Περπατούσε γεμάτη θλιβερές σκέψεις η Μίνα. Κατέβαινε το μεγάλο πολυσύχναστο δρόμο. Η πρωινή σκηνή του σπιτιού δεν εννοούσε να σβηστεί μήτε μια στγμούλα μπροστά από τα μάτια της ψυχής της. Ο τρόπος που τής φέρθηκε η κυρία Πόπη σήμερα ήταν ασυνήθιστος, σκληρός. Κι εκείνη η φοβέρα που τής πέταξε τελευταία, την πλημμύρισε με πρωτόφαντη αγανάκτηση: «Αν τυχόν», τής είπε φρενιασμένη, «δε βρεις και σήμερα πελάτη, να μού ετοιμάσεις από αύριο κιόλας τα μπογαλάκια σου και να τού δίνεις. Δεν αντέχω πια να σε τρέφω και να σε ντύνω, χωρίς να φέρνεις καμιά δεκάρα. Τ' ακούς;»
Δεν περίμενε η Μίνα μια τέτοια στάση και τέτοια λόγια από την κυρία Πόπη. Ίσαμε πριν από λίγους μήνες μόνο γλυκόλογα και χάδια ακόμη δεχόταν απ' αυτή. Τώρα καταλάβαινε πως ήταν πλαστή η πρωτινή της ευγένεια -τώρα που δε μπορούσε να βγάλει λεφτά σαν τον περασμένο καιρό, που δε μπορούσε να τής ρίχνει όπως τότες μάτσα τα κατοστάρικα στην ποδιά της.
Ψεύτικη κι υστερόβουλη της κυρίας Πόπης η ευγένεια... Αχ να μπορούσε να το καταλάβαινε αυτό η Μίνα ευθύς από την αρχή! Κι ενώ σιγοβάδιζε κατεβαίνοντας το μεγάλο δρόμο, θυμήθηκε τα παλιά.
Πάνε τώρα εφτά χρόνια. Ήταν καλοκαίρι. Φερμένη η κυρία Πόπη από την Αθήνα παραθέριζε στο χωριό τους. Είχε νοικιασμένο για τη σεζόν ένα ανώγειο, απέναντι στο δικό τους φτωχόσπιτο.
Γλυκομίλητη, καλοχαιρετούσα καθώς δειχνόταν η κυρία Πόπη, δεν άργησε να πιάσει σχέσεις με το σπιτικό τους, τη χήρα μάνα της, τη μεγαλύτερη αδερφή της κι αυτήν.
Οι τρεις φτωχές χωρικές νόμιζαν πως τις ευεργετούσε, γιατί καταδεχόταν να πιάνει την κουβέντα μαζί τους αυτή η πρωτευουσιάνα. Και σκλαβωμένες από τους καλούς της τρόπους, την εξυπηρετούσαν όσο μπορούσαν σ' ό,τι γύρευε. Περιποιούνταν ακούραστα τα δυο παιδιά της. Πήγαιναν και τής ψώνιζαν. Τής έφερναν από τη βρύση νερό. Τής έκαναν σαπουνίσματα, ακόμη και μπουγάδες. Κι όλα αυτά χωρίς πληρωμή, παρ' όλη τη φτώχεια τους.
Και περπατώντας αναπολούσε η Μίνα τα λόγια που 'λεγε κι επαναλάμβανε τότες η κυρία Πόπη της μάνας της, για να επιτύχει το σκοπό της.
«Να μού δώσεις, κυρά Γιάννενα, να πάρω μαζί μου στην Αθήνα την Ασημίνα σου (που κατόπιν σύμφωνα με τη μόδα και για να την κολακέψει τη βάφτισε Μίνα). Τη θέλω για το σπίτι. Θα την έχω σαν μικρή αδερφή μου κι όχι σαν υπηρέτρια· και θα την καλοπληρώνω... δόξα τω Θεώ έχω καλή σύνταξη σα χήρα λοχαγού (έλεγε ψέματα η κυρία Πόπη, γιατί ο άντρας της πέθανε ανθυπολοχαγός). Με τους μιστούς της και την προικούλα της θα φτιάξει κι εσάς θα συντρέξει... Εγώ σάς συμπόνεσα και θέλω το καλό σας».
Το παιχνίδι πέτυχε. Οι απλοϊκές χωρικές την πίστεψαν μη βάνοντας κακό στο νου τους. Και στο τέλος της σεζόν η κυρία Πόπη φεύγοντας από το χωριό πήρε μαζί της την Ασημίνα.
Στην αρχή την είχε για τις δουλειές του σπιτιού. Ύστερ' από λίγες βδομάδες, προβάλλοντας το δικό της παράδειγμα, άρχισε να τη δασκαλεύει μεθοδικά και με ζήλο και να τη μπάζει στον κύκλο των αμαρτωλών μυστικών της.
Τής ξεσκέπασε τη ζωή της και τής δικαιολογούσε με πειστικότητα κάθε πράξη της άπρεπη. Σα χήρεψε -πριν κάμποσα χρόνια- κι είδε πως δε μπορούσε να τα φέρει βόλτα με τη μικρή σύνταξη που 'παιρνε και σκέφτηκε πως δεν έπρεπε σα νέα γυναίκα ακόμη να στερηθεί τη ζωή, πήρε αποφασιστικά τον κρυφό δρόμο, που φέρνει στο εύκολο κέρδος μα και στην απόλαυση. Και δεν άργησε μετά το θάνατο του μακαρίτη να βάλει σ' ενέργεια τα σχέδιά της. Φρόντισε να διατηρήσει στενές σχέσεις με τους φίλους και γνωστούς του. Δεν έπαυε να τους επισκέπτεται κι απαιτούσε ευγενικότατα να τής έρχονται κι αυτοί συχνά στο σπίτι της. «Έτσι θα δείχνετε», τους έλεγε, «πως τιμάτε τη μνήμη του αξέχαστου φίλου σας κι εξακολουθείτε ν' αγαπάτε την απορφανεμένη φαμίλια του».
Από τη συζυγική κλίνη του μακαρίτη δεν άργησαν να περάσουν όλοι όσοι σαν εζούσε, είχαν κάποιο δεσμό ή κι απλή γνωριμία μαζί του. Εννοείται πως η κυρία Πόπη φρόντιζε με προσοχή να τους δέχεται σε μέρες κι ώρες ξεχωριστές και πώς εύρισκε τον τρόπο να τους τσιμπολογάει και λεφτά, κοντά στο αισθησιακό κέρδος που 'χε με την εκπλήρωση των σαρκικών πόθων της.
Όλ' αυτά τ' άκουσε η Μίνα από το ίδιο στόμα της κυρίας Πόπης. Μα έμαθε κι άλλα απ' άλλη πηγή: Πως σαν έπιασε η κυρία Πόπη τα σαράντα της, όπως δεν ήτανε δα και πολύ όμορφη, είδε πως δεν είχε πια πέραση και νόμισε χρέος της, για την εξασφάλιση κέρδους, να ανανεώσει την πραμάτια που εμπορευόταν ως τώρα. Και κατάστρωσε το σατανικό σχέδιό της.
Κάθε καλοκαίρι, τα δύο - τρία τελευταία χρόνια, πήγαινε για εξοχή στα κοντινά χωριά, για να βρει και να ξεμυαλίσει κανένα χωριατοκόριτσο απροστάτευτο. Μ' αυτό θα ξανάρχιζε και θα ζωήρευε τις άνομες μυστικές δοσοληψίες της. Και πέτυχε τη Μίνα. Τη συνέχεια την ήξερε το άμοιρο κορίτσι:
Αφού την κατήχησε επίμονα και τής ξεσήκωσε φουρτούνες στο γερό νεανικό κορμί της, δε δυσκολεύτηκε πολύ να την παραδώσει στην αρχή σ' ένα χτηματία απόστρατο συνταγματάρχη, που τον υποχρέωσε ν' ακριβοπληρώσει προκαταβολικά τα σαρκικά πρωτόλεια της παραπλανεμένης χωριατοπούλας.
Γλήγορα κατόπι τη ξεσκόλισε σ' όλα. Κι η κρυφή πελατεία, που τής εξασφάλισε, πλήθαινε ολοένα και το σπουδαιότερο... πλήρωνε καλά.
Η κυρία Πόπη περνούσε ζωή και κότα. Καθόταν σε διαμέρισμα πολυτελείας κι έκανε λούσα βαριά (θέλοντας ν' αρέσει και να προκαλεί κι αυτή κι έτσι να τσιμπολογά καμιά ρώγα από το ηδονικό σταφύλι της ζωής) και σπούδαζε στην εμπορική σχολή τα παιδιά της. Στη Μίνα έδειχνε ξεχωριστή, σα μητρική, φροντίδα. Τη στόλιζε, την κολάκευε και κοίταζε να μην της λείψει τίποτα. Τής έβαλε κάτι λεφτούλια στο ταμιευτήριο, έστειλε τρεις τέσσερις φορές κάμποσα κατοστάρικα της μητέρας της και τής αγόρασε κάτι χασέδες και πανικά τάχα για την προίκα της.
Η Μίνα, αθώα κι άμαθη, πίστευε για μερικό καιρό την αγάπη της κυρίας Πόπης. Μα αφότου λιγόστεψαν τα κέρδη της κι έβλεπε κάπως αλλιώτικη την κυρία της, ένιωθε δισταγμούς κι αμφιβολίες. Ύστερα όμως από τη σημερινή σκηνή του σπιτιού, κατάλαβε τη φριχτή απάτη της.
Ενώ πικραμένη κι αγαναχτισμένη αναλογιζόταν όλα αυτά η Μίνα στάθηκε αυθόρμητα και χωρίς να θέλει μπροστά στην κατάφωτη βιτρίνα ενός καινούριου εμπορικού, κοντά σ' ένα σωρό κυρίες, που κοίταζαν λαίμαργα. Κάτι νόστιμες μεταξωτές ρόμπες μοδάτες είχαν τραβήξει το γυναικόκοσμο εκείνο, σαν η φωτισμένη λάμπα τις πεταλούδες.
Τής άρεσαν κι αυτηνής κι άθελα τής ήρθε στο νου η ξεχωριστή χαρά, που δοκίμασε, σα φόρεσε την πρώτη στη ζωή της μεταξωτή ρόμπα, κόκκινη σαν τη φωτιά, που τής είχε φτιάσει η κυρία Πόπη, μόλις την έφερε από το χωριό στην Αθήνα.
Σε λίγο συνέχισε το δρόμο της η Μίνα. Το υγρό σκοτάδι της χινοπωριάτικης νύχτας είχε τώρα χαμηλώσει και σκέπαζε βαριά την πόλη. Τα φώτα του δρόμου θάμπωναν.
Βαδίζοντας με ρυθμό πιο σιγανό τώρα η Μίνα, κοίταζε δεξιά κι αριστερά τους άντρες, που αντάμωνε, προσπαθώντας με τις εκφραστικές ματιές της να γραπώσει κανένα. Γιατί δεν έπρεπε να ξεχνά για ποιο σκοπό βγήκε. Άλλωστε η φοβέρα της κυρίας Πόπης σαν πικρός αντίλαλος τάραζε ακόμη την ακοή της. Και ανατρίχιασε στη σκέψη πως γυρνώντας και σήμερα άπραχτη στο σπίτι μπορούσε με τα σωστά να πεταχτεί στο δρόμο από την κυρά της. Και τι θα 'κανε; Πού θα πήγαινε; Τι θα γινόταν;
Μα όλοι στο δρόμο, όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, την κοίταζαν παράξενα, περιγελαστικά ή περιφρονητικά, και περνούσαν. Αλίμονο!
Δάγκωνε με καημό τα σκουροβαμμένα χείλη της. Έμπηγε τα μανικιουραρισμένα νύχια της στις παλάμες της σφίγγοντας τις γροθιές της. Μια φλογερή έχτρητα προς την κυρία Πόπη τής έκαιγε τα σωθικά. Έσφιγγε τις σιαγόνες της.
Επιτέλους έφτασε στο τελευταίο καταφύγιο, που συνήθιζε να πηγαίνει, όταν το ψάρεμα στο δρόμο τής έβγαινε άκαρπο. Ήταν ένα υπόγειο ζαχαροπλαστείο σε μια πάροδο. Εκεί υποχρεωνόταν να καταβάλλει τις τελευταίες προσπάθειές της γι' αγκίστρωμα.
Κάθισε η Μίνα σε μια γωνιά. Κι άρχισε να στρέφει τη ματιά της σα περισκόπιο προς όλες τις διευθύνσεις, προς όλους που μπαινόβγαιναν ή καθόντουσαν.
Μια στιγμή κοίταξε στον απέναντί της καθρέφτη. Πόσο, αλήθεια, είχε χαλάσει το πρόσωπό της μέσα σ' αυτά τα λίγα χρόνια. Και το κορμί της πώς στράγγιξε; Λες και τού ρουφούσαν το αίμα αμέτρητες βδέλλες. Κι όμως τι δροσερή, όμορφη και φουντωτή που ήταν, όταν ήρθε από το χωριό της!
Άνοιξε την τσάντα της και πήρε την πρώτη φωτογραφία, που έβγαλε μόλις ήρθε στην Αθήνα φορώντας την πρώτη μεταξωτή ρόμπα, την κόκκινη σαν τη φωτιά. Κι έβλεπε μια στον καθρέφτη και μια στη φωτογραφία. Τι διαφορά, Θεέ μου! Ένα αψύ φαρμάκι πλημμύρισε την ψυχή της. Και τα σακουλιασμένα μάτια της βούρκωσαν.
Αχ, γιατί να μη μείνει στο χωριό της; Θα 'ταν ωραία ακόμη. Γιατί δε θα την είχαν σακατέψει οι αγρύπνιες κι οι κακές αρρώστιες. Προπάντων οι σιχαμερές εκείνες αρρώστιες, που μήνες ολάκερους τις γιάτρευε κάθε φορά πηγαίνοντας κρυφά τα βράδια στο ιατρείο ενός αθυρόστομου γιατράκου. Ήταν τότες που η κυρία Πόπη έλεγε ψέματα στους πελάτες της, πως η Μίνα πάει στο χωριό της και πως σε λίγες μέρες ή βδομάδες θα γυρίσει.
Σε μια στιγμή την πλησίασε το γνωστό της γκαρσόνι. Η Μίνα τού παράγγειλε αφαιρεμένα ένα γλυκό, τού 'δωσε κι ένα δίφραγκο φιλοδώρημα προκαταβολικά, καθώς συνήθιζε, για να μην τής κάνει παρατήρηση, αν θα 'μενε και κρατούσε πολλή ώρα το τραπέζι. Κι άρχισε πάλι να ανερευνά προσεχτικά σκορπώντας ψεύτικα άτονα χαμόγελα. Μα όλοι, νέοι κι ηλικιωμένοι, έστρεφαν αλλού τη ματιά τους.
Η ώρα περνούσε πληχτικά. Σε μια στιγμή γύρισε κι αντίκρισε η Μίνα στην από πίσω της γωνιά του μαγαζιού μια φτωχοντυμένη νέα γυναίκα με τον άντρα της ντυμένο χωριάτικα και τα τρία παιδάκια τους. Όλοι τρώγανε χαρούμενοι τα γλυκά που είχαν μπροστά τους. Ο άντρας γελαστός πότε μιλούσε της γυναίκας του, πότε βοηθούσε τα παιδιά του να κόψουν το γλυκό τους.
Τους καμάρωνε και τους ζήλευε η Μίνα. Κι εκείνα τα παιδάκια με τις λαγαρές φωνούλες και τα κρουσταλλένια γελάκια τους πώς τη γήτευαν! (Πάντ' αγαπούσε ξεχωριστά τα παιδιά η Μίνα). Αχ, με τα χάλια που 'χε μια τέτοια ευτυχία, συλλογιζόταν, δε θα δοκίμαζε κι αυτή ποτέ στη ζωή της. Μαζί με τα νιάτα, την ομορφιά και την υγεία της έσβησαν κι οι ελπίδες της.
Μελαγχόλησε φοβερά. Το ηθικό και σωματικό της σαραβάλιασμα, οι απενταρίες που την έδερναν από καιρό (τα λεφτά που τής είχε βάλει στο Ταμιευτήριο η κυρία Πόπη, είχαν αποσυρθεί και φαγωθεί στο μεταξύ), τα σκληρά λόγια κι οι φοβέρες οι πρωινές στάθηκαν σε θλιβερή παράταξη μπροστά στα μάτια της ψυχής της. Και σε μια στιγμή που νόμισε πως ένας μαύρος ψηλός τοίχος, χωρίς καμιά έξοδο, την περικύκλωνε, αποφάσισε να τρέξει μάνι - μάνι κάπου και να δώσει τέλος στη χαμένη ζωή της με όποιον τρόπο μπορούσε.
Η ματιά της ξανάπεσε στη φτωχοντυμένη νέα γυναίκα με τα γύρω πολυαγαπημένα της. Θυμήθηκε τη μεγαλύτερη αδερφή της, που κι εκείνη τρία χρόνια τώρα παντρεμένη, θα ζούσε ευτυχισμένη με τον άντρα και τα παιδάκια της έχοντας κοντά της, συντροφιά και βοήθεια, τη μανούλα της. (Η ξαφνική σκέψη πως είχε τόσο καιρό να στείλει κάτι της γριάς μάνας της σα μαχαίρι τής τρύπησε την καρδιά.) Κι αυτή μόνη στον κόσμο, απροστάτευτη και τώρα μάλιστα κατατρεγμένη από την κυρά της, γιατί δεν κατόρθωνε να τής βγάζει λεφτά...
Η απόγνωσή της σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε σε λυσσασμένη αγανάχτηση. Κιτρίνισε κι έτρεμε όλη. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, για να μη την αντιληφθούν οι θαμώνες του κέντρου. Μα δε μπόρεσε. Κουλουριάστηκε στη θέση της κρατώντας σκυφτή το κούτελό της μες στην παλάμη της.
Η κριματισμένη ζωή της στην Αθήνα περνούσε τώρα σε μια γοργή κίνηση από της συνείδησής της το κατώφλι. Κι η διαπίστωση πως όλη αυτή η ντροπιασμένη ζωή ξοδεύτηκε, για να κερδίζει και να καλοπερνά η κυρία Πόπη, την έκανε έξω φρενών. Δεν κρατιότανε πια. Δε θα περίμενε να τη διώξει η ξεμαυλίστρα λάμια, που, αφού τής πήρε ό,τι μπορούσε, την έριχνε τώρα στους πέντε δρόμους, γιατί τής φαινόταν άχρηστη πια. Θα 'φευγε μόνη της. Ένιωθε πως όσο κι αν ήταν συντριμμένη, είχε τη δύναμη να σπάσει τις αλυσίδες της.
Δε θ' αυτοχτονούσε, όπως μια στιγμούλα πρωτύτερα αποφάσισε, όχι. Δεν είχε δικαίωμα. Αυτή δεν έφταιξε σε τίποτα, σπρώχτηκε στο κρίμα, υπήρξε θύμα. Να τι θα 'κανε, τι θα 'πρεπε να κάνει: Θ' άλλαζε το δρόμο της ζωής της. Από σκουλήκι χαμόσυρτο θα γινόταν πεταλούδα. Θ' άφηνε το ντροπιασμένο κρυφό επάγγελμα και θα δινόταν, μ' όσες δυνάμεις της έμεναν ακόμα ψυχικές και σωματικές, σε μια τίμια εργασία. Θα πήγαινε κάπου υπηρέτρια, εύκολα θα 'βρισκε σπίτι. Και θα δούλευε τώρα όχι για την καλοπέραση και τα λούσα της κυρίας Πόπης και των δύο παιδιών της, που πάντα την περιφρονούσαν, μα για το ψωμάκι της γριάς μανούλας της, για τ' αγαπημένα παιδάκια της αδερφής της, που λαχταρούσε να πάει κάποτε να τα γνωρίσει (αχ, πώς αγαπούσε πάντα τα παιδιά), για τον εαυτό της επιτέλους.
Πλήρωσε η Μίνα το γλυκό της, που το 'χε αφήσει ανέγγιχτο, σηκώθηκε απότομα από τη θέση της, έριξε μια γλυκιά ματιά συμπάθειας στα παιδάκια της φτωχοντυμένης νέας γυναίκας κι έτρεξε αποφασιστικά στο σπίτι της κυρίας Πόπης. Βάδιζε χωρίς δισταγμό προς το λυτρωμό της.
Πετρίδης Μιχαήλ Γ.
Περιοδικό «Γράμματα»,
τεύχος 1, Ιανουάριος 1934

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου