Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ

  
   «Χωρίς αμφιβολία, θα 'χω ξεπεράσει τις δυσκολίες σε μισό χρόνο», είπε και σουφρώνοντας όλος αυτοπεποίθηση τα χείλη πρόσθεσε διφορούμενα: «Ασφαλώς ξέρετε τι σημαίνει “δυσκολίες” στη δική μου περίπτωση».
   «Όχι».
   Εκείνη κατέπνιξε ένα χασμουρητό, με μάτια μισόκλειστα κοίταξε τον ιδρωμένο αέρα: μια βαριά, υγρή κουβέρτα που τρεμόπαιζε πάνω στα κορμιά τους, τα ξαπλωμένα στην άμμο.
   Ελαφρώς θιγμένος εκείνος είπε:
   «Θέλω να πω, πολλοί δεν θα χαρακτήριζαν την κατάστασή μου έτσι. Τα οικονομικά μου δεν είναι άσχημα, όπως ξέρετε, αλλά σύντομα θα είναι ακόμα καλύτερα. Πολλοί θα λέγανε: θαυμάσια».
   Χοντροκομμένος και θαυμάσιος. Ξέρει να γελάει με τίποτε άλλο εκτός από τους ίδιους του τους υπαινιγμούς; Πάντα θα είναι ικανοποιημένος με και από τον εαυτό του. Γύρισε στο πλευρό της, άνοιξε καλά τα μάτια της, τον κοίταξε με ηδονική αδιαφορία: μαλακός, κιτρινιάρικα χλομός, επιδερμίδα παιδιού.
   Καθόταν στην άμμο, φορώντας κοντό παντελόνι και άσπρο πουκάμισο, λεπτοκαμωμένος και μικρόσωμος. Το κεφάλι του, ανεπαίσθητα βιολετί κάτω από την πενιχρή τριχοφυία, ήταν πολύ μεγάλο για το μικροκαμωμένο σώμα του, το στόμα σχημάτιζε υγρές, φλεγματικές λέξεις, τα μάτια, πονηρά και ευάλωτα, ήταν στραμμένα προς τα μέσα, περιδιάβαζαν τους διαδρόμους, τις σκάλες και τις αίθουσες του διώροφου ιδιωτικού του σχολείου. Στο δεξί του χέρι στριφογύριζε ένα στυλό διαρκείας.
   Απέστρεψε το βλέμμα της, κοίταξε τη θάλασσα, βρήκε υβριστικά τα αλαζονικά της χρώματα, τόσο βαθύ μπλε, τόσο λευκές οι αφροκορφές. Ένας άντρας αγκάλιαζε ένα κορίτσι, το φιλούσε συλλογισμένος.
   Δίπλα της, στο ύψος των ματιών της, στριφογύριζε το μπλε στυλό διαρκείας, στο χρώμα της θάλασσας, χωρίς βιασύνη, μέσα σε κιτρινιάρικα χλομά άτριχα δάχτυλα. Ο λόγος του χωρισμού τους; Ο μυτερός του δείχτης.
   «Γενικά τα πράγματα έχουν έτσι, ώστε να μού επιτρέπουν να επιφέρω συν τῳ χρόνῳ μια ορισμένη αλλαγή στις συνθήκες της ζωής μου», είπε εκείνος προσεκτικά, γεμάτος αυταρέσκεια.
   «Μήπως πίνετε;»
   Στ' αυτιά της έφτασε η απάντηση: την απέκρουε χωρίς να την έχει καταλάβει.
   «Αφού ξέρετε τι εννοώ, αγαπητή δεσποινίς Μακ», είπε γιορταστικά. «Έχω υπόψη μου κάτι το πολύ συγκεκριμένο». Η φωνή του αιωρήθηκε μεταξύ δύο συλλογισμών. «Αναφέρομαι σε μια ριζική αλλαγή. Φυσικά είμαι αναγκασμένος, αν μη τι άλλο, ένεκα της αναγνωρίσεως υπό της πολιτείας, ν' αποβλέπω στη σταθερότητα, ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση».
   Ακόμα να 'ρθει στο προκείμενο. Ο άντρας στην ακρογιαλιά τράβηξε το κορίτσι του που ξεφώνιζε μες στα κύματα, τής έδωσε ανάλαφρα μερικές στον πισινό με το πολύχρωμο μαγιό, τη βούτηξε στη θάλασσα και συνέχεια την αγκάλιαζε και φίλαγε το δροσερό αλάτι απ' τα ζεστά χείλη. Μικρή μάγισσα, πρόσεξε, θα 'ρθει μια μέρα που θα σε παντρευτώ. Μια ριζική αλλαγή, και γι' αυτόν.
   «Α, μπα;» είπε αμήχανα.
   Σταθερότητα, σταθερότητα, είναι αναγκασμένος, θέλει να με κρατήσει, όχι όχι.
   «Μια γυναίκα θα μπορούσε να ζήσει μαζί μου χωρίς έγνοιες, ασφαλισμένη». Το στυλό διαρκείας σημείωνε φανταστικούς αριθμούς στον αέρα που λαμπύριζε απαλά.
   400 για τα έξοδα του σπιτιού, 50 χαρτζιλίκι, αν επιμένει τής δίνω και 70 με 75: έτσι σκέφτεται τώρα. Δίχως έγνοιες, δίχως χαρές. Οι γάμοι χωρίς έρωτα κρατάνε καλύτερα. Ο ορθολογισμός κολλάει καλά την ένωση των ορθολογιστών. Ο μυτερός του δείχτης.
   «Αυτό είναι ευχάριστο», είπε αδέξια.
   «Είναι εξαιρετικά σημαντικό στον καιρό που ζούμε», διόρθωσε εκείνος δυσανασχετώντας ανεπαίσθητα, με σοβαρότητα.
   Λυπάμαι αφάνταστα, λυπάμαι πολύ, ειλικρινά, αλήθεια, πρέπει να με πιστέψετε: κάποιος άλλος. Βραδυκίνητος, μαλακός, χλομός Οθέλλος, σκοτώνει με στυλό διαρκείας που κολλάει από ιδρώτα, σκαλίζει ένα εντυπωσιακό νούμερο στο επιθυμητό βυζί. Η φιλόπονη δεσποινίς Μακ, καλή δασκάλα και παρ' όλα αυτά ευπαρουσίαστη, ό,τι πρέπει. Αλήθεια, λυπάμαι πολύ. Ας μείνουμε καλοί φίλοι.
   Ο άντρας και το κορίτσι βγήκαν απ' το νερό, πιτσιλούσαν, γελούσαν χωρίς ενδοιασμούς, ξένοιαστα, ανασφάλιστοι.
   Έρωτας. Αυτός θα την εγκαταλείψει όταν τελειώσουν οι μέρες του ήλιου. Ένα μ' έμφαση δοσμένο φιλί για ανάμνηση.
   «Πρέπει να με συγχωρέσετε, αν είμαι λίγο αδέξιος σε τέτοιου είδους εξηγήσεις. Μπορώ όμως να φανταστώ ότι μια γυναίκα, μια συνετή γυναίκα, δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ειλικρίνεια και στην εντιμότητα απ' ό,τι στην τέχνη της γοητείας».
   Ο άντρας και το κορίτσι ξάπλωσαν δίπλα δίπλα στην άμμο, αυτός μισός από πάνω της, το κεφάλι του πάνω στο κεφάλι της, σοβαρός, το στόμα του αυστηρό, γεμάτος πάθος· αυτηνής τής ξέφυγε από το βάθος της κοιλιάς της ένα συγκεκομμένο σιγανό ευτυχισμένο γέλιο.
   Καζανόβα μου, εσύ! Σ' αρέσει, ε; Ναι, ναι, ναι, θαρρώ, μ' αρέσει.
   Σηκώθηκε.
   «Κάνει πολλή ζέστη», είπε με ξερό ουρανίσκο.
   Εκείνος ακολούθησε, τα ευσυνείδητα πόδια του -σχίσιμο στα δυο, ένα παράδοξο πάνω στην άμμο, νοιάζονταν χωρίς έγνοια -ταπ-ταπ περπατούσαν πίσω της πάνω στην ξύλινη σκάλα που 'βγαζε στο πεζοδρόμιο της παραλίας. Η καυτή πέτρα τής έκαψε τις πατούσες, τις σήκωνε γρήγορα και τις πατούσε πάλι προσεχτικά. Κάθισαν στη σκιά μιας ομπρέλας στην ταράτσα ενός παραλιακού ζαχαροπλαστείου. Πολλά ξανθά πόδια, γυμνά, αραγμένα φαρδιά πλατιά πάνω στις αυλακιές των υπαίθριων καρεκλών, ιδρωμένες κοιλιές που γέμιζαν με παγωτό.
   «Κι αυτά μπορεί να τα 'χει η γυναίκα μου, αν θέλει, διακοπές πολλών εβδομάδων στη θάλασσα, ή στο βουνό, το οποίο εμένα προσωπικά μ' αρέσει καλύτερα».
   «Ωραία ζωή», είπε εκείνη.
   Λυπάμαι, αλήθεια, πολύ. Ναι, ναι, ένας άλλος. Δεν τον γνωρίζετε, ούτε εγώ, ένας που τον περιμένω. Όχι, σίγουρα, δεν γίνεται.
   «Ξέρετε γιατί σάς τα λέω όλα αυτά. Σίγουρα όχι για να σάς ζαλίζω στις μέρες των διακοπών με άσχετα προβλήματα που σάς είναι αδιάφορα».
    Εκείνη κοίταξε αλλού.
   Χωρίς έγνοιες. Ο μυτερός του δείχτης. Η κακιά στριγγή κραυγή ενός γλάρου, φρενιασμένη προειδοποίηση· καυτός αέρας, γαλαζωπή τρεμουλιαστή αχλύ κάτω στην παραλία, βραδυκίνητα ζεστά μέλη, διατρέχοντας ανέμελα κίνδυνο, παραδίνονται στα κύματα που σπάνε κρύα επάνω τους.
   Με το ζόρι κατέβασε το παγωτό. Το λαρύγγι της ήταν κλειστό, ξερό και σφιγμένο.
   Η προοπτική πολλών τέτοιων καλοκαιριών. Να ιδρώνουν, να νοιάζονται χωρίς έγνοια, να περνάν οι μέρες των διακοπών. Όχι, λυπάμαι που δεν μπορώ να δεχτώ, είναι αδύνατο.
   Το ζεστό υγρό του χέρι ακούμπησε πάνω στο δικό της, τα μυτερά δάχτυλα με τα προσεχτικά λιμαρισμένα αντιαισθητικά μακριά νύχια κλείσαν πάνω στη φοβισμένη, απορριπτική γροθιά της.
   «Θέλετε να γίνετε γυναίκα μου;»
    Στριγγή προειδοποίηση από λαρύγγι γλάρου έφτασε στ' αυτιά της, στρογγυλά πεινασμένα μάτια τρύπησαν κοροϊδευτικά τη ματιά της, φτερουγίσματα ξέσκιζαν τον ξερό αέρα, μια πνοή ανέμου. Πέρα στην παραλία δύο πολύχρωμα σημάδια, ένας άντρας κι ένα κορίτσι, φαίνονται σχεδόν σαν ένα.
   «Ναι», είπε και βύθισε το ψυχρό ανοξείδωτο κουταλάκι στο παγωτό.
 
Βόομαν Γκαμπριέλε
(μετφ. Κλειώ Ζαφρανά)
Περιοδικό «Διαγώνιος», τεύχος 14,
Μάιος - Αύγουστος 1983

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου