Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 Ι
   Γραμμένο από μένα. Γραμμένο σήμερα για να ξαλαφρώσω την καρδιά μου. Έχασα τη θέση μου στο καφενείο κι έχασα τις χαρούμενές μου μέρες. Όλα τα 'χασα. Και το καφενείο ήταν το Καφέ - Μαξιμιλιάν.
   Ένας νέος κύριος με γκρίζα ρούχα ερχόταν κάθε βράδυ με δυο άλλους φίλους του και καθότανε σ' ένα από τα τραπέζια μου. Ερχόντανε πολλοί κύριοι, όλοι είχαν να μού πουν από 'ναν καλό λόγο -αυτός τίποτα. Ήταν ψηλός και λιγνός, είχε μαλακά μαύρα μαλλιά και γαλανά μάτια, που με κοίταζαν κάποτε - κάποτε. Στ' απάνω του αχείλι άρχιζε να φυτρώνει ένα λεπτό μουστακάκι.
   Ναι, στην αρχή είχε κάτι τις μαζί μου, αυτός ο άνθρωπος.
   Μια ολόκληρη βδομάδα ερχότανε κάθε μέρα. Τον είχα συνηθήσει και τον αναζητούσα σα δεν ερχότανε. Μια βραδιά δεν ήρθε. Έφερα βόλτα το καφενείο ψάχνοντας μη τον δω· επιτέλους τον ανακάλυψα δίπλα σε μια απ' τις μεγάλες κολόνες, απ' το μέρος της αλληνής εισόδου· καθότανε μαζί με μια γυναίκα του ιπποδρομίου. Εκείνη φορούσε μια κίτρινη φορεσιά και τα μακριά της γάντια τής έφταναν ως απάνω απ' τον αγκώνα. Ήταν νέα κι είχε όμορφα, καστανά μάτια και τα δικά μου ήταν γαλανά.
   Στάθηκα μια μοναχά στιγμούλα κι ακροάστηκα τι έλεγαν, αυτή τον μάλωνε για κάτι, τον είχε βαρεθεί και τον παρακαλούσε να φύγει. Εγώ είπα τότε μέσα στην καρδιά μου: Αχ, Παναγία Παρθένα μου, γιατί δεν έρχεται σε μένα!
   Την άλλη μέρα το βράδυ ήρθε μαζί με τους δυο φίλους του και κάθισαν σ' ένα απ' τα τραπέζια μου· γιατί εγώ σερβίριζα πέντε τραπέζια. Δεν πήγα να τον υποδεχτώ, όπως συνήθιζα πάντα, μόνο κοκκίνισα, κι έκαμα τάχα πως δεν τον είδα. Σαν μού 'γνεψε προχώρησα και τού 'πα:
   «Δεν μάς ήρθατε χθες».
   «Τι σβέλτη που είναι η σερβιτόρα μας», είπε αυτός στους συντρόφους του.
   «Μπίρα;» τους ρώτησα.
   «Ναι», μού αποκρίθηκε αυτός.
   Κι εγώ πιότερο έτρεχα, πέρα πήγαινα, για να τους φέρω τα τρία ποτήρια με τη μπίρα.
 
ΙΙ
   Πέρασαν δυο τρεις μέρες. Μού 'δωκε μια κάρτα του κι είπε:
   «Πηγαίνετέ τη στη...»
   Πήρα την κάρτα πριν αποσώσει τα λόγια του και την πήγα στην κυρία με τα κίτρινα. Στο δρόμο διάβασα το όνομά του: Βλαντιμίρ Τ... .
   Σαν εγύρισα με κοίταξε ρωτώντας με με τα μάτια.
   «Την πήγα», τού είπα.
   «Και δεν σάς έδωκε απάντηση;»
   «Όχι».
   Μού 'δωκε τότε ένα μάρκο και μού 'πε χαμογελώντας:
   «Και καμιά απάντηση, απάντηση είναι κι αυτό».
   Όλο το βράδυ καθόταν προσηλωμένος στην κυρία με τα κίτρινα κι αυτούς που τη συνόδευαν. Στις έντεκα σηκώθηκε και σίμωσε στο τραπέζι της. Αυτή τον εδέχτηκε ψυχρά, οι δυο κύριοι όμως που ήταν μαζί της τον κουβέντιασαν, του 'καμαν μερικά χοντρά πειράγματα και χαμογέλασαν. Εκείνος δεν εστάθηκε εκεί παρά μερικά λεπτά· έπειτα, σαν γύρισε, τού είπα πως του είχαν χύσει μπίρα στη μια τσέπη του πανωφοριού του. Το 'βγαλε, στράφηκε απότομα κι έριξε μια ματιά κατά το τραπέζι της γυναίκας του ιπποδρομίου. Εγώ του στέγνωσα το πανωφόρι και τότε μού 'πε με χαμόγελο:
   «Ευχαριστώ, σκλάβα».
   Εκεί που τον βοηθούσα να το ξαναφορέσει τον ξεσκόνισα κιόλας κρυφά στη ράχη. Είχε πέσει σε μεγάλη συλλογή. Ο ένας από τους φίλους του ζήτησε κι άλλη μπίρα και πήρα το ποτήρι του να τού το γεμίσω. Κι έκαμα να πάρω και του Τ. το ποτήρι. Όχι, είπε αυτός κι έπιασε το χέρι μου. Το άγγιγμα κείνο έκαμε να πέσει κάτω το δικό μου χέρι, πράμα που το παρατήρησε κι αυτός γιατί τραβήχτηκε αμέσως.
   Τη νύχτα προσευχήθηκα γι' αυτόν δυο φορές, γονατιστή μπροστά στο κρεβάτι μου. Κι απ' τη χαρά μου φίλησα το δεξί μου χέρι που είχε αγγίξει.
 
ΙΙΙ
   Μια φορά μού χάρισε και λουλούδια, ένα σωρό λουλούδια. Τα είχε αγοράσει από την ανθοπώλισσα, καθώς ερχόταν να μπει μέσα, ήταν φρέσκα και κόκκινα και τής είχε πάρει ολόκληρο κοντά το πανέρι της. Τα είχε αφήσει να κείτουνται πολλή ώρα μπροστά του, πάνω στο τραπέζι. Δεν ήταν κανείς από τους φίλους του μαζί του. Όση ώρα είχα καιρό, στεκόμουν πίσω από μια κολόνα και τον κοίταζα και συλλογιζόμουν: Βλαντιμίρ Τ... τον λένε.
   Θα πέρασε σωστή μια ώρα. Κάθε λίγο κοίταζε το ρολόι του. Εγώ τον ρώτησα τότε:
   «Περιμένετε κανένα;»
   Με κοίταξε αφαιρεμένος κι ύστερα μού 'πε ξαφνικά:
   «Όχι, δεν περιμένω κανένα. Ποιον θα περίμενα;»
   «Νόμισα πως ίσως περιμένετε κανένα», τού είπα ξανά.
   «Ελάτε δω», μού αποκρίθηκε. «Αυτά είναι για σας». Και μού 'δωκε όλη εκείνη την αγκαλιά τα λουλούδια.
   Τού είπα ευχαριστώ μα μού 'χε διαμιάς πιαστεί η φωνή, που μόλις βγήκαν απ' τα χείλια μου τα λόγια. Μια χαρά ασυγκράτητη με συνεπήρε και στάθηκα με κομμένη ανάσα μπροστά στον μπουφέ όπου πήγαινα να πάρω κάτι.
   «Τι θέλετε;» με ρώτησε η μαντάμ.
   «Τι λέτε κι εσείς;» ρώτησα κι εγώ.
   «Τι λέω εγώ;» είπε η μαντάμ. «Τρελαθήκατε;»
   «Αν το βρείτε ποιος μού τα 'δωκε αυτά τα λουλούδια;»
   Αυτή τη στιγμή προσπερνούσε από εκεί το πρώτο γκαρσόνι.
   «Δεν πήγατε μπίρα σ' αυτόν εκεί τον κουτσό κύριο», το άκουσα που είπε.
   «Μού τα 'δωκε ο Βλαντιμίρ», είπα κι έτρεξα να πάω τη μπίρα.
   Ο Τ... δεν είχε φύγει. Σαν εσηκώθηκε για να φύγει τον ευχαρίστησα και πάλι. Εκείνος σα να σάστισε και μού 'πε:
   «Έπειτα εγώ τα είχα αγορασμένα για κάποια άλλη».
   Ναι, καλά, ίσως να τα 'χε αγορασμένα και για καμιάν άλλη. Τα είχε δώσει όμως εμένανε. Μού τα 'χε δώσει εμένα κι όχι σ' εκείνη που γι' αυτήν τα 'χε αγοράσει. Και μ' είχε κιόλας αφήσει να τον ευχαριστήσω για δαύτα. Καληνύχτα, Βλαντιμίρ.
 
IV
   Την άλλη μέρα το πρωί έβρεχε.
   Το μαύρο ή το πράσινό μου φόρεμα να βάλω σήμερα; συλλογίστηκα. Το πράσινο. Γιατί είναι καινούργιο, λοιπόν αυτό θα φορέσω. Ήμουν πολύ χαρούμενη.
   Στη στάση στεκόταν μια κυρία και βρεχότανε περιμένοντας το τραμ. Δεν είχε ομπρέλα. Τής προσφέρθηκα να 'ρθει να σταθεί κάτω απ' τη δική μου, αυτή όμως μού αποκρίθηκε όχι, ευχαριστώ. Έκλεισα λοιπόν κι εγώ την ομπρέλα μου και περίμενα. Έτσι δε θα βραχεί μόνη της αυτή, συλλογίστηκα.
   Το βράδυ ήρθε ο Βλαντιμίρ στο καφενείο.
   «Ευχαριστώ για τα χθεσινά λουλούδια», τού είπα περήφανα.
   «Ποια λουλούδια;» με ρώτησε. «Δεν την αφήνετε αυτή την κουβέντα».
   «Ήθελα να σάς ευχαριστήσω γι' αυτά», είπα εγώ.
   Ανασήκωσε τους ώμους του και μού αποκρίθηκε:
   «Δεν είστε εσείς που αγαπώ, σκλάβα».
   Δεν ήμουν εγώ που αγαπούσε, όχι, βέβαια. Δεν το περίμενα να μ' αγαπάει και δεν παραξενεύτηκα που τ' άκουσα. Τον έβλεπα όμως κάθε βράδυ, ερχόταν και δεν καθόταν σε καμιανής άλλης τραπέζι μόνο σε δικό μου κι εγώ ήμουν που τού σερβίριζα τη μπίρα του. Καλώς όρισες, Βλαντιμίρ.
   Την άλλη μέρα το βράδυ ήρθε πολύ αργά και μού 'πε:
   «Έχετε πολλά λεφτά, σκλάβα;»
   «Όχι, δυστυχώς», τού αποκρίθηκα, «είμαι ένα φτωχό κορίτσι».
   Τότε με κοίταξε κι είπε χαμογελώντας:
   «Ορισμένως δε θα με καταλάβατε. Έχω ανάγκη από μερικά χρήματα ως αύριο».
   «Έχω μερικά χρήματα, έχω εκατόν τριάντα μάρκα στο σπίτι μου».
   «Στο σπίτι σας, όχι εδώ;»
   «Περιμένετε ένα τέταρτο ώσπου να κλείσουμε και τότε πάω και τα φέρνω».
   Περίμενε ένα τέταρτο και φύγαμε μαζί. «Εκατό μάρκα μοναχά», μού 'πε. Όλη την ώρα περπατούσε πλάι μου και δε μ' άφησε ούτε στιγμή να περπατώ πιο μπροστά του ή πιο πίσω, όπως συχνά κάνουν οι μεγάλοι κύριοι.
   «Δεν κρατάω παρά μια μικρή καμαρούλα», τού είπα σαν εφτάσαμε μπροστά στην πόρτα μου.
   «Δε θ' ανέβω απάνω, περιμένω εδώ». Κι εστάθη και περίμενε. Σαν κατέβηκα πίσω μέτρησε τα λεφτά και μού 'πε:
    «Εδώ είναι παραπάνω από εκατό μάρκα. Θα σάς δώσω δέκα μάρκα για πουρμπουάρ. Ναι, ναι, ακούτε; Θα σάς δώσω δέκα μάρκα για πουρμπουάρ».
   Μού 'βαλε τα λεφτά στο χέρι, καληνύχτισε κι έφυγε. Τον είδα που στάθηκε στη γωνία κι έδωκε σ' εκείνη τη γριά ζητιάνα κάποια πεντάρα.
 
V
   Το άλλο βράδυ μού παραπονέθηκε ευθύς πως δε μπορούσε να μού γυρίσει τα λεφτά μου. Τον ευχαρίστησα που δε μπορούσε να μού τα γυρίσει. Μολόγησε ξάστερα πως τα 'χε σπαταλήσει.
   «Τι να κάμει και τι να πει κανείς, σκλάβα!» είπε χαμογελώντας. «Τη γνωρίζετε βέβαια εκείνη την κυρία με τα κίτρινα!»
   «Γιατί τη λες σκλάβα τη σερβιτόρα μας;» τον ερώτησε ένας από τους φίλους του. «Συ είσαι πιότερο σκλάβος απ' αυτή!» 
   «Μπίρα;» ρώτησα τότε απότομα εγώ, κόβοντάς τους την κουβέντα.
   Ύστερα από λίγο μπήκε στο καφενείο κι η κυρία με τα κίτρινα. Ο Τ... σηκώθηκε κι υποκλίθηκε τόσο χαμηλά που τού 'πεσαν στο πρόσωπο τα μαλλιά του. Εκείνη πέρασε από μπροστά του κι επήγε και κάθισε σ' ένα χωριστό τραπέζι μοναχή της, μα τράβηξε κοντά της και δυο άλλες καρέκλες. Ο Τ... σηκώθηκε τότε, πήγε κοντά της και κάθισε στη μια από κείνες τις καρέκλες. Ύστερα από δυο λεπτά σηκώθηκε πάλι κι είπε δυνατά:
   «Καλά, φεύγω. Και δε θα ξανάρθω ποτέ πια».
   «Ευχαριστώ», τού αποκρίθηκε κείνη.
   Εγώ απ' τη χαρά μου δεν ήξερα τι να κάνω, έτρεξα στο μπουφέ κι είπα κάτι. Θα τους είπα βέβαια πως δε θα ξαναπήγαινε ποτέ πια σ' αυτή. Το πρώτο γκαρσόνι πέρασε από κει και μού 'καμε κάποια βαριά παρατήρηση, μα εγώ ούτε νοιάχτηκα καθόλου.
   Σαν έκλεισε στις δώδεκα το κατάστημα, ο Τ... με συνόδεψε ως την πόρτα μου.
   «Πέντε από τα δέκα μάρκα που σάς έδωκα χτες», μού είπε. Εγώ ήθελα να τού τα δώσω και τα δέκα, μα εκείνος όμως μού γύρισε πίσω τα πέντε για πουρμπουάρ. Κι ούτε ήθελε ν' ακούσει τις διαμαρτυρίες μου.
   «Είμαι τόσο χαρούμενη απόψε», είπα. «Αν σάς παρακαλούσα ν' ανεβείτε πάνω; Μα δεν κρατώ παρά μια μικρή καμαρούλα μοναχά».
   «Δεν ανεβαίνω απάνω», μού αποκρίθηκε. «Καληνύχτα».
   Έφυγε. Πέρασε και πάλι μπροστά από τη γριά ζητιάνα, μα ξέχασε όμως να της δώσει τίποτα, μ' όλο που αυτή του ευχήθηκε.
   Έτρεξα κοντά της, τής έδωκα κάτι και της είπα:
   «Ορίστε, από μέρους αυτουνού που πέρασε, αυτουνού του κυρίου με τα γκρίζα».
   «Του κυρίου με τα γκρίζα;» με ρώτησε η ζητιάνα.
   «Αυτουνού με τα μαύρα μαλλιά. Του Βλαντιμίρ».
   «Είστε γυναίκα του;» 
   «Όχι, σκλάβα του είμαι».
 
VI
      Πολλές βραδιές στη σειρά έπειτα, κλαιγότανε πως δε μπορούσε να μού γυρίσει τα λεφτά μου. Τον παρακάλεσα να μη μού κάνει τόσο κακό· μιλούσε τόσο δυνατά που τον άκουγαν όλοι και πολλοί γελούσαν μαζί του.
   «Είμαι παλιάνθρωπος, είμαι μασκαράς», έλεγε. «Μού δανείσατε τα χρήματά σας και δε μπορώ να σας τα γυρίσω. Α, και το δεξί μου χέρι θα 'κοβα για πενήντα μάρκα απόψε».
   Εμένα μού μάτωνε η καρδιά ν' ακούω αυτά τα λόγια και σκεπτόμουν πώς θα τού οικονομούσα αυτά τα λεφτά, μόλο που δεν το μπορούσα.
   Έπειτα μού είπε πάλι:
   «Κι αν με ρωτάτε πώς τα πηγαίνω, σας λέω λοιπόν πως η κυρία με τα κίτρινα έφυγε με το ιπποδρόμιό της. Την ξέχασα. Δεν τη θυμούμαι πια».
   «Κι όμως και σήμερα ακόμα τής έγραψες ένα γράμμα», τού είπε ένας από τους φίλους του.
   «Ήτανε το τελευταίο», αποκρίθηκε ο Βλαντιμίρ.
   Αγόρασα από την ανθοπώλισσα ένα τριαντάφυλλο και τού το πέρασα στο αριστερό του πέτο. Εκεί που τού το φόραγα ένιωσα την ανάσα του πάνω στο χέρι μου και μόλις, μόλις που μπόρεσα και πέρασα το λουλούδι.
   «Ευχαριστώ», μού 'πε.
   Γύρεψα από την κάσα να μού δώσουν τα λίγα μάρκα που ήτανε να πάρω και τού τα 'δωκα. Μικρά πράματα.
   «Ευχαριστώ», μού είπε ξανά.
   Όλο το βράδυ πετούσα από τη χαρά μου, όσο που μού είπε ξαφνικά ο Βλαντιμίρ:
   «Με τα μάρκα αυτά που μού δώσατε, θα φύγω για μια βδομάδα. Σαν γυρίσω θα σας δώσω πίσω τα χρήματά σας». Μα σαν είδε τότε τη συγκίνησή μου, πρόσθεσε: «Εσείς είστε που αγαπώ!» Και μού 'πιασε το χέρι.
   Τα 'χα χαμένα που θα 'φευγε και δε μού 'λεγε για πού, μόλο που τον ρωτούσα. Όλος ο κόσμος, ολόκληρο το καφενείο, λούστροι, πελάτες, βούιζαν γύρω μου, μα εγώ δεν κρατήθηκα, τον έπιασα κι απ' τα δυο του χέρια.
   «Θα γυρίσω σε σας μέσα σε μια βδομάδα», μού είπε και σηκώθηκε απότομα.
   Άκουσα το πρώτο γκαρσόνι να μού λέει:
   «Σε μια βδομάδα θα σταματήσετε απ' το κατάστημα».
   «Πολύ καλά», συλλογίστηκα. «Τι με πειράζει! Σε μια βδομάδα θα μού 'ρθει πίσω ο Βλαντιμίρ!» Ήθελα να τον ευχαριστήσω γι' αυτό και στράφηκα, μα είχε φύγει.
 
VVI
   Μια βδομάδα αργότερα πήρα ένα γράμμα του, το βρήκα στην κάμαρά μου τη νύχτα σαν εγύρισα. Ήταν απαρηγόρητος, μού 'λεγε πως είχε πάει στο κατόπι της κυρίας με τα κίτρινα, πως ποτέ δε θα κατάφερνε να μού δώσει πίσω τα λεφτά μου και πως τον έδερνε η ανέχεια. Έβριζε άτιμο τον εαυτό του και κάτω κάτω είχε γράψει:  Είμαι σκλάβος της κυρίας με τα κίτρινα.
   Έκλαιγα μέρα νύχτα, τίποτ' άλλο δε μπορούσα να κάνω. Πέρασε η μια βδομάδα και σταμάτησα απ' τη δουλειά μου· είχα αρχίσει να γυρεύω άλλη. Την ημέρα έφερνα βόλτα στα καφενεία, στα ξενοδοχεία, χτυπούσα σε σπίτια και ρωτούσα αν είχαν να μού δώσουν δουλειά. Μα τίποτα. Αργά, μετά τα μεσάνυχτα, αγόραζα μισοτιμής όλες τις πρωινές εφημερίδες και διάβαζα προσεχτικά στο σπίτι μου τις αγγελίες. Έλεγα με το νου μου: Ίσως βρω τίποτα που να σώσει το Βλαντιμίρ και μένα...
   Χτες βράδυ είδα τ' όνομά του σε κάποια εφημερίδα και διάβασα τα νέα του. Βγήκα αμέσως, έφυγα απ' την κάμαρά μου, πήρα τους δρόμους και γύρισα σπίτι μου μοναχά το πρωί. Μπορεί και ν' αποκοιμήθηκα έξω σε καμιά γωνιά, τη νύχτα, ίσως, μη μπορώντας πια να περπατώ, να κάθισα σε τίποτα σκαλοπάτια και να ξαπόστασα· μα δεν τα θυμούμαι πια τώρα.
   Ξαναδιάβασα και σήμερα την είδηση. Χτες όμως το βράδυ τη διάβασα το πρώτο, σαν πήγα στην κάμαρά μου. Στην αρχή χτύπησα τα χέρια μου, έπειτα έπεσα σε μια καρέκλα. Έπειτα ξαπλώθηκα χάμω στο πάτωμα ακουμπώντας τη ράχη μου στην καρέκλα. Και χτυπούσα τις παλάμες μου στο πάτωμα κει που συλλογιζόμουν. Μπορεί και να μη συλλογιζόμουν τίποτα· μα το κεφάλι μου όμως βούιζε, βούιζε και δεν ένιωθα το κορμί μου. Έπειτα βέβαια θα σηκώθηκα και πήρα τους δρόμους. Πέρα στη γωνία θυμούμαι πως έδωκα μια πεντάρα στη γριά ζητιάνα, λέγοντάς της:
   «Από μέρος του κυρίου με τα γκρίζα, που ξέρετε».
   «Θα είσαστε η αρραβωνιαστικιά του, ε;» με ρώτησε.
   «Όχι, η χήρα του είμαι...»
   Και πήρα τους δρόμους παραδέρνοντας ως το πρωί. Και τώρα δα πάλι ξαναδιάβασα την είδηση.
   Βλαντιμίρ Τ... τόνε λέγανε.
 
Χάμσουν Κνουτ 
(Μετφ. Βάσος Δασκαλάκης)
Περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 771, 1923

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου