Τρίτη 31 Μαΐου 2022

ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ

   
   Εκείνος και η γυναίκα του είχαν πάντα ζήσει μόνοι, άνθρωποι υπερήφανοι για τους οποίους η σχολαστικότητα ήταν κάτι σημαντικό. Η γάτα τους ήταν σιαμέζα και το κουτί της πάντα ολοκάθαρο και ξεμυρισμένο. Εκείνος δεν έβαζε ποτέ το ίδιο κουστούμι κάθε μέρα κι εκείνη του σιδέρωνε το ένα όταν φορούσε το άλλο. Στην Όπερα πήγαιναν οκτώ φορές το χρόνο· εκείνης της άρεσε η γαλλική, εκείνος προτιμούσε την ιταλική αλλά αυτό που τους ένωνε ήταν κάτι που δεν άρεσε σε κανέναν τους: η γερμανική όπερα. Κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, εκείνη εργαζόταν σε ένα πολυτελές και ακριβό κατάστημα δερμάτινων ειδών και το είχαν πια σαν συνήθεια να χρησιμοποιούν τα χρήματα  που κέρδιζε αποκλειστικά για δώρα -για τον εαυτό τους, για την γραμματέα του, για τα ανήψια της, για την θεία του και για τον αδερφό του που ήταν κλεισμένος σ' ένα νοσοκομείο στο Οχάιο.
   Εκείνη του μαγείρευε με περισσή ευχαρίστηση και αφοσίωση. Κάθε βράδυ έπιναν από ένα ποτήρι κρασί με το δείπνο τους. Αγόραζαν κρασί με το γαλόνι και το έχυναν σε κρυστάλλινες καράφες που τους είχε αφήσει η μητέρα της. Κακό για το κρασί, έλεγε εκείνος. Αλλά καλό γι' αυτούς που το πίνουν, συμπλήρωνε εκείνη. Τις καλοκαιρινές τους διακοπές τις περνούσαν σ' ένα μικρό σπίτι κοντά στην ακροθαλασσιά που τους είχε επίσης αφήσει η μητέρα της. Τους πιο ζεστούς μήνες το νοίκιαζαν και οι ίδιοι το χρησιμοποιούσαν μόνο τις τρεις πρώτες εβδομάδες του Σεπτέμβρη. Οι ενοικιαστές, κάθε που το ξενοίκιαζαν, τους στενοχωρούσαν με την κατάσταση στην οποία άφηναν το σπίτι: ξυσίματα στους τοίχους, χαρακιές και γρατζουνιές, σπασίματα, λεκέδες και ο κήπος εντελώς παραμελημένος. Τις δύο από τις τρεις εβδομάδες τους τις περνούσαν προσπαθώντας να επαναφέρουν το σπίτι και τον κήπο στη φυσιολογική τους κατάσταση. Εκείνος είχε μια κλίση προς την ξυλουργική και τα βαψίματα κι εκείνη υπερηφανευόταν πως είχε ταλέντο στην κηπουρική. Είχαν συμφωνήσει πως το να προσλάβουν κάποιον να τους κάνει αυτές τις δουλειές θα τους λιγόστευε την ευχαρίστηση της παραμονής τους στο παραλιακό τους σπίτι. 
   Τα παιδιά δεν τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη. Στα πρώτα στάδια του φλερτ τους, με μεγάλη τους ευχαρίστηση διαπίστωσαν πως ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ήθελαν να φορτωθούν με την ανατροφή αντιπαθητικών κουτσούβελων. Εξάλλου, η κακή γνώμη που είχαν για τα παιδιά κατά προέκταση ίσχυε και για τους γονείς, τις νηπιαγωγούς, τους δασκάλους, τις μπέιμπι-σίττερς και τους τροφοδότες κάθε πραγματικού και μεταφορικού κουρκουτιού. Μια φορά η γυναίκα του είπε ότι τα παιδιά ξινίζουν το κρασί κι εκείνος το βρήκε πολύ έξυπνο. 
   Στη δουλειά του είχε αποκτήσει, εδώ και χρόνια, φήμη για την αδιαλλαξία του. Σαν προϊστάμενος γραφείου πίστευε ότι απαιτούσαν απ' αυτόν να γίνεται πυρ και μανία με την ίδια οργή όταν επρόκειτο για μικροκλοπές, λεκέδες στα χαλιά, σπασμένα έπιπλα και μηχανές, βλάβες στα κομπιούτερς, βραδυκινησία, απείθεια, ανυποταγή, έλλειψη σεβασμού, απρεπή ενδυμασία και αμφιβόλου εντιμότητας λογαριασμούς. Ωστόσο, θεωρούσε τον εαυτό του σαν ένα καλό και γενναιόδωρο χριστιανό. Για παράδειγμα, όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μια μαύρη κοπέλα με φακίδες ζητώντας τη συμβουλή του για μιαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, πλήρωσε για την έκτρωση από την τσέπη του. Και όταν ένας από τους υπαλλήλους διανομής επιστολών της εταιρίας, ελαφρώς καθυστερημένος και μεσήλικας, του διηγήθηκε γεμάτος δάκρυα για τη φωτιά που έκαψε το δυάρι του με όλα του τα έπιπλα, του επέτρεψε να αγοράσει απ' την εταιρία, έναντι ελάχιστου ποσού, μεταχειρισμένα έπιπλα γραφείου. Ποτέ του δεν παρέλειπε να δώσει άδεια σε υπαλλήλους για λόγους ασθένειας ή θανάτου και δεν επέπληξε καθόλου μια γυναίκα που δεν ήρθε για δουλειά την πρώτη μέρα της περιόδου της. Σαν αποτέλεσμα, νόμιζε ότι ορισμένοι υπάλληλοι του όφειλαν περισσή αφοσίωση και, ως εκ τούτου, περισσότερο τέλεια εκτέλεση υπηρεσίας παρά οι υπόλοιποι και συνεπώς ήταν λιγότερο ανεκτικός στα σφάλματα και παραπτώματά τους.
   Οι ανώτεροί του, όπως τους έλεγε, συνεχώς τον απογοήτευαν. Επρόκειτο περί ανθρώπων δίχως διακριτικότητα και στιλ, επρόκειτο περί ανθρώπων επιθετικών, οπορτουνιστών και φιλάργυρων. Θεωρούσε μερικούς απ' αυτούς ανεπαρκείς για τα καθήκοντά τους και ότι έπλεαν στα σκοτάδια της αμάθειας. Οι δουλειές αυτές καθ' εαυτές, δεν τον ενδιέφεραν πολύ. Δεν παρακολουθούσε την κίνηση πωλήσεων ή τις τιμές του χρηματιστηρίου. Είχε όμως τις δικές του ευθύνες που πάντα τις έφερνε σε πέρας προσέχοντας ιδιαίτερα το κόστος και την εμφάνιση. Παραγωγή, μάρκετινγκ, πωλήσεις, διαχείριση οικονομικών, προσωπικό και προμήθειες ήταν το ίδιο γι' αυτόν, για όλα έδειχνε την ίδια αδιαφορία.
   Αισθανόταν ωστόσο κάτι ιδιαίτερο για τον γενικό διευθυντή, έναν άνδρα κοκκινοπρόσωπο με πυκνά κι άσπρα μαλλιά, μια προσωπικότητα. Αυτός ο προϊστάμενός του ήταν, για κάμποσα χρόνια, υπεύθυνος για τα πολιτιστικά καθήκοντα της εταιρίας: μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Όπερας, πρωτοστατούσε για την εξεύρεση χρημάτων για τη Συμφωνική ενώ παράλληλα ήταν χρηματοδότης του Μπαλέτου. Πόσες φορές, αναγκασμένος να βρεθεί εκτός έδρας για δουλειές, δεν του έδωσε τα εισιτήριά του για την Όπερα. Τόση γενναιοδωρία, τόση λεπτότητα για την αξία των καθισμάτων! 
   Κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια που δούλευε στην εταιρία ο μισθός του δεν είχε κάνει μεγάλα άλματα. Εξαιτίας του πληθωρισμού, το εισόδημά του μετά τις κρατήσεις είχε στην πραγματικότητα πέσει -εντούτοις όμως, δεν παραπονιόταν. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι πλούσιος για να είσαι καλλιεργημένος, έλεγε στη γυναίκα του. Αν τύχαινε και είχε κάνει μια μικρή περιουσία, πιθανόν να είχαν γίνει μπουρζουάδες. Κάπως έτσι επιδρούσε το χρήμα στους ανθρώπους. Εκείνος επανειλημμένα το είχε παρατηρήσει, εκείνη δεν το είχε; Ακόμη κι έτσι όπως είχαν τα πράγματα, οικονομικά ήταν κάπως στριμωγμένοι. Δεν μπορούσαν πια να αγοράζουν βιβλία τέχνης και το κρασί που έπιναν δεν ήταν το ίδιο με εκείνο που έπιναν πριν -το ρισκάριζαν αγοράζοντας ιταλικά κρασιά, πειραματιζόμενοι με άγνωστες μικρές οινοποιίες. Εκείνος ανησυχούσε για τα πέτα του σακακιού του που ήταν στενά κι εκείνη διαισθανόταν ότι ο καθένας, ιδιαίτερα ο άντρας της, πρόσεχε τα σημεία που ο ποδόγυρός της είχε ξεφτίσει και τα εσώρουχά τους είχαν αρχίσει να το γυρνάνε προς το γκρίζο. 
   Είχαν ανάγκη από περισσότερα χρήματα, είπε εκείνη. Ίσως θα 'πρεπε να πιάσει κανονική δουλειά κάπου. Πόσες φορές δεν της είχαν τηλεφωνήσει απ' το κατάστημα δερμάτινων ειδών προσφέροντάς της πλήρη απασχόληση; Μήπως τώρα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για να δεχθεί την προσφορά τους;
   Εκείνος σκέφτηκε πως όχι. Θα έπρεπε να τον ανταμείψουν στην εταιρία. Ο προϊστάμενός του ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος κι όχι κανένας άδικος ή αδιάφορος τύπος. Κι αν πήγαινε ο κόσμος κατά διαβόλου μέσα σ' ένα καλάθι, εντούτοις υπήρχαν άνθρωποι ποιότητας, εταιρίες ποιότητας, έλεγε. Ήταν τυχερός που είχε κατασταλάξει σ' αυτή την εταιρία. Όπου να 'ταν τα προβλήματά τους θα εύρισκαν μια λύση. Στο μεταξύ, η ανά τριετία αύξηση στο νοίκι τους θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί κάπως εύκολα: το μόνο που θα 'χαν να κάνουν ήταν να νοικιάσουν το καλοκαιρινό τους σπίτι για δυο ακόμη εβδομάδες και θα μπορούσαν να κάνουν τις διακοπές τους λίγο αργότερα, προς το τέλος του Σεπτέμβρη, τότε που θα 'χαν φύγει όλοι και ο αέρας θα 'ταν πιο αναζωογονητικός και δροσιστικός.
   Δεν είμαστε φτωχοί, της υπενθύμισε, απλώς λίγο πεσμένοι οικονομικά αλλά κι αυτό προσωρινό. 
   Με το ταχυδρομείο της εταιρίας έφθασε στο γραφείο του ένα γράμμα. Απ' έξω έγραφε ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ και ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ. Μέσα βρήκε ένα σημείωμα που του γνωστοποιούσε ότι είχε συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα των μετόχων. Θα λάβαινε αρχικώς δέκα μετοχές και αμέσως μετά θα είχε το δικαίωμα να αγοράσει επιπρόσθετο μετοχικό κεφάλαιο σε σχέση ένα-προς-ένα: για κάθε μερίδιο που θα αγόραζε, η εταιρία θα του αγόραζε ένα ακόμη. Μέσα στο φάκελλο υπήρχε ακόμη ένας κατάλογος με τα ονόματα των μετόχων. Στα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια η εταιρία πλήρωνε ανελλιπώς κάθε μέτοχο. Στο δελτίο τιμών των μετοχών παρατήρησε ότι το κεφάλαιο, από τότε που η εταιρία επέτρεψε στο κοινό επενδύσεις με νέες μετοχές, διαιρέθηκε τέσσερις φορές. Αυτό έδειχνε πόσο καλά πήγαινε οικονομικά η εταιρία.
   Με μιας του αποκαλύφθηκαν όλα. Ξαφνικά διεπίστωσε πως οι κάτοχοι των τίτλων της εταιρίας κέρδιζαν απ' τη δική του εργασία περισσότερα απ' αυτόν. Αλλά γιατί; Αυτοί δεν δούλευαν. Το να είσαι κάτοχος τίτλων σε μια τόσο άριστα διοικούμενη εταιρία ήταν κάτι εκτός κινδύνου και προσοδοφόρο. Το 'βρισκε εντελώς άδικο αυτοί όλοι να πληρώνονται τόσο καλά ενώ εκείνος μοχθούσε για ένα σταθερά κατερχόμενο εισόδημα, ενώ το στάνταρτ της ζωής έπεφτε χρόνο με το χρόνο, ενώ η σύζυγός του, μια γυναίκα ποιότητας, σκεφτόταν να δεχτεί τη θέση πωλήτριας με πλήρη απασχόληση.
   Και ποιοι ήταν όλοι αυτοί που κέρδιζαν απ' το μόχθο του; Κερδοσκόποι. Εβραίοι, μαφιόζοι, ανέντιμοι εργατοπατέρες, αγράμματοι ιδιοκτήτες πετρελαιοπηγών από το Τέξας, Άραβες, Γερμανοί, Γιαπωνέζοι, σκουπίδια κάθε είδους.
   Πήρε ένα επιστολόχαρτο απ' το συρτάρι του, κι όχι ένα φτηνό χαρτί για σημειώματα αλλά το καλύτερο επιστολόχαρτο που είχε, κι έγραψε μια σύντομη επιστολή στον γενικό διευθυντή:
   Αγαπητέ κύριε,
   Υπέπεσε στην προσοχή μου το γεγονός ότι τα κέρδη της εταιρίας κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, διανεμηθεί σε ανθρώπους που δεν έχουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την επιχείρηση, κανέναν σύνδεσμο με τον τρόπο που λειτουργεί και καμιά πίστη στους στόχους και στα προϊόντα μας.
   Είμαι υποχρεωμένος να υποβάλω την παραίτησή μου αμέσως τώρα -εκτός αν αλλάξει η κατάσταση.
   Περιμένω απάντησή σας. 
  Λίγο πριν τις πέντε το απόγευμα του τηλεφώνησε ο διευθυντής προσωπικού ζητώντας του να επιστρέψει την κάρτα εισόδου, τις πιστωτικές κάρτες της εταιρίας, τα κλειδιά και διάφορα άλλα μικροπράγματα. Λυπούμαι που φεύγετε, του είπε, διότι σε δυο χρόνια θα βγαίνατε σε σύνταξη. Εκείνος είπε: Θα βάλω όλα όσα ζητήσατε στο ταχυδρομείο της εταιρίας. Όσο για τη λύπη σας, θα τα καταφέρω και χωρίς αυτήν. Ευχαριστώ.
   Τακτοποίησε τα ελάχιστα προσωπικά του είδη σε μια παλιά δερμάτινη τσάντα κι έφυγε απ' το γραφείο του στις πέντε ακριβώς. Κανένας δεν υπήρχε που να αισθάνεται ότι έπρεπε να αποχαιρετήσει. Δεν πήγε κατ' ευθείαν σπίτι του αλλά αλλαξοδρόμησε για να περάσει απ' το πολυτελές κατάστημα με τα δερμάτινα είδη  που εργαζόταν η γυναίκα του τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές. Στ' αλήθεια, πρόσεξε, ήταν ένα αξιαγάπητο μέρος, γεμάτο δέρματα με πλούσια χρώματα καφέ και μαρούν, με τη μυρωδιά του δέρματος και, οπωσδήποτε, με πελάτες ποιότητος.

Σόρις Έρλ
(Μετφ. Ντίνος Σιώτης)
Περιοδικό "Η Λέξη", τευχ. 7, Σεπτέμβριος 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου