Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

YΙΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ

  
   Η κ. Γάζου ωνειροπόλει δια τον υιόν της Μενέξενον προίκα πολλών χιλιάδων λιρών· κόρην ωραίαν, ευπειθή προς την μέλλουσαν πενθεράν της και ολίγον βλάκα, δια να είναι υποχείριος.
   Όταν τον έβλεπε να χαριεντίζεται με νέαν γείτονα, ελάμβανε στάσιν πολύ σοβαράν και έλεγεν αξιοπρεπώς:
   «Μενέξενε, παιδί μου, δεν πιστεύω βέβαια με τα σωστά σου ν' αποφάσισες ν' αγαπήσεις αυτό το κορίτσι. Εσύ είσαι το ακριβό μου το παιδί και ξεύρεις τας αρχάς μου. Ένας νέος, έχει το δικαίωμα να διασκεδάζει με όλα τα κορίτσια του κόσμου, αλλά ν' αγαπήσει εκείνην την οποίαν θα πάρει.
   »Έπειτα δεν πιστεύω να είσαι τόσο βλάκας, για νά πάρεις κορίτσι χωρίς παράδες. Άλλοι που ούτε τις χάρες σου έχουν, ούτε τη θέση τη δική σου, παίρνουν χιλιάδες».
   Ο Μενέξενος τα ήκουε αυτά και εφούσκωνε σαν ινδιάνος από περηφάνεια και εξηκολούθει το κατακτητικό έργο του διασκεδάζων με όλα τα κορίτσια της γειτονιάς.
   Όταν δε επήγαινε να κοιμηθεί, υπερήφανος εκ των θριάμβων του, ωνειροπόλει την ωραίαν κληρονόμον, την οποίαν η φιλόστοργος μήτηρ του υπέσχετο.
 
   Η κ. Γάζου είχε διαφορετικάς ιδέας δια την θυγατέρα της Τασούλαν, η οποία ήτο η ωραιοτέρα και μικροτέρα κόρη της συνοικίας (κατά την γνώμην της μητρός της).
   «Ποιος τρελός θα διει την Τσούλα και θα γυρέψει χρήματα!» έλεγε και εμετρούσε τας χάριτας της Τασούλας· ήτο βεβαιοτάτη ότι κανείς δεν θα διέπραττε το έγκλημα να ζητήσει από την Τασούλαν χρήματα.
   Μίαν ημέραν ήλθεν εις φίλος του Μενεξένου, πλούσιος κληρονόμος από την Βλαχίαν, και η κ. Γάζου τον εφιλοξένησε μητρικώτατα και εβίασε την Τασούλαν να παίξει πιάνο.
   Ο Βλάχος έφυγε ενθουσιασμένος, αφού έθλιψε πολύ ζωηρώς τας χείρας της κ. Γάζου, η οποία συνεκινήθη.
   Αμέσως προσεκλήθη ο ανδραδελφός της κ. Γάζου, δια να γίνει σύσκεψις, πώς ο κληρονόμος να μη επιστρέψει εις την πατρίδα του αδέσμευτος.
   Διημείφθησαν ποικίλα σχέδια, και επί τέλους απεφασίσθη να τον φιλοξενήσωσι δι' ολίγας ημέρας εις την εξοχήν, όπου από μηνός έμενον.
   Η Τασούλα, ένα ωχρόξανθο καχεκτικό κορίτσι, το οποίον υπέφερε και από αιμοπτυσίας, ήτο πάντοτε μελαγχολική και έφριττε και ερρίγει άμα ήκουε νεκρώσιμον ψαλμόν ή άμα εμύριζε λιβάνι.
   Πάντοτε υπό δίαιταν, πίπτουσα ασθενής άμα έτρεχε λιγάκι περισσότερον, έχανε και αυτήν την ζωηρότητα της ηλικίας της και διήρχετο ώρας ολοκλήρους, βλέπουσα την λευκοκύανον λεκάνην της Προποντίδος ή ακούουσα την αηδόνα να ψάλλει.
   Μέσα εις τον σύρτην του γραφείου της θα εύρισκε κανείς τετράδια πλήρη στίχων εμπνευσμένων. Έψαλλε τον θεόν και την φύσιν η ποιητική κόρη και ενίοτε παρεπονείτο, διότι εις αυτήν ο καλός θεός τόσο φειδωλός εφάνη.
   Εις κανένα δεν τους ανεγίγνωσκε· διότι η κ. Γάζου ήτο αυστηρά μητέρα και δεν ήθελε η κόρη της να καταγίνεται εις τόσο μπόσικα πράγματα, ενώ μπορούσε πολύ καλά, αυτόν τον χαμένο καιρό, να τον χρησιμοποιήσει κεντώσα ή ράπτουσα δια την προίκα της. Ο δε Μενέξενος απεφάνθη πολλάκις ότι «ύστερα αφού γραφτήκανε τόσο ωραία πράγματα, ήτανε περιττό να κάθουνται και οι σημερινοί να μουντζουρώνουν το χαρτί».
   Μίαν ημέραν, ετόλμησε να μεσιτεύσει προς την μητέρα της, διά μίαν φίλην της, η οποία ελάτρευε τον Μενέξενον. Η κόρη, η οποία ποτέ δεν εταράχθη από κλονισμόν τοιούτου πάθους, έβλεπε τα πικρά δάκρυα και την σαλευομένην υγείαν της φίλης της και συνεκινείτο. Άλλως τε εγνώριζε, πόσον  ο αδελφός της εφάνη ένοχος και επίμονος δι' αυτό το πτωχό κορίτσι και ήτο τόσο ευαίσθητος, ώστε την έτυπτεν η συνείδησις, δια τα ατοπήματα του αδελφού.
   Η κ. Γάζου ανεπήδησε με κόμην ανωρθωμένην και έρριψε φοβερόν βλέμμα επί της τολμηράς θυγατρός της· ύψωσε την φωνήν (δια ν' ακούσει και η ανόητη εκείνη και να μην ελπίζει τίποτε):
   «Άκου εκεί!... Ένας νέος της σειράς του Μενεξένου δεν έχει το δικαίωμα να διασκεδάσει λιγάκι. Αυτό πού το είδανε οι καρακάξες γραμμένο! Ας περιμαζέψουν τα κορίτσια τους· εκείνος παληκάρι είναι, κάμνει ό,τι θέλει». 
   «Μα, μητέρα, τής ωρκίσθη να ανήκει μόνον εις εκείνην».
   «Ανήκει ξανήκει εγώ δεν ξέρω. Εκείνος μπορεί να πει ό,τι θέλει κι εκείνη σαν φρόνιμο κορίτσι, να μην πιστέψει. Να γυρίσει να διει το Μενέξενο!!! Ποια; Της Μαριόγκας της λουτράρενας η δισεγγονή. Η γιαγιά μου τη θυμούντανε την προγιαγιά της, μέσα στο λουτρό να χορεύει και να μαζεύει παράδες. Πού καταντήσανε οι νέοι των οικογενειών! Να ξεπέφτουν πια και σε τέτοια υποκείμενα. Ακόμη και το κόρτε που της έκαμε ο γιος μου μεγάλη τιμή τής ήτανε».
   Η Τασούλα δεν είπε τίποτε, μόνον εις όλο το διάστημα του μονολόγου, την παρεκάλει να μη φωνάζει πολύ, δια να μη τους ακούσει το κορίτσι.
   «Και δεν πάει ν' ακούσει! Γιατί τα λέγω δυνατά; Για ν' ακούσει».
   Η Τασούλα έχασε και την μόνην της φίλην, διότι η οικογένεια εκείνης έκρινε φρόνιμον να μετοικήσει από Άγιον Στέφανον, χάριν της υγείας της κόρης. Ήσαν όμως αρκετά υπερήφανοι άνθρωποι και ούτε παράπονον ούτε δικαιολόγησιν εξέφερον ούτε εις τον θεόν ανέθεσαν (όπως συνήθως συμβαίνει) να κρίνει και κατακρίνει την υπόθεσιν αυτήν.
   Μόνον μία γεροντοκόρη (θεία της κόρης) ενθυμήθη, ότι η μητέρα της κυρίας Γάζου, άμα εχήρεψε, έκαμνε την πλύστρα, και όλη η οικογένεια εχαμογέλασε.
 
   Ήλθεν ο Βλάχος να φιλοξενηθεί και τα δείπνα πολυποίκιλα αμέσως ωρίσθησαν και κυνηγετικαί εκδρομαί διωργανώθησαν.
   Ο Μενέξενος εφάνη ηγεμονικώτατος και έδειξεν εις τον Λαζαρίκαν τας μάλλον σημαινούσας εκ των κατακτήσεών του.
   Ο Λαζαρίκας ήκουε μ' ευχαρίστησιν το πιάνο της Τασούλας και ησθάνετο την ανάγκην, με το ευγενές εκείνο πλάσμα, να υψωθεί λιγάκι και ωμίλει συνήθως περί των εκβλαχισθέντων Ελλήνων.
   «Είναι χειρότεροι αυτοί από τους Βλάχους· λυσσωδέστεροι εναντίον των συμπατριωτών των· δεν ηξεύρω, πώς κατώρθωσαν να λησμονήσουν και αυτήν την ωραίαν γλώσσαν μας. Αλλ' εις το ίδιον έδαφος φιλοξενούνται και καρδίαι Ελληνικαί, πονούσαι τον τόπον και εργαζόμεναι δι' αυτόν. Εν όσω ζουν, την πατρίδα δεν την λησμονούν και με όσην γενναιότητα τής πέμπουν χρήμα, με τόσην συγκίνησιν εορτάζουν την 25η Μαρτίου· όταν δε αποθάνουν, το σπουδαιότερον μέρος της διαθήκης των κατέχει η πατρίς. Τους τοιούτους Έλληνας, το μίσος των Βλάχων και των εκβλαχισθέντων, τούς συνέσφιξε και τους αδέλφωσε καταστήσαν θρησκείαν την φιλοπατρίαν των».
   Η Τασούλα ήκουε με προσοχήν.
   Μίαν ημέραν τής διηγείτο εν διήγημα της Βασιλίσσης της Ρωμουνίας.
   «Είναι το στέμμα, το οποίον δίδει αίγλην εις τα διηγήματά της και τα ανύψωσε εις την περιωπήν εις την οποίαν ευρίσκονται. Είναι ηθογραφικά και με καρδιά γραμμένα, αλλά δεν τα ζωογονεί έμπνευσις αληθής· κατ' εμέ είναι βεβιασμένα. Εγώ ποιητής δεν είμαι, αλλ' ενέγνωσα πολλά και καλά και ημπορώ να κρίνω, χωρίς να ονειρευθώ να επιβληθώ ως κριτικός».
   Η Τασούλα εκράτει τους στίχους νέου Αθηναίου ποιητού, το αγαπημένο της βιβλιαράκι.
   Ο Λαζαρίκας εζήτησε το βιβλίον και η Τασούλα το έδωκε ταραγμένη. Μέσα εις τα φύλλα του, είχε λησμονήσει ένα ποιηματάκι της, μελαγχολικό και αβρό, όπως η γράψασα -«Νυχτιά Φθινοπωρινή».
   Ο Λαζαρίκας, με δάκρυα εις τους ωραίους οφθαλμούς του, το ανέγνωσε και θλίβων ισχυρώς την χείραν της Τασούλας, εψιθύρισε πολύ συγκεκινημένος:
   «Μού δίδετε την άδειαν να φυλάξω αυτό το κειμήλιον; Α! Σήμερα σάς εγνώρισα! Μόνον σήμερα! Γράφετε τέτοια ωραία πράγματα και κανείς δεν το ξεύρει!!»
   Η Τασούλα απέσυρε την χείρα της και αφού εσκέφθη επί μακρόν, είπε δια φωνής μόλις ακουομένης:
   «Ημπορείτε να το φυλάξετε ως ενθύμημα της Τασούλας, που θα σβύσει μια φθινοπωρινή νυχτιά, σαν την ηρωίδα της».
   Ο Λαζαρίκας έκλαιε.
   Η κ. Γάζου με την ανδραδελφήν της, όπισθεν του δικτυωτού του παραθύρου, επέβλεπον τα εν τω κήπω συμβαίνοντα και έδιδον διαφόρους ευαρέστους εξηγήσεις, εις τα διάφορα κινήματα των δύο νέων. Όταν δε είδον την τελευταίαν χειραψίαν και τα δάκρυα, η ανδραδελφή έθλιψε την χείρα της κ. Γάζου και είπε:
   «Βαρβαρίτσα μου, τελειωμένα πράματα· να μάς ζήσουνε· να τους χαιρόμαστε».
 
   Η Τασούλα έχει ανοικτή την θυρίδα του δωματίου της και φαίνεται ο αστροφεγγής ασέληνος ουρανός.
   Η ιδία, εις τον λευκόν κοιτωνίτην της, κάθηται πλησίον τραπέζης φωτιζομένης υπό κηρίου και γράφει, ενώ δάκρυα πικρά σβύνουν τας γραμμάς, τας οποίας χαράττει.
   Αγαπά η ποιητική κόρη και συναισθανομένη την κατάστασίν της κλαίει και τήκεται αναλυομένη εις στίχους περιπαθείς, εις τους οποίους ουδέν πλάττεται όνειρον, ουδεμία εδρεύει ελπίς. «Έρως και θάνατος» επιγράφεται το ποίημα, εις το οποίον μίαν ταλαίπωρον ψυχήν, προσπαθεί να την θερμάνει ζωογόνος ο έρως, αλλά του θανάτου η κρατερά πνοή την παγώνει και μένει ανίσχυρος και συντετριμμένος ο λευκόπτερος θεός.
   Η κ. Γάζου και εκείνη αγρυπνεί, σκεπτομένη τα απέραντα κτήματα του γαμβρού της εις την Βλαχίαν και την ένδοξον θέσιν, την οποίαν θα έχει ως πενθερά.
   Ο Μενέξενος και εκείνος αγρυπνεί, αναλογιζόμενος και αναμετρών τα θύματά του και μειδιών προς την ωραίαν κληρονόμον, την οποίαν υπόσχεται η κυρία Γάζου.
   Ο Λαζαρίκας και αυτός αγρυπνεί και με γοργά βήματα περιφέρεται εντός του κοιτώνος. Πλησιάζει ενίοτε το νυκτερινόν τραπεζάκι και εκεί επάνω βλέπει μίαν επιστολήν με γραμματόσημα ρωμουνικά. Την ανέγνωσεν εικοσάκις και την αναγιγνώσκει και πάλιν, χωρίς η συγκίνησίς του να μετριασθεί.
   Είναι επιστολή του πατρός του, ο οποίος αποφασίζει να τον αποκληρώσει, διότι έμαθε «τους ανοήτους έρωτάς του με μια Πολίτισσα». Τον συμβουλεύει και τον παρακαλεί να επιστρέψει, διότι ο γάμος του πρέπει να γίνει ταχέως μ' εκείνην την εκ Γαλαζίου ομογενή.
   «Ξεύρεις, παιδί μου, πόσα συμφέροντα συνδέονται με αυτόν τον γάμον και ότι η υπόληψις του γέροντος πατρός σου, πρέπει δια του γάμου τούτου να εξέλθει ακηλίδωτος. Άλλως τε δεν σε  θυσιάζω· γνωρίζεις όλην την καλλονήν της ψυχής της Ελένης· τα ελληνοπρεπή αισθήματά της και την ανάπτυξίν της. Έλα να ξηράνεις τα δάκρυα του γηραιού πατρός σου».
   Ο Λαζαρίκας εις αυτάς τας γραμμάς προσέχει· ο φόβος της αποκληρώσεως, δεν τον τρομάζει. Αγαπά την Τασούλαν και αισθάνεται ότι αγαπάται, αλλά μετά σκέψιν και πόλεμον μέγαν, αποφασίζει ν' αναχωρήσει με την βεβαιότητα ότι φέρεται ως φιλόστοργος υιός, αλλά και ως ασυνείδητος άνθρωπος. Διαβάζει το ποιηματάκι της «Νυχτιά Φθινοπωρινή» και κλαίει διότι ενθυμείται τας λέξεις της.
   «Δυστυχισμένη μικρούλα».
   Το πρωί, όλοι ήσαν καταβεβλημένοι από την αϋπνίαν.
   Η κ. Γάζου ηρώτησε τον γαμβρόν της πώς πέρασε τη νύκτα.
   «Πολύ άσχημα».
   «Γιατί; Ερωτοδουλιές;» είπε πονηρώς η κ. Γάζου.
   «Είχα γράμμα του πατέρα και μ' ετάραξε πολύ».
   Η κ. Γάζου εξήλθε, διότι την εζήτουν, και εισήλθεν εις το δωμάτιον η Τασούλα ωχροτέρα.
   Ο Λαζαρίκας ήρχισε να κλαίει.
   Η Τασούλα τον επλησίασε.
   «Φεύγω», είπε με λυγμόν.
   Ωχρίασεν ακόμη περισσότερον και είπε με φωνήν μόλις ακουομένην:
   «Φεύγετε;»
   «Ναι. Η τιμή του πατρός μου κινδυνεύει και... από το ταξίδι αυτό... εξαρτάται η σωτηρία του...»
   «Πηγαίνετε, όπου το καθήκον σάς προσκαλεί. Ο Θεός να ευλογήσει το ταξίδι σας. Όταν επιστρέψετε να με αναζητήσετε».
   «Αμφιβάλλετε;»
   «Σάς έδειξα την θέσιν· εκεί θα με θάψουν».
   Ελησμόνησε το ταξίδι του, ελησμόνησε τα πάντα και λαβών το τρυφερό πλάσμα εις τας αγκάλας του, το έθλιψεν επί του στήθους του και τα δάκρυά των ηνώθησαν, θερμά, καυστικά, αποτελέσαντα έναν κοινόν χείμαρρον.
   «Θα μείνω», είπεν αποφασιστικώς.
   Η κ. Γάζου είδεν όπισθεν του παραπετάσματος όλην την σκηνήν και εχάρη ως καλή μήτηρ, προσεκάλεσε δε δια της χειρός την ανδραδελφήν της, δια να μη χάσει και εκείνη το θέαμα.
 
   Από το θυλάκιον του Λαζαρίκα έπεσεν η επιστολή του πατρός του και η Τασούλα την εύρε. Την ανέγνωσε πολλάς φοράς και απεφάσισε να μη γίνει αιτία παρακοής και ίσως καταστροφής εις τον φίλον της.
   Έγραψε μίαν επιστολήν, εις την οποίαν εξέθετε χίλιους λόγους, δια τους οποίους η ένωσίς των ήτον αδύνατος, αλλ' ουδέ λέξιν περί των πικρών λέξεων, τας οποίας μετεχειρίσθη ο πατήρ του. Τον παρεκάλει ν' αναχωρήσει και να ζήσει ευτυχής, διότι ήτο  υπερευσυνειδησία να νομίσει ότι αυτός συνετέλεσεν  εις την καταστροφήν της υγείας της, ενώ εκείνη προ καιρού κατέρρεεν.
   Η κ. Γάζου είδε το γράμμα εις τας χείρας της υπηρετρίας και εμειδίασεν έν μειδίαμα πολύξερο.
   Ο Λαζαρίκας το ανέγνωσε και την παρεκάλεσε ν' αλλάξει απόφασιν· αλλ' αφού την εύρεν αμείλικτον και έλαβε τηλεγράφημα από τον πατέρα του επείγον, απεφάσισε ν' αναχωρήσει.
   Αποχαιρέτισε την κ. Γάζου με συγκίνησιν, η οποία παρέλυε την γλώσσαν του και έστρεψε τους οφθαλμούς προς τον εξώστην της Τασούλας, η οποία εκίνει εις αποχαιρετισμόν το μαντηλάκι της.
   Τόση ήτο η κατάπληξις της κ. Γάζου, ώστε δεν επρόφθασε να τον κεραυνοβολήσει τον ασυνείδητο, τον παλιόβλαχο, με ένα Φιλιππικόν και να μετρήσει τα έξοδα που εκάμανε τα περιττά και την υπόληψι της κόρης της, που χάθηκε.
   Μόνον, όταν ήλθεν η ανδραδελφή της, ήρχιζε να ξεφωνίζει και να αναθεματίζει τα αρχοντόπουλα τα κακομαθημένα της Βλαχιάς, που θαρρούν τις Πολίτισσες βλάχαις και έρχουνται να διασκεδάσουν.
   «Ακόμα δε γεννήθηκε εκείνος που θα διασκεδάσει με Πολίτισσα! Αν είχε παράδες η Τασούλα μου, θα την έπαιρνε! Παράδες από τέτοιον άγγελο ζητά κανείς; Κρίμα τα έξοδα!»
   «Θυμάσαι που φίλησε και την Τασούλα μέσα στην τραπεζαρία;» 
   «Σ' εφάνηκε... και συ... Γέννησε και μερικά απ' το νου σου, τώρα. Δε φθάνει η δική μου η απελπισία. Παναγία μου, εγώ πάντα την καντήλα σου ανάφτω και χωρίς κερί δε σ' αφήνω και θα μ' ακούσεις: Το βαπόρι, που θα ταξιδέψει, ο παλιόβλαχος, η θάλασσα να το καταπιεί».
   «Αμήν», είπε η ανδραδελφή, καπνίζουσα το σιγάρον της.
  «Ακούς εκεί να έχουνε παιγνίδι τους του κόσμου τα κορίτσια! Αδιαντροπιά!»
   Η Τασούλα έκλαιε σιωπηλή και εις ολίγας ημέρας δεν έκλαιε πλέον! Ηύχετο μόνον από ψυχής «να ευτυχήσει εκείνος τον οποίον η καρδία της εξέλεξεν».
   Η κ. Γάζου συμπραττούσης και της ανδραδελφής, τώρα είναι όλη αφοσιωμένη εις την πολιορκίαν μιας κληρονόμου και συμβουλεύει τον Μενέξενον να περνά έφιππος κάθε βράδυ κάτω από τα παράθυρά της.
   Άμα δ' ενθυμηθεί τον παλιόβλαχο, τον καταράται, ενώ η ανδραδελφή στερεοτύπως ψιθυρίζει:
   «Αμήν».
 
Παππαδοπούλου Αλεξάνδρα
Ελληνικά Διηγήματα, 
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1896

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου