Ανάμεσα στα φανήσιμα σπίτια της επαρχιακής εκείνης πολιτείας με τις αυστηρές αρχές και τις ατράνταχτες πάππου προς πάππου συνήθειες, ήτανε και το σπίτι του μεγαλέμπορου ξυλείας κυρίου κυρίου Πετράκη Βαρούχα και της συμβίας του, της κυρίας Ελενίτσας το γένος Αλεξάκη. Πριν όμως προχωρέσομε, όπως έχομε σκοπό, στα καθέκαστα της ζωής του άξιου σε όλα τούτου αντρόγυνου, ας πασκίσομε να δώσομε στον αναγνώστη μια κάποια ιδέα του τοπικού περίγυρου εκείνης της εποχής. Ήτανε λοιπόν η πολιτεία ζωσμένη ολούθες με αψηλά κάστρα βενετσάνικα. Κι όπως η πολιτεία, έτσι και τα σπίτια ήταν κρυμμένα μέσα σε αψηλά τειχιά. Τα σοκάκια ήταν στενά, στριφογυριστά και μπερδεμένα σαν να 'τανε φτιαγμένα από κανέναν Δαίδαλο, αποσπόρι του πανάρχαιου. Αυτόν που είχε φτιάξει λίγο παραέξω το Λαβύρινθο, έχετε ακουστά.
Τόσο στενά ήτανε, που δυο διαβάτες κολλητοί ώμο με ώμο δε χωρούσαν να περάσουν. Αλίμονο αν κανένας ξωμερίτης, φτασμένος με το βαπόρι, λάβαινε την περιέργεια να περιδιαβάσει στην πόλη. Χανόταν στα στενορύμια της κι αδύνατο να ξετρυπώσει. Αλλά και τι ερημιά. Απ' όπου κι αν εδιάβαινε δεν έβλεπε παρά κλειστές οξώπορτες, άλλες αρχοντικές κι άλλες φτωχούλες... Λάχαινε όμως ξαφνικά, καθώς επήγαινε, ν' ανοίξει κάποια πόρτα και τότες δεν πίστευε τα μάτια του. Τι ήταν το θάμα που του ξεσκεπαζόταν! Τι παράδεισος κρυβόταν πίσω από τα θλιβερά τούτα τειχιά! Κι όπως κοντοστεκόταν ξαφνιασμένος, η νοικοκυρά πρόσχαρη τον καλούσε να κοπιάσει, αν είχε την ευχαρίστηση, να δει το περιβόλι από κοντά. Κι έβλεπε τότες κάθε λογής λουλούδια και δέντρα, και περιπλοκάδες και πέργολες σκεπασμένες με γιασεμιά και φούλια. Έβλεπε χουρμαδιές να υψώνουν τις φούντες τους αργολύγιστες στον ουρανό και μπανανιές ν' απλώνουν τις μεταξένιες φυλλωσιές τους και πανύψηλες αροκάριες και γιούκες με τους λευκούς τους πολυέλαιους και άλικους ιβίσκους. Σ' ένα τέτοιο στενοσόκακο βρισκόταν και το κονάκι του κυρίου Πετράκη Βαρούχα. Και μιας και δώσαμε μια κάποια ιδέα της πολιτείας που ζούσε, ας δώσουμε και τα δικά του σουσούμια αντάμα με της κυρίας Ελενίτσας.
Ο κύριος Πετράκης ήτανε κοντός, γεμάτος, και στο χρώμα μαυροκίτρινος. Είχε μεγάλα ψαρά μουστάκια και πυκνά αδρά μαλλιά, τα ίδια ψαρά, κομμένα αλαμπρός. Ήτανε και αλλήθωρος και φρυδάτος, με κάτι πελώρια αφτιά σαν μανιτάρια και αράπικες χειλάρες, κι όσο για δόντια, τα 'χε άσπρα και κανονικά αλλά αγοραστά. Η μύτη του όμως ήτανε όλη δική του. Χοντρή, κουβαρωτή, με δυο τριχωτά ρουθούνια ίδια αφαλός ροδιού. Η κυρία Ελενίτσα, σε αντίθεση από το σύζυγό της, ήτανε αψηλή και χοντροκόκκαλη. Στήθια σχεδόν διόλου ούτε πισινούς, αλλά με φαρδιές πλάτες και μεγάλα ποδόχερα. Μάτια γαλανά γουρλωτά ξεβαμμένα, μυτίτσα τόση δα, στόμα κι αυτό μικρό χωρίς χείλια, και δόντια σαν το ρύζι. Τύπος ξανθής αλλά όχι με τριανταφυλλένια κι αφράτα κρέατα. Άσπρη όσο θες, αλλά ωχρή, και κρύα.
Όταν ο κύριος Πετράκης αποφάσισε να παντρευτεί, κόντευε τα πενήντα. Κι επειδή τα 'χε τετρακόσια, δεν ήθελε να πάρει πολύ νέα. Τριάντα - τριάντα πέντε χρονών αλλά από σόι. Η προξενήτρα αμέσως του είπε την Ελενίτσα.
«Όπως την θέλεις, κύριε Πετράκη. Φρόνιμη, νοικοκυρά και όχι όπως λες βυζανιάρικο. Εκεί γύρω στα τριάντα, και με προίκα».
Τι είναι ωστόσο ο άνθρωπος. Ενώ ζητούσε νύφη να 'χε τα χρονάκια της για να κοιμάται ήσυχος, τώρα που την έβρισκε έμπαινε στην υποψία.
Νέα με τόσες χάρες να κιντυνεύει να μείνει στο ράφι... τι συμβαίνει. Ρώτησε λοιπόν:
«Και πώς δεν παντρεύτηκε ως τώρα;»
Η προξενήτρα χαμογέλασε:
«Αμ, γιατί άλλο παρά γιατί διάλεγε και ήξερε να περιμένει; Μήπως ήτανε καμιά φτωχούλα να βιάζεται;»
«Καλά, να σκεφτώ και σου λέω».
«Βέβαια και να σκεφτείς...»
Έτσι της είπε αλλά την απόφαση την είχε παρμένη. Και την φαμίλια την ήξερε, και την ίδια την είχε δει κάποτε. Ήθελε να παντρευτεί για να μην τον προφτάσουν τα γεράματα ολομόναχο. Αυτό φοβόταν, τη μοναξιά. Θα δεχόταν όμως η Ελενίτσα; Και γιατί τάχα να 'ναι εκείνος ο άντρας που περίμενε; Και μετάνιωνε γιατί να μη στείλει την κυρα - Μαριγώ αμέσως να κάμει την πρόταση. Και του φαινόταν η Ελενίτσα τώρα που του μπήκαν οι αμφιβολίες δυσκολοαπόχτητο αγαθό και δεν ήθελε να πάρει άλλη απ' αυτήν. Όλη τη νύχτα δεν του κόλλησε ύπνος. Πότε να ξημερώσει να στείλει την κυρα - Μαριγώ. Δεν άντεχε να περιμένει. Ήθελε να το πάρει απόφαση. Ναι, όχι, να ξέρει. Εκεί κατά τις δέκα έστειλε και την έκραξε.
«Να πας, κυρα - Μαριγώ, τώρα ευτύς να τα τελειώσεις. Εσύ ξέρεις πώς γίνονται αυτές οι δουλειές».
«Έγνοια σου... έγνοια σου... όταν και τα δυο μέρη είναι καλά... Εις τ' όνομα του Θεού». Κι έφυγε.
Η Ελενίτσα είχε κι αδερφό γιατρό, σπουδαγμένο στην Ευρώπη, αλλά δεν τα 'χανε καλά, ένεκα η νύφη. Οι γονείς τους είχανε συχωρεθεί. Μόλις γύρισε τον ετύλιξε, καθώς έλεγε, και την παντρεύτηκε, χωρίς να συλλογιστεί πως είχε αδερφή ν' αποκαταστήσει. Όταν αρραβωνιάστηκε, λύσσαξε από το κακό της. Όλη μέρα γλωσσολογούσε.
«Ακούς εκεί, τον αναίσθητο, τον ασυνείδητο, να πάει να παντρευτεί. Πού αφήνεις, μπρε τέρας, ένα κορίτσι ορφανό κι απροστάτευτο; Ποιον άλλο αδερφό είδες να το κάμει τέτοιο πράμα; Ο Κωνσταντής ο Ωρολογάς έμεινε ανύπαντρος για το χατίρι των αδερφάδων του. Κι ήτανε όμορφος και λεβέντης και προκομμένος. Όλα τα προξενιά που του στέλνανε τα γύριζε οπίσω. “Έχω τέσσερις αδερφάδες ανύπαντρες. Πρώτα να τις αποκαταστήσω και κατόπι βλέπομε”. Κι ο δικός μου αδερφός δεν πρόφτασε να ξεμπαρκάρει από την Ευρώπη. Μια τσούλα, μια ξεπεσμένη, μια φτωχογειτονιώτισσα. Να 'τονε το ελάχιστο της σειράς μας... αλλά αν ήτονε θα το δεχόταν οι γονιοί της ν' αφήσει μιαν αδερφή που είχε πίσω του. Ποτέ! Αυτή όμως τον άρπαξε. Σα δε θα ντρέπεται να τραβά τη θυγατέρα του τσαγκάρη. Πήγε, λέει, στο σκολείο κι έμαθε γράμματα. Τα γράμματα της απολείπανε. Φουστάνι δεν είχε να φορέσει και γράμματα μάθαινε!»
«Την προίκα σου την έχεις», της είπε εκείνος. «Παντρέψου. Αλλά ο ένας σου βρομά κι ο άλλος σου μυρίζει. Δε μπορώ να γεράσω επειδή η ευγενία σου ζητάς γαμπρό από το σκαμνί της Βενετιάς».
«Δε ζητώ γαμπρό από το σκαμνί της Βενετιάς, μόνο που δεν παίρνω όποιον - όποιον όπως έκαμες εσύ και γιατί σέβομαι το όνομα του πατέρα μας και δεν το πετώ στα σκουπίδια».
Το αποτέλεσμα ήτανε μόλις έγινε ο γάμος του να φύγει από το πατρικό του και ν' αφήσει την Ελενίτσα μοναχή με μια γριά υπηρέτρια, αφού τον ανάγκασε με καβγάδες και κλάματα να της χαρίσει το μερίδιό του. Όταν γενήκανε αυτά, η Ελενίτσα ήτανε μεγαλοκοπέλα τριάντα πέντε χρονώ και βάλε.
Η Ελενίτσα δεν έφερε στην πρόταση του κυρίου Πετράκη καμιά αντίρρηση. Δεν είχε καιρό να κάνει μουτσουτσούνια. Ο γάμος μπορούσε να γίνει αμέσως. Όταν κοινοποιήθηκε το συνοικέσιο, όλοι είπαν πως δεν γινόταν πιο ταιριασμένο ζευγάρι. Την Τετάρτη δώσανε λόγο και την Κυριακή πήγε ο γαμπρός να επισκεφθεί τη νύφη πρώτη φορά. Κάλεσε και τον αδερφό της να παραβρεθεί, έτσι για τα μάτια του κόσμου. Δεν ήτανε η Ελενίτσα από κείνες που συχωρνούν.
«Τον προσκάλεσα», έλεγε στη γριά υπηρέτρια, «για να δείξω στον άνθρωπο πως έχω κι εγώ ιδικούς· αλλά να του συχωρέσω τη διαγωγή του απέναντί μου, ποτέ!»
«Όχι, Ελενίτσα μου, να 'χεις την ευκή μου, όχι, παιδί μου. Τ' αδέρφι σου είναι καλότατο, δεν πρέπει. Είδες, μόλις το 'μαθε, ήρθε να σου ευκηθεί στέλνοντας δίσκους τα γλυκίσματα και τα ροσόλια. Κι η γυναίκα του κι εκείνη σου 'στειλε ωραία χαρίσματα. Όχι, κόρη μου, δεν είναι σωστό. Τώρα πρέπει να μονιάσετε, να σμίγετε σαν αδέρφια. Έπειτα για το γαμπρό. Δεν ταιριάζει να σας βρει διχονισμένους», τη συμβούλευε η γριά υπηρέτρια.
«Όχι, όχι, αυτό ποτές! Στείλανε γλυκίσματα και ροσόλια κι η κυρά μου 'καμε δώρα. Μ' αυτά και μ' αυτά κοιτάζουνε να με ξεγελάσουνε, να ξεχάσω την προσβολή. Ασ' τους και θα δούνε, έχω εγώ ράμματα για τη γούνα τους. Να βγει μόνο καλός εκείνος που μου φύλαε η μοίρα μου».
Β'
Η Ελενίτσα με τον κύριο Πετράκη είναι τώρα από χρόνια παντρεμένοι. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μετάνιωσαν. Τη συμβίωσή τους δεν τάραξε ποτέ το παραμικρό. Καμιά διχόνοια ή διαφωνία. Τίποτα να φανερώνει πως στο σπίτι αυτό ζούνε δυο άνθρωποι που σε κάτι διαφέρουν, όπως είναι το φυσικό. Λένε τα ίδια λόγια κάθε μέρα και ποτέ δε συμβαίνει κάτι που δεν έγινε την προηγούμενη και δε θα επαναληφθεί αύριο. Η ζωή τους μοιάζει με το σταματημένο παλαιικό ρολόι στη σκαλιστή κονσόλα της σάλας με τον Ιππότη και τη Μαρκησία σε στάση χορού κάτω από το γυάλινο καπάκι του. Κανένα χέρι δεν το 'βαλε ποτέ να δείχνει τις ώρες και μαζί ν' αρχίσει το άμοιρο ζευγαράκι το μενουέτο του με κείνη τη μεθυστική ερωτιάρα μουσική! Στην κυρία Ελενίτσα δε χρειάζεται να ξέρει την ώρα. Μόνο η μεσημεριάτικη της χρειάζεται και της τη δίνει η καμπάνα της μητρόπολης, καθώς την έδινε ως χτες ακόμη από την κορφή του μιναρέ ο μουεζίνης.
«Σοφία! Μεσημέρι!» φωνάζει η κυρία Ελενίτσα στη δούλα. «Γρήγορα το τραπέζι. Θα 'ρθει ο κύριος!»
Έχει μάθει τα χούγια τ' αντρός της και ξέρει πως δεν του αρέσει να περιμένει όταν έρχεται.
«Καλώς μου τον!» λέει λαχταριστά μόλις τον βλέπει να μπαίνει, και ευτύς σηκώνεται από τη θέση της πλάι στο παράθυρο, να του πάρει το καπέλο. Ο κύριος Πετράκης δέχεται την περιποίηση χωρίς να πει ευχαριστώ. Μήπως η αρετή της γυναίκας δεν είναι να δείχνει κάθε στιγμή το σεβασμό και την υποταγή της στον άντρα;
Βαρύς, λιγομίλητος, δεν αλλάζει μαζί της παρά τα λόγια που αφορούνε αποκλειστικά τις σπιτικές υποθέσεις. Είναι κι αυτό από τα συνήθια των αρχόντων να μην ανοίγουν κουβέντα με τις γυναίκες τους. Μπορεί να μην τους βρίσκουν ψεγάδι, μπορεί να τις ξεχωρίζουν απ' όλες τις άλλες. Από κει όμως ως να τις θεωρήσουν άξιες να κουβεντιάζουν με δαύτες σαν ίσος προς ίσο, όχι, δε γίνεται. Ούτε κι εκείνες έχουνε διαφορετική γνώμη, και ούτε περνά από το νου τους πως μπορούσε να 'τανε αλλιώς τα πράματα.
Η αλήθεια είναι πως η κυρία Ελενίτσα αποδείχτηκε πρώτης τάξεως νοικοκυρά. Αφοσιωμένη σύζυγος, ευσεβής χριστιανή, ελεημονήτρα. Ούτε και βρισκόταν κανένας να 'χει αντίθετη γνώμη. Μα κι αν ήτανε κάποιος, ήτανε ο αδερφός της. Αλλά μήπως εκείνη είχε για λόγου του καλύτερη ιδέα;
«Τι περιμένεις», έλεγε η κυρία Ελενίτσα, «από ανθρώπους που ξεστρατίσανε από το δρόμο του Θεού; Πατά στην εκκλησία; Μόλις όμως έρχονται θεατρίνοι αμέσως γράφεται αμπονάτος. Και μόνο τούτο; Ή που πήγε και έγραψε τα παιδιά τους στο φράγκικο σκολείο!» Και συμπλήρωνε υπονοώντας τη νύφη της: «Ήτανε το κλήμα στραβό, το 'φαγε κι ο γάιδαρος...»
Φαίνεται όμως πως εχτός από τον αδερφό της βρισκόταν κι ένας άλλος ακόμα μ' αλλιώτικη γνώμη για το ποιόν της κυρίας Ελενίτσας.
Η Κατερινιώ, η γριά υπηρέτρια.
Δεν είχανε περάσει δυο μήνες από το γάμο της και η γριά σήκωσε μπαϊράκι να φύγει.
Όσο έμενε ο Αντρέας στο σπίτι, υπομόνευε εξαιτίας του. Να την φροντίσει, να την περιποιηθεί, να της γλυκομιλήσει, να της αγοράσει το χειμώνα τις μάλλινες κάλτσες και τις παντούφλες με το φελλό να μην κρυώνουν τα ποδάρια της, να της δίνει το χαρτζιλίκι της, να της λέει αστεία, να μην την αφήνει να καταπιάνεται με βαριές δουλειές. Με την Ελενίτσα, όχι, δε μπορούσε να κάμει. Αυχαρίστητη, άπονη, ιδιότροπη. Όλο τη γκρίνιαζε. Κι αλίμονο πια αν της ζητούσε την άδεια να πάει κανένα απόγεμα στου Αντρέα. Ή δεν την άφηνε, ή αν την άφηνε την έβρισκε στο γυρισμό ανήμερο θηρίο! Στο τέλος ήθελε να της κόψει και τον καφέ, τη μόνη αδυναμία της Κατερινιώς.
«Να πίνεις και συ καρυδόφυλλα όπως τα πίνουμε κι εμείς. Είναι καθαρτικά του αιμάτου και στομαχικά. Ο καφές είναι βλαβερός».
«Πώς να κάμω, Ελενίτσα, που τον έχω συνηθίσει; Κάλλιο έχω τον καφέ παρά το φαΐ. Σαράντα χρόνια που 'μαι στο σπίτι σας τόνε πίνω. Πώς να τον κόψω;»
«Κείνα τα χρόνια ήτανε άλλα».
«Καλά, Ελενίτσα, δεν πειράζει. Την υγειά σου να 'χεις».
«Μη σου κακοφαίνεται, Κατερινιώ. Τώρα δεν είμαι στου πατέρα μου, ν' αλωνίζω. Έχω άντρα πάνω στο κεφάλι μου».
Ύστερα από λίγο η Κατερινιώ μάζεψε τα πράματά της.
«Θα πάω», είπε, «στου Αντρέα να νταντεύω τα παιδιά του. Παραγέρασα. Δεν είμαι πια για δουλειές».
«Πήγες και τους κλαύτηκες. Να πας, να πας, αλλά μη θαρρείς πως αν μετανιώσεις θα σε κρατήσω εάν έρθεις και μου προσπέσεις».
«Μείνε ήσυχη. Ο Αντρέας θα με γεροκομήσει. Στα χέρια του θα κλείσω τα μάτια μου».
«Ναι, ναι, πήγαινε».
Αμέσως η κυρία Ελενίτσα έγραψε στο χωριό σε μια πρωτοξαδέρφη της με πολλά παιδιά να της στείλει τη μεγάλη της θυγατέρα, παρακόρη.
«Παιδιά δε μου 'δωσε ο Θεός», της έλεγε στο γράμμα, «κι αν έχει κεφάλι κι είναι υπάκουη και φρόνιμη, μια μέρα μπορεί να δει καλό από μας». Το κορίτσι έφτασε αμέσως. Θεια πλούσια και άκληρη, ποιος ξέρει θεού καλά. Δεκαοχτώ χρονών, με λυγερό ανάστημα κι όμορφη, δεν της καλόρθε της κυρίας Ελενίτσας. Θες να δεις... Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Είπε λοιπόν να την έχει κάμποσο καιρό κι αν δει πως είναι καμιά σερπετή, να τη στείλει πίσω. Από την πρώτη μέρα τής έβαλε κανόνα. Θα κάθεται στην κουζίνα, και μόνο σαν τη φωνάζει η κυρά της θα παρουσιάζεται. Της είπε τις δουλειές που θα κάνει, σε πόρτα ή σε παραθύρι να μην σταθεί. Φιλίες μ' άλλες κοπέλες δε θα πιάσει. Πότε θα βγει, είναι δουλειά της κυράς της. Οι φρόνιμες νέες κάθονται κλεισμένες μέσα, δε γυρίζουν στους δρόμους. Μπροστά στον κύριο θα στέκεται σταυρό τα χέρια και χαμηλά τα μάτια. Γέλια και χάχανα δεν επιτρέπονται. Ξέρεις να διαβάζεις; Ξέρεις. Ορίστε, εδώ 'ναι η Σύναψις να μαθαίνεις τις προσευχές την Κυριακή που δε θα 'χεις δουλειά του χεριού. Τις άλλες μέρες θα ράβεις και θα πλέκεις. Ξέρεις να πλέκεις; Ωραία. Θα πλέκεις τα κουρτινάκια που 'χω αρχίσει για τα παραθύρια της κουζίνας. Θα 'χεις πάντα στο κεφάλι σου τσεμπέρι. Ποτέ ξέσκεπα τα μαλλιά σου μην πέσει στο φαΐ καμιά τρίχα. Θα τα πλέκεις δυο πλεξούδες σφιχτά - σφιχτά και θα τα γυρνάς κουλούρα γύρω - γύρω στο κεφάλι σου, ύστερα θα δένεις το κεφαλοπάνι. Δυο φορές δε θα σου πω ποτές το ίδιο πράμα. Το μαγέρεμα θα σου το μάθω εγώ σιγά - σιγά. Και το σιδέρωμα και ό,τι άλλο δεν ξέρεις. Πως είμαι συγγενής σου θα το ξεχάσεις. Δε σου είμαι τίποτα. Είσαι στην υπηρεσία μου και εννοώ να γίνονται οι δουλειές μου. Τι θα σου δίνω, θα το πω στη μητέρα σου. Όλα όσα σου λέω είναι προς το καλό σου. Να με συχωράς μια μέρα.
Μια από τις κυριότερες ασχολίες της κυρίας Ελενίτσας ήτανε τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Πήγαινε κάθε Κυριακή στη λειτουργία, νήστευε όλες τις σαρακοστές και διάβαζε τα ιερά γράμματα. Το Σαββατόβραδο έστελνε προσφορές στην εκκλησία με λάδι, κρασί και λιβάνι και με το μεριδοχάρτι διπλωμένο. Εκεί ήτανε γραμμένα τα ονόματα όλων των ζωντανών και πεθαμένων της για να τα μνημονέψει ο παπάς. Ατέλειωτος κατάλογος. Υπέρ των ζώντων δούλων του Θεού, τάδε, και υπέρ των κεκοιμημένων, τάδε. Μόνο το όνομα της νύφης της έλειπε. Αυτή δεν την έβαζε ποτές να μνημονευθεί. Αυτό έλειπε. Μετά την απόλυση της λειτουργίας, στολισμένη καθώς ήταν με τα διαμαντικά της, σκουλαρίκια μονόπετρα, ρολόι χρυσό και καδένα από το λαιμό, ένα δάχτυλο χοντρή, το διαμαντένιο μενταλιό με τη φωτογραφία του κυρίου Πετράκη, τα σμυρναίικα βραχιόλια μια πιθαμή φαρδιά, τα δαχτυλίδια της (όλα τα τζοβαερικά της οικογένειας τα πήρε με το έτσι θέλω) δεχόταν τους «πτωχούς της», καμιά δεκαριά γριές με μποξάδες και μαύρα τζεμπέρια.
Καθισμένες γραμμή στο πόρτεγο, περιμένανε να τις τρατάρει τον καφέ με το κονιάκ και το βούτημα. Μια μεγάλη φέτα ψωμί.
Στο κάτω μέρος του ντουλαπιού της κουζίνας υπήρχε μια τρακοσάρικη μπουκάλα προορισμένη αποκλειστικά γι' αυτές. Με αποπιοτίδια. Π.χ. την ημέρα που δεχόταν, μια φορά την εβδομάδα ωσάν όλα τα καλά σπίτια, ό,τι άφηναν στα ποτηράκια οι βίζιτες τ' άδειαζε εκεί μέσα και τους το πρόσφερε. Αλλά και ο καφές ήτανε ιδιαίτερος. Τέσσερα μέρη κριθάρι, ένα καφές.
«Ο Θεός να ευλογά το σπίτι σου, κυρά, και να 'χει γερό το νοικοκύρη σου», έλεγαν οι γριές και πίνανε το κονιάκ.
Μόλις τέλειωναν τα τραταρίσματα, τις έδιωχνε.
«Άντε τώρα, αμέτε στο καλό. Την άλλη Κυριακή πάλι».
Έτσι στολισμένη καθόταν στο παράθυρο πλάι και διάβαζε τα συναξάρια των αγίων περιμένοντας τον κύριο Πετράκη. Ποτέ δε γυρνούσανε μαζί. Εκείνος έπαιρνε τον καφέ του στο δεσποτικόν οντά με τους άλλους επιτρόπους. Μετά την απόλυση κι αφού φυλάγουνταν τα λεπτά των κεριών και των δίσκων, οι επίτροποι ανέβαιναν στη σάλα που τους περίμενε ο μητροπολίτης με το αντερί μόνο, καθισμένος στη γωνιά του καναπέ. Ένας καναπές από τη μια άκρη του τοίχου ως την άλλη κατά τα τούρκικα συνήθια. Ο κύριος Πετράκης είχε πολλά υπουργήματα. Παντού ήτανε ανακατεμένος. Φιλόπτωχος αδελφότης, ορφανοτροφείο, συσσίτια, νοσοκομείο, τέλος, κάθε κοινωφελής σκοπός τον είχε πότε πρόεδρο, πότε σύμβουλο, πότε στις επιτροπές εράνων. Η κυρία Ελενίτσα, όταν τον έβλεπε να γυρνά με τον ασημένιο δίσκο στο 'να χέρι και στ' άλλο το γκιουλουχτάνι με το ροδόσταμο, μέσα στις ψαλμωδίες και στους καπνούς από το θυμίαμα, πετούσε στους εφτά ουρανούς. Κανένας δεν είχε αυτόν τον αρχοντικό αέρα, αυτό το μεγαλείο. Μόλις τα λεπτά έπεφταν στο δίσκο, αμέσως ο κύριος Πετράκης μ' έναν ωραίο τρόπο τίναζε το γκιουλουχτάνι και ράντιζε εκείνον που τα 'δινε.
«Ευχαριστώ τη χάρη Σου, Μεγαλόχαρη», μουρμούριζε τότε. «Ευχαριστώ που μου 'δωσες σύντροφο θεοσεβή ώστε ν' ακολουθούμε και οι δυο το δρόμο που οδηγεί στους κόλπους του Αβραάμ».
Με το να έχει φτιάξει το Θεό κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν πίστευε πως για να μπει στον Παράδεισο έπρεπε να τον πληρώνει. Πρόσφερνε το λοιπόν στους «πτωχούς της» τ' αποπιοτίδια και πλούταινε τον ίδιο με πλούσιες δωρεές. Δυο μαγαζιά ανάμεσα στ' άλλα ακίνητά της τα 'γραψε στον Άγιο Μηνά. Καπλάντισε την εικόνα με ασήμι ύψος ενάμιση μέτρο κι έφερε από την Ευρώπη έναν πολυέλαιο περίφημο για το μεσιανό κουμπέ. Κι άσε πια τα χρυσοκέντητα πετραχήλια, τα επιμάνικα, τα φαιλόνια, τους άγιους τραπεζοφόρους και τις άγιες θύρες που έστελνε στα χωριά μόλις μάθαινε πως κάπου πού γινόταν «θρόνιαση». Κι άσε τις λειτουργίες, τα ευχέλαια, τις αρτοκλασίες και τα φορτώματα το λάδι μόλις τέλειωνε η συγκομιδή.
Τ' όνομά της καθώς και τ' αντρός της μνημονεύονταν έτσι καθημερινώς. Μεγάλοι δωρητές. Κι ευχαριστούσε και δόξαζε το Μεγαλοδύναμο που της αξίωσε αυτή τη χάρη. Κάθε Αύγουστο πήγαινε στην Τήνο στην Ευαγγελίστρια κι όταν γύριζε, διηγόταν τα θαύματα της Μεγαλόχαρης... Με τον αδερφό της όμως δεν τα πήγαινε ποτέ καλά. Σαν το σκύλο με τη γάτα. Μα κι αν τα 'φτιαχναν κάποτε, δεν ήτανε για πολύ καιρό. Ένα τέτοιο τσάκωμα είχε γίνει τις προάλλες. Ήτανε Κυριακή κι ο γιατρός πέρασε να τους δει. Η κυρία Ελενίτσα στο παράθυρο διάβαζε τους βίους των αγίων, στολισμένη με τα χρυσαφικά της, όπως είχε γυρίσει από τη λειτουργία.
Δεν ήτανε καλά - καλά καθισμένος και αρχίνησε τη διδασκαλία.
«Να μη σε δω, ευλογημένε, καμιά φορά στην εκκλησία... Να δώσεις και σε κείνα τα παιδιά σου το καλό παράδειγμα. Βλέπω τους γονείς κι έρχονται με τα παιδάκια τους και πονεί η καρδιά μου... Γιατί, Θε μου, να μην είναι κι ο Αντρέας ένας απ' αυτούς, λέω, και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα... Τι Θεό λατρεύεις;»
«Πάντως, όχι τον ιδικό σου, Ελενίτσα!»
«Χριστός και Παναγιά...» και η κυρία Ελενίτσα σταυροκοπήθηκε...
«Έτσι όπως σου λέω... και ξέρεις γιατί; Γιατί ο δικός σου είναι παραδόπιστος κι εγώ 'μαι ένας φτωχός φαμελίτης. Τι να τον παρακαλέσω, μια και ξέρω πως δεν δίνει σε κανέναν τζάμπα;»
«Στα θέατρα και στα φράγκικα σχολεία έχεις να δίνεις».
«Ναι, γιατί ο δικός μου Θεός, βλέπεις, θέλει να ξυπνούν οι άνθρωποι, να προκόβουν. Κι αντίς να δίνουν στις εκκλησίες, να δίνουν στους φτωχούς».
«Και πού ξέρω εγώ αν είναι το θέλημά Του να υπάρχουν φτωχοί, κι αν δεν ξεπλερώνουν αμαρτίες;»
«Που θα πει πως επειδή έχεις πλούτη κι αγαθά, τα 'χεις γιατί είσαι αναμάρτητη; Έτσι;»
«Ουδείς αναμάρτητος... γι' αυτό και πηγαίνω στην εκκλησία, γι' αυτό και τελώ τις εντολές του Θεού. Εσύ όμως ξεστράτισες ολότελα από το δρόμο Του. Και το πιο χειρότερο, παίρνεις στο λαιμό σου και τα παιδιά σου. Τα 'στειλες ποτέ να κοινωνήσουν; Τα νήστεψες; Τα βάζεις να κάνουν την προσευχή τους;»
«Όχι...»
«Μνήσθητί μου Κύριε...»
«Δε σου 'πα πως δε λατρεύουμε τον ίδιο Θεό; Ο Θεός που λατρεύω εγώ είναι εκείνος που σας έδιωξε κάποτε από το Ναό με το φραγκέλιο. Πήγατε πρωί - πρωί στολισμένοι με πετράδια και αρώματα κι αρχίσατε τις κερδοσκοπίες και τα παζάρια ποιος να κλέψει τον άλλο και κει απάνω νάσου τον σαν άγρια θάλασσα να τινάζει το φραγκέλιο δεξά - ζερβά όπου τύχει. “Παλιανθρώποι, κλέφτες, πόρνοι, υποκριτές, κάνετε το σπίτι μου τόπο για εμπόρια! Όξω από δω! Όξω γρήγορα”. Και νταπ! Και ντουπ! Τούτη σου δίνω, τούτη σου χαρίζω... Φάγατε της χρονιάς σας!»
Ένα πνιγμένο γέλιο ακούστηκε από την κουζίνα που μεταδόθηκε και στο γιατρό.
Τότες όμως η κυρία Ελενίτσα αγρίεψε.
«Σιωπή, αδιάντροπη», φώναξε και πετάχτηκε τρέχοντας στο μαγερειό. Δυο δυνατά χαστούκια και αμέσως τ' αναφιλητά της κοπέλας.
Ο γιατρός τα 'χασε. Πήγε ξοπίσω της αδερφής του.
«Γιατί τη χτύπησες;»
«Για να μάθει... και σε παρακαλώ να μην ανακατεύεσαι στις δικές μου δουλειές».
Ο γιατρός έφυγε άνω - κάτω. Ούτε και ξαναπάτησε σπίτι της.
Γ'
Το φθινόπωρο είχε μπει για καλά. Στον τόπο έμπαινε με ασταμάτητες βροχές κι αστραπόβροντα.
Η κυρία Ελενίτσα πλέκει πλάι στο παράθυρο τα μάλλινα τσουράπια του κυρίου Πετράκη. Το ίδιο κάνει στην κουζίνα και η Σοφία. Πλέκει κι αυτή.
«Σοφία!» φωνάζει σε μια στιγμή η κυρά της.
Το κορίτσι παρουσιάζεται αμέσως.
«Ορίστε, κυρά».
«Πήγαινε να βάλεις λάδι στο καντήλι. Τ' ακούω και τσιτσιρίζει. Και βάλε να θυμιάσεις. Έπειτα ν' ανάψεις τη λάμπα».
«Μάλιστα».
Βραδιάζει. Σημαίνει ο εσπερινός. Ακούγεται η βροχή. Σε λίγο μυρίζει το σπίτι από το θυμίαμα. Η κυρία Ελενίτσα βάζει το τσουράπι στο πανεράκι και κάνει το σταυρό της. «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, δόξα σοι ο Θεός». Το κορίτσι μπαίνει με το θυμιατήρι. Την πλησιάζει και κείνη, σαλεύοντας το χέρι της πάνω από τα καρβουνάκια που καπνίζουν, ξανακάνει το σταυρό της. Έπειτα έρχεται η λάμπα, μπαίνει στη θέση της στο μπουφέ και το κορίτσι αποτραβιέται στην κουζίνα. Το κατεβασμένο φιτίλι μόλις φωτίζει την κάμαρα που όλο και σκοτεινιάζει. Κατεβασμένο θα μείνει ως να 'ρθει ο κύριος. Γιατί να σπαταλιέται άδικα το πετρέλαιο; Τότε θ' ανάψει και το λαμπάκι το κρεμαστό της κουζίνας.
Αυτό που γίνεται κάθε βράδυ, ολάκερα χρόνια, επαναλαμβάνεται κι απόψε. Μόλις άκουσε στην αυλή τα ζάλα του κυρίου Πετράκη φώναξε:
«Σοφία, ο κύριος, έλα ν' ανεβάσεις το φιτίλι κι ετοίμασε το τραπέζι. Το νου σου στο γυαλί!»
Μπαίνει ο κύριος Πετράκης.
«Καλώς τον!»
«Καλησπέρα!»
«Καλησπέρα, Πετράκη μου» και σηκώνεται να τον βοηθήσει να βγάλει το μουσαμά του.
«Πω, πω, μούσκεμα έγινες...»
«Βρέχει. Δε λέει να σταματήσει σήμερα».
Καθίζει να βγάλει τα παπούτσια του.
«Σοφία! Γρήγορα τις παντούφλες του κυρίου σου και να πάρεις το μουσαμά να τον κρεμάσεις...»
Οι παντούφλες οι κεντητές με χάντρες πάνω σε μαύρο βελούδο έρχονται. Τις φορά και περνούν να δειπνήσουν στην πρόχειρη τραπεζαρία, να μη φθείρεται η καλή!
Μόλις απόφαγαν κείνο το βράδυ, ο κύριος Πετράκης είπε της γυναίκας του:
«Να πάμε επάνω, Ελενίτσα, έχομε κάτι να πούμε».
«Να πάμε, Πετράκη», και δίνει τις παραγγελιές της:
«Άκουσε, Σοφία, να σηκώσεις το τραπέζι, να πλύνεις τα πιάτα και να πέσεις να κοιμηθείς», λέει η κυρία Ελενίτσα στο κορίτσι, που στεκόταν όλη την ώρα με σταυρωμένα τα χέρια πίσω τους.
«Μάλιστα, κυρά».
«Μάλιστα, και πάει μεσάνυχτα, να σβήσεις το φως. Έλα τώρα, πάρε τη λάμπα ν' ανεβούμε...»
Μπρος η Σοφία πίσω το αντρόγυνο ανέβαιναν στην κρεβατοκάμαρα με το μπρούντζινο κουμπελίδικο κρεβάτι, μεγάλο σαν κάμαρα, με τέσσερις στύλους, σκεπασμένο ολόκληρο με κουρτίνες και «ουρανό». Το χειμώνα από βυσσινί δαμάσκο και το καλοκαίρι από τούλι. Τώρα είχε τις τούλινες.
«Αύριο να μου θυμίσεις να βγάλω τα χειμωνιάτικα ντυσίματα. Να τα περάσεις. Κάνει κρύο. Δεν είναι πια για καλοκαιρινά».
«Μάλιστα. Καλή νύχτα».
«Καλή νύχτα».
Όσο να ειπωθούν αυτά ο κύριος Πετράκης πήγαινε πάνω - κάτω παίζοντας το κεχριμπαρένιο του κομπολόι, δώρο της κυρίας Ελενίτσας, με κάτι χάντρες σαν αβγά πέρδικας.
«Λοιπόν», αρχίνησε ο κύριος Πετράκης, «βρίσκομαι στις συμφωνίες ν' αγοράσω ένα περβόλι. Πώς το βρίσκεις;»
«Να το αγοράσεις, Πετράκη μου. Ό,τι κάνεις του λόγου σου, καλά καμωμένο».
«Είναι μεγάλο, όλο καρπίσιμα δέντρα, με σπίτι και δικό του νερό. Ωραίο κτήμα. Και κοντά. Πήγα και το 'δα. Το πουλεί ένας μπέης. Έχει ανάγκη από χρήματα. Παράδεισος. Όλη η θάλασσα, τα βουνά. Μερακλίδικο πράμα. Το 'χε για τη χανούμη του, να πηγαίνει το καλοκαίρι».
«Πόσο το πουλεί;»
«Τίποτα. Τριακόσια ναπολεόνια. Τι λες, να το πάρω;»
«Να το πάρεις, Πετράκη μου. Αφού μπήκε έτσι στην καρδιά σου, να το πάρεις. Εισόδημα τίποτα έχει;»
«Πώς δεν έχει; Ο μεσίτης μού λέει πως σε δυο χρόνια θα βγάλω τα λεπτά μου. Λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, ροδακινιές, βερικοκιές, κλήματα, συκιές, κι άφησε τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα. Σου λέω τεφαρίκι».
«Σύμφωνη, Πετράκη μου».
«Η αγορά εξάλλου δε θα με δυσκολέψει διόλου, τα λεπτά τα 'χω και κάθουνται», σκέφτηκε μιλητά ο κύριος Πετράκης.
«Ναι, ναι, Πετράκη μου, να το πάρεις».
Ο κύριος Πετράκης δεν ανάφερε πια κουβέντα και περνούσαν οι μέρες.
Και να, ένα μεσημέρι πάει στο σπίτι καταστενοχωρεμένος. Η αγοραπωλησία είχε ναυαγήσει.
«Γιατί, Πετράκη, τι εσυνέβηκε;»
«Πρωί - πρωί σήμερα ήρθε ο μπέης κι έπεσε στα πόδια μου. “Από το Θεό και στα χέρια σου, κύριε Πετράκη”, μου λέει. “Ορίστε το καπάρο διπλό. Η χανούμη μου είναι του θανάτου από τον καημό της. Δε θέλει να το πουλήσω. Ένα και μοναχό παιδάκι που 'χαμε μάς πέθανε εκεί και θέλει να πηγαίνει. Με δυο γιατρούς την ξενύχτησα απόψε. Κάνε μου τη χάρη. Είναι καρδιακή και θα τη χάσω. Κλαίει και δε μερώνει. Λυπήσου με”. Μπορούσα να κάμω διαφορετικά; Ανθρώπους μάς λένε. Να πάθει τίποτα η γυναίκα να το 'χω βάρος; Δέχτηκα και πήρα πίσω το καπάρο. Και τώρα μετανιώνω κι είμαι να σκάσω. Δεν ξέρεις τι κτήμα ήτανε».
«Να βάλεις δικηγόρο».
«Πάει αυτό... μια και πήρα πίσω το καπάρο τέλειωσε». Κι αναστέναξε.
«Δεν πειράζει, Πετράκη μου. Μη στενοχωράσαι. Δεν ήτανε τυχερό. Έλα τώρα να φάμε».
Ο κύριος Πετράκης όμως δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του κι όλο να λέει: «Αχ, τι έκαμα, τι έκαμα...»
Όλη τη νύχτα εκείνη δεν έκλεισε μάτι κι όλο να καπνίζει το 'να τσιγάρο πάνω στ' άλλο και να κάνει σουλάτσο στην κάμαρα.
«Έλα Χριστέ και Παναγιά μου... κοιτάζεις ν' αρρωστήσεις», τον μάλωνε η κυρία Ελενίτσα καθιστή στο κρεβάτι. «Το θεοκατάρατο, τι μας έκαμε...»
Και παρακαλούσε από μέσα της κι επικαλιόταν τους αγίους να του δώσουν φώτιση.
Δυο - τρεις ώρες να ξημερώσει έκαμε πως τον παίρνει ο ύπνος κι αμέσως η κυρία Ελενίτσα ξύπνησε τη Σοφία και την έστειλε ν' ανάψει φωτιά και να φέρει το θυμιατήρι. Πήρε από το εικονοστάσι αγιολούλουδα του Επιτάφιου και τον σταύρωσε μουρμουρίζοντας προσευχές κι ύστερα έπεσε κι εκείνη. Το πρωί ο κύριος Πετράκης πήγε στο μαγαζί όπως πάντοτε, αλλά γύρισε τρις χειρότερα. Αμίλητος, σεκλετισμένος.
«Σε καλό σου, Πετράκη, αυτό που κάνεις», του είπε η Ελενίτσα. «Όλα τούτα είναι δουλειές του όξω αποδώ. Στα καλά καθούμενα να μπει αυτή η φουρτούνα σπίτι μας... Δε σπούσε τα πόδια του την ώρα που 'ρθε να σε βρει ο σκύλος ο αβάπτιστος».
Όλοι οι έμποροι όταν άκουσαν τι έκαμε τού ρίχτηκαν.
«Τέτοιο κτήμα και τ' άφησες μέσα από τα χέρια σου!»
«Ποιο περβόλι; Εκείνο που 'ναι εδώ από έξω; Χίλια ναπολεόνια να μου ζητούσε, θα τα 'δινα. Ξέρεις τι κτήμα είν' αυτό;»
«Να δεχτείς πίσω το καπάρο; Πού βρισκόμαστε;»
«Α, κύριε Πετράκη, δεν τα κατάφερες καλά αυτή τη φορά. Παλαιός έμπορος με πείρα, να σε γελάσει ο Τουρκαλάς;»
Έφυγε να μην τους ακούει και κλείστηκε σπίτι του. Σε μια βδομάδα ήτανε αγνώριστος. Αχάμνισε, απομαύρισε, αποκιτρίνισε.
Τώρα πια η κυρία Ελενίτσα έβαλε σ' ενέργεια τα μεγάλα μέσα. Έκαμε ευχέλαιο με τέσσερις παπάδες κι έπειτα τον μύρωσαν με το αγιασμένο λάδι. Έκαμε τρισάγιο και το ευαγγέλιο διαβάστηκε στο κεφάλι του αφού του το σκέπασαν με το πετραχήλι. Έταξε να τον κάμει ασημένιο. Τον πήγε στο Δεσπότη. Έβαλε κάτω από το μαξιλάρι το συναξάρι του αγίου Κυπριανού... και του διάβασε. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Όλο και χειροτέρευε.
Τέλος, αφού είδε κι απόδε η κυρία Ελενίτσα, σκέφθηκε να φωνάξει τον αδερφό της. Να καταφύγουνε και στην επιστήμη. Ο γιατρός έτρεξε αμέσως.
«Τι τρέχει... τι έπαθε;»
«Ο Πετράκης, Αντρέα, δεν είναι καλά».
«Από πότε; Γιατί δε με φώναξες;»
«Τώρα και είκοσι μέρες. Ούτε τρώει ούτε κοιμάται. Έτσι ξημερωνόμαστε». Και συνέχεια του είπε τα καθέκαστα: «Πήγαινε απάνω να τον δεις. Και μίλησέ του και συ. Δώσε του κανένα γιατρικό. Φοβούμαι πως θα του σαλέψει ο νους του. Πετιέται από το κρεβάτι και βάζει αρχή και πηγαίνει πάνω κάτω κρατώντας το κεφάλι του».
Τον βρήκε να κάθεται στο γύρο του κρεβατιού με σκυμμένο το κεφάλι, βυθισμένο σε συλλογή. Κόντεψε να μην τον γνωρίσει. Αξούριστος, απεριποίητος, πετσί και κόκκαλο.
«Ε, πώς τα πάμε; Είσαι, λέει, άρρωστος; Τι έχεις; Για να δούμε», τον ρώτησε πρόσχαρα ο γιατρός.
Ο κύριος Πετράκης σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με κάτι μάτια θολά, ύστερα είπε:
«Δεν ξέρω... δεν ξέρω τι έχω... να, κάτι γίνεται εδώ μέσα», και έδειξε το κούτελό του. «Χάος... ένα χάος... Δεν κοιμούμαι διόλου. Μερόνυχτα έχω να κλείσω μάτι. Τα 'μαθες, ε;... Είδες τι έπαθα; Ούτε λεπτό δεν ησυχάζω».
«Τίποτα, τίποτα δεν έχεις. Απόψε κιόλας θα κοιμηθείς σαν το πουλάκι κι αύριο θα 'σαι καλά».
«Η συλλογή, η συλλογή δε μ' αφήνει. Να μπορούσα να διώξω αυτή τη συλλογή... Δε φεύγει με κανέναν τρόπο».
«Όχι, Πετράκη, να μην την διώξεις, μονάχα να τη δεις όπως πρέπει. Αυτό που 'καμες, Πετράκη, σε τιμά. Έτσι έπρεπε να κάμεις. Να πάρεις του κτήμα του δύστυχου ανθρώπου για ένα κομμάτι ψωμί; Να επωφεληθείς την ανάγκη που βρέθηκε. Εσύ στενοχωρέθηκες γιατί δέχτηκες να μην του πάρεις το κτήμα του, αμ αυτός που θα το 'χανε τι έπρεπε να κάμει; Μήπως έχεις τα παιδιά για ν' αυξάνεις το βιο σου; Τι τα θέλεις τα παραπάνω; Έχεις να ζήσεις πλουσιοπάροχα άλλα τόσα χρόνια. Να μετανιώσεις για μια κακή πράξη, μα να μετανιώσεις για μια θεάρεστη και καλή...»
«Ναι... ναι, έχεις δίκιο... Ήτανε σωστό αυτό που 'καμα... έτσι το κρίνεις... σωστό, ε;»
«Κάθε τίμιος άνθρωπος έτσι θα το βρει. Ο καημένος ο μπέης βρέθηκε μπόσικος. Κάποιος δανειστής τον εζόρισε και αποφάσισε να πουλήσει το χτήμα, ο Θεός γνωρίζει με τι πίκρα. Μόνο ένας παλιάνθρωπος, ένας κακούργος, ένας απατεώνας δε θα 'κανε ό,τι έκαμες εσύ. Όχι ένα περβόλι... δέκα, είκοσι τέτοια περβόλια να σου 'δινε με την ίδια τιμή και να μετανιώσει, έπρεπε να τα γυρίσεις. Εσύ είσαι χριστιανός, πιστεύεις στα θεία... θες να πας στον Παράδεισο... Αυτή όμως την πράξη αν την έκανες, θα 'πρεπε να τιμωρηθείς και στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή».
Ο κύριος Πετράκης τον άκουε και δεν χόρταινε να τον ακούει. Με τα μάτια καρφωμένα απάνω στο γιατρό ένιωθε την ευχαρίστηση του διψασμένου που πίνει δροσερό νερό. Γύρευε να πιαστεί...
«Πώς με ξαλαφρώνεις, Αντρέα...» και άπλωσε τα χέρια του στα γόνατα του γιατρού... «Ποια καλή ώρα σ' έστειλε».
«Έτσι είναι, στενοχωρέθηκες. Όλοι θα το παθαίναμε αυτό. Αλλά σιγά - σιγά θα βλέπαμε το λάθος μας. Τρως; Έχεις όρεξη;»
«Εγώ; Έκλεισε ο λαιμός μου και δεν πηγαίνει τίποτα κάτω. Αλλά σα να θέλω να φάω κάτι... σα να πεινώ... ξαφνικά πείνασα».
«Βέβαια και θα πεινάς».
«Να πούμε στην κυρά ν' ανεβεί. Η καψερή κι αυτή έλιωσε στα πόδια της».
Όταν ανέβηκε και τον είδε ξεζωντανεμένο η κυρία Ελενίτσα έκαμε το σταυρό της. Τι του 'καμε αυτός ο αιρετικός, μάγια; Γελαστός, ομιλητικός, άλλος άνθρωπος.
«Έχεις τίποτα να τσιμπήσω, κυρία Ελενίτσα;»
«Πώς δεν έχει; Μήπως άγγιξε κανείς την κότα που βράσαμε εχθές; Ολάκερη είναι στο τσουκάλι», του απάντησε χαρούμενη.
«Φέρε του», επέμβηκε ο γιατρός από κει που 'γραφε τη ρετσέτα, «μια φλιτζάνα ζουμί και λίγο στήθος. Λοιπόν, Πετράκη», εξακολούθησε, «να στείλεις να πάρεις το φάρμακο που γράφω εδώ και το βράδυ, όταν θα πέσεις, να πιεις μια κουταλιά της σούπας. Αύριο θα ξαναπεράσω».
«Ναι, Αντρέα, θα σε περιμένω».
Η κυρία Ελενίτσα συνόδεψε το γιατρό.
«Πώς τον βρίσκεις;»
«Καλά 'ναι, τίποτα δεν έχει».
«Πώς τρόμαξα... τι ήταν αυτό!»
«Πήγε να κάμει μια αγαθή πράξη κι επειδή δεν είναι μαθημένος σ' αυτή τη δίαιτα, τόνε πείραξε».
«Λες να ξανακυλήσει;»
«Ξέρω κι εγώ; Εξαρτάται. Αν δεν ξαναρχίσει να μετανιώνει που φέρθηκε σαν άνθρωπος, θα γίνει καλά». Και ξανάπε: «Μόνο σαν καταλάβει τι ατιμία θα 'κανε, θα συνέρθει. Άντε, γεια σου, αδερφή».
«Στο καλό, Αντρέα, κι έλα αύριο το πρωί. Ο Πετράκης δε θα βλέπει την ώρα να ξανάρθεις».
«Καλά».
Αμέσως η κυρία Ελενίτσα έτρεξε επάνω. Τον βρήκε να τρώει.
«Ε, πώς τα πάμε; Καλά, ε;»
«Σπουδαίος ο αδερφός σου, Ελενίτσα».
«Εμ, άδικα δε σπούδαζε χρόνια στα Παρίσια. Χιλιάδες ξόδεψε ο πατέρας μου, όσο να πάρει το δίπλωμα. Όλο στείλε και στείλε. Αλλά δεν είχε κεφάλι. Θα μπορούσε να πάρει την πλουσιότερη νύφη. Και ποιοι δεν του στείλανε προξενιά...»
Κι ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα ένας βαστάζος απεσταλμένος του μπέη. Έφερνε ένα ταψί γαλακτομπούρεκο, δυο γαλοπούλες κι ένα χρυσοκέντητο τσεβρέ μεγάλης αξίας όλο τιρτίρι και κλαμπυντάνι. Περίφημο πράμα.
«Ο Μπέης», είπε, «παρακαλεί τον κύριο Πετράκη να δεχτεί αυτό το χαιρετισμό κι η Χανούμη του παρακαλεί την Κυρία να δεχτεί κι εκείνη, από λόγου της, μια παραμικρή ενθύμηση. Και λίγο πράμα, λέει, και πολλή αγάπη».
Δ'
Κάποτε, λέει, ένας σοφός που καταγινόταν με τα έντομα βρήκε μια μέρα, καθώς γυρνούσε στην εξοχή, μια άγνωστή του ως τότε πεταλούδα. Είχε πάμπολλες στη συλλογή του αλλά καμιά όμοιά της. Ασυνήθιστα μεγάλη, ήτανε στολισμένη με χρυσογάλαζα φτερά κεντημένα με λογής λαμπρά χρώματα. Την πήρε προσεχτικά μη φύγει η σκόνη που τα πασπάλιζε και την πήγε σπίτι του. Ποιος ξέρει, συλλογιόταν, από πού ξεκίνησε και πόσο δρόμο έκαμε ως εδώ πέρα.
Όταν έφτασε, την έβαλε κάτω από ένα γυαλένιο καπάκι και άνοιξε ευτύς τα βιβλία του να δει μήπως θα 'βρισκε καμιά όμοια ζωγραφισμένη κι έτσι να μάθει την καταγωγή της.
Η πεταλούδα ερχόταν από την Αφρική! Ευχαριστημένος ο σοφός έπεσε το βράδυ να κοιμηθεί.
Το πρωί, μόλις ξύπνησε, η πρώτη του δουλειά ήτανε να πάει στο αργαστήρι να θαυμάσει το σπάνιο βρεσίμι που απόχτησε.
Φανταστείτε λοιπόν το ξάφνιασμά του όταν πλησιάζοντας είδε μια καινούργια πεταλούδα απαράλλαχτη σαν την άλλη να φέρνει κύκλους ανήσυχους και γρήγορους, γύρω από το γυάλινο καπάκι. Ήταν ο αρσενικός. Διατρέχοντας την απόσταση, κατάφερε να φτάσει τη θηλυκιά, ποιος ξέρει από ποια μυστηριώδη κι αλάθευτη έλξη οδηγημένος!
Γιατί το είπαμε αυτό; Για να μη σου φανεί περίεργο, αναγνώστη, πώς κατάφερε ο Ηλίας ο τυπογράφος να γνωριστεί με την Σοφία, την παρακόρη της κυρίας Ελενίτσας, την καταχωνιασμένη στην κουζίνα, που δεν είχε το ελεύθερο να βγει σε πόρτα ή σε παραθύρι, να ερωτοχτυπηθούν και τώρα να ανταλλάζουνε καθημερινώς φλογερά ραβασάκια.
«Ηλία μου, η ζωή μου είναι πολύ τυραννισμένη. Να ξέρεις πως εσύ μου δίνεις κουράγιο και υπομένω την κακομεταχείριση της κυράς μου. Αν δε σε γνώριζα, αδύνατο να κάτσω. Τώρα όλα τα βάσανα που τραβώ μου φαίνονται τίποτα μπρος στη χαρά να βρίσκω κάθε μέρα το γράμμα σου στη χαραμάδα του κατώφλιου».
Και ο Ηλίας της έγραφε: «Σοφία μου, είσαι ο καημός μου μέρα και νύχτα. Αλλά ξέρε το, γρήγορα θα τελειώσουν τα βάσανά μας. Εγώ 'μαι για σένα στη ζωή και στο θάνατο»...
Τη Σοφία τη συναντούσε ο Ηλίας τα σαββατόβραδα όταν πήγαινε το πανέρι με τα πρόσφορα στην εκκλησία. Εκεί κάπου ήτανε ένα στενοσόκακο ασύχναστο κι εκεί αλλάζανε καμιά κουβέντα στα γρήγορα.
Μια από τις πολλές τής λέει ο Ηλίας:
«Δεν είναι ζωή αυτή. Θέλω να σε δω κάπου αλλού να μιλήσομε. Δεν είναι κρίμα ν' αγαπιόμαστε, να σε λαχταρώ όπως λαχταρά ο τυφλός τη μέρα και να μη μπορώ να σε βλέπω;»
«Κι εγώ το ίδιο, Ηλία, αλλά σα δε γίνεται;»
«Έχω βρει τον τρόπο».
«Πώς;»
«Να 'ρθω στην κάμαρά σου».
«Ο Θεός να μη το κάμει, Ηλία».
Τρόμαξε το κορίτσι.
«Αυτό, όχι, μη μου το ζητάς. Πώς θα 'χω μάτια ν' αντικρίσω τον κόσμο ύστερα; Καλύτερα ο θάνατος παρά η ντροπή...»
«Ντροπή; Μήπως δεν έχω καλούς σκοπούς; Άφησέ με να 'ρθω και θα δεις. Ούτε το χέρι σου δε θα πιάσω. Έχω κι εγώ αδερφή κι ό,τι δε θέλω να μου κάνουν δεν το κάνω. Εγώ, Σοφία, θα σε πάρω και γρήγορα».
Κι όπως λέει η παροιμία «Λέγε - λέγε το κοπέλι κάνει την κυρά και θέλει», απαράλλαχτα συβάστηκε και η Σοφία ν' αφήσει μια νύχτα αμαντάλωτη την πόρτα της κάμαρής της κι ανοιχτή την οξώπορτα.
Τι ωραία που περάσανε! Ποτές στη ζωή της δεν είχε γνωρίσει τόσο γλυκιές στιγμές. Κάτσανε πλάι - πλάι στο γιατάκι της και κουβεντιάζανε όμορφα - όμορφα. Μόνο που ο Ηλίας είχε περασμένο το δεξί του χέρι στη μέση της και με τ' άλλο κρατούσε τα δικά της. Τίποτα άλλο. Και χαιρόταν η Σοφία όλη την άλλη μέρα κι αγάπα ακόμη και την κερά της και της είχε συχωρεμένες όλες τις αναποδιές και τις κακίες της.
Και να, ένα βράδυ που η κυρία Ελενίτσα σηκώθηκε μεσάνυχτα προς νερού της, είδε από το παράθυρό της φως στον αντικρινό τοίχο της αυλής. Η σκύλα η Σοφία αποκοιμήθηκε και ξέχασε να σβήσει τη λάμπα. Ανάβει και κείνη το κερί, σαν καλήωρα ο σοφός, ρίχνει ένα ρούχο απάνω της και ξυπόλυτη, με τις κάλτσες, δεν τις έβγαζε τη νύχτα, κατεβαίνει. Η πόρτα του κοριτσιού ήταν κλειστή από μέσα. Σκύβει να δει από την κλειδαρότρυπα. Δε βλέπει. Κάτι τη φράζει. Χτυπά με τη γροθιά της.
«Άνοιξε γρήγορα!»
Το κορίτσι ανοίγει σε λιγάκι και η κυρία Ελενίτσα ορμά στο δωμάτιο, κατασυγχυσμένη.
«Μωρή θεοκατάρατη, μωρή αθεόφοβη», φωνάζει, «θέλεις να μας κάμεις παρανάλωμα του πυρός;! Κοιμήθηκες κι άφησες τη λάμπα αναμμένη!»
«Δεν κοιμόμουνα, κυρά. Έπλεκα».
«Σου 'δωσα εγώ την άδεια; Το πετρέλαιο έχει λεφτά, μωρή. Πώς το σπαταλάς έτσι; Δεν φτάνουν τα όσα μου κοστίζεις;»
Και πφ! σβήνει τη λάμπα και πάει απάνω.
«Τι τρέχει;» ρωτά ο κύριος Πετράκης ξυπνημένος από τις φωνές.
«Λίγο έλειψε να γίνομε παρανάλωμα του πυρός!»
«Πώς; Τι συμβαίνει;» Και τρομαγμένος ανακάθεται στο στρώμα.
Η κυρία Ελενίτσα του ιστορεί τι συνέβηκε και ξακολούθησαν τον ύπνο τους.
Ποτέ πια η κυρία Ελενίτσα δεν ξανάδε φως στον αντικρινό τοίχο, γιατί ο Ηλίας κρεμούσε στα τζάμια του φεγγίτη ένα ρούχο.
Και αυτό βάσταξε καιρό, ώσπου ένα πρωί η κυρία Ελενίτσα σηκώθηκε και δε βρήκε τη Σοφία. Έτρεξε απάνω και το 'πε του κυρίου Πετράκη, αλλά εκεί που βρίσκονταν σε μεγάλη ταραχή και ανησυχία, μπήκε ένας ωραίος νέος, συγυρισμένος, φρεσκοξυρισμένος και τους είπε να μην έχουν έγνοια γιατί η Σοφία βρίσκεται στο σπίτι των γονιών του και αύριο τη στεφανώνεται κι αν έχουν ευχαρίστηση να κοπιάσουν στο γάμο.
«Εμείς», είπε τότε η κυρία Ελενίτσα, «μια και δεν στάθηκε ως έπρεπε παρά έκαμε του κεφαλιού της δε θέλομε να την ξέρομε».
«Πολύ καλά, κυρία», αποκρίθηκε ο Ηλίας, «εμείς εκάμαμε το χρέος μας».
«Να στείλει, να της πεις, να πάρει το μπαούλο της το γρηγορότερο, και πήγαινε στο καλό».
Ούτε τον ρώτησε ποιος είναι, ούτε τι δουλειά κάνει κι από πού κρατά η σκούφια του. Ανακάτεψε όμως το μπαούλο να δει μήπως της έκλεψε τίποτε το βρομοθήλυκο κι αμέσως έγραψε στη μάνα της τις μπομπές της θυγατέρας της και πως μια και φέρθηκε σαν που φαίρνουνται οι πρόστυχες, δεν είχε να περιμένει από κείνη τίποτα.
Την άλλη μέρα η κυρία Ελενίτσα πληροφορήθηκε πως κουμπάρος μπήκε ο γιατρός με τη γυναίκα του, πως της πήγαν ωραία χαρίσματα και τα παιδιά κρατούσαν τις λαμπάδες.
Το θέμα στη σάλα την κυρίας Ελενίτσας την ημέρα που δεχόταν ήτανε η Σοφία.
«Και έδειχνε τόσο σεμνό κορίτσι», έλεγε η μια.
«Από αυτές να φοβάσαι», φιλοσοφούσε η άλλη.
«Μάλιστα, μάλιστα, αυτά έπαθα εγώ», απαντούσε η κυρία Ελενίτσα. «Μια νύχτα λίγο έλειψε να μας κάνει παρανάλωμα του πυρός. Έδωσε η χάρη του Χριστού κι εξύπνησα, διαφορετικά θα γινόμαστε στάχτη».
«Πώς, πώς!» φώναξαν όλες τρομαγμένες.
«Είχε αφήσει αναμμένη τη λάμπα...»
«Και την αναποδογύρισε», βιάστηκαν να συμπληρώσουν δυο μαζί.
Η κυρία Ελενίτσα δε μίλησε. Κούνησε μόνο καρτερικά το κεφάλι κι έτσι οι επισκέπτριες έμειναν μ' αυτή την τρομερή εντύπωση.
Η φράση «παρανάλωμα του πυρός» άρεσε στην κυρία Ελενίτσα, την έδειχνε εγγράμματη και με «λέγειν». Το ίδιο απόγεμα πέρασε κι ο γιατρός.
«Σου άρεσε το φέρσιμό της», του είπε μόλις τον είδε, «και μπήκες κουμπάρος της;»
«Γιατί; Τι είχε το φέρσιμό της; Εγώ μάλιστα περίμενα να μπεις εσύ κουμπάρα».
«Εγώ! Εγώ, η κόρη του Αλεξάκη και η σύζυγος του Πετράκη Βαρούχα ν' ανακατευτώ σ' αυτές τις βρομοϊστορίες. Τι σχέση έχω εγώ μ' αυτή την ξετσίπωτη που πριχού καλά - καλά βγει από τ' αβγό ήθελε άντρα! Κι είχε την αναίδεια η χαμένη να στείλει τον αγαπητικό της να μας προσκαλέσει κιόλας».
«Μα τι έκαμε επιτέλους... Από στάσεως κόσμου κλέβουνται οι ερωτευμένοι, Ελενίτσα. Ούτε η πρώτη είναι ούτε η τελευταία. Αύριο μπορεί κι η κόρη μου να κάμει το ίδιο. Μονάχα εύχομαι εκείνος που θα διαλέξει να 'ναι άξιος και προκομμένος σαν αυτό το παιδί».
«Ωραία, σε συγχαίρω. Σπουδαίος πατέρας!»
«Καλά, δεν πήγες στον γάμο, ήτανε όμως σωστό να μην της στείλεις τίποτα από κείνα που έχεις στις κασέλες σου; Τι θα την κάμεις τόση ρουχική; Εξαδέρφη σου είναι στο κάτω - κάτω. Σου δούλεψε χρόνια, σε περιποιήθηκε. Τ' αφεντικά προικίζουν τις ξένες κοπελιές που παντρεύουνται στα χέρια τους. Κι εσύ να μην της δώσεις ένα πράσινο φύλλο! Τουλάχιστον για τα μάτια του κόσμου».
«Καθένας είναι ελεύθερος να φέρνεται όπως του αρέσει. Δε θα με διδάξεις εσύ, Αντρέα, τι πρέπει να κάμω».
«Καλά, Ελενίτσα... καλά... μη θυμώνεις».
«Να μας κάνει τώρα ο Αντρέας το δάσκαλο», ξεπαράλυσε η γλώσσα της κυρίας Ελενίτσας. «Γιατί δε συλλογίστηκες τον κόσμο σα μ' άφησες ολομόναχη και πήγες και παντρεύτηκες; Ήτανε διαγωγή αδερφού αυτό; Αλλά έτσι είσαι συ. Όλα από τους άλλους. Θαρρείς πως το ξέχασα; Όχι, δεν το ξεχνώ. Και τώρα, να γδύσω το σπίτι μου για τη Σοφία. Αυτή ξέρεις και τη γνοιάζεσαι, εμένα δε με γνοιάστηκες... Έκανες το λογαριασμό σου. Άσ' τηνε ανύπαντρη να μην ξενέψει η προίκα. Χμ! Ήξερες εσύ. Μα έλα που δεν το πέτυχες».
«Ώστε έτσι; Κοίταζα να μείνεις ανύπαντρη για να σε κληρονομήσω».
«Βεβαίως... και χαιρόσουν, γιατί δεν αποφάσιζα να παντρευτώ. Σε λίγο θ' απογεράσει, έλεγες, και θα το πάρει απόφαση να μείνει στο ράφι...»
«Γι' αυτό σ' άφησα και διαγούμισες τα διαμαντικά και τ' ασημικά της μάνας μας και στο ύστερο σου χάρισα και το μερτικό μου από το σπίτι;»
Ε'
Περάσανε πάλι τα χρόνια. Οι γερόντοι απογερνούνε, οι μικροί μεγαλώνουνε. Και πρέπει τώρα να πάει ο γιος του γιατρού στην Αθήνα να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο. Η μητέρα του στη μηχανή ράβει τα απομεσόρουχα που θα πάρει μαζί του. Του κάμανε καινούργια ντυμασιά, πανωφόρι χοντρό, παπούτσια. Ό,τι του χρειάζεται. Οι γιατροί στις επαρχίες, μάλιστα, σαν τον Αντρέα τον Αλεξάκη, τη φτωχομάνα, όπως τον έχουνε παρανομιασμένο όλοι οι αναγκεμένοι της μικρής πολιτείας ένεκα που δεν τους παίρνει ποτές του λεπτά και τρέχει όπου τόνε φωνάξουνε πρόθυμα, δεν γίνουνται πλούσιοι. Δε λέω πως ζούνε στερημένα στο σπίτι τους, αλλά μπόλικα δεν έχουνε ώστε να στείλουν το παιδί με πάσα ευκολία να σπουδάξει. Για να του κάμουν το κάθε του πράμα και να του δώσουν να πάρει μαζί του λίγα λεπτά, χρειάστηκε να δανειστεί ο γιατρός από την Τράπεζα. Το παιδί όμως είναι καλό και του αξίζει κάθε θυσία. Τέλειωσε με άριστα το γυμνάσιο, ξέρει τα γαλλικά και τα εγγλέζικα κι έχει μεγάλο πόθο να γενεί καλός γιατρός. Σ' όλα μοιάζει των γονιών του. Και το κορίτσι κι αυτό δεν πάει οπίσω. Ο νους της είναι στα βιβλία. Να 'τανε, λέει, να γράφει κι αυτή έτσι! Και χαίρεται ο γιατρός και καμαρώνει που τα παιδιά του μεγαλώνουνε με τις εντολές του. Πώς όμως θα γινότανε διαφορετικά; Από μικρά τα μάθαινε ποια πράματα έχουνε αξία και ομορφιά στη ζωή και φύτευε στις καρδιές τους την καταφρόνεση και το χλευασμό για τους ασήμαντους και μικρόχαρους ανθρώπους, που αποτελούσαν απ' άκρη σ' άκρη τον ανθό της παραδόπιστης εκείνης κοινωνίας.
Μέρα να δέχεται η γιάτραινα δεν είχε, όπως οι μεγαλοκυράδες της τάξης τους. Σιχαινόταν τα ψέματα, την προσποίηση και τις κούφιες κι ανόητες κουβέντες των σαλονιών. Ο γιατρός κι εκείνος ποτές του δεν είχε τυπώσει επισκεπτήρια να στέλνει εδώ κι εκεί, ούτε και ποτές πάτησε σε κανένα σπίτι, όπως απαιτούν τα καλά φερσίματα σε λογής περιστάσεις, αλλιώς παρά σα γιατρός. Τούτα τα κατά συνθήκη συνήθια το αντρόγυνο τα θεωρούσε γελοία.
Ζούσαν το λοιπόν αποτραβηγμένοι στο καβούκι τους, ασυμβίβαστοι κι ακατάδεχτοι, περήφανοι για τη μοναξιά τους.
................................
Η κυρία Ελενίτσα γιορτάζει σήμερο.
Το σπίτι αστράφτει. Τα λινά ντυσίματα βγήκανε από τα έπιπλα. Ο ασημένιος δίσκος με την αρματωσιά του, και κείνη ασημένια με χρυσά ξόμπλια, κούπες για τα κουταλάκια, βάζα του γλυκού, ζάρφια του καφέ, κι αψηλά κρυσταλλένια ποτήρια της Βενετιάς με δυο λογιώ γλυκό, μαστίχα το ένα, λεμονανθοί το άλλο, στέκεται έτοιμος, σκεπασμένος χιονάτο τουλουπάνι. Δίπλα είναι κι οι κουραμπιέδες, οι εργολάβοι και το λικέρ από κεράσια, όλα κατασκευή της κυρίας Ελενίτσας. Εκείνη φορά το καινούργιο της μεταξωτό φόρεμα, μουαρέ σκούρο πράσινο με νταντέλα αληθινή στο γιακά, φορτωμένη πάλι τα τζοβαερικά της. Αντίς την καδένα με το ρολόι προτίμησε σήμερα το μαργαριταρένιο κορδόνι. Το μερμίδι, όπως λέγεται. Το ίδιο και η δούλα φορά το καλό της φουστάνι και την κολλαριστή μπροστέλα. Όπου - όπου θ' αρχίσουν να 'ρχουνται οι βίζιτες. Καθώς ο κύριος Πετράκης χαζιρεύεται να βγει, η κυρία Ελενίτσα του λέει όσα έμαθε για το γιατρό.
«Ακούς κατάσταση να αναγκαστεί να κάμει δάνειο για να στείλει στην Αθήνα το Μανώλη; Γιατρός με τόση πελατεία, που έπρεπε να βρίσκεται με περιουσία, να μην έχει λίγα χρήματα κατά μέρος».
«Τώρα θα τόνε μάθεις τον αδερφό σου; Αξία μεγάλη μα κουκούτσι πραχτικό μυαλό».
«Κείνο το κορίτσι του λυπούμαι. Πώς θα το αποκαταστήσει; Μια τύχη να παρουσιαστεί πώς θα της κάμουν το κάθε της πράμα; Που 'πρεπε να της έχουν τώρα κασέλες τα προικιά. Η μάνα μου, έλεος στην ψυχή της, από τεσσάρω χρονώ που 'μουνα έδινε και μου υφαίνανε. Ήτανε και ταμαχιάρα η μακαρίτισσα. Δε χόρταινε. Τούτοι δω τίποτα. Ο νους τους δεν το βάνει πως έχουν θυγατέρα της παντρειάς. Πόσο στεναχωρούμαι με όλα αυτά, δε φαντάζεσαι, Πετράκη».
«Γιατί 'σαι ανόητη, Ελενίτσα. Γι' αυτό. Όσοι έχουνε τα γένια ας βρούνε και τα χτένια».
«Ναι, Πετράκη μου, έχεις δίκιο, αλλά μήπως το θέλω; Έτσι μ' έκανε ο Θεός».
Εκεί χτύπησε η πόρτα κι η κυρία Ελενίτσα πήγε στη σάλα.
Οι κυρίες που έρχουνται η μια πίσω από την άλλη μιλούν όλες μαζί και γίνεται τώρα μεγάλη βαβουρανιά. Ο δίσκος πηγαινοέρχεται, με την κυρία Ελενίτσα να τον παρακολουθεί κατά πόδι, μη γενεί καμιά ζημιά.
«Να ζήσετε. Χρόνια πολλά, να χαίρεστε τον κύριο Πετράκη...»
«Μα τι ωραίο πράμα είναι αυτή η μαστίχα...»
«Α, στα γλυκά η κυρία Ελενίτσα είναι μοναδική».
«Όχι δα, καλοσύνη σας...»
«Εγώ λοιπόν ποτέ δεν καταφέρνω τη μαστίχα στο δέσιμο».
«Όλο το παν είναι, κυρία Αθηνά, η στιγμή που θα την γυρίσει κανείς. Λίγο πιο μπρος λίγο πιο πίσω δε γίνεται τίποτα».
«Αμέ τα λεμονάνθια; Τι άρωμα, τι επιτυχία στο σιρόπι».
«Πάρτε και από τα δυο, κυρία Ευτέρπη. Σας παρακαλώ...»
«Όχι, όχι, ευχαριστώ...»
Όταν τέλειωσε το τραταμέντο και έφυγε ο δίσκος, ξανάπιασαν το κουβεντολόι.
«Κάτι αρχίσατε να λέτε προ ολίγου, κυρία Καλλιόπη, για κάποιο συνοικέσιο».
«Ναι, για την Αγλαΐτσα του κυρίου Ανυφαντή. Του την ζήτησε, που λέτε, ο Παπαδάκης, ο δικηγόρος, αλλά αδύνατο. Για να μην τον προσβάλει, του μήνυσε πως δεν σκοπεύει να την παντρέψει ακόμη».
«Μπα; Γιατί; Ο νέος, λένε, είναι λαμπρός, με μέλλον».
«Εξαιτίας της οικογένειάς του. Τον βρίσκει παρακατιανό για την κόρη του. Ποιοι θα μπαίνουνε, λέει, στο σπίτι της Αγλαΐτσας... Οι ράφτρες οι αδερφάδες του ή τ' αδέρφια του που τόνε σπούδαξαν με το σουβλί και τη φαλτσέτα; Η μάνα του ήτανε παπλωματού και ο πατέρας του μαραγκός κι άσε πια το αποδέλοιπο συγγενολόι».
«Να σας πω, δεν έχουν άδικο. Ο Ανυφαντής είναι από τα πρώτα νούμερα. Έγινε και πρόξενος της Αγγλίας».
«Έχουν στο μάτι τον Παύλο, το γιο του καπνέμπορου από τη Θεσσαλονίκη. Πάμπλουτος. Σπούδαξε εμπορικά στη Γαλλία και τώρα ο πατέρας του θα του ανοίξει υποκατάστημα εδώ».
«Διαδίδεται πως μεταξύ της Αγλαΐτσας και του Παπαδάκη υπήρχε αίσθημα».
«Η Αγλαΐτσα! Αδύνατο».
«Κι όμως κάτι τέτοιο έλαβε χώραν! Είμαι εις θέσιν να ξέρω. Έγιναν μάλιστα και τρομερές σκηνές».
«Μα δεν λείπει με τη μητέρα της στας Αθήνας;»
«Ακριβώς. Την έστειλαν να ξεχάσει κι εν τω μεταξύ να τα τελειώσουν με τον Παύλο. Ακούστηκε μάλιστα πως οι αρραβώνες θα γίνουν εκεί επισήμως».
«Τώρα είναι η σειρά της ανεψιάς σας, κυρία Ελενίτσα. Μαθαίνω είναι λαμπρό κορίτσι με πολλά προτερήματα».
«Κανένας δεν απορεί γι' αυτό. Με τέτοιο πατέρα πώς να μην είναι καλή η Ηλέκτρα. Τώρα στέλνει το αγόρι στο Πανεπιστήμιο μάθαμε».
«Ναι, το Σεπτέμβριο φεύγει», είπε η κυρία Ελενίτσα με μισό στόμα.
Εκεί επάνω άλλαξε η κουβέντα. Τώρα μιλούσαν για τον καινούργιο ψάλτη της Μητρόπολης.
«Τι φωνή είναι αυτή! Χαίρεσαι να τον ακούς».
«Έγραψαν στο Πατριαρχείο. Είναι από τους πλέον καλλίφωνους ψαλτάδες της Πόλης».
«Ε, μα βέβαια, δεν ήταν σωστό να μην έχει κοτζάμ εκκλησία έναν ψάλτη της προκοπής. Τώρα, λένε, διαλέγει παιδιά με καλές φωνές να σχηματίσει χορό. Τι ωραία. Πόσο μου αρέσει η πρόοδος!»
«Η πρόοδος σου αρέσει! Άσε με ήσυχη, Κατίγκω. Προχθές όμως που πήγαμε στην εκκλησία με παράτησες για ν' ανεβείς στο γυναικωνίτη!»
Αυτή που μίλησε έτσι ήταν η κυρία Στρατάκη, του καθηγητή των φυσικομαθηματικών στο Γυμνάσιο. Η κυρία Παρή. Όσο ήσυχος ήταν εκείνος, αφοσιωμένος στη δουλειά του, ήμερος σαν αρνί, τόσο ζωηρή και τσαπερδόνα ήταν η γυναίκα του. Πολυλογού, σπιρτόζα και νόστιμη, άρεσε σ' όλους η ευχάριστη παρέα της. Δεν ήτανε ντόπια. Η οικογένειά της ήρθε από τη Σμύρνη, μετά την απελευθέρωση. Πολλοί αποκαταστημένοι στην ξενιτιά βιάστηκαν τότε να γυρίσουν, να χαρούν κι αυτοί την ένωση του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα. Ανάμεσα σ' όλους ήτανε κι ο πατέρας της. Υφασματέμπορος στη Σμύρνη μετάφερε το κατάστημά του κι έκανε από τότε χρυσές δουλειές. Λίγο καιρό μετά ο Στρατάκης του γύρευε την Παρή.
Το σπιτικό που έφτιαξαν δεν έμοιαζε σε τίποτα με τ' άλλα. Εδώ διαφέντευε η Παρή. Εκείνη αποφάσιζε για όλα τα πάντα. Έκρινε καλό να γίνει ένα πράμα, γινόταν. Δεν το 'βρισκε καλό, δεν γινόταν. Για τίποτα δε ζητούσε τη γνώμη του. Αλλά και αν στις χίλιες μια έλεγε κι αυτός κάτι, αφού τον άκουε καλά - καλά, του αποκρινόταν χαϊδεύοντάς τον:
«Εσύ, Δημητρό μου, να κοιτάζεις, αγόρι μου, τα βιβλία σου. Δεν είσαι για τίποτα άλλο. Σε πήρα γιατ' είσαι λεβέντης και μένα από μικρή μ' άρεζαν τα όμορφα παλικάρια, αλλά για οικογενειάρχης δε φελάς. Ξέρεις να ψωνίσεις χωρίς να σε γελάσουν; Ξέρεις να παζαρέψεις; Ξέρεις να ξεχωρίσεις το φρέσκο ψάρι από το μπαγιάτικο; Όχι, Δημητρό, δεν ξέρεις. Το λοιπόν άσε με εμένα να φροντίζω».
Και την άφηνε. Ήταν η μόνη γυναίκα που πήγαινε στην αγορά κάθε πρωί με το δίχτυ κι η πρώτη που δεν ανέβαινε σαν τις άλλες στο γυναικωνίτη.
«Λοιπόν», ξακολούθησε, «γιατί δεν ήρθες κάτω, αφού τόσο σ' αρέσει η πρόοδος παρά ντογρού στο γυναικωνίτη κι αφού, όπως μου λες, πιάνεται η καρδιά σου;»
«Έτσι είναι το έθιμο, Παρή μου».
«Και θα το ξακολουθήσεις έτσι μέχρι Δευτέρας Παρουσίας;»
«Μα αφού αυτή 'ναι η συνήθεια, πώς να γένει, κυρία Στρατάκη μου;» είπε μια άλλη.
«Να τη χαλάσετε! Αυτό θα πει πρόοδος. Να χαλιέται ό,τι 'ναι παλιό. Ξέρετε πόσες έρχουνται τώρα κάτω; Να!» Κι ανοιγόκλεισε μαζεμένα τα δάχτυλά της. «Εχτές συνάντησα και τη νύφη σας, κυρία Ελενίτσα, στα ψαράδικα».
«Ω, εκείνη εψώνιζε ανέκαθεν», απάντησε η κυρία Ελενίτσα σουρώνοντας τα φτενά χείλια της κοροϊδευτικά.
«Μπράβο της! Να μου ζήσει».
«Αυτά είναι ζητήματα των αντρών, κυρία Παρή μου. Πολλοί δε το επιτρέπουν», είπε μια άλλη.
«Πολύ σωστά», είπε η κυρία Ελενίτσα, «εμένα π.χ. ο δικός μου ποτές δεν θα μ' άφηνε με κανένα τρόπο να πάω στην αγορά. Φανταστείτε, προχτές με μάλωσε, γιατί νομίζετε; Γιατί με είδε να στέκομαι στο δρόμο να μιλώ με κάποια κυρία. Συναντηθήκαμε κατά τύχη και αλλάξαμε δυο λόγια. Αυτό λοιπόν δεν του άρεσε. Ήρθε με κατεβασμένα μούτρα και με κατσάδιασε. “Να στέκεσαι να μιλάς στη μέση του δρόμου! Πού ξανακούστηκε!”»
«Και το παραδεχτήκατε!» ξεφώνισε η κυρία Παρή.
«Το παραδέχτηκα βέβαια. Ίσως να 'χε δίκιο. Εκείνος ξέρει καλύτερα από μένα τ' είναι το σωστό».
«Έπρεπε να 'μουν εγώ. Όχι που ο Δημητρός είναι ένα κομμάτι μάλαμα, θηρίο να 'τανε θα τον έφερνα στα νερά μου. Όχι με το έτσι θέλω, με το καλό. Με τη λογική. Επειδή 'ναι ο άντρας, να παραδέχομαι όλα τα στραβά που λέει;»
Έπειτα είπαν για τις μόδες κι αφού κατόπιν έσουραν στα δουλικά τους όσα σέρνει η σκούπα, διαλύθηκαν γιατί βράδιαζε κι έπρεπε να βρίσκονται στα σπίτια τους πριν από τους άντρες τους, όπως απαιτεί η τάξη.
...............................
Κι άξαφνα εγίνηκε μεγάλο σούσουρο στην πολιτεία. Στη Λέσχη των Εμπόρων έφτασε μια μέρα ανάμεσα στ' άλλα περιοδικά και το Αθηναίικο, που ούτε πολύ ούτε λίγο ιστορούσε, μάτια μου, το σκάνταλο του προέδρου της Λέσχης Ανυφαντή με τη δούλα του. Ούτε ονόματα έλεγε βέβαια ούτε πού γενήκαν αυτά, αλλά έπρεπε να 'σαι ντιπ βόδι να μην καταλάβεις. Κι από κάτω τ' όνομα μιας γυναίκας. Κι όπως συμβαίνει πάντα, γραμμένο το περιστατικό, φάνηκε σ' όλη του την εγκληματική ατιμία. Κάποιος τρανός με αξιώματα και μεγάλη θέση έχει στο σπίτι του μια νέα υπηρέτρια. Από δω σ' έχω από κει σ' έχω την καταφέρνει. Έπειτα το κορίτσι πίνει το γιατρικό, που της πηγαίνει ο ίδιος για ν' αποβάλει και πεθαίνει. Όλοι ξέρουνε τι έγινε αλλά κανένας δεν βρίσκεται να ξεσκεπάσει τον εγκληματία. Ποιος όμως το 'γραψε; Ήτανε πραγματικά γυναίκα; Και ποια; Από τότε, κάθε που έφτανε το φυλλάδιο, το 'παίρναν όλοι να δουν αν η άγνωστη δημοσίευε τίποτα.
Κι ύστερα από καιρό καινούργιο σούσουρο πιο μεγάλο. Το περιοδικό είχε τυπωμένη την εικόνα της Ηλέκτρας, της θυγατέρας του γιατρού Αλεξάκη, μ' ένα σωρό παινάδια για την αξιοσύνη της.
«Αν και τόσο νέα», γράφανε, «η συγγραφεύς, μπορεί να μας δίνει κάθε φορά, ολοζώντανα κομμάτια της κοινωνίας».
Στα ασάλευτα νερά του βάλτου, που ως τότε καθρέφτιζαν μόνο τον ουρανό, ξάφνου έπεσε μια πέτρα και όλος ο βούρκος ο κατακαθισμένος στο βυθό ανέβηκε στην επιφάνεια.
Η κυρία Ελενίτσα λίγο έλειψε να πάθει συγκοπή, όταν ήρθε ένα μεσημέρι ο κύριος Πετράκης και της είπε καταστενοχωρημένος κι εκείνος ο καημένος τα κατορθώματα της ανεψιάς της.
«Έγραψε για τον κύριο Ανυφαντή! Δυστυχία μου! Κι είναι να πάω σήμερα επίσκεψη. Πώς θα αντικρίσω τους ανθρώπους! Μπα, μπα, δεν πάω... Αδύνατο. Μαρούλα! Δώσε μου λίγο νερό!... Και γράφει έτσι; Ηλέκτρα Αλεξάκη;»
«Δε γράφει με τ' όνομά της, αλλά το περιοδικό τύπωσε τη φωτογραφία της...»
«Τη φωτογραφία της! Πω! Πω! Ντροπή!» Κι η κυρία Ελενίτσα έπιασε τα μάγουλά της.
«Αχ, τι μου κάνει ο Αντρέας. Μα βέβαια, τι έπρεπε να καρτερεί κανείς από έναν ανισόρροπο. Καλά να πάθει, ας χτυπά τώρα το κεφάλι του στον τοίχο! Εγώ όμως τι γίνομαι; Πώς θα παρουσιάζομαι στον κόσμο; Πώς θα πάω στην εκκλησία;... Τι αμαρτίες έχω κάμει, Θε μου, και τις πληρώνω! Φέρνω τότε τη Σοφία, την έχω σαν παιδί μου και καλύτερα, την ορμηνεύω νυχθημερόν κι αντί ν' ακολουθεί τις συμβουλές μου, κάνει τον αγαπητικό κι ως να μην έφτανε αυτό πάει να μας βάλει φωτιά να γίνομε παρανάλωμα του πυρός! Και τώρα η κόρη του αδερφού μου να μας εκθέτει στη γενική κατακραυγή. Ακούς για τον κύριο Ανυφαντή! Και το χαιρετισμό θα μας κόψουν. Δρόμο θ' αλλάζουν όταν θα συναντιόμαστε. Και θα 'χουν δίκιο οι άνθρωποι. Κι έπειτα μου λένε εμένα πως δε βγαίνουν τα όνειρα. Εχτές λοιπόν ονειρεύτηκα, Πετράκη, πως το καινούργιο μου φόρεμα είχε, λέει, ένα λεκέ εδώ, μπροστά στο στήθος. Ετοιμαζόμουν, λέει, να πάω στην εκκλησία κι όπως το φόρεσα, τον είδα. Στενοχωρημένη το βγάζω κι αρχίζω να το πλένω. Τρίβω, τρίβω, αδύνατο, δε βγαίνει, και να περνά η ώρα και να βιάζομαι να φύγω... Κει απάνω ξύπνησα. Σε καλό μου, λέω και κάνω το σταυρό μου. Δε θα το 'λεγα, γιατί δεν πρέπει να λέμε τα όνειρά μας πριν ξεδιαλύνουν, αλλά νά που βγήκε. Ολοφάνερο όνειρο. Γράφει λοιπόν καταλεπτώς το επεισόδιο με το νι και με το σίγμα, με τ' όνομα του Ανυφαντή φαρδύ πλατύ... με της δούλας...»
«Όχι, όχι. Ούτε όνομα γράφει, ούτε τόπο, ούτε τίποτα, μόνο το επεισόδιο όπως ακούστηκε στον κόσμο. Αλλά όλοι καταλάβανε ποιον εννοούσε. Τι είναι που κάνει νιάου, νιάου στα κεραμίδια».
«Α, έτσι... δε λέει ονόματα».
«Όχι, τίποτα, κι ο Ανυφαντής κάνει τον ανήξερο. Ό,τι ειπώθηκε, ειπώθηκε πίσω του. Το φυλλάδιο εκείνο εξαφανίστηκε αμέσως να μην το δει».
«Μα τότε δεν υπάρχει λόγος να μην πάω σήμερα που δέχεται η κυρία Χριστίνα...»
ΣΤ'
Η κυρία Ελενίτσα τώρα και κάμποσο καιρό δεν αισθάνεται πολύ καλά. Τις πιο πολλές ώρες τις περνά στο κρεβάτι. Οι γιατροί δεν της βρίσκουν τίποτα. Μονάχα να προσέχει από το κρύο. Νήστευε όλη τη μεγάλη σαρακοστή και αδυνάτισε ο οργανισμός της. Το εναντίον από τον κύριο Πετράκη, που είναι κοτσονάτος. Γερό κόκκαλο. Δεν είπε ποτέ το κεφάλι του. Τρώει, χωνεύει, κοιμάται. Με την ευκαιρία της κυρίας Ελενίτσας εξετάστηκε κι εκείνος. Τίποτα. Μπεντένι. Εκείνη όμως τη φοβάται. Πήρε τον κατήφορο. Είναι πολύ στενοχωρημένος. Θες να δεις να του αφήσει χρόνους! Παντρεύτηκε για να μην είναι μοναχός στα γεράματα. Και τώρα κινδυνεύει να την πάθει. Έπρεπε να πάρει μια πολύ νεότερη. Οι γυναίκες, βλέπεις, γερνούν γρηγορότερα. Η κυρία Ελενίτσα από μέρους της είναι ευτυχής που έχει τον κύριο Πετράκη. Πόσο την περιποιόταν. Της πήρε ένα κρασί σαράντα χρονών. Μπάλσαμο. Στο φαγητό της πίνει μισό δαχτυλάκι κι αμέσως ανατρανίζει.
«Ποτέ πια δε θα νηστεύεις, Ελενίτσα», της λέει. «Έκαμα πολύ άσκημα που σου επέτρεψα αυτή την ανοησία. Βέβαια, ήταν επόμενο».
Εκεί που κάθεται στο κρεβάτι της με το εικονοστάσι αντίκρυ, η κυρία Ελενίτσα σκέπτεται το θάνατο. Δεν τον φοβάται. Ξέρει πως θα πάει εν τόπω χλοερώ. Έχει όμως κάποιο ιερό χρέος να εκπληρώσει.
«Ξέρεις, Πετράκη, τι θα 'θελα;»
«Τι, Ελενίτσα;»
«Να κάμω τη διαθήκη μου. Να μου φέρεις το συμβολαιογράφο».
«Γιατί με στενοχωρείς, Ελενίτσα, μπορείς να μου εξηγήσεις;»
«Δε σε στενοχωρώ, Πετράκη, γιατί σε στενοχωρώ; Όλοι οι άνθρωποι έτσι πρέπει να κάμουν αφού δεν είναι αιώνιοι. Όπως σ' όλη μου τη ζωή σκεπτόμουν τα χρέη μου και τα εχτελούσα, έτσι θέλω να εχτελέσω και το τελευταίο που μου μένει. Κι αυτό, είναι, Πετράκη, να σου δείξω την ευγνωμοσύνη μου για την ευτυχία που εγνώρισα στα χέρια σου».
Η κυρία Ελενίτσα έτσι λέγοντας εδάκρυσε, καθώς εδάκρυσε κι ο κύριος Πετράκης. Μαζί όμως με τη συγκίνηση ευχαριστήθηκε. Την επαύριο ήρθε ο συμβολαιογράφος και εσύνταξε τη διαθήκη.
Όλα της τα υπάρχοντα τ' άφηνε στον κύριο Πετράκη. Στον αδερφό της δεν άφηνε ούτε το πατρογονικό τους σπίτι, να μην ξενώσει και να μπούνε ξένοι εκεί που ζήσανε οι γονιοί της και οι γονιοί των γονιώ τους. Τίποτε, όλα στον Πετράκη. Αλλά και ο κύριος Πετράκης δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Να της πει: «Όχι, Ελενίτσα, δεν είναι σωστό. Έχω τα δικά μου. Οι περιουσίες μας πρέπει να πάνε στους φυσικούς δικαιούχους. Ο αδερφός σου έχει παιδιά, έχω κι εγώ τα δικά μου ανίψια. Όταν πια δε θα μας χρειάζονται εμάς, ας τα χαρούν αυτά». Θεός φυλάξοι. Γιατί τώρα ο κύριος Πετράκης ξέρει πως τότες που πήρε πίσω το καπάρο από τον Τούρκο έκαμε μεγάλη κουτουράδα. Όταν κάποτε αναθυμιέται τα λόγια του γιατρού και πως τα 'βρισκε σωστά, απορεί. Αν ήταν έτσι, να κλοτσάμε την τύχη που ξαφνικά μας πέφτει από τον ουρανό, φέξε μου και γλίστρησα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται για ν' αποχτήσει, όχι για να μουφλουζέψει.
Όταν η κυρία Ελενίτσα μετέστη προς Κύριον κι ανοίχτηκε η διαθήκη, ο μόνος που δεν παραξενεύτηκε ήτανε ο γιατρός. Αλλά ούτε και στενοχωρέθηκε. Δικά της ήτανε, δικαίωμά της να τα διαθέσει όπως ήθελε. Η μόνη που πήγε να σκάσει ήτανε η Κατερινιώ, η γριά υπηρέτρια. Το φυσούσε και δεν κρύωνε.
«Ακούς εκεί η αθεόφοβη, ν' αποξενώσει τ' ανίψια της από το βιος της. Δικά της ήτανε μαθές και τα χάρισε στον ξένο; Και καλά, έδωσε τ' ακίνητα, μα τις κασέλες και τα χρυσαφικά γιατί δεν τ' άφησε στο κορίτσι; Η γρουσούζα. Θρήσκα λέει και καλή χριστιανή...»
Να την ακούνε έτσι να βαταλαλεί όλη μέρα, γελούσανε στου γιατρού.
«Γιατί θυμώνεις, Κατερινιώ, και χαλάς την καρδιά σου; Δεν πειράζει. Έπειτα, μήπως την αγαπούσαμε; Ούτε κι εμείς δεν την αγαπούσαμε».
«Κανένας δεν την αγαπούσε. Κι έπρεπε αν είχε αίστημα να καταλάβει πως έφταιγε η κακοσύνη της και να μετανοήσει στα ύστερά της».
Χρόνος δεν είχε κλείσει κι ο κύριος Πετράκης ζήτησε να ξαναπαντρευτεί. Όπως την πρώτη φορά, έτσι και τώρα φοβόταν τη μοναξιά. Πήρε μια χήρα, ανοιχτόκαρδη και καλή γυναίκα. Με τ' αγιωτικά δεν έχει κανένα πάρε δώσε. Τρώνε στην καλή τραπεζαρία, μόλις παίρνει να βραδιάσει ανάβει τη μεγάλη λάμπα και η δουλειά της είναι να πλέκει και να κεντά τα προικιά της ανεψιάς της, κόρη της αδερφής της κι αναδεξιμιά της. Ευτύς από την πρώτη στιγμή έκαμε το σχέδιο να την παντρέψει μ' έναν από τους ανιψιούς του κυρίου Πετράκη, τον Παντελή, έμπορο σε κάποια κωμόπολη.
Ήτανε, έλεγε ο κύριος Πετράκης, δραστήριος και του εμπορίου. Σκεφτόταν μάλιστα να τον πάρει στο μαγαζί και σιγά - σιγά να τον αντικαταστήσει, να ξεκουραστεί κι εκείνος πια.
Όταν μια μέρα η κυρία Ευθυμία, έτσι την έλεγαν, του 'καμε την πρόταση, ο κύριος Πετράκης εδέχτηκε αμέσως. Του άρεσε πολύ η νέα.
«Μαζί τους, Πετράκη μου, θα ξανανιώσομε και μεις. Είναι ωραίο πράμα να βλέπεις γύρω σου τα νιάτα. Γιατί να 'μαστε δυο κούκοι ολομόναχοι σε τόσο κονάκι. Να ζήσομε μαζί τους, να μας αλεγράρουνε με τις κουβέντες και τα γέλια τους. Να νταντέψω τα μωρά τους. Έτσι μόνο θα κερδίσουμε τη ζωή μας. Αλλιώς, Πετράκη, τι ήρθαμε και κάμαμε στον ψεύτη κόσμο;»
Κι ως έβλεπε τον κύριο Πετράκη να 'ναι σύμφωνος, ανοίγανε τα φυλλοκάρδια της κυρίας Ευθυμίας.
«Έτσι καλός ήτανε κι ο μακαρίτης ο άντρας μου», έλεγε. «Άγιος άνθρωπος. Από την προίκα που πήρε από τον πατέρα μου δε σήκωσε ποτέ του ούτε ένα γρόσι. Τα μηνιάτικα που 'παιρνε από δυο μαγαζιά που είχα, μου τα 'δινε στο χέρι κάθε μήνα».
«Πάρε τα λεπτά σου, Ευθυμία, να τα κάμεις ως θέλει η όρεξή σου», μου 'λεγε.
«Όχι, Μηνά», του 'λεγα, «να τα κρατήσεις του λόγου σου. Μήπως αν έχω από τίποτα ανάγκη, δε θα σου το πω;»
«Άλλο εκείνο. Αυτό 'ναι δικός μου λογαριασμός. Ξέρω πως έχεις φτωχούς εδικούς, Ευθυμία. Βόηθα τους χωρίς να το ξέρει κανείς. Μήπως του λόγου σου ξέρεις πού δίνω εγώ; Όχι. Έτσι να μην ξέρω κι εγώ τις δικές σου δουλειές».
Όταν λίγες μέρες πριν το γάμο της ανιψιάς της ετοιμάστηκε η κρεβατοκάμαρα των μελλόνυμφων και στρώθηκαν τα προικιά και ήρθαν οι φίλοι και οι συγγενείς να τα δουν, έμειναν όλοι μ' ανοιχτό το στόμα μπρος σ' όλα εκείνα τα περίφημα πράματα!
Τόπια τα λινομέταξα σεντόνια, τόπια τα ολόλινα και βουνό ο γιούκος με τις κουσκουσελίδικες πατανίες και τα χράμια και τις ανάπλες και τα κιλίμια με κείνα τα ξόμπλια ίδια κάμπος με τα λούλουδα. Κι άσε τις μεταξοφάδιαστες τις μπόλιες σαν το κνισαρόπανο. Εκεί ήτονε κι ο χρυσοκέντητος τσεβρές, της χανούμης αν θυμάστε, και ο δίσκος ο ασημένιος με την ασημένια αρματωσιά του.
Ω, αν ήθελε το βάλει ο νους της κυρίας Ελενίτσας πως τόσο γρήγορα θα 'βαζε άλλη στο ποδάρι της. Μπορεί να του 'ριχνε τζιβά στ' αφτί. Τέτοια ξαλησμονιά, τέτοια καταφρόνεση. Πού να το βάλει όμως. Το εναντίο, επίστευε πως όλη του την αποδέλοιπη ζωή θα την αφιέρωνε στη μνήμη της. Θα της έκανε μνημόσυνα και λειτουργιές για την ψυχή της, χωρίς άλλη ελπίδα και παρηγοριά παρά να την ανταμώσει σα θα κλειούσε και κείνος τα μάτια, στους κόλπους του Αβραάμ. Τίποτα απ' όλα αυτά. Η κυρία Ελενίτσα κειτόταν απολησμονημένη στην τελευταία της κατοικία με σβηστό καντήλι, χωρίς ούτε μια ρίζα βασιλικός να μοσκοβολά το χώμα που την σκεπάζει. Η καημένη, τον χλοερό τόπον που ονειρευόταν να βρει στον κάτω κόσμο, ούτε το κουφάρι της δεν τον απόλαψε στον απάνω με λίγη πρασινάδα.
Ζ'
Αν κάποιος που έλειψε όλα αυτά τα χρόνια από την επαρχιακή εκείνη πολιτεία ξαναγυρίσει τώρα, θα τη βρει αλλαγμένη. Σπίτια σαν της κυρίας Ελενίτσας δεν υπάρχουν πια. Ούτε λάμπες του πετρελαίου, ούτε νοικοκυρές να γυρνούν στα σπίτια τους πριν βουτήσει ο ήλιος μη τυχόν και πάνε οι άντρες και δεν τις βρούνε.
Πάνε αυτά. Τώρα ο κόσμος ταξιδεύει με το αεροπλάνο, τα ράδια λένε τα παγκόσμια νέα και δεν υπάρχει γυναίκα που δεν πάει στον κινηματογράφο να θαυμάσει τους αστέρες, θηλυκούς και αρσενικούς.
Κι ο γιατρός; Τι γίνεται ο γιατρός; Θα γέρασε κι εκείνος. Βέβαια και γέρασε. Ποιος δε γερνά με τα χρόνια;
Η καρδιά του όμως είναι πάντα νέα. Πώς χαίρεται αυτή την αλλαγή που γένηκε και γίνεται ολοένα. Τα κάστρα που πρώτος βάλθηκε να γκρεμίζει στο στενό χώρο του φτωχικού του, να βλέπει να πέφτουν ολόγυρά του σιγά - σιγά. Ο κόσμος όλο πηγαίνει και πιο μπρος κι όλο και φαρδαίνει ο δρόμος προς το φως. Και πώς συγκινιέται όταν συναντά κορίτσια να βγαίνουν το βραδάκι από τα γραφεία ή από τα σκολειά εύθυμα, με τα πλούσια μαλλιά τους στον άνεμο. Ξέρει πως όλη τούτη η νεότητα είναι ο φορέας μιανού αύριο χωρίς σκουριές, χωρίς προλήψεις, χωρίς σκλαβιές.
«Τι ωραία και τι σίγουρα που προχωρεί η ζωή!»
Τα παιδιά του λείπουν. Ο γιος του όλο και προκόβει στο Παρίσι και η Ηλέκτρα είναι στην Αγγλία, αντιπρόσωπος σε κάποιο παγκόσμιο συνέδριο για τα δικαιώματα της γυναίκας.
Τι ωραία και τι σίγουρα που προχωρεί η ζωή! Μονάχα που είναι λίγη η άτιμη!
Καζαντζάκη Γαλάτεια
Κρίσιμες στιγμές, Διηγήματα
Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου