Σαν ο Μανώλης ο Πικρός άκουσε το φονικό, σήκωσε το χέρι και σταυροκοπήθηκε. Τώρα πια ήτανε λεύτερος να σπείρει το χωράφι. Ποιος θα τόνε μπόδιζε;
Μα μονομιάς, ύστερ' απ' τη σκέψη τούτη φανέρωσε λύπη μεγάλη. Κούνησε το κεφάλι, χαμαναστέναξε, μουρμούρισε:
«Κρίμα το παλικάρι. Ας ζούσε κι ας πήγαινε στο διάολο το παλιοχώραφο. Και η γριά μάνα πώς θα βαστάξει τέτοιονε πόνο; Θα τη θανατώσει την έρημη;»
Δεν πέρασε ώρα πολλή και μπήκε στο μαγαζί ο Αλή ο Τουρκοκρητικός, ο ζαφτιές και τού 'πε να παρουσιαστεί αμέσως στον καϊμακάμη. Ψύλλοι χώθηκαν στ' αυτιά του. Σαν τι τάχατες τον ήθελε ο διοικητής; Ο γέρο υπηρέτης δεν ήξερε, μα πάλι δύσκολο δεν ήταν να το καταλάβει. Όλος ο κόσμος το κουβέντιαζε. Δεν είχε ακούσει πως σκότωσαν το Γρηγόρη; Το παλικάρι οχτρό δεν είχε στο νησί. Τίμιος, δουλευτής, γλυκομίλητος. Πρώτη βολά τον είδαμε να θυμώνει και να πει λόγια άπρεπα την περασμένη Κυριακή που πιάστηκαν για το έρμο το χωράφι. Τότε που ο Μανώλης ξεστόμισε τη φοβέρα που τόσοι πατριώτες άκουσαν. Τώρα πια όλο το νησί την ήξερε και πρώτος και καλύτερος ο καϊμακάμης.
«Όχι», ούρλιαξε ο Μανώλης απλώνοντας τα χέρια και το παχύ πρόσωπο λούστηκε μονομιάς στον ίδρω.
Για τ' όνομα του Θεού, δεν το βλέπανε πως ήταν αθώος; Αθώος σαν αρνί. Είπε την κουβέντα. Ναι, το παραδέχεται. Μ' απ' τα λόγια ίσαμε την πράξη... ου, χιλιάδες μίλια δρόμος.
«Εγώ», έλεγε, «εγώ να σκοτώσω; Και πώς μπορώ να το κάνω αυτό; Ε, πώς μπορώ;»
Τού ήταν αδύνατο να πει πιο πολλά· πνιγόταν. Δεν το 'βλεπε ο κύριος καϊμακάμης; Όνειρο να 'βλεπε ο κακόμοιρος ο Μανώλης πως θα σκότωνε άνθρωπο, θα τρελαινόταν απ' το φόβο του.
Ε, βέβαια σαν άνθρωπος είχε κι αυτός τα δικά του. Κάνα γρόσι περισσότερο στο λογαριασμό, κάνα δραμάκι, ναι, βέβαια το παραδέχεται. Μα φόνο;... Ε, όχι, κύριε καϊμακάμη. Έλεος, δικαιοσύνη. Λυπήσου τον αθώο που 'ναι οικογενειάρχης. Που έχει μικρά παιδιά να θρέψει. Τι θα γίνει η οικογένεια χωρίς προστάτη;
Ο διοικητής τα καταλάβαινε όλα τούτα. Ανθρώπινη καρδιά βέβαια είχε κι αυτός και λυπόταν. Μα για σκέψου το νέο που 'χασε τη ζωή του. Για σκέψου τη δυστυχισμένη γριά μάνα. Και ο νόμος -ήταν νόμος. Είναι γραμμένος σε άψυχο βιβλίο, που δεν συγκινείται κι ουδέ πονεί. Άνθρωπε, λέει, πρόσεξε τον άνθρωπο. Αν τόνε βλάψεις, θα βλαφτείς. Ό,τι κάνεις θα λάβεις. Για τούτο υπάρχω εγώ.
«Μα είμαι αθώος, κύριε Διοικητή. Αθώος!»
Σταμάτησε και τον κοίταζε που αγωνιζόταν. Έβλεπε τον ίδρω που σκέπαζε μια στιγμή το παχύ, πλαδαρό πρόσωπο κι ύστερα κύλαγε πάνω στα ρούχα του. Τα τρεμάμενα από την αγωνία χέρια.
Ποιος ξέρει, σκέφτηκε ο Τούρκος, μπορεί να είναι αθώος. Μα τι μπορούσε να κάνει αυτός. Ας ξέμπλεκε με τη δικαιοσύνη. Εδώ όλο το νησί βουίζει πως τούτος είναι ο φονιάς. Αν δεν τον πιάσει, ίσως να μη σταματήσει το κακό. Τού το 'πανε ξάστερα.
Σταμάτησε να περπατά. Και όπως ήτανε με τα χέρια πίσω μίλησε:
«Λυπούμαι, μα δε μπορώ να κάνω διαφορετικά. Αν είσαι αθώος, ως πιστεύω, θα το αποδείξεις στο δικαστήριο, στη Χίο. Γι' αυτό υπάρχει ο δικαστής: να ζυγιάζει το ναι και τ' όχι».
«Μ' αν κάνει λάθος; Άνθρωπος είναι και τούτος».
Ο διοικητής άπλωσε τα χέρια. Ήθελε να πει πως λάθος δε γίνεται, μα δεν ήτανε βέβαιος. Μουρμούρισε:
«Κισμέτ».
Η λέξη τούτη φανέρωνε όλη την κοσμοθεωρία του κι έκλεινε τη μοίρα του ανθρώπου.
«Το κάνω για να σε προφυλάξω», μίλησε πάλι ο Τούρκος και από τα μάτια του πέρασε άλλη σκηνή.
Είχε φωνάξει τη μάνα και τους άλλους συγγενείς του σκοτωμένου. Ήρθαν όλοι, άντρες και γυναίκες. Όλες τους φορούσαν μαύρα, μακριά ρούχα και το κατάμαυρο μαντίλι που σκέπαζε κεφάλι και πρόσωπο άφηνε μονάχα να φαίνουνται δυο ανήσυχα μάτια πυρωμένα απ' το κλάμα και τη δίψα της εκδίκησης.
«Τι θέλετε λοιπόν να κάνω;» ρώτησε ο καϊμακάμης.
Όπως ήσανε όλοι στη σειρά κάναν ένα βήμα μπρος με το χέρι σηκωμένο σε φοβέρα.
«Να μάς τόνε δώσεις, να κάνουμε δικαιοσύνη», φώναξαν.
Ο διοικητής ανατρίχιασε κοιτώντας την άσβεστη οργή μέσα στα μάτια τους, την απόφαση της απειλής. Τρόμαξε μπρος στο πάθος των ανθρώπων τούτων, χαμογέλασε λίγο πικρά και μουρμούρισε:
«Πώς μπορείτε να γίνετε δικαστές του, εσείς; Ύστερα μπορεί να είναι κι αθώος».
Η γριά μάνα τον κοίταξε με μίσος φοβερό και φώναξε με φωνή βραχνή:
«Θάνατο έδωσε, θάνατο θα λάβει. Δος μας τον να κάνουμε δικαιοσύνη». Και ο αδερφοποιτός που 'στεκε πλάι της μούγκρισε:
«Τον έπνιξε, θα τον πνίξω. Δος μας τον», κι έσφιξε άγρια τη μασέλα και τις γροθιές.
Μια νέα γυναίκα με μεγάλα μαύρα μάτια φώναζε υστερικά:
«Μάς πήρε το φως των ματιών μας, θα τού πάρουμε το δικό του».
«Κι ύστερα θα πάτε όλοι φυλακή».
«Ύστερα ας πάμε φυλακή».
«Υπάρχουν νόμοι και σύμφωνα μ' αυτούς θα δικαστεί», είπε απλά ο καϊμακάμης.
Κι έτσι έγινε. Από το δικαστήριο της Χιος ο Μανώλης Πικρός καταδικάστηκε σε δεκαπέντε χρόνια φυλακή.
Δυο Κυριακές πριν από το φόνο, μετά τη λειτουργιά, συναπαντήθηκαν στο καφενείο του Γαϊτάνη, ο Μανώλης Πικρός με το Γρηγόρη Αυγουστή. Όπως πέσανε φάτσα με φάτσα ο Γρηγόρης, άντρακλας ως εκεί απάνω, τον κοίταξε σώματια και είπε:
«Άκουσα που ζητάς να στείλεις εργάτες να σπείρουν το χωράφι. Στο λέω και να το ξέρεις πως θα γίνει φασαρία μεγάλη».
«Η φασαρία, γιε μου, είναι μες στο κεφάλι σου», είπε ειρωνικά ο Μανώλης.
«Εγώ σε προειδοποιώ. Και οι πατριώτες που μ' ακούνε θα 'ναι μάρτυρες».
«Δε φωνάζεις τον παπά, ευλογημένε, να σε θυμιάσει;» μίλησε θυμωμένα ο μπακάλης. «Ακούς εκεί να μην έχω το δικαίωμα να σπείρω το χωράφι μου», στρέφεται και λέει απορώντας τάχατες σ' όλους αυτούς που ένα γύρο είχανε μαζωχτεί. «Ας μού το ξεχρεώσει να το πάρει πίσω».
«Το χωράφι είναι ξεχρεωμένο και συ καλά το ξέρεις. Τα δολλάρια ήρθαν απ' την Αμέρικα και τα πήρες. Και στο κάτω κάτω κάνε λίγη υπομονή ίσαμε να 'ρθει η απόφαση του δικαστή. Αν το κρίνουν δικό σου, με γεια σου με χαρά σου, χαλάλι σου. Αν όμως...»
«Το χωράφι δεν το παρατώ», μιλά πάλι πεισμωμένα ο Μανώλης. «Βάλε που δεν κερδίζεις, μα και τούτο να γένει έχει καδή πιο απάνω. Για τούτο θα στείλω από τώρα τους εργάτες μου να το σπείρουν».
«Στο 'πα και στο ξαναλέω: Μη σπρώχνεις τα πράματα» είπε, και οι δυο στριμμένες άκριες του μουστακιού του σηκώθηκαν στον αγέρα.
Η γνώμη του κοσμάκη είχε μοιραστεί. Οι φίλοι του Μανώλη το σεγοντάριζαν. Οι φίλοι του Γρηγόρη πήραν το μέρος του. Ήταν και οι τρίτοι, οι ουδέτεροι, που βρίσκανε ότι ο Γρηγόρης μιλούσε γνωστικά. Ας περιμένανε δα να 'ρθει η απόφαση του δικαστή από τη Χίο, αγκαλά τούτη τις πιότερες φορές αργούσε τόσο που ξέχανες και την αιτία που σ' έσπρωξε να πας στο δικαστήριο. Ήτανε βλέπεις τέλη του Σεπτέμβρη και το χωράφι σε λίγο έπρεπε να σπαρθεί. Όμως αλλιώς δε γινόταν. Ας πήγαινε χαμένη η χρονιά, μια που συμβιβασμός δεν μπορούσε να γίνει και να το σπείρουν μεσιακά.
Πάνω εκεί ήρθε κι ο Θωμάς ο Μούτσουνας, σταυραδέρφι του Γρηγόρη. Σαν έμαθε τι έγινε, στράφηκε στον μπακάλη.
«Μην απλώσεις την αρίδα σου στο χωράφι, γιατί εγώ θα στην κουτσουρέψω», είπε με πρόσωπο σφιχτό γυρνώντας το γεροδεμένο κορμί του κατά τον μπακάλη. Ύστερα πήρε το Γρηγόρη από το μπράτσο και τράβηξαν πέρα.
Ο μπακάλης ο Μανώλης δεν αντιμίλησε. Μονάχα σαν λάργεψαν, τους κοίταξε από πίσω και κούνησε το κεφάλι με θυμό μεγάλο.
«Στο νταηλίκι το πήραν, μα δε θα τους περάσει· η γης να σκιστεί και να βουλιάξει. Θα σάς σκαρώσω δουλειά που θα τρίβετε τα μάτια σας και δε θα το πιστεύετε».
Πέρασε όλη η βδομάδα ήσυχα.
Το Σάββατο απ' το πρωί τρεχαντήρια και ψαροπούλες κουβάλαγαν τον κοσμάκη από την πόλη και το χωριό στης Ρίνας το λιμάνι. Όλο το νησί μαζευόταν εκεί κάθε χρονιά τούτες τις μέρες. Πήγαινε να γλεντήσει και να δουλέψει. Το Σαββατοκύριακο έπινε, τραγούδαγε, χόρευε. Απ' τη Δευτέρα άρχιζε η δουλειά· το μάζεμα της ελιάς.
Μπορεί να πεις ότι όλα τα λιόδεντρα του νησιού είναι μαζωμένα στο μέρος εκείνο· που ο κάθε νησιώτης έχει μια, για πιότερες ρίζες. Και όσοι δεν είχαν ερχόντουσαν για να δούνε το γλέντι και να γλεντήσουν οι ίδιοι. Οι ελιές ήτανε σκορπισμένες δώθε - κείθε. Υπήρχε χωράφι που 'χε πενήντα δέντρα και κάθε δέντρο διαφορετικό νοικοκύρη. Για τούτο η Δημογεροντία του νησιού είχε ορισμένη μέρα για το μάζωμα: Την πρώτη Κυριακή ύστερ' απ' το Σεπτέμβρη.
Απ' το πρωί λοιπόν τρεχαντήρια και ψαροπούλες σε κίνηση.
Τέτοια εποχή το μελτέμι έχει κοπάσει και η γαλανή θάλασσα τεμπελιάζει. Σήκωναν το πανί, που φύλλιζε απ' την απανεμιά, και οι ναύτες τραβούσαν το κουπί.
Μόλις το πλεούμενο έβγαινε απ' το λιμάνι, άρχιζε το γλέντι. Το γαλόνι το κρασί περνούσε από στόμα σε στόμα. Κι αυτό έφερνε το αστείο, το πείραγμα και το τραγούδι. Σα φτάνανε στης Ρίνας το λιμάνι άλλοι πηγαίναν σε συγγενικό ή φιλικό σπίτι να μείνουν τις λίγες τούτες μέρες κι άλλοι στήναν μια πρόχειρη τέντα. Ύστερα άρχιζε πάλι το γλέντι. Εδώ τραγούδαγαν, εκεί χόρευαν, πιο πέρα, κορίτσια κι αγόρια, λέγαν πεισματικά και πειράγματα.
Τη Δευτέρα το πρωί με το πρωτοφανέρωμα του ήλιου έπεφτε η ντουφεκιά του δραγάτη -που 'θελε να πει ότι το μάζεμα άρχιζε. Ο κόσμος ξεχυνότανε στους κάμπους και στα χωράφια. Άλλοι ανεβασμένοι στο δέντρο, άλλοι από κάτω κρατώντας το μακρόλιγνο ραβδί ρίχνουν τις ελιές. Τα παιδιά τις μαζεύουν και τις βάνουν στα σακιά.
Κοντά στις οχτώ το πρωί μια φοβερή είδηση απλώθηκε σ' όλο τον κάμπο κι έκανε τους ανθρώπους να σκύψουν το κεφάλι από αγωνία. Σκοτώσανε, λέει, στην πόλη το Γρηγόρη τον Αυγουστή.
Απίστευτο. Ο Γρηγόρης ήταν πρώτο ντουφέκι στο νησί κι απ' τα λιγοστά παλικάρια. Οι ερωτήσεις λοιπόν δεν είχανε τελειωμό. Πότε τον σκότωσαν, πού, πώς;
«Α, τα σκυλιά, το φάγανε το παλικάρι μας», είπανε.
Μιλώντας έτσι πίστευαν πως ήτανε κοντραμπατζήδες, Αϊβαλιώτες, Σαμιώτες, Μυτιληνιοί. Και βέβαια που το φάγανε το παιδί με μπαμπεσιά, γιατί παλικάρι σαν το Γληγόρη δεν έπεφτε εύκολα. Ρωτούσανε να μάθουν αν ήτανε με μαχαίρι ή ντουφέκι. Κι όταν άκουγαν πως τίποτε απ' όλα τούτα, παρά πως το παλικάρι βρέθηκε πνιμένο, καταμεσής του δρόμου, ψηλά από την παραλία, και ότι κοντραμπατζήδες δεν είχανε φανεί στο νησί, αποσβολώθηκαν και δεν ήξεραν πια τι να πουν.
Άξαφνα κάποιο μυαλό φωτίστηκε.
«Για βάστα, την περασμένη Κυριακή δεν είχε τσακωθεί με το Μανώλη το μπακάλη;»
Ναι, όλοι το θυμόντουσαν. Μα πάλι πώς μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο;
Ο Μανώλης είχε τα χρονάκια του κι ήτανε βαρύς από τα πάχητα. Μάστορης να βαριοζυγιάζει τα μπαχαρικά του, να κάνει σβέλτους συφερτικούς λογαριασμούς. Από λεβεντιά και νταηλίκι -μηδέν.
«Σωστά», έλεγε άλλος, «μα το άτιμο το συφέρο και το χρήμα δε λογαριάζουν, σού σταυρώνουν άνθρωπο».
Να 'βανε δηλαδή μπιστεμένο δικό του και να 'κανε το κακό. Μα ποιος θα δεχόταν και ποιος θα τολμούσε; Εδώ, για να πνίξουν το παλικάρι ήρθανε στα χέρια και πιάστηκαν κορμί με κορμί. Ποιος θα τολμούσε απ' τους νησιώτες να τα βάνει με το Γληγόρη που το κορμί του ήτανε γερό σαν πουρνάρι και η γροθιά του σιδερένια;
Ε, τότε λοιπόν ποιος να 'τανε ο φονιάς, μια που μονάχος του ο άνθρωπος δεν πνίγηκε; Εδώ είναι που δεν το χώραγε ο νους τους. Και θέλανε δε θέλανε, σταμάταγαν πάλι στο Μανώλη.
Η μάνα του η Μαρία ανεβασμένη στην ελιά. Το σταυραδέρφι του ο Θωμάς παρακεί, σ' ένα άλλο δέντρο το ράβδιζε. Άκουσε το νέο και σταμάτησε με το ραβδόξυλο στο χέρι. Έχασε την ψυχραιμία του κι άρχισε να τρέμει.
Η φωνή τον έπνιγε και δεν μπορούσε να καλομιλήσει.
«Και πότες έγινε;» ρώτησε μια στιγμή.
«Τη νύχτα που μάς πέρασε».
Σταμάτησε αρκετή ώρα αμίλητος κι ύστερα σα να 'συρε φωνή.
«Αχ, το σκύλο», λέει, «αυτός τον έφαγε για το παλιοχώραφο. Μα πού θα μού πάει; Θα το πλερώσει».
Δεν είπε όνομα, μα όλοι το 'νιωσαν πως μιλούσε για το Μανώλη τον μπακάλη. Η μάνα έβλεπε τον κόσμο να μαζώχνεται και σταμάτησε το ράβδισμα. Τέντωσε το αυτί γιομάτη περιέργεια. Κάτι σπουδαίο γινότανε.
«Μωρέ τ' είναι, Θωμά;» ρώτησε.
«Κατέβα απ' την ελιά, θεια». (Έτσι την έλεγε τη μάνα του φίλου του).
«Είναι μαθές τίποτα, Θωμά μου;»
«Κατέβα γρήγορα, γιατί μάς φέραν άσκημο μαντάτο. Χτυπήσαν το Γληγόρη».
«Ου», έκανε μονάχα η γριά και τα νεύρα της παράλυσαν.
Πήγε να κατεβεί, γλίστρησε και σωριάστηκε στη ρίζα του δέντρου.
Το νησί ήταν τουρκοκρατούμενο, μα έξω από τον καϊμακάμη κι ένα Τουρκοκρητικό που τον υπηρετούσε άλλος δεν υπήρχε.
Το νησί κρατούσε παλιά προνόμια από τους Σουλτάνους. Πλέρωνε μικρό χρονιάτικο φόρο και ξοφλούσε.
Η δημογεροντία μάζευε όλους τους φόρους, έβανε και το «τοπικό» για πραμάτειες που μπαίναν και βγαίναν απ' το νησί κι όπως ήτανε σφουγγαρότοπος και υπήρχε πολύ πάρε - δώσε, το ταμείο ήτανε πλούσιο.
Αυτό κρατούσε τα σκολειά και τους δασκάλους, πλέρωνε τους κοινοτικούς γιατρούς και τους δραγάτες και είχε φαρμακείο ανοιχτό με φάρμακα δωρεάν για όλο τον κόσμο. Είχε και τις βίγλες που 'ταν ένα είδος τοπικής αστυνομίας. Βγαίναν με το ηλιόγερμα αρματωμένες να φυλάξουν ίσαμε το πρωί, την κοιμισμένη πόλη και το λιμάνι.
Η Γληγόρης ήταν καραβομαραγκός. Μα την άνοιξη που όλος ο μικρόστολος του νησιού έφευγε για το σφουγγάρι, ως τα τέλη του Οχτώβρη, η δουλειά κόπαζε και ο Γληγόρης γενότανε βίγλα.
Έτσι και τούτη τη χρονιά. Στα μέσα του Οχτώβρη, αφού τέλειωνε το μάζωμα της ελιάς, θα παράδινε το ντουφέκι στη δημογεροντία και θα ξανάπιανε την τέχνη του. Μα η μοίρα δεν το 'θελε.
Ο Γληγόρης ήτανε μοναχοπαίδι. Ο πατέρας του από χρόνια στην Αμερική. Κάποτε, για πολύ καιρό, τους είχε απολησμονήσει: ουδέ γράμμα, μηδέ λεφτά. Μα τα στερνά τούτα δυο - τρία χρόνια τους ξαναθυμήθηκε και τα τσέκια ερχόντουσαν με τα γράμματα.
Θα 'χε μάλιστα φύγει και τούτος κατά κει, όπως του 'γραφε ο πατέρας, αν δεν ήτανε δυο μαύρα μάτια που τον κρατούσανε στο νησί.
Παλιά παιδιακίσια αγάπη που όμως τώρα πια οι μανάδες τα 'χανε συμφωνημένα: Του Άη - Νικόλα θα γινόντουσαν τα προξενιά και την πρώτη Κυριακή απ' τα Χριστούγεννα ο γάμος.
Μα μπήκε στη μέση ο Χάρος και θέρισε συμφωνίες και όνειρα.
Από την πρώτη βδομάδα του φόνου το σταυραδέρφι ο Θωμάς πήρε τα πράματά του και πήγε να μείνει μαζί με τη γριά. Ήταν απαίτησή της.
«Θωμά», τού λέει μέσα στ' αναφιλητά, «άλλο στον κόσμο δεν έχω εξόν εσένα. Ο Νικόλας, ο άντρας μου, είναι είκοσι χρόνια τώρα που λείπει και μόνο ο Θεός ξέρει αν θα ξαναγυρίσει. Το σταυραδέρφι σου χάθηκε. Δε μού 'μεινε άλλος στον κόσμο. Πάρε τα πράματά σου κι έλα να κάτσεις στο σπίτι. Και σαν ο Χάρος κατεβεί και με πάρει μαζί του όλα δικά σου θα 'ναι -σπίτι και χωράφια».
«Καλά, θεια, θα 'ρθω».
«Και από δω και μπρος, Θωμά, θα με φωνάζεις μάνα, όπως ο άλλος».
Έτσι περνούσε ο καιρός μα το γέλιο δεν ξαναμπήκε στο σπίτι.
«Ξέχασε πια, θεια», τής λέγαν οι γειτόνισσες. «Γέλασε και λιγάκι, γιατ' είναι αμαρτία να πικραίνεσαι τόσο πολύ. Πας κόντρα στο θέλημα του Θεού. Εκείνος θέλησε και τον πήρε. Τίποτα δε γίνεται χωρίς το θέλημά του».
«Πώς να ξεχάσω, κόρη μου, και πώς να γελάσω που κάθε στιγμή βλέπω μπροστά μου τον αδικοσκοτωμένο;»
Κάθε βραδάκι με το ηλιόγερμα κρατώντας το μπουκαλάκι το λάδι και το λιβάνι τραβούσε για το νεκροταφείο. Περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τη λαχτάρα να φτάξει. Άναβε το καντήλι, θύμιαζε τον τάφο, πότιζε τα λιγοστά λουλουδάκια του, ύστερα κάθιζε πλάι εκεί, πάνω σε μια πέτρα και μοιρολογιόταν. Σαν την έπαιρνε η κούραση, άπλωνε τα χέρια πάνω στον τάφο, τον χάιδευε και μίλαγε στο παιδί σαν να 'τανε ζωντανό, σα να 'τανε μικρό και τού γλυκοκουβέντιαζε και τού 'λεγε λογής - λογής πράματα και τού σκορπούσε τα νέα του νησιού: ότι οι σφουγγαράδες ήτανε καλοδουλεμένοι και το 'γραψε ο καπετά - Γιακουμής της καραβοκυράς του. Και ο Γιαννάκης του Φώτη του ψάλτη το παιδί, πέθανε με τύφο. Ήτανε όμορφο σαν αγγελούδι, μα εσύ αδικοσκοτωμένε μου, δεν το γνώρισες γιατί μάς έφυγες πριχού γεννηθεί. Και η αρρεβωνιαστικιά του η Παπαντή δεν ήθελε να μπει σε κόσμο, μόνο πήγε στο μοναστήρι της Αγίας - Κατερίνας και καλογέρευε. Και το σταυραδέρφι του ο Θωμάς είχε τώρα μεγάλο μαγαζί και ο κόσμος τον αγαπούσε και τον σεβόταν. Πολλά προξενιά τού κάναν, μ' αυτός αρνιόταν. Δεν ήθελε να μπει σε γάμο. Αναστενάζει ολημερίς και πικραίνεται και ο χρόνος αντίς για μπάλσαμο γίνεται μυλόπετρα. Η νύχτα που γένηκε απ' το Θεό για να ξεκουράζεται το μυαλό και η καρδιά του ανθρώπου, αυτόν τόνε ζουπίζει και τον τυραννά.
«Αχ, Γληγόρη μου, και τι μάς έκανες; Μάς αφάνισες όλους από το πρόσωπο της γης».
Ας όψεται ο κακούργος, έλεγε. Ας όψεται κει μέσα που είναι. Και ο Θεός ας τόνε στείλει στα τάρταρα του Άδη που πάνε οι φονιάδες.
Και ο φυλακισμένος έγραφε της γυναίκας του.
Αμάν, έγραφε, είμαι αθώος. Πες το στα παιδιά. Πες το στους πατριώτες... Αθώο άνθρωπο έχουνε καταδικάσει. Και δε βαστώ πια. Το σεκλέτι της καρδιάς μου είναι μεγάλο και θα με θανατώσει.
«Ο Θεός να τόνε συχωρέσει τον αμαρτωλό», είπαν οι νησιώτες. Μα της γριάς τα χείλη πρώτη βολά έσκασαν και πικρογέλασε. Πήρε το λάδι και το λιβάνι κι έτρεξε στον τάφο.
«Γληγοράκη», φώναξε σιμώνοντας, «Γληγοράκη, άκουσε να χαρείς. Ο Θεός έκανε δικαιοσύνη».
Άπλωσε τα χέρια πάνω στον τάφο, χάιδεψε αρκετή ώρα το χώμα, σα για να τον ξυπνήσει, κι ύστερα τού ιστόρησε το χαρούμενο μαντάτο.
Τη βραδιά εκείνη δε μοιρολόγησε. Ήταν η μόνη.
Πάλι κύλησε ο χρόνος· ήρθε η θλίψη κι έπνιξε τη μικρή χαρά που ξεπήδησε απ' την ικανοποίηση της τιμωρίας και της εκδίκησης. Η ανησυχία μεγάλωσε· και ο πόνος.
Τώρα ύστερ' από το μοιρολόγημα δεν έλεγε πια τα νέα του νησιού, μα μίλαγε για το Θωμά της.
Η απελπισία το 'πνιγε το παιδί. Δεν είχε πια όρεξη να φάει και να δουλέψει. Γύρναγε τις ταβέρνες και το βράδυ ερχότανε μεθυσμένος. Πλάγιαζε νηστικός, είχε το κρασί πλάι του κι έπινε ώσπου το μπουκάλι έφευγε απ' τα χέρια του, κυλιόταν πάνω στο στρώμα και το κρασί έτρεχε.
«Αχ, γιε μου, τι μάς έκανες; Ο καημός σου μάς αφάνισε όλους», έλεγε και ξανάλεγε η γριά.
Και μια μέρα ο Θωμάς δε βάσταξε άλλο.
«Θα φύγω», μίλησε. «Δε με κρατά πια το νησί».
«Πού να πας, παιδί μου», κάνει τρομαγμένη η γριά.
Ο νέος έκανε χειρονομιά που φανέρωνε πως κι ο ίδιος δεν ήξερε.
«Πού θέλεις να ξέρω; Όλα τα πράματα μες στο μυαλό μου είναι θολά και μπερδεμένα. Όμως να κάτσω άλλο πια δεν το μπορώ. Θα μού 'ρθει ταμπλάς».
«Και μένα πού θα μ' αφήσεις, γιε μου; Δε με συλλοΐζεσαι; Έφυγε ο ένας να φύγεις και συ;»
«Δε μπορώ άλλο. Θα ρίξω μπρος τα μάτια μου κι όπου με σύρουν θα πάω».
«Και πού θα τ' αφήσεις τα καλά σου, γιε μου; Όλα δικά σου 'ναι: σπίτι και χωράφια και μετρητά. Να παντρευτείς, να κάνεις φαμίλια, να ριζώσεις στο νησί. Να βρεθεί ένα χέρι να μού κλείσει και μένα της δόλιας τα μάτια».
Μα ο Θωμάς δε μπορούσε πια να μείνει στο νησί. Φοβερή δύναμη τον έσπρωχνε μακριά, τον έδιωχνε απ' τον τόπο που τον είδε να μεγαλώνει και ν' αντριώνεται, από τότε που ολότελα μικρό παιδί τον κατεβάσαν οι γονιοί του.
Ακόμη ο ήλιος βαστούσε ψηλωμένος και η γριά μάνα κουτσαίνοντας ανηφόριζε το δρομάκι του νεκροταφείου με το λαδομπούκαλο στο 'να χέρι και το ραβδί στο άλλο να πάει στο γιο το θλιβερό μαντάτο.
Εκείνη τη μέρα και τις άλλες που ακολούθησαν έκλαψε και για τα δυο χαμένα παιδιά της: Το καθαυτού δικό της και το ξένο.
Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια. Καινούρια πράματα σκέπασαν τα παλιά, τα ξεθώριασαν, τα 'σβησαν από τη μνήμη των ανθρώπων.
Τούτη η φοβερή ιστορία έμεινε σα χρονικό του νησιού. Έγινε παραμύθι που οι γιαγιάδες το διηγόντουσαν στα εγγονάκια τους τις μεγάλες κρυερές νύχτες του χειμώνα.
Όμως υπήρχε στο νησί μια γριούλα, χούφταλο πες, που τη φοβερή τούτη ιστορία έσερνε μέσα της. Την είχε ζήσει και τη ζούσε κάθε στιγμή και τής πιπίλαγε το αίμα σταγόνα τη σταγόνα.
Απ' την αγρύπνια και το κλάμα τα ποντικίσια μάτια της ξεθώριασαν, πήρανε χρώμα γαλαχτερό και μόλις πια φωτίζουνταν. Το κορμί είχε σκεβρώσει σαν το χερούλι του μπαστουνιού της και τα χέρια της τρέμαν. Τώρα πια τη μισή νύχτα την περνούσε σκυμμένη πάνω απ' το μνήμα του αδικοσκοτωμένου. Αναστέναζε, έκλαιγε, φώναζε. Και πολλές βολές οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τη βρήκανε γερμένη εκεί, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα να λαγοκοιμάται.
Μια Κυριακή πρωί μπήκε πια κι ο τελευταίος χαλκάς στην ουρά της τραγικής τούτης ιστορίας κι έκλεισε ο κύκλος.
Σαν η λειτουργία τέλειωσε κάτω στη Μητρόπολη, ο γέρο αρχιμαντρίτης Ιάκωβος ανέβηκε στον άμβωνα κρατώντας ένα κλειστό φάκελο. Με τη σπασμένη φωνή μίλησε στον περίεργο κόσμο.
Είχε πάρει γραφή από κάποιον ιερέα της Χιος που τού 'λεγε ως τελέψει η Κυριακάτικη λειτουργία ν' ανέβει στον ιερό Άμβωνα και μπροστά σ' όλο το εκκλησίασμα ν' ανοίξει το φάκελο και να διαβάσει το γράμμα. Αυτά είπε ο γεροπαπάς και με τρεμάμενο χέρι άνοιξε το φάκελο και πήρε τη γραφή.
Η περιέργεια και η ανυπομονησία του κόσμου μεγάλωσαν. Με το κεφάλι ανασηκωμένο κοιτούσαν ασάλευτοι τον ιερέα. Αυτός άρχισε να διαβάζει σιγά, κουρασμένα πολύ. Με κόπο οι λέξεις ανέβαιναν απ' το λαρύγγι και πέφταν από το στόμα.
Το γράμμα ήτανε γραμμένο από τον παπά της Χιος και ιστορούσε τη στερνή εξομολόγηση ενός κάποιου Θωμά Μούτσουνα.
Του Θωμά; Πώς, βέβαια και τον ξέραν, όλοι τους, και το θυμόντουσαν καλά το σταυραδέρφι του αδικοσκοτωμένου του Γληγόρη.
Η γριά μάνα που στεκόταν στο γυναικωνίτη ανασήκωσε με κόπο τη σκεβρωμένη ραχοκοκαλιά, κοίταξε τον παπά κι έσυρε παράτονη φωνή που ακούστηκε όπως στριγκό τρίξιμο πόρτας.
Ο κόσμος αναταράχτηκε, σάλεψε και ξαναησύχασε. Η περιέργεια ήταν πιο μεγάλη από τη συμπόνια.
Ο παπάς συνέχισε το διάβασμα:
«Ο ετοιμοθάνατος χαροπάλευε δυο μερόνυχτα, μα δε μπορούσε να παραδώσει την ύστερη πνοή και να κλείσει τα μάτια. Βαρύ αμάρτημα τον κράταγε δεμένο και δεν τού άφηνε λεύτερη την ψυχή να πετάξει».
- «Βλέπεις, παπά», είπε με ραγισμένη φωνή. «Πεθαίνω κι όμως ο χάρος δε θέλει να με ξεκουράσει. Κάθισε στο στήθος μου αγκούσα, μού 'κοψε την ανασεμιά και δεν απλώνει το χέρι να μού πάρει την ψυχή».
- «Ξομολογήσου», τού είπα, «τέκνο μου, να λαφρώσεις. Η αμαρτία κρατά δεμένο τον άνθρωπο και δεν τον αφήνει να λευτερωθεί».
Με κοίταξε αγριεμένος.
- «Δεν το μπορώ», λέει ασθμαίνοντας σκληρά. «Δεν το μπορώ. Μη μού το θυμίζεις». Και με τα χέρια άδραξε το πρόσωπο και με τα νύχια μάτωσε τη σάρκα. «Δεν το μπορώ», έλεγε ολοένα μέσα στο άγριο αγκομαχητό.
- «Ξομολογήσου, τέκνο μου, να λευτερωθεί η ψυχή. Σε λίγο θα βρίσκεσαι μπροστά στο φοβερό κριτή. Ξομολογήσου να συχωρεθείς».
Φούσκωσε το στήθος ν' ανασάνει κι ο πόνος χυνόταν απ' τα μάτια του.
- «Ήμασταν δυο φίλοι», είπε σιγά, «αδερφοποιτοί. Ο έρωτας μπήκε ανάμεσά μας και μάς λάβωσε. Αυτή, αγάπησε το φίλο· εμένα, η ζήλια και η εκδίκηση. Αφανίστηκα και με κυρίεψε το μίσος. Μια νυχτιά που ο κόσμος γλένταγε στης Ρίνας το περιγιάλι δρασκέλισα το βουνό, έφταξα στην πόλη και τον αντάμωσα που 'τανε βίγλα. Κι εκεί που σεργιανούσαμε τόνε χτύπησα με μπαμπεσιά στ' αχαμνά και τον έριξα ανάσκελα. Η ζήλια μ' έκανε θεριό. Περίζωσα το λαιμό του με τα χέρια και τον έσφιξα. Ένα κουκλούκισμα αξέχαστο ανέβηκε σαν από στενόμακρο λαγήνι. Το κορμί σπαρτάρησε, τρεμούλιασε και πια τίποτις άλλο.
»Σταγόνα τη σταγόνα το τρύγησα το φαρμάκι σ' όλο το μάκρος της ζωής. Και τώρα στερνή και φοβερή ώρα ζητώ συμπόνια.
»Κάνε γραφή, Πάτερ, και στείλε την κάτω στον νησί, ίσως το φοβερό αμάρτημα συχωρεθεί και η τυραγνισμένη, αλίμονο, ψυχή μερέψει μια σταλιά».
Ο παπάς διάβαζε κι ο κόσμος αναστέναζε κι έκλαιγε και γινόταν σούσουρο μεγάλο.
Σαν τέλεψε το διάβασμα, στράφηκαν όλοι τους να δούνε τη γριά μάνα, μ' αυτή δε βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Σαν άκουσε τη φοβερή αποκάλυψη, έκανε διπλό κόμπο την καρδιά της και σέρνοντας τα μαρτυρικά πόδια της βγήκε στο δρόμο τρελή κι αλλοσούσουμη.
Την άλλη μέρα οι πρωταχτίδες του ήλιου την είδανε πεσμένη μπρούμυτα πάνω στον τάφο του γιου της του Γρηγόρη. Είχε το στόμα ανοιχτό σαν να τον καλούσε και τα σκεβρωμένα δάχτυλα μπηγμένα στο χώμα.
Οι συντοπίτες της που τη βρήκαν άνοιξαν τον τάφο και δίπλα στα κόκαλα του αδικοσκοτωμένου ξαπλώσαν τη γριά μάνα να ξεκουραστεί. Ήτανε καιρός.
Μαγκλής Γιάννης
Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 712, Μάρτιος 1957

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου