ένα μάλλον χαζό χαμόγελο στο πρόσωπο, διέσχιζαν με μικρά προσεχτικά βήματα το χώρο του παρκέ και κατευθύνονταν προς την εξέδρα.
«Να σού γνωρίσω τη Λεϊλά, την ξαδερφούλα μου από την εξοχή. Πρόσεχέ την, και να τις βρεις καβαλιέρους· την έχω υπό την προστασία μου», έλεγε η Μεγκ, πλησιάζοντας το 'να κορίτσι μετά το άλλο.
Άγνωστα πρόσωπα χαμογελούσαν στη Λεϊλά -γλυκά, αόριστα. Άγνωστες φωνές απαντούσαν: «Φυσικά, χρυσή μου». Αλλά η Λεϊλά καταλάβαινε πως στην πραγματικότητα τα κορίτσια δεν την έβλεπαν. Κοιτούσαν τ' αγόρια. Και τ' αγόρια, γιατί δεν άρχιζαν; Τι περίμεναν; Στέκονταν στη θέση τους χαϊδεύοντας τα γάντια τους, στρώνοντας τα γυαλιστερά μαλλιά τους, χαμογελώντας αναμεταξύ τους. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, λες και μόλις είχαν αποφασίσει ότι αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνουν, τ' αγόρια γλίστρησαν πάνω στο παρκέ. Ένα χαρούμενο θρόισμα απλώθηκε στη μεριά των κοριτσιών. Ένα ψηλό, ξανθό αγόρι, έτρεξε στη Μεγκ, τής άρπαξε το πρόγραμμα, και σημείωσε βιαστικά κάτι. Η Μεγκ τον πέρασε στη Λεϊλά. «Θα μού κάνετε την τιμή;» Υποκλίθηκε και χαμογέλασε. Ύστερα ήρθε ένας μελαχρινός με μονόκλ, και μετά ο ξάδερφός της, ο Λώρη, μ' ένα φίλο του, και η Λάουρα μ' ένα φακιδωτό πιτσιρίκι που είχε δέσει τη γραβάτα του στραβά. Ύστερα πλησίασε ένας γέρος -χοντρός, μ' ένα μεγάλο φαλακρό μπάλωμα στο κεφάλι του- πήρε το πρόγραμμά της και μουρμούρισε: «Για να δούμε, για να δούμε!» και στάθηκε κάμποση ώρα συγκρίνοντας το καρνέ της με το δικό του, που έμοιαζε γεμάτο ονόματα. Φαινόταν να τον απασχολεί πολύ που η Λεϊλά ντρεπόταν. «Ω, σάς παρακαλώ, μην ενοχλείστε», είπε εκείνη ανυπόμονα. Αλλά, αντί για απάντηση, ο χοντρός κύριος έγραψε κάτι, και την κοίταξε πάλι: «Πού το ξέρω αυτό το φωτεινό προσωπάκι;» ρώτησε μαλακά. «Το έχω ξαναδεί;» Τη στιγμή εκείνη άρχισε η ορχήστρα, και ο χοντρός κύριος εξαφανίστηκε. Τον τίναξε μακριά ένα μεγάλο κύμα μουσικής που έφτασε πετώντας πάνω στο γυαλιστερό παρκέ, χώρισε τις παρέες σε ζευγάρια, τα σκόρπισε, τα παρέσυρε σε μια στροβιλιστή δίνη...
Η Λεϊλά είχε μάθει να χορεύει στο οικοτροφείο. Κάθε Σάββατο απόγευμα οι οικότροφες μαζεύονταν σ' ένα μικρό γυμνό και άχαρο δωμάτιο κλεισμένο γύρω γύρω με κυματοειδή λαμαρίνα, όπου η δεσποινίς Έκκλες (από το Λονδίνο) συγκαλούσε τις «επίλεκτες» τάξεις της. Αλλά η διαφορά ανάμεσα σ' εκείνη τη σκονισμένη αίθουσα -με τους τοίχους γεμάτους εδάφια τυπωμένα σε κάμποτ, τη φτωχή, τρομοκρατημένη γυναικούλα με την καφετιά βελούδινη τόκα και τα κουνελίσια αυτιά, που χτυπούσε τα πλήκτρα του παγωμένου πιάνου, και τη δεσποινίδα Έκκλες που κέντριζε τα πόδια των κοριτσιών με το μακρύ άσπρο της μπαστούνι- και σ' αυτήν εδώ τη σάλα ήταν τόσο αβυσσαλέα, που η Λεϊλά ένιωθε σίγουρη ότι αν δεν ερχόταν ο καβαλιέρος της, κι εκείνη έμενε ν' ακούει αυτή τη θεσπέσια μουσική και να παρακολουθεί τους άλλους να γλιστρούν, να κυλούν πάνω στο χρυσαφένιο παρκέ, θα 'πεφτε τουλάχιστον νεκρή, ή θα λιποθυμούσε, ή θα σήκωνε τα μπράτσα της και θα 'βγαινε πετώντας από ένα από εκείνα τα παράθυρα που κοίταζαν τ' αστέρια.
«Δικός μας, νομίζω...» Κάποιος υποκλίθηκε, χαμογέλασε, και τής πρόσφερε το μπράτσο του· επιτέλους, δε θα χρειαζόταν να πεθάνει. Ένα χέρι αγκάλιασε τη μέση της -και η μουσική την παρέσυρε σα λουλούδι σε λίμνη.
«Πρώτης τάξεως παρκέ, δεν είναι;» ρώτησε μια συρτή σβησμένη φωνή κοντά στ' αυτί της.
«Ναι, νομίζω πως γλιστράει περίφημα», είπε η Λεϊλά.
«Παρντόν;» Η σβησμένη φωνή έδειξε ένα ξάφνιασμα. Η Λεϊλά επανέλαβε τα λόγια της. Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή, κι ύστερα η φωνή ξανακούστηκε: «Α, ναι, τέλεια», και η Λεϊλά στροβιλίστηκε ακόμα μια φορά.
Το αγόρι οδηγούσε τα βήματά της με πολλή άνεση. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά στο χορό με καβαλιέρο αληθινό αγόρι, αποφάσισε η Λεϊλά. Τα κορίτσια σκουντούσαν το 'να τ' άλλο, πατούσαν τα πόδια τους, κι εκείνο που έκανε τον καβαλιέρο σε κρατούσε πάντα πολύ σφιχτά.
Οι αζαλέες δεν ήταν πια λουλούδια· ήταν σημαιούλες ροζ με άσπρο, που την προσπερνούσαν κυματίζοντας.
«Ήσουνα στους Μπελ την περασμένη βδομάδα;» ρώτησε ξανά η φωνή. Ο τόνος της είχε κάτι σαν κούραση. Η Λεϊλά σκέφτηκε μήπως έπρεπε να τον ρωτήσει αν ήθελε να σταματήσουν.
«Όχι, είναι ο πρώτος μου χορός», είπε.
Ο καβαλιέρος της άφησε ένα μικρό σπασμωδικό γελάκι: «Ε, όχι δα», διαμαρτυρήθηκε.
«Ναι, είναι αλήθεια ο πρώτος μου χορός». Η Λεϊλά γέμισε πάθος. Ήταν μεγάλη ανακούφιση να μπορεί να εξομολογηθεί σε κάποιον: «Βλέπεις, έζησα όλη μου τη ζωή στην εξοχή ως τώρα...»
Τη στιγμή εκείνη σταμάτησε η μουσική, και πήγαν να καθίσουν σε δυο καρέκλες στον τοίχο. Η Λεϊλά έστρωσε από κάτω το ροζ σατέν παντελονάκι της, κι έκανε αέρα με τη βεντάλια της, ενώ κοιτούσε μ' ευδαιμονία τα άλλα ζευγάρια που περνούσαν κι εξαφανίζονταν στη δίφυλλη πόρτα.
«Διασκεδάζεις, Λεϊλά;» ρώτησε η Τζόση, κουνώντας το χρυσαφένιο της κεφάλι.
Η Λάουρα πέρασε κλείνοντάς της ανεπαίσθητα το μάτι, και η Λεϊλά αναρωτήθηκε για μια στιγμή μήπως τελικά ήταν αρκετά μεγάλη. Σίγουρα ο καβαλιέρος της δεν ήταν και πολύ ομιλητικός. Έβηξε, έκρυψε το μαντίλι του, τράβηξε το γιλέκο του, έβγαλε μια μικρή κλωστή από το μανίκι του. Αλλά δεν πείραζε. Σχεδόν αμέσως άρχισε η ορχήστρα, κι ο δεύτερος καβαλιέρος της λες κι έπεσε μπροστά της από το ταβάνι.
«Δεν είναι κι άσχημο το παρκέ», είπε η καινούρια φωνή. Άρχιζαν όλοι τους από το παρκέ; Και ύστερα: «Ήσουνα στους Νηβ την Τρίτη;» Και η Λεϊλά, εξήγησε και σ' αυτόν. Την παραξένευε κάπως που οι καβαλιέροι της δεν ενδιαφέρονταν περισσότερο. Γιατί η εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Ο πρώτος της χορός! Τώρα μόλις ξεκινούσαν όλα. Τής φαινόταν πως ποτέ πριν δεν ήξερε πώς είναι η νύχτα. Ως τώρα ήταν σκοτεινή, σιωπηλή, πολύ όμορφη συχνά -ω, ναι!- αλλά κάπως θλιβερή. Σοβαρή και επίσημη. Και τώρα δε θα 'ταν ποτέ πια ξανά έτσι -είχε ανθίσει, εκθαμβωτικά λαμπερή.
«Θέλεις ένα παγωτό;» ρώτησε ο καβαλιέρος της. Και πέρασαν τη δίφυλλη πόρτα, διέσχισαν το διάδρομο, μπήκαν στο μπουφέ! Τα μάγουλά της έκαιγαν, διψούσε τρομερά! Τι χαριτωμένα που έδειχναν τα παγωτά στο μικρό γυάλινο πιατάκι τους, και τι ψυχρό το θαμπό κουτάλι, παγωμένο κι αυτό. Κι ύστερα γύρισαν στη σάλα του χορού, όπου ο χοντρός κύριος την περίμενε στην πόρτα. Δοκίμασε ξανά ένα ρίγος διαπιστώνοντας πόσο γέρος ήταν· θα 'πρεπε να κάθεται στην εξέδρα, μαζί με τις μαμάδες και τους μπαμπάδες. Κι όταν η Λεϊλά τον σύγκρινε με τους άλλους της καβαλιέρους, τής φάνηκε κουρελιάρης. Το γιλέκο του ζαρωμένο, από το γάντι του έλειπε ένα κουμπί, το σακάκι του σαν σκονισμένο με κιμωλία.
«Ελάτε, μικρή μου κυρία», είπε ο χοντρός κύριος. Μόλις και μπήκε στον κόπο να την πιάσει από τη μέση, και ξεμάκρυναν γλιστρώντας τόσο γλυκά, που 'μοιαζε περισσότερο σαν να περπατούν αντί να χορεύουν. Αλλά αυτός δεν είπε λέξη για το παρκέ. «Ο πρώτος σας χορός, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε.
«Πώς το καταλάβατε;»
«Α», είπε ο χοντρός κύριος, «αυτό σημαίνει να 'σαι γέρος!» Λαχάνιασε λίγο καθώς την οδηγούσε για ν' αποφύγουν ένα αδέξιο ζευγάρι. «Βλέπετε, αυτή τη δουλειά την κάνω τριάντα χρόνια».
«Τριάντα χρόνια;» φώναξε η Λεϊλά. Δώδεκα χρόνια προτού να γεννηθεί η ίδια.
«Ανυπόφορη σκέψη, ε;» έκανε σκυθρωπά ο χοντρός άντρας. Η Λεϊλά κοίταξε το φαλακρό του κεφάλι και τον λυπήθηκε από την καρδιά της.
«Είναι, νομίζω, θαυμάσιο που μπορείτε να συνεχίζετε ακόμα», είπε ευγενικά.
«Είστε πολύ καλή, μικρή μου κυρία», είπε ο χοντρός. Την έσφιξε λίγο περισσότερο, κι έπιασε να μουρμουρίζει μια στροφή του βαλς. «Φυσικά», συνέχισε, «μην ελπίζετε πως θα κρατήσει και για σας τόσο. Όο - χι», έκανε ο χοντρός κύριος, «πριν περάσει πολύς καιρός, θα κάθεστε στην εξέδρα και θα κοιτάζετε τους άλλους, φορώντας το όμορφο μαύρο βελούδο σας, και θα κρατάτε το χρόνο με μια τελείως διαφορετική βεντάλια -μαύρη, με κοκάλινο σκελετό». Ο χοντρός κύριος αναρίγησε. «Και θα χαμογελάτε σαν κι αυτές τις καημενούλες γριές κυρίες εκεί απάνω, και θα διηγείστε στην ηλικιωμένη κυρία δίπλα σας, πώς κάποιος απαίσιος άντρας προσπάθησε να σας φιλήσει στο χορό της Λέσχης. Και η καρδιά σας θα πονάει, θα πονάει» -ο χοντρός κύριος την έσφιξε ακόμα περισσότερο, σαν να λυπόταν πραγματικά γι' αυτή τη φτωχή καρδιά- «γιατί κανείς δε θα θέλει να σάς φιλήσει πια. Και θα λέτε πόσο δυσάρεστα είναι αυτά τα γυαλισμένα παρκέ, πόσο επικίνδυνα. Ε, δεσποινίς Αλαφροπάτητη;» είπε ο χοντρός κύριος μαλακά.
Η Λεϊλά άφησε ένα ανάλαφρο γελάκι, αλλά δεν είχε διάθεση να γελάσει. Ήταν -ήταν ποτέ δυνατό να 'ναι αλήθεια όλα αυτά; Έμοιαζαν όμως ανυπόφορα αληθινά. Δηλαδή ο πρώτος της χορός ήταν απλώς η αρχή του τελευταίου; Η μουσική σαν ν' άλλαξε τώρα· τώρα έφτανε λυπημένη, πολύ λυπημένη· υψώθηκε πάνω σ' ένα μεγάλο αναστεναγμό. Α, τι γρήγορα που αλλάζουν τα πράγματα! Γιατί να μην κρατάει για πάντα η ευτυχία; Για πάντα, δεν είναι καθόλου πολύ.
«Θα 'θελα να σταματήσουμε», είπε με φωνή που την έσπαγε η αγωνία. Ο χοντρός κύριος την οδήγησε στην πόρτα.
«Όχι», είπε, «δε θέλω να βγω έξω. Δε θέλω να καθίσω. Να σταθώ απλώς εδώ, σάς ευχαριστώ». Στηρίχτηκε στον τοίχο, χτυπώντας ελαφρά το πόδι της, τραβώντας τα γάντια της να τα βγάλει, και προσπαθώντας να χαμογελάσει. Αλλά βαθιά μέσα της, ένα μικρό κορίτσι σήκωνε την ποδιά του, έκρυβε το πρόσωπό του κι έκλαιγε με λυγμούς. Γιατί να τής τα χαλάσει όλα;
«Λοιπόν, ξέρετε», είπε ο χοντρός κύριος, «δεν πρέπει να με παίρνετε στα σοβαρά, μικρή μου κυρία».
«Άλλη όρεξη δεν είχα», είπε η Λεϊλά, τινάζοντας το μελαχρινό της κεφαλάκι και βυζαίνοντας το κάτω χείλι της...
Ξανά η παρέλαση των ζευγαριών. Οι πόρτες άνοιξαν κι έκλεισαν. Ο διευθυντής της ορχήστρας ανάγγελνε τώρα ένα καινούριο μουσικό κομμάτι. Όμως η Λεϊλά δεν ήθελε να χορέψει άλλο. Ήθελε να βρίσκεται σπίτι, ή να κάθεται στη βεράντα και ν' ακούει τις μικρές κουκουβάγιες. Όταν κοίταξε έξω από τα σκούρα παράθυρα, τ' αστέρια είχαν βγάλει μακριές αχτίδες, σα φτερούγες.
Αλλά σε λίγο απλωνόταν μια απαλή, τρυφερή, μαγευτική μελωδία, κι ένας νεαρός κατσαρομάλλης υποκλινόταν μπροστά της. Έπρεπε να χορέψει, από ευγένεια, ώσπου να βρει τη Μεγκ. Προχώρησε σαν ξύλο ως τη μέση της πίστας, ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του, υπεροπτικά. Αλλά μέσα σ' ένα λεπτό, σε μια στροφή, τα πόδια της γλίστρησαν, πέταξαν. Τα φώτα, οι αζαλέες, οι τουαλέτες, τα ροζ πρόσωπα, οι βελούδινες καρέκλες, όλα έγιναν μια όμορφη στριφογυριστή ρόδα. Κι όταν ο επόμενος καβαλιέρος της σκόνταψε πάνω στο χοντρό κύριο, κι εκείνος είπε «Παρντόν», η Λεϊλά τού χαμογέλασε, και το πρόσωπό της ακτινοβολούσε όπως ποτέ άλλοτε. Δεν τον αναγνώρισε καν.
Μάνσφιλντ Κάθριν
(μετφ. Μαρία Λαϊνά)
Περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες»,
τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1982

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου