Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

ΘΛΙΒΕΡΟ ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ

   
   Ο τόπος ήταν γεμάτος από έλη, κι από τότε που η κυρία Ανδρομάχη με το γιο της τον διάλεξαν για διαμονή, ο νέος δεν είδε μια μέρα καλή. Ο αδιάκοπος πυρετός τον κατάτρωγε· το ζωηρό και φωτεινό πρόσωπό του είχε γίνει σαν ίσκιος, που πάνω του έπαιζαν οι χλωμές αντιφεγγιές της αρρώστιας. Η κατάσταση αυτή πίεζε βαριά την ψυχή της κυρίας Ανδρομάχης, που συχνόλεγε τη φράση του γιατρού:
   «Αλλαγή κλίματος».
   Μα δε μπορούσε να την πραγματοποιήσει, γιατί ο φοβερός χειμώνας τους είχε αποκλεισμένους εκεί, στην ελώδικη επαρχία. Έβρεχε αδιάκοπα μια κρύα ψιλή βροχή, κι όταν έπαυε, βαριά μολυβόχρωμα σύγνεφα σωριάζονταν στον ουρανό, προμηνώντας χιόνι.
   Τέλος, με τις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες, όταν ο παγωμένος βοριάς έπαψε να φυσάει από τις βουνοκορφές, η κυρία Ανδρομάχη πήρε το γιο της και μπήκαν στο σιδηρόδρομο.
   Μόλις το τρένο ξεκίνησε, σήκωσε το χέρι της και σταυροκοπήθηκε μουρμουρίζοντας κάτι. Η μυρωδιά του ατμού ήρθε σαν παρήγορη αρχή νέας ζωής κι ο αέρας του ανοιχτού κάμπου, ζωογόνος, πλημμύρισε το στήθος του νέου και τον έκανε ν' ανασαίνει βαθιά. Μπροστά τους χάνονταν τα δέντρα, οι στήλοι του τηλεγράφου και οι αριθμημένες πλάκες των χιλιομέτρων. Η μηχανή θορυβούσε σχίζοντας το διάστημα, κάποια χωριατόπαιδα ξεφώνιζαν, γνέφοντας με τα καπέλα τους στους ταξιδιώτες· η ατέλειωτη σειρά των ελιών στριφογύριζε στο μάκρος. Όταν η κυρία Ανδρομάχη έσκυψε και κοίταξε από το παράθυρο του τρένου, τα σπίτια του τόπου είχαν χαθεί· μόνο ο ερειπωμένος μύλος φαινόταν στην άκρη του λόφου. Έβγαλε από την τσέπη της έναν τσαλακωμένο φάκελο κι αφού τον κοίταξε λίγες στιγμές είπε:
   «Το σπουδαιότερο απ' όλα είναι ότι -όπως γράφουν- το σπίτι είναι σχεδόν εξοχικό, αφού βρίσκεται σ' αρκετή απόσταση από τ' άλλα. Συλλογίσου τι μαγεία που θα είναι! Εκεί θα ξαναβρείς την υγεία σου, στη φυσική ζωή!»
   Την ίδια στιγμή από το άνοιγμα του διπλανού βαγονιού ακούστηκε μια φωνή που έλεγε αργά:
   «Πώς θέλετε να το βεβαιώσω εγώ, ως γιατρός, αφού ούτε οι κορυφές είναι προσβεβλημένες, ούτε καν προδιάθεση υπάρχει;»
   Η κυρία Ανδρομάχη ανατρίχιασε. Κοίταξε ανήσυχα το γιο της, σαν η ψυχρή αυτή φωνή, που τη συνέχειά της είχε σκεπάσει τώρα ο θόρυβος που γινόταν στο διαμέρισμα εξ αιτίας της φιλονικίας του ελεγκτή των εισιτηρίων μ' έναν επιβάτη, να ήταν απάντηση στα λόγια της, να ήταν ένα θλιβερό μήνυμα!
   Προσπάθησε να διώξει τη σκέψη αυτή.
   Ακούστηκε το σφύριγμα της μηχανής.
   Τα πρώτα σπίτια του κοντινού χωριού είχαν φανεί.
   «Μαγεία», συχνόλεγε τώρα η κυρία Ανδρομάχη, τριγυρίζοντας στις κάμαρες του νέου σπιτιού. «Εδώ, δε θα αισθανθούμε καθόλου καλοκαίρι».
   Ο γιος της κοίταζε γύρω του και η ωχρή από τους πυρετούς όψη του φωτιζόταν για λίγες στιγμές από κάποια διαβατική χαρά.
   «Δεν έχω όρεξη όμως, μητέρα, για τίποτα, γιατί;»
   «Τι παιδί που γίνεσαι! Τι παιδί. Ελευθερώσου από τις σκέψεις αυτές. Όρεξη έχεις, αλλά φοβάσαι μήπως ξανάρθει ο πυρετός».
   «Ναι, είναι αλήθεια. Στην παραμικρή ανατριχίλα, που αισθάνομαι, πιάνω το σφυγμό μου. Πόσο υποχόνδριος έγινα».
   «Και όμως, αγαπητό μου παιδί, εδώ θα ξεχάσεις ολωσδιόλου τον πυρετό. Κοίταξε γύρω σου, πάνω στην πρασινάδα αναπαύεται το μάτι, ο αέρας είναι ολοκάθαρος, γεμάτος υγεία! Μη δηλητηριάζεις τον εαυτό σου. Το ταξίδι σκότωσε το μικρόβιο της αρρώστιας».
   Από το ανοιχτό παράθυρο φυσούσε τώρα αλαφρός άνεμος, που έφερνε τη μυρωδιά του νωπού χόρτου. Ακούστηκε δειλό στην αρχή και δυνατότερο ύστερα το λυπητερό χτύπημα της καμπάνας.
   «Τι βάρβαρη συνήθεια!» είπε η κυρία Ανδρομάχη, μ' αλλαγμένο τόνο φωνής, «να χτυπάνε τις καμπάνες, άμα πεθαίνει κανείς».
   Κι έπειτα πρόσθεσε:
   «Η καημένη η θεία έχει τόση χαρά που ήρθαμε. Φαντάσου ότι σηκώθηκε πρωί - πρωί,  να πάει να μαζέψει χαμομήλια. Είναι η εποχή τους. Τα ξεραίνει στον ήλιο κι έπειτα τα ρίχνει στη σακούλα. Κι η μακαρίτισσα η μαμά, δεν αγόραζε ποτέ απ' έξω. Φρόντιζε μόνη της. Κλείσε όμως εκείνο το παράθυρο, γιατί γίνεται ρεύμα κι είσαι ακόμη αδύνατος... Γρήγορα πρέπει να ετοιμάσουμε τη σάλα. Θα μας έρθουν την Κυριακή όχι λίγοι, σαν νεόφερτοι που είμαστε στον τόπο. Σ' αυτές τις πρώτες επισκέψεις, είναι υποχρεωμένος κανείς να φέρεται τόσο τυπικά, να δίνει τόσες εξηγήσεις. Δεν πιστεύω πάλι να μη θελήσεις να παρουσιαστείς στον κόσμο. Ξέρεις ότι στα μικρά μέρη, ο κόσμος είναι φιλύποπτος».
   «Τι ευχάριστες μέρες, που είναι, μητέρα, οι πρώτες αυτές μέρες της ανάρρωσης. Σιγά - σιγά το κορμί ξαναποχτάει την υπεροχή του, τα μουδιασμένα νεύρα τονώνονται. Ξαναπαίρνουμε τις  πρώτες συνήθειες. Εκείνη η φριχτή  έξαψη του πυρετού, που σ' αφανίζει, σε κάνει τώρα να τη διηγείσαι σαν ένα κίνδυνο από τον οποίο κατάφερες να ξεφύγεις».
   «Α, με κάνεις τρελή από χαρά, όταν μιλάς έτσι. Επιτέλους, ύστερ' από τόσο καιρό σε βλέπω καλά», είπε τώρα η κυρία Ανδρομάχη, βουτώντας σε διαλυμένη κόλα κάτι μικρά κεντήματα του μπουφέ.
   «Ετοίμασέ μου να φάω, μητέρα. Κι έπειτα θα βγω έξω. Θα κάνω έναν μακρινό περίπατο, πολύ μακρινό. Αισθάνομαι την όρεξη να περπατήσω».
  
   Είχε νυχτώσει.
   Μακρινά κουδουνίσματα κοπαδιού ακούονταν στον κάμπο. Στη σάλα της κυρίας Ανδρομάχης απόμειναν τώρα δυο γριές βαρήκουες, που είχαν γνωρίσει τον άντρα της άλλοτε, όταν είχε περάσει από 'δω, στην επιστράτευση. Τυλιγμένες μέσα σε πλατιά κρέπια -μόλις λίγο καιρό είχε που πέθανε ο αδερφός τους- κακολογούσαν τον τόπο για την προστυχιά και την ξετσιπωσιά του! Έλεγαν πως πολύ γρήγορα θα 'φευγαν κι αυτές -τόσο απογοητευμένες ήταν, τόσες πίκρες είχαν σταλάξει στην ψυχή τους οι συντοπίτες τους!
   «Αφού τον ευεργέτη τους, αυτόν που πέθανε εδώ μέσα, σ' αυτό το σπίτι», είπε η μία, «δε γύρισε να τον κοιτάξει κανείς! Κι αυτός αφιέρωσε τη ζωή του για το καλό του τόπου. Τέτοιοι αχάριστοι είναι!»
   «Πέθανε κανείς εδώ μέσα;» ρώτησε ο γιος της κυρίας Ανδρομάχης με μεγάλη απορία.
   Η μητέρα του κοίταζε τη γριά ανήσυχα. Εκείνη, που δεν άκουε καλά, νομίζοντας ότι τη ρώτησαν: «Από τι πέθανε;» αποκρίθηκε με κάποιο δισταγμό.
   «Από φθίση!»
   Κρύος ιδρώτας έλουσε με μιας το κορμί του νέου. Κάποια λέξη έσβησε στα χείλη του.
   Την άλλη μέρα ξύπνησε με πυρετό. Τα μάτια του γυάλιζαν, τα μηνίγγια του χτυπούσαν δυνατά και το πρόσωπό του φλογιζόταν. Η κυρία Ανδρομάχη μπαινόβγαινε στην κάμαρή του ανήσυχη. Μπροστά της ξαναζούσε το δωμάτιο της ελώδικης επαρχίας. 
   «Μα τι είναι πάλι αυτό;» έλεγε με μεγάλη θλίψη. «Τι είναι αυτό, Θεέ μου... Πρέπει να φωνάξω το γιατρό».
   Τότε ο γιος της σηκώθηκε, την αγκάλιασε και της αποκρίθηκε μ' έξαψη:
   «Μητέρα, μητερούλα μου... πάμε να φύγουμε γρήγορα από 'δω... γρήγορα, άκουσες; Έχει πεθάνει στις κάμαρες αυτές φθισικός. Αχ, αισθάνομαι πως η μαύρη αρρώστια με τριγυρίζει... Πάμε να φύγουμε... Πάμε, γλυκιά μου μανούλα...»
   Κι αναλύθηκε σε δάκρυα.
 
Παπαδήμας Αδαμάντιος 
Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 12-13, Οκτώβριος 1927
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου