Ήμουν είκοσι χρονών, φοιτητής ακόμα, όταν η Νίνα θα 'ταν μόλις δεκαοχτώ. Εκείνο το καλοκαίρι, που πήγα πάλι να το περάσω στην πατρίδα μου, την πρόσεξα για πρώτη φορά. Ως τότε μου φαινόταν ανήλικη, ασήμαντη, και, μολονότι από μικρή όμορφη και πεταχτούλα, την περιφρονούσα. Άξαφνα την ξαναείδα ξεσπουρδισμένη, μεγαλωμένη, έτοιμη. Μα κι η ομορφιά της είχε μεγαλώσει το ίδιο. Ακόμα θυμάμαι την τουαλέτα που φορούσε, εκείνο το καλοκαίρι, όταν έβγαινε περίπατο, με τη μητέρα της, την κοντέσα Μαρίνα, και τη μεγαλύτερη αδερφή της, τη Στέλλα -μια κοντόχοντρη, άσκημη- στην πλατεία και στη Στράτα - Μαρίνα. Ήταν ένα στενό, μονοκόμματο φόρεμα, μακρύ ως τα στραγάλια -το πρώτο ίσως μακρύ που έβαζε το φιντανάκι- από λεπτότατο ύφασμα σταχτί με γαλάζιες γαρνιτούρες· σταχτιά επίσης γοβάκια με γαλάζιες φιούμπες· και καπέλο νινίς -μεγάλα μπορ, κατεβασμένα στα πλάγια ως κάτω απ' τ' αυτιά- με γαλάζια λουλούδια. Ψηλή, πιο ψηλή κι από τη μητέρα της -λεπτή, λυγερή, με καστανά μαλλιά προς το ξανθό και με πολύ σκούρα γαλανά μάτια. Όλοι την κοίταζαν. Μα όλους τους κοίταζε κι εκείνη. Αυτό δα το 'χε από μικρή: δεν εννοούσε ν' αφήσει παραπονεμένον κανένα. Κι αρχοντόπουλα κοίταζε κι εμπορόπουλα· και μερικά ροδέμνοστα παιδιά του λαού τα κοίταζε κι εκείνα. «Γεννημένη για έρωτα», την έλεγαν οι φίλοι μου, που την ήξεραν και καλύτερα.
«Δέχεται, να ξέρεις, και ραβασάκια», με πληροφορούσαν. «Απαντάει κιόλας με πολύ αίσθημα και με κάμποσες ανορθογραφίες. Καμιά φορά δίνει και κανένα στιγμιαίο ραντεβού στο ιντρόιτο του αρχοντικού της».
«Δηλαδή;»
«Μα να, όταν γυρίζουν το βράδυ οι τρεις τους απ' τον περίπατο. Μπαίνουν, κλείνουν, η μάνα της κι η αδερφή της ανεβαίνουν. Εκείνη, με μια πρόφαση, μένει κάτω. Άξαφνα σου ανοίγει, σε μπάζει -την είχες πάρει από πίσω και σου είχε γνέψει να την περιμένεις απ' έξω απ' την πόρτα- σ' αγκαλιάζει
-“αγάπη μου!”- σου δίνει ένα γρήγορο φιλί στο στόμα -ένα μόνο- κι ενώ εσύ φιλάς ακόμα, σε αποσπρώχνει: “Φτάνει! Πήγαινε... μη μάς ακούσουν!” Βγαίνεις, ξανακλείνει, ανεβαίνει. Αυτό ήταν όλο».
«Το δοκίμασες ποτέ;»
«Tι σε νοιάζει!... Πίστευε και μη ερεύνα».
Ένας, δύο, τρεις από τους φίλους μου, απάνω - κάτω συνομήλικοι, μου έδωσαν αυτές τις πληροφορίες, ίδιες όλοι και σχεδόν με τα ίδια λόγια. Κι η παλιά μου περιφρόνηση για τη Νίνα ξαναγύρισε. Τι κι αν μεγάλωσε κι αν ομόρφηνε τόσο; Ή τι κι αν ήταν γεννημένη για έρωτα; Τη στιγμή που τα 'παιζε έτσι με όλους, δεν μπορούσε κανείς να τη λογαριάζει...
Κι όμως χωρίς να θέλω, τη λογάριαζα. Κάθε φορά που την έβλεπα στον περίπατο με το νινίς καπέλο, ή στο μπαλκόνι του αρχοντικού της, κάτασπρη σαν το χιόνι, γαλανή σαν τον ουρανό, ξανθή σαν τον ήλιο, την έβρισκα και πιο όμορφη. Έφθασα να πω πως δεν υπήρχε πιο όμορφο κορίτσι ούτε στη Ζάκυνθο, ούτε πουθενά. Ύστερ' από δυο - τρεις εβδομάδες, κατάλαβα πως κινδύνευα και να την ερωτευθώ. Και μ' έκανε πολύ μελαγχολικό η ιδέα πως, αν άρχιζα να της κάνω κόρτε, θα την κατάφερνα ίσως να μ' ανοίξει ένα βράδυ την πόρτα για να τη φιλήσω κι εγώ στο στόμα εκείνο που τόσοι το είχαν φιλημένο. Α! Μόνο ένας δυνατός έρωτας θα μ' έκανε να υποστώ και ν' αψηφήσω τέτοια ταπείνωση. Και φαντάσου -έλεγα μέσα μου- αν την ερωτευόμουν τόσο τρελά, ώστε ν' αποφασίσω να την πάρω!
Και το 'ξερα πως αν τη ζητούσα, θα μου την έδιναν -δυστυχώς- χωρίς πολλή δυσκολία. Ο μπάρμπας της ο γιατρός -πατέρα δεν είχε- μ' αγαπούσε ξεχωριστά. Η μητέρα της, αδερφή του γιατρού, γραμματισμένη γυναίκα, λετεράτα, έλεγε πως μ' εχτιμούσε πολύ -είχα αρχίσει προ πολλού να γράφω και να δημοσιεύω- και πως επιθυμούσε να με γνωρίσει κι από κοντά. Η οικογένειά μου δεν ήταν βέβαια αρχοντική, στεκόταν όμως καλά, η μητέρα μου, λετεράτα κι αυτή, είχε φιλία μ' ένα σωρό αρχόντισσες, κι εγώ ήμουν φοιτητής...
Ωστόσο μόνο από μακριά, ντι καπέλο, χαιρετιόμουν με την οικογένεια. Μια μέρα όμως, στη Στράτα - Μαρίνα, ο γιατρός, που έτυχε να συνοδεύει τις τρεις κυρίες, με σταμάτησε, καθώς περνούσα χαιρετώντας, γιατί η κοντέσα επιθυμούσε να με συγχαρεί για τη «Μητριά μου». Μου έκανε πραγματικά ένα σωρό κομπλιμέντα -η Στέλλα μιλιά, η Νίνα με κοίταζε στα μάτια- κι ανάμεσα στ' άλλα μου είπε:
«Από τους Έλληνες συγγραφείς, τρεις είναι οι αγαπημένοι μου: ο Στέφανος Ξένος, ο Τάιμσων (1) και σεις!»
Ήμουν μαζί με τον Μάργαρη τον ποιητή, που είχε σταθεί εκεί δα όσο μιλούσα με την κοντέσα. Τ' άκουσε αυτό· κι όταν γύρισα κοντά του, έβαλε τις φωνές και τα γέλια:
«Μωρέ, άκουσες τι είπε;... Ω, μισκούλιο, ω, ανακάτωμα!... ο Ξένος, λέει, ο Τάιμσων και συ!... Ετούτη, γιαμά, είναι η λετεράτα, τη μπίστη τση;!...»
Το λόγιο αυτό έκαμε τον κύκλο των ζακυνθινών λογίων κι από τότε, άμα έβλεπαν την κοντέσα Μαρίνα, έλεγαν: «Να, η λετεράτα, τη μπίστη τση!» Εμένα μού κακοφαινόταν και την υπερασπιζόμουν:
«Δε σας φτάνει που διαβάζει η γυναίκα; Ποια άλλη αρχόντισσα εδώ πιάνει ελληνικό βιβλίο; Θέλατε και να ξέρει να ξεχωρίζει... Σχολές; Και στο κάτω - κάτω πρέπει να της τα συγχωράμε όλα αφού... γέννησε μια τόσο όμορφη κόρη!...»
«Α, ναι, όσο γι' αυτό... ποιος μπορεί να της πει τίποτα;» ομολογούσε κι ο Μάργαρης ο ίδιος.
Έτσι έγινα φίλος κι από κοντά. Κάθε φορά που απαντιόμαστε έξω, η κοντέσα έπρεπε να με σταματήσει, να μου δώσει να της φιλήσω το χέρι, να με ρωτήσει τι γράφω τώρα και να με παρακαλέσει να πω τα χαιρετίσματά της στην κυρία μητέρα μου. Καμιά φορά, όταν ήμουν μόνος, μού έλεγε: «Κάνουμε λίγα βήματα μαζί;»
«Ω, τιμή μου!»
Μ' έβαζε κοντά της, προς το μέρος της Νίνας, και πηγαίναμε κατά τον Μώλο, όπου ήταν περισσότερη ησυχία, μιλώντας -πάντα η κοντέσα κι εγώ- για πολλά και διάφορα. Σε λίγο γυρίζαμε και, άμα φτάναμε στον κόσμο, αποχαιρετιόμαστε. Η Νίνα φαινόταν κατευχαριστημένη. Αν και δε μιλούσε, άκουγε με προσοχή την ομιλία μας, γυρισμένη πάντα κατά μένα, ακουμπούσε κάπου - κάπου πάνω μου ή με έπιανε -σαν να παραπατούσε κι ήθελε να στηριχτεί- και στο τέλος μου 'σφιγγε το χέρι μ' όλη της τη δύναμη. Απεναντίας η Στέλλα φαινόταν δυσαρεστημένη. Απομακρυνόταν ένα βήμα, κοίταζε γυρισμένη κατά τη θάλασσα, κι όταν τις άφηνα, μόλις μου άγγιζε το χέρι. Φυσικά, η Στέλλα δεν ήταν ούτε λετεράτα σαν τη μητέρα της, ούτε «γεννημένη για έρωτα» σαν την αδερφή της. Γι' αυτό κανενός είδους ενδιαφέρον δεν μπορούσα να της εμπνέω και στοχάζουμαι, θα της κακοφαινόταν πολύ που η μητέρα της, ενώ δεν έπαιρνε ποτέ μαζί τους κανένα νέο, ούτε αρχοντόπουλο, ούτε συγγενή, έκαν' εξαίρεση για μένα από φιλολογικό θαυμασμό! Να 'μουνα τουλάχιστον κόντες σαν το Σολωμό!...
Περιττό να πω τώρα πως κι ο δικός μου θαυμασμός για τη Νίνα ολοένα μεγάλωνε, και πως ολοένα αισθανόμουν πλησιέστερο το φοβερό κίνδυνο να την ερωτευθώ, να τρελαθώ γι' αυτήν και... να τη ζητήσω.
Κάποιο περιστατικό μ' έκαμε να το φοβηθώ περισσότερο.
Ένα μεσημέρι, φεύγοντας απ' το Καζίνο με τον Τώνη -δεύτερο ξάδερφο της Νίνας και πολύ στενό μου φίλο- περάσαμε -ήταν ο δρόμος μας- κάτω απ' το σπίτι της και την είδαμε σ' ένα παράθυρο. Σταθήκαμε, αλλάξαμε λίγα λόγια -ο Τώνης μάλλον- και προχωρήσαμε.
«Πώς σου φαίνεται η ξαδέρφη μου;» με ρώτησε.
«Πάρα πολύ όμορφη, φίλε μου! Και πώς ξεπετάχτηκε, ε; Πέρσι ακόμα ήταν παιδούλα».
«Όχι και τόσο παιδούλα... Αυτό το θαυμάσιο στήθος που βλέπεις, το έχει από δεκαπέντε χρονών. Κι αυτά τα σατανικά μάτια από τον καιρό... που γεννήθηκε!»
«Όχι σατανικά, καημένε. Απλώς ωραία μάτια, ερωτικά».
«Σατανικά σου λέω! Αν τα πεις «γυναικεία», το ίδιο είναι. Γιατί πολύ λίγες γυναίκες έχουν γυναικεία μάτια. Ιδές της Στέλλας. Ωραία είναι κι αυτηνής, μα σου λένε τίποτα; Ω, της Νίνας μιλούν, τραβούν, μαγνητίζουν, τρελαίνουν!... Τι παράξενο όμως!...»
«Ποιο;»
«Η Νίνα».
«Γιατί; Τι έχει;»
«Να, αυτό. Τη βλέπεις και σου 'ρχεται... να τινάξεις γι' αυτήν τα μυαλά σου. Ή λες: “Είναι από τις γυναίκες που κάνουν τον άντρα ν' αψηφά και τη ζωή του”. Τη γνωρίζεις από κοντά; Βλέπεις πως δεν είναι τίποτα. Μα τίποτα απολύτως!»
«Όχι δα! Πώς γίνεται αυτό; Ένα τόσο όμορφο κορίτσι δεν είναι τίποτα; Μα τι θες να 'ναι; Υπάρχει μεγαλύτερο πράγμα από τη μεγάλη ομορφιά;»
«Μ' αυτό ίσα - ίσα είναι το παράξενο: ενώ είναι τόσο όμορφη... κάτι της λείπει».
«Σώπα, καημένε! Τι μπορεί να της λείπει;...»
«Δεν ξέρω. Κάτι. Το ξέρεις λοιπόν πως αν δεν της έλειπε αυτό το κάτι, η μισή Ζάκυθο θα 'ταν τώρα σκοτωμένη γι' αυτήν;»
Έβαλα τα γέλια.
«Μη γελάς! Ξέρω καλά τι σου λέω. Πόσοι φίλοι μου, πόσοι συγγενείς μου, την ερωτεύθηκαν σε βαθμό που ήταν έτοιμοι να σκοτωθούν, κι άμα τη γνώρισαν λίγο από κοντά, έπαψαν και να την αγαπούν απλώς!»
«Για στάσου, Τώνη, δεν καταλαβαίνω... Γιατί όλοι αυτοί ήθελαν να σκοτωθούν; Τους περιφρονούσε;»
«Κάθε άλλο! Μα πες μου και μένα; Έτσι, για τίποτα! Δεν την πίστευαν; Τη φοβούνταν; Ενόμιζαν πως θα τους γελάσει; Πως θα τους την πάρει άλλος; Πως θα 'ταν πολύ βαρύ φορτίο γι' αυτούς η ομορφιά της;... Κι όλ' αυτά από μακριά».
«Μ' από κοντά;»
«Νούλα! Φαίνεται πως εκείνο που της λείπει εκμηδενίζει με την απουσία του όλη αυτή την ομορφιά, τη νιότη, τη χάρη -και τα μάτια, και τα μαλλιά, και τα στήθη, και τα πάντα! Δεν είναι παράξενο;...»
«Τόσο πολύ, που δεν το χωράει ο νους μου».
«Να, ένας φίλος μου, στην περίοδο του «από μακριά», όλο στην τσίμα του Πόρτου βρισκόταν. Του έγραφε πως τον λατρεύει, πως πεθαίνει γι' αυτόν, πως ήταν όλη δική του, κι εκείνος ήθελε και σχεδίαζε να πνιγεί! Ένα βράδυ τον έμπασε στο ιντρόιτο».
«Ναι, ξέρω...»
«Τι ξέρεις;»
«Τίποτα, λέγε!»
«Μίλησαν, φιλήθηκαν, χωρίστηκαν. Αυτό ήταν! Από την άλλη μέρα ο άνθρωπος είχε ησυχάσει. Κι ούτε της ξανάγραψε πια, ούτε την ξαναπήρε από πίσω ως το σπίτι της, για να του ανοίξει την πόρτα».
Αυτά μου είπε εκείνο το μεσημέρι ο Τώνης. Και το αποτέλεσμα ήταν τόσο παράξενο! Ενώ στην αρχή μου φάνηκαν απίστευτα, αστεία, μπαλόρντα -με τη λέξη που μεταχειριζόμαστε τότε πολύ- ύστερα, όσο τα συλλογιζόμουν, τόσο μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν. Και γρήγορα έφτασα ν' ανακαλύψω πως κι εγώ, εκείνον τον καιρό, συχνά θυμόμουν το θάνατο κι είχα μιαν αναίτια, μια παράλογη επιθυμία να πεθάνω, να σκοτωθώ! Ήμουν λοιπόν στ' αλήθεια ερωτευμένος με τη μοιραία αυτή Νίνα και βρισκόμουν στην περίοδο του «από μακριά»;
Σύμφωνα, τώρα, μ' όσα μου είπε ο ξάδερφός της, δεν είχα παρά να την κάμω κι εγώ να μου ανοίξει ένα βράδυ την πόρτα της και να φιληθούμε στο ιντρόιτο. Μ' αυτό ίσα - ίσα φοβόμουν! Γιατί μου ήταν αδύνατο να πιστέψω πως μ' αυτόν τον τρόπο θα ησύχαζα. Απεναντίας, μου φαινόταν πως το αγκάλιασμά της, το φιλί της, θα μ' αποτρέλαιναν, και ή θ' αυτοκτονούσα στ' αλήθεια για να μη την πάρω, ή θα την έπαιρνα -τη Νίνα, τη γεννημένη για έρωτα!- που θα 'ταν άλλου είδους αυτοκτονία.
Και τότε έκαμα τη γενναία απόφαση να μη την ξαναδώ. Πλησίαζε άλλωστε κι ο καιρός που θα γύριζα στην Αθήνα. Τις λίγες μέρες που θα 'μενα ακόμα στη Ζάκυθο, δε θα ξαναπερνούσα απ' το σπίτι της -υπήρχαν άλλοι τρεις δρόμοι για να γυρίζω το μεσημέρι απ' το Καζίνο στο σπίτι μου- ούτε θα ξανάκανα περίπατο στη Στράτα - Μαρίνα, παρά ή θα πήγαινα στο Ψήλωμα -που το καλοκαίρι δε συχναζόταν σχεδόν καθόλου- ή θα τραβούσα, ακόμα πιο ερημικά, για τους Κήπους και το Αργάσι...
Κάνοντας έτσι, πέρασε καμιά βδομάδα χωρίς να τη δω ούτε μια φορά. Μου ήταν όμως αδύνατο να τη βγάλω απ' το νου μου! Διαρκώς είχα μπροστά μου τα σκούρα γαλανά της μάτια, τα καστανόχρυσα μαλλιά της, τα πλούσια στήθη της, τη χιονάτη θωριά της, το κυπαρισσένιο της ανάστημα και το κατακόκκινό της στοματάκι. Και τίποτα δεν ονειρευόμουν, τίποτα δεν επιθυμούσα περισσότερο στον κόσμο -είκοσι χρονών φοιτητής- παρά ν' αγκαλιάσω κείνο το κορμί -ένα βράδυ στο ιντρόιτο- και να φιλήσω εκείνο το στόμα...
Άξαφνα τα πράγματα άλλαξαν.
Δε θα 'φευγα του Σταυρού για την Αθήνα, γιατί κηρύχθηκε γενική επιστράτευση, πιθανότατα θα 'χαμε πόλεμο και το Πανεπιστήμιο θα 'μενε κλειστό.
Εγώ δεν ήμουν ακόμη στρατεύσιμος -εκείνο τον καιρό μάς έπαιρναν στα εικοσιένα· θα καθόμουν λοιπόν στο σπίτι μου, στην ησυχία μου, κι έπρεπε να σκεφθώ πώς θα χρησιμοποιούσα το χρόνο της αναγκαστικής αυτής αργίας.
Πήρα τον Ντάνο τον Μαρτζώκη, το σοφό και πολύγλωσσο καθηγητή, για να μου μάθει γερμανικά· ξεχώρισα ακόμα λίγες ώρες για τα Μαθηματικά μου, περισσότερες όρισα για λογοτεχνική εργασία -θα 'γραφα ένα μεγάλο μυθιστόρημα- και μια ή δυο μόνο την ημέρα, προς το βράδυ, για περίπατο ή για Καζίνο.
Έτσι πέρασε το φθινόπωρο, πέρασε κι ο χειμώνας. Για τα γερμανικά με είχε πιάσει μανία, το μυθιστόρημα μ' απασχολούσε πολύ -τόσο, που συχνά τού αφιέρωνα και τις ώρες του περιπάτου- και πάντα σχεδόν κλεισμένος στο σπίτι, βυθισμένος στο διάβασμα, στο γράψιμο, έπαψα σιγά - σιγά να θυμούμαι τη Νίνα, ώσπου την ξέχασα.
Την ξέχασα -ένας λόγος είναι. Θέλω να πω πως δεν ήμουν πια τόσο ερωτευμένος μαζί της, δεν ποθούσα, σαν μια ιδανική ευτυχία να της αγκαλιάσω το κορμί και να της φιλήσω το στόμα, ούτε συλλογιζόμουν καθόλου να πεθάνω, να σκοτωθώ. Ειδεμή συχνά τη θυμόμουν, κι ήταν μια αληθινή ευχαρίστηση για μένα όταν κάπου - κάπου τη συναντούσα στην Πλατεία Ρούγα -χειμωνιάτικη τώρα ζωγραφιά, μ' ένα πελώριο καστόρινο καπέλο, μ' ένα χοντρό επανωφόρι, κουμπωμένο ως το λαιμό, και μ' ένα μακρύ μποά που τ' άφηνε να κυματίζει. Καμιά φορά, Κυριακή κατά τις έντεκα, την έβρισκα και στον Άγιο Μάρκο -ήταν καθολική- όπου πήγαινα για ν' ακούσω το περίφημο όργανο, παιζόμενο από τον περίφημο Παύλο Καρρέρ. Την έβλεπα συνήθως από πίσω, γονατιστή μπροστά στα κάγκελα που χώριζαν το Ιερό, αλλά έφευγα πριν τελειώσει η λειτουργία και ποτέ δεν την περίμενα απ' έξω για να τη δω κι από μπροστά. Είχα γιατρευτεί τέλος πάντων από το καλοκαιρινό πάθος, το πάθος της αργίας, κι αναγνώριζα πόσο δίκιο είχε εκείνος που είπε τον έρωτα «πάθος ψυχής σχολαζούσης».
Αλλ' ακόμα μια φορά τα πράγματα άλλαξαν.
Την άνοιξη, ο μπάρμπας της Νίνας, ο γιατρός, αρρώστησε βαριά. Κι όταν σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, αδυνατισμένος, ελεεινός, κουβαλήθηκε, για ν' αναλάβει, στο Κρυονέρι -στον Κόκκινο Βράχο- σε μια μικρή βίλα που τη νοίκιασε για όλο το καλοκαίρι. Μια μέρα, καθώς έκανα τον περίπατό μου στη Στράτα - Μαρίνα -δε φοβόμουν και δεν απέφευγα πια τα κέντρα- απάντησα το Νιόνιο τον αδερφό του.
«Πώς είναι ο γιατρός;» τον ρώτησα.
«Πολύ καλύτερα», μου αποκρίθηκε. «Πήρε απάνω του στην εξοχή. Εκεί πάω τώρα. Έρχεσαι και συ να τον δεις;»
«Ω, ναι!» Ήθελα πολύ.
Πήραμε ένα καροτσίνο και σε δέκα λεπτά βρεθήκαμε στη βιλίτσα του Κόκκινου Βράχου. Ο γιατρός κι η αδερφή του -η κοντέσα Μαρίνα- κάθουνταν απ' έξω, κάτω απ' την περγουλιά. Καθίσαμε κι εμείς. Και κει που τα λέγαμε, βγήκε απ' το σπίτι κι ήρθε κοντά μας κι η Νίνα η ίδια.
Έπρεπε να το συλλογιστώ, να το περιμένω -δε θα πήγαινε κι αυτή να βλέπει το μπάρμπα της;- κι όμως δεν το συλλογίστηκα, δεν το περίμενα. Την είδα άξαφνα. Ξεσκούφωτη, με το κάτασπρο φουστάνι της και μ' ένα μάτσο γιούλια στο χέρι, μού φάνηκε σαν οπτασία. Κι από κείνη τη στιγμή την ξαναγάπησα -αν κι είναι ζήτημα αν είχα πάψει ποτέ να την αγαπώ κατάβαθα- περισσότερο κι από πρώτα.
«Είναι μοιραίο», συλλογιζόμουν, «δε μπορώ να γλιτώσω!»
Σε λίγο ήρθε κι η Στέλλα, που τριγύριζε στον ελαιώνα μονάχη της. Και τότε έμαθα πως μητέρα και κόρες είχαν εγκατασταθεί στη βιλίτσα, για να 'χει συντροφιά και περιποίηση ο γιατρός, και λογάριαζαν να καθίσουν μαζί του όλο το καλοκαίρι. Ώστε κάθε φορά που θα πήγαινα να βλέπω το γιατρό, θα 'πρεπε να βλέπω και τη Νίνα. Κι από πόσο κοντά, Θεέ μου, και πόσες ώρες, και σε τι θαυμάσια κι επικίνδυνη εξοχή!...
Θα νομίσετε ίσως πως οι φόβοι μου ξαναγεννήθηκαν και δεν ξαναπήγα.
Κάθε άλλο! Μετά δυο μέρες ξαναπήγα... μετ' άλλες δύο ξαναπήγα. Κι από την τρίτη φορά, πήγαινα ταχτικά κάθε μέρα. Πότε με το Νιόνιο και πότε μονάχος μου. Πότε με το καροτσίνο και πότε με τα πόδια. Κάθε μέρα, δεν έβλεπα την ώρα να γείρει ο ήλιος για να ξεκινήσω. Από το δειλινό βρισκόμουν εκεί. Και γύριζα στη χώρα αργά, στις δέκα ή στις έντεκα. Κι άλλοι συγγενείς και φίλοι πήγαιναν τα βράδια συχνά. Αλλά, προς μεγάλη χαρά του γιατρού που μ' αγαπούσε, εγώ ήμουν ο ταχτικότερος -πιο ταχτικός κι από τον αδερφό του.
Αμ' η Νίνα; Χαιρόταν κι αυτή που μ' έβλεπε κάθε μέρα; Και καταλάβαινε άραγε πως δεν πήγαινα για το γιατρό, ούτε για την ωραία εξοχή, παρά γι' αυτή και μόνο;
Ε, ναι! Μού έκανε πάντα την πιο χαρούμενη υποδοχή. Ξέροντας την ώρα μου, πολλές φορές κατέβαινε μόνη της στον παράλιο δρόμο, μ' έπαιρνε μόλις πέζευα, κι από κει σκαρφαλώναμε μαζί στο βράχο όπου ήταν η βιλίτσα. Συχνά μου έλεγε:
«Θέλετε να κάμουμε ένα γύρο στο λιοστάσι;»
«Ναι, ναι, πηγαίνετε!» μας έλεγε ο γιατρός.
Και πολύ ώρα τριγυρίζαμε στον ελαιώνα οι δυο μας -βράδυ πια, σχεδόν στα σκοτεινά- ή καθόμαστε στη ρίζα καμιάς ελιάς. Δε μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Ήταν λιγόλογη -μαζί μου τουλάχιστο- η Νίνα. Μα τα σκούρα γαλανά της μάτια, διαρκώς σχεδόν, βρίσκονταν καρφωμένα στα δικά μου. Μ' αυτά μου μιλούσε, και μου 'λεγε πολλά πολλά. Συχνά, εκεί που καθόμαστε αναστέναζε. Ή έσφιγγε νευρικά τους μικρούς της κάτασπρους γρόθους, ή μύριζε με φούρια ένα λουλούδι κι ύστερα το κομμάτιαζε σα θυμωμένη και το πετούσε.
Ένα βράδυ με ρώτησε:
«Τι συλλογίζεσθε αυτή τη στιγμή;»
«Το θάνατο», της αποκρίθηκα. Ήθελα να πεθάνω.
«Γιατί;» απόρησε.
«Έτσι... βαρέθηκα τη ζωή μου...»
«Μα δεν είσαστε ευτυχισμένος;»
«Όχι».
«Ούτ' εγώ», ψιθύρισε.
Και σωπάσαμε.
Αλήθεια, η τάση γι' αυτοκτονία μου είχε ξαναγυρίσει. Κάθε πρωί ξυπνώντας, ρωτούσα τον εαυτό μου: «Τι θα κάμω σήμερα; Θα σκοτωθώ ή θα ξαναπάω στο Κρυονέρι;» Ως το μεσημέρι ήμουν αμφίρροπος. Και το δειλινό ξαναπήγαινα.
Είχ' αφήσει και γερμανικά, και Μαθηματικά, και μυθιστόρημα. Μόλις και μετά βίας διάβαζα περιοδικά. Δε ζούσα παρά για τη Νίνα.
Ο μόνος άνθρωπος που δε με καλόβλεπε στο Κρυονέρι ήταν η Στέλλα. Εάν όλοι οι άλλοι μου έκαναν ένα σωρό κομπλιμέντα, εκείνη ή δε μου μιλούσε καθόλου, ή μου 'λεγε κακίες. Υποθέτω πως έτσι θα φερνόταν σε κάθε νέο που θα τον έβλεπε ερωτευμένο με την αδερφή της. Ζήλευε που ήταν άσχημη και δεν την κοίταζε κανένας. Αυτό συλλογιζόμουν και τη λυπόμουν χωρίς να τη συνερίζουμαι καθόλου. Τι μ' έμελλε για τις κακίες της Στέλλας τη στιγμή που η Νίνα με δεχόταν με τόση χαρά!
Κι η μοιραία στιγμή επλησίαζε. Ήταν δυνατό να βλεπόμαστε κάθε μέρα, να μένουμε τόσες ώρες οι δυο μας και να μη μιλήσουμε, να μην ανοίξουμε ο ένας στον άλλο την καρδιά μας;
Ένα βράδυ, καθώς γυρνούσαμε απ' το λιοστάσι στη βίλα, πέρασε το χέρι της στο μπράτσο μου και μου είπε:
«Θέλετε ακόμα να πεθάνετε;»
«Ναι», της αποκρίθηκα.
«Μα γιατί; Μήπως αγαπάτε καμιά χωρίς ελπίδα;»
«Ίσως... Μα και σεις, την άλλη φορά μου είπατε πως δεν είσαστε ευτυχισμένη. Μην αγαπάτε... χωρίς ελπίδα;»
«Ίσως...»
«Μα γιατί χωρίς ελπίδα; Καλά εγώ, μα και σεις; Μού φαίνεται πως καθένας θα το θεωρούσε μεγάλη ευτυχία, πολύ μεγάλη, να τον αγαπά ένα κορίτσι σαν κι εσάς!»
«Κι όμως!...»
«Είναι πρώτη φορά που αγαπάτε;»
«Όχι. Αγάπησα, μου φάνηκε πως αγάπησα κι άλλοτε. Αλλά είναι η πρώτη φορά που αγαπώ αληθινά».
«Αυτό από πού το καταλαβαίνετε;»
«Από πολλά, απ' όλα... Και σεις; Είναι η πρώτη φορά που αγαπάτε;»
«Ω, ναι! Ούτε αγάπησα άλλη ποτέ, ούτε μού φάνηκε πως αγάπησα».
«Τι ευτυχισμένη!»
«Ποια;»
«Αυτή που αγαπάτε».
«Θα θέλατε να τη μάθετε;»
Ξεπέρασε το χέρι της απ' το μπράτσο μου.
«Ναι!»
«Είστε σεις!»
Κανένα ξάφνιασμα, κανένα επιφώνημα. Το περίμενε, φαίνεται, και τ' άκουσε με γαλήνη κι αταραξία. Κάμαμε δυο - τρία βήματα χωρισμένοι, σιωπηλοί. Κι άξαφνα, σιγά, με τη βαθιά της φωνή, η Νίνα μου είπε:
«Μα κι εκείνος που αγαπώ εγώ... είσαστε σεις!»
Και ξαναπέρασε το χέρι της στο μπράτσο μου και κόλλησε σχεδόν στο πλευρό μου.
Τη στιγμή εκείνη άναψαν το φάρο. Κι ανάμεσα απ' τους κορμούς των ελιών, ασπροφόρα δίπλα μου, τη φώτισε μια λάμψη κοκκινωπή. Τι όμορφη! Τι άυλη! Αν δεν αισθανόμουν το στιβαρό της χέρι να σφίγγει νευρικά το μπράτσο μου, θα μου φαινόταν όνειρο, πλάσμα της φαντασίας...
Ποτέ δεν εγύρισα στο σπίτι μου τόσο ελαφρός, τόσο χαρούμενος, και τόσο ευτυχισμένος όσο την ασέληνη εκείνη ανοιξιάτικη νύχτα. Μ' αγαπούσε! Και δε μου το 'λεγε μόνο, το έβλεπα! Μια στιγμή θυμήθηκα τον Τώνη και μου 'ρθε να γελάσω. Τι κουταμάρες ήταν εκείνες που μου είχε πει; Αυτή «από κοντά» ήταν «τίποτα, νούλα;» Μα ήταν το τέλειο, το άρτιο, το ολόκληρο -η αληθινή Γυναίκα! Ανατρίχιαζα από πόθο καθώς την ξανάφερνα μπροστά μου και φανταζόμουν πως από αύριο, εκεί, στο έρημο λιοστάσι του Κόκκινου Βράχου, με περίμενε η μεγαλύτερη ηδονή και ευτυχία. Είχαμε μιλήσει πια. Θα την αγκάλιαζα, θα τη φιλούσα...
Πού να βαστάξω! Την άλλη μέρα ήμουν στη βιλίτσα από τις έξι. Είχα πάρει και καροτσίνο για να φτάσω νωρίτερα.
«Α!» έκαμε μόλις με είδε. «Δεν είναι η ώρα σας αυτή!»
«Τι, έκαμα κακά που ήρθα νωρίς;»
«Όχι δα! Κάνατε πολύ καλά. Αλλά είχα σκοπό να κατεβώ στην παραλία να σας πάρω».
Καθίσαμε πρώτα μ' όλους κάτω απ' την περγουλιά. Έπειτα ο ίδιος ο γιατρός μάς έστειλε να κάμουμε τον περίπατό μας.
Δεν ξέρω πώς μου 'ρθε κι είπα της Στέλλας:
«Έρχεστε και σεις, δεσποινίς;»
Ξίνισε τα μούτρα της κι αποκρίθηκε:
«Ευχαριστώ! Είμαι κουρασμένη».
«Τι κάνετε!» μου είπε η Νίνα άμα ξεκινήσαμε. «Μου κόψατε το αίμα!... Κι αν ερχόταν μαζί μας;»
«Τι πείραζε;» έκαμα για να τη δοκιμάσω.
«Ω! Μα δε θα 'μασταν πια οι δυο μας!»
«Για σήμερα, ναι. Μα εμείς τώρα έχουμε μπροστά μας... την αιωνιότητα!»
«Την αιωνιότητα;...»
«Όλη μας τη ζωή, το ίδιο είναι. Πόσες φορές θα είμαστε έτσι οι δυο μας! Ή όχι;»
«Δεν ξέρω... Αυτό από σας εξαρτάται. Εγώ... εγώ είμαι όλη δική σας!»
Περάσαμε το πρώτο λιοστάσι, σχίσαμε κατά πλάτος έναν εξοχικό δρόμο και μπήκαμε στο δεύτερο, που ήταν πιο πυκνό και πιο έρημο. Η Νίνα οδηγούσε, εγώ δεν ήξερα καλά τα κατατόπια. Μόνο μια στιγμή της είπα:
«Να μην απομακρυνθούμε και πολύ».
«Δεν πειράζει», μου αποκρίθηκε. «Θέλω να σας δείξω κάτι τι που δε θα το είδατε ποτέ».
Ήταν μια πελώρια ελιά, στο κέντρο σχεδόν του δεύτερου λιοστασιού, που ο κορμός της είχε πραγματικά τη μεγαλύτερη κουφάλα απ' όσες είχα δει ως τότε. Δεν ήταν καθαυτό παρά τέσσερις - πέντε στραβοί κι ανώμαλοι στύλοι που κρατούσαν το χαμηλό και φουντωτό δέντρο. Όλο το εσωτερικό κούφιο. Και χάμω κοκκινόχωμα, καλάμια κι αγριόχορτα.
Σκύψαμε, περάσαμε ανάμεσ' από δυο στύλους και μπήκαμε. Πρώτη η Νίνα κάθισε χάμω στην καλαμιά. Κι εγώ κάθισα δίπλα της. Ο ήλιος είχε βασιλέψει, γύρω μας ήταν μισόφωτο. Άνθρωπος δε φαινόταν στο λιοστάσι. Μόνο ένα παιδί έβοσκε μια γίδα, που κι αυτό σε λίγο χάθηκε.
Ξαφνικά, καθώς καθόμουν μισοξαπλωμένος, η Νίνα βρέθηκε πάνω μου. Μ' αγκάλιασε σφιχτά, κόλλησε το στόμα της στο δικό μου κι ύστερα από τρία παράφορα φιλιά, μου είπε:
«Θεέ μου! Πόσο πολύ σ' αγαπώ!»
Την αγκάλιασα και μείναμε μες στην κουφάλα ενωμένοι.
Το πρώτο φιλί μ' ανέβασε στα ουράνια. Το δεύτερο με ξανακατέβασε στη γη. Το τρίτο... Μα πώς να πω τι αισθάνθηκα στο τρίτο φιλί, αφού δεν αισθάνθηκα τίποτα; Ναι, τίποτ' απολύτως! Σα ν' αγκάλιαζα και να φιλούσα μια κούκλα, μια πέτρα, ή επί τέλους και μια γυναίκα ζωντανή, μα που δεν ήταν ούτε άσχημη ούτε όμορφη, ούτε γριά ούτε νέα, ούτε θερμή ούτε κρύα. Τίποτα! Νούλα!
Κι όμως η γυναίκα αυτή ήταν η Νίνα, η πανέμορφη Νίνα, ένα κορίτσι δεκαεννιά τώρα χρονών, στην άνθησή της, στη βράση της, στιβαρή, σαρκωμένη, κάτασπρη, με σκούρα γαλανά μάτια, με καστανόχρυσα μαλλιά, κι ερωτευμένη!...
Αληθινά, δε μπορούσα να πιστέψω τα μάτια, την αίσθησή μου, το νου μου! Μην έπαθα τίποτα; Μη μου 'καναν μάγια; Μην έβλεπα ένα κακό και παράξενο όνειρο;
Σαν να 'θελα να δω, να βεβαιωθώ, την έσφιξα ακόμα πιο δυνατά -θα την πόνεσα υποθέτω- και τη φίλησα ακόμα πιο παράφορα. Και στο στόμα, και στα μάγουλα, και στο λαιμό. Τίποτα! Η εντύπωσή μου ήταν η ίδια. Κι η θέση μου καταντούσε πολύ δύσκολη -αν ήταν δυνατό να κρατήσω περισσότερο στην αγκαλιά μου ένα τέρας, ένα ξωτικό!- όταν πρώτη εκείνη αποσπάσθηκε, τραβήχτηκε και μου είπε:
«Περνούν άνθρωποι... Πρόσεχε!...»
Τι ανακούφιση!
«Μα να βγούμε κιόλα», της είπα. «Δεν κάνει να πλησιάσουν και να μας δουν εδώ μέσα!...»
Βγήκαμε τη στιγμή που οι άνθρωποι άλλαζαν δρόμο. Και σιγά - σιγά, σιωπηλοί, συλλογισμένοι κι οι δυο, γυρίσαμε στη βιλίτσα.
Αυτό ήταν!
Τώνη! Τώνη! Τι δίκιο που είχες!
Αραίωσα πολύ τις βίζιτές μου στο Κρυονέρι, απόφευγα όσο μπορούσα τους περιπάτους στο λιοστάσι, λέξη δεν ξανάπα της Νίνας για αγάπη και προτιμούσα να ακούω φιλολογικές αρλούμπες από την κοντέσα, παρά να μιλώ με την κόρη της.
Ένα βράδυ μού παραπονέθηκε:
«Ως εδώ ήταν... ο ενθουσιασμός σου!»
Δε θέλησα να τη γελάσω. Μου φάνηκε πιο σκληρό παρά να της πω την αλήθεια. Και ψιθύρισα:
«Ξέρω κι εγώ;... Δεν είμαι πια όπως πρώτα... Φαίνεται πως δεν είμαι εγώ για ν' αγαπώ... αιώνια!»
Τ' άκουσε ατάραχη, μ' εγκαρτέρηση κι υποταγή. Ήταν βέβαια συνηθισμένη... Όλος εκείνος ο ενθουσιασμός που γεννούσε στους νέους, εξατμιζόταν πάντα με το πρώτο φιλί. Κάτι της έλειπε...
Αλλά τι, μα το Θεό, τι;... Του κάκου έσπαζα το κεφάλι μου για να βρω τι ήταν εκείνο που έλειπε, εκείνο που με την απουσία του εκμηδένιζε το τέλειο αυτό πλάσμα. Δεν το βρήκα ποτέ. Και για μένα έμεινε μυστήριο για πάντα.
Χωριστήκαμε τότε χωρίς καν ν' αποχαιρετιστούμε. Εκείνη έμεινε στη Ζάκυνθο, εγώ εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Και δεν ξαναιδωθήκαμε ποτέ.
Μετά από πολλά χρόνια, έμαθα το θάνατό της. Η δυστυχισμένη πέθανε ανύπαντρη. Φυσικά, ποιος θα την έπαιρνε ύστερ' απ' το πρώτο φιλί;... Μόνο ένας... σκοτώθηκε γι' αγάπη της. Αυτός, χωρίς άλλο, δε θα τη γνώρισε ποτέ από κοντά...
Αν ρωτάτε και για τη Στέλλα, αυτή, η άσκημη, είναι τώρα παντρεμένη! Όσο για την «λετεράτα, την πίστη τση», πέθανε πολύ πρωτύτερα από τη Νίνα. Αλλά αν ζούσε ως σήμερα, είμαι βέβαιος πως στο «μισκούλιο» που έκανε, θα πρόσθετε και τον κ. Καστανάκη.
Ξενόπουλος Γρηγόριος
Περιοδικό «Αθήναι», Μηνιαία εικονογραφημένη καλλιτεχνική έκδοσις της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον», Αθήνα, Οκτώβριος 1934
Σημειώσεις:
(1) Ψευδώνυμο ξεχασμένου σήμερα πεζογράφου, που εκείνο τον καιρό είχαν μεγάλη πέραση τα κομμάτια που δημοσίευε στην "Ακρόπολη".

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου