Η συζήτηση με την Αντουανέτα έγινε μονάχα μια βδομάδα πριν απ' το γάμο. Καλύτερα την τελευταία στιγμή -είχε σκεφτεί ο Αλφόνσος- για να μην υπάρχει καιρός για πείσματα, για ανώνυμα γράμματα, για σκηνές. Και καλύτερα η συνάντηση στο ύπαιθρο, για να μην υπάρχει ευκαιρία για συγκινήσεις. Μια συζήτηση ανάμεσα σε δυο φρόνιμους καλούς φίλους, ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αγαπιόντανε και ύστερα, όπως γίνεται στη ζωή, έρχεται μέρα που ο καθένας τραβάει χωριστό δρόμο. Με λίγα λόγια, η συνάντηση αυτή δε θα 'πρεπε να ξεσηκώσει καμιά αντίδραση. Ο Αλφόνσος φαινότανε να 'ρχεται από κάτω προς την πλατεία Μπελβεντέρε, όπου είχε ορίσει τη συνάντηση με την κοπέλα. Ελαφρός, ευχαριστημένος, τού ερχότανε σχεδόν να χορεύει, χαρά γιομάτος που θα ελευθερωνότανε.
Ναι. Μα ωστόσο περπατούσε με κόπο το δρόμο της ανηφοριάς. Ήταν Ιούλιος, τέσσερις η ώρα το μεσημέρι, κι επίτηδες είχε διαλέξει αυτή την ώρα που λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν στη μεγάλη ζέστη. Περπατούσε άκρη άκρη στους ίσκιους που ρίχναν τα πλατάνια, χωρίς να δροσίζεται όμως, γιατί ήταν πολύ κουραστική η ζέστη μεσ' στο καταμεσήμερο. Πάνω στα ακίνητα μεγάλα δέντρα χωρίς ανασασμό από αέρα, και τα τζιτζίκια ακόμα, κουρασμένα βγάζανε το τραγούδι τους. Κάθε τόσο στεκότανε να πάρει την ανάσα του και κοίταζε κιόλας αν ερχότανε η Αντουανέτα από πίσω. Κι ωστόσο ετοίμαζε στο μυαλό του τη δύσκολη κουβέντα: Θα άρχιζε απλά, έτσι. «Καταλαβαίνεις, Αντουανέτα...» Θα 'πρεπε να τής εξηγήσει πως ο γάμος που λογάριαζε να κάμει, δεν ήταν ένας γάμος από έρωτα, έπρεπε να το καταλάβει, να την πείσει. Μουρμούριζε μέσα του τη φράση: «Καταλαβαίνεις, Αντουανέτα... Η ανάγκη να κάμω οικογένεια...», κι έφτασε στο Μπελβεντέρε, απ' όπου φαινότανε πολύ ωραίο το τοπίο από κάτω με το γραφικό κόλπο. Εκεί, σ' ένα μικρό καφενεδάκι με τρία - τέσσερα σιδερένια τραπέζια, κάτω απ' τον ίσκιο μιας πέργκολας, εκεί είχε ορίσει να συναντηθούν. Ήτανε ήσυχα, απόμερα και μοναχικά. Τοποθετήθηκε σε μια καρέκλα, πήρε ανάσα, έβγαλε το μαντήλι του για να καθαρίσει τον ιδρώτα που 'χε στο πρόσωπο, στο λαιμό και στα μαλλιά του, τράβηξε το γιακά προς τα πίσω, κι ανάμεσα στα δόντια του μηχανικά μουρμούρισε: «Καταλαβαίνεις, Αντουανέτα...» Μισόκλεισε μάλιστα και τα μάτια του για να μη βλέπει τη θάλασσα, που ο ήλιος του μεσημεριού την έκανε ένα μεταλλικό αστραφτερό καθρέφτη που τον ζάλιζε.
Σε λίγο ήρθε και η Αντουανέτα· η καρδιά του άρχισε να χτυπάει ανήσυχα· ήταν απ' τη συγκίνηση που την είδε κι από το φόβο για τη συζήτηση που θ' άρχιζε. Αισθανότανε αναστατωμένος και συγκινημένος, όπως στην πρώτη τους συνάντηση πριν από χρόνια. Η Αντουανέτα πέρασε την πλατειούλα λυγερή και χαριτωμένη, κάθισε δίπλα του, ξανάσανε, κι αλαφρωμένη γύρισε και τον ρώτησε: «Λοιπόν, τι συμβαίνει;»
Ο Αλφόνσος ξαφνιάστηκε που μπήκε έτσι, χωρίς πρόλογο, στη συζήτηση· δεν ήξερε τι να πει και την κοίταξε σαστισμένος και χαμογελαστός· πρόσεχε μ' ευχαρίστηση το παχουλούτσικο ιδρωμένο της πρόσωπο και η κοπέλα το ίδιο τον κοίταζε επίμονα με τα μαύρα της αστραφτερά μάτια.
«Τι θα πει τι συμβαίνει;» ψιθύρισε αυτός επιτέλους.
«Ναι, τι έχεις να μού πεις; Πρέπει να 'ναι πολύ σοβαρό για να ζητήσεις να με συναντήσεις αυτή την ώρα εδώ. Δε βλέπεις τι ζέστη κάνει;»
Και άπλωσε το χέρι της μπροστά, όπως το απλώνει κανείς για να δει αν βρέχει. Πραγματικά αισθανότανε σαν να πήγαινε να την κάψει ο αέρας.
«Ναι, κάνει πολλή ζέστη», παραδέχτηκε κι αυτός. Κι έπειτα ήθελε να πει άλλα ασήμαντα πράγματα για τον καιρό, για του μετεωρολογικού την πρόγνωση, πως ίσως βρέξει αύριο, αλλά όχι, δεν μπορεί να βρέξει στη μέση του καλοκαιριού, ήθελε τέλος πάντων να πει κάτι άλλο, αλλά όχι αυτό που είχε προετοιμάσει. Ωστόσο, δισταχτικά άρχισε:
«Καταλαβαίνεις, Αντουανέτα...»
«Τι είναι αυτό που πρέπει να καταλάβω;» τον έκοψε επιθετικά.
Κι αυτός έχασε το θάρρος του τότε. Θα ήθελε κάποιος να ήταν κοντά του, κάποιος που να μπορούσε να ακουμπήσει απάνω του και να του πει: «Μίλησε συ για μένα». Δεν ήθελε να βρίσκεται μόνος μπροστά στο πρόβλημά του και μπροστά σ' αυτό το κορίτσι. Γρήγορες σκέψεις περνούσαν απ' το νου του. «Δε θα το κάμω, δε θα το πω, δε θα ελευθερωθώ ποτέ, έπρεπε να το 'χω καταλάβει. Σίγουρα χάθηκαν οι ελπίδες μου και αύριο θα δημοσιευθεί η είδηση». Επιτέλους βρήκε ένα απελπισμένο θάρρος, ορθώθηκε στο κάθισμά του και αποφασιστικά πέταξε την κουβέντα.
«Σε οχτώ μέρες παντρεύομαι».
Να το, το κατάφερε κι έμεινε τεντωμένος προς το μέρος της κοπέλας, έτοιμος πια για τη μάχη.
Η Αντουανέτα τον κοίταξε για μια στιγμή αμφιβάλλοντας αν άκουσε καλά. Κι έπειτα τού είπε ειρωνικά:
«Τρελός είσαι; Και 'γω;» Το είπε αυτό ανοίγοντας πλατιά τα χέρια, σαν να 'θελε να επιδειχτεί.
Ο Αλφόνσος τότε επέμεινε: «Καταλαβαίνεις, Αντουανέτα...»
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ποια είναι;»
«Θα 'πρεπε να καταλαβαίνεις, η ανάγκη να κάμω οικογένεια...»
«Ποια είναι, σού είπα; Η κόρη του Μπονοκόρε βέβαια;»
«Ναι», της απάντησε αυτός χαμηλώνοντας το κεφάλι και προσπαθώντας να τής πιάσει τα χέρια.
«Αυτή η άσχημη, ε;»
«Μα τι λες τώρα;»
«Ναι, αυτή η άσχημη, η άσχημη, η χοντρή».
«Η μεγαλύτερη θέλεις να πεις».
«Όπως θέλεις πες την: αυτή που δεν την θέλει κανείς. Θα πάω εκεί και θα τής δείξω εγώ, έννοια σου...»
«Αλίμονο», την έκοψε ο Αλφόνσος άγρια. «Αλίμονο σ' όποιον τής αγγίξει και μια τρίχα απ' το κεφάλι της».
Αυτή τη στιγμή ήρθε το γκαρσόνι· είχε σηκωμένα τα μανίκια αυτή την ώρα που δεν είχε δουλειά κι έκανε τόση κάψα. Στάθηκε μπροστά τους κι αυτοί ήτανε κατακόκκινοι κι έτοιμοι ν' αρπαχτούνε. Μόλις τον είδαν, ταραγμένοι, χαμένοι, γύρισαν και τον κοίταξαν, κι ο Αλφόνσος πρώτος βρήκε μια κάπως φυσιολογική φωνή και ρώτησε το κορίτσι: «Τι θα πάρεις; Γκαζόζα;»
«Ναι».
«Δυο γκαζόζες».
Το γκαρσόνι απομακρύνθηκε κι ο Αλφόνσος ησυχασμένος τής ξαναείπε: «Πρέπει να καταλάβεις, Αντουανέτα, τι μπορούσα να κάμω; Δεν είμαι πια νέος, δεν έχω πεντάρα και σε μια κάποια ηλικία -πίστεψέ με- αρχίζει κανείς να αισθάνεται την πίεση, την ανάγκη».
«Φεύγω. Δε μ' ενδιαφέρει τίποτα απ' όσα λες. Φεύγω».
«Θα σε βγάλει έξω απ' την πόρτα της. Τα ξέρει όλα» -τής το 'λεγε ψέματα- «τα ξέρει όλα κι αν την πειράξεις, θα σε διώξει απ' το σπίτι της άσχημα, να το ξέρεις».
Ακούγοντας τα λόγια αυτά η Αντουανέτα, έμεινε μια στιγμή αναποφάσιστη κοιτάζοντάς τον με δυσπιστία. Αυτός τότε ξεθάρρεψε και πρόσθεσε: «Έχεις δίκιο, όμορφη δεν είναι, αλλά δεν κάνω εγώ γάμο από έρωτα τώρα. Ο έρωτας είναι κάτι άλλο, αυτός είναι γάμος διαφορετικός, μια ταχτοποίηση. Ξέρεις τι προίκα έχει; Το μεγάλο σπίτι της πλατείας Μανίν. Το βλέπεις; Να το φαίνεται, είναι αυτό εκεί κάτω».
Τέντωσε το χέρι κι έδειξε στην πλατεία κάτω απ' το Μπελβεντέρε ένα μεγάλο ωραιότατο κτίριο με κοκκινωπές πέτρες που ξεχώριζε απ' όλα τα γύρω σπίτια του χωριού. Ένα παλατάκι: πατώματα, πατώματα, παράθυρα, παράθυρα, το μόνο σπίτι του χωριού που ήτανε σαν της πρωτεύουσας τα καλύτερα σπίτια.
«Το είδες;» επέμενε αυτός. «Να το, εκείνο εκεί κάτω».
Η Αντουανέτα κάρφωσε τα μάτια της στο μεγάλο σπίτι, που ο ήλιος όπως έπεφτε το 'κανε ακόμα μεγαλύτερο, γούρλωσε τα μάτια της και άρχισε να κλαίει. Τής φάνηκε πως μπροστά σ' αυτή τη μάζα του τσιμέντου, ενάντια σ' αυτή τη σκληρή δύναμη, κανένας λόγος δικός της, καμιά κίνησή της, δε μπορούσε να έχει ενδιαφέρον. Ο Αλφόνσος κάπως ησύχασε που την είδε να κλαίει, τής χάιδεψε το χέρι και τής είπε ανασαίνοντας βαθιά:
«Α, βλέπω πως με καταλαβαίνεις κι αυτό μ' ευχαριστεί». Κι έβγαλε το μαντήλι του πάλι για να καθαρίσει τους ιδρώτες.
Ήρθε το γκαρσόνι με τις γκαζόζες, τις άνοιξε και τις σερβίρισε στα ποτήρια. Φεύγοντας κοίταζε αυτούς τους δυο ανθρώπους. Εκείνον τον κατακόκκινο άντρα και την κοπέλα που τρέμαν τα μάτια της και τής τρέχαν τα δάκρυα. Προσπαθήσανε μάλιστα να χαμογελάσουν, να κάμουν τον αδιάφορο, για να τού δείξουνε τάχα πως είχαν έρθει για ν' απολαύσουνε τη θέα και να πιούνε κάτι δροσιστικό. Ρίχνανε λοιπόν το βλέμμα τους στον ωραίο κόλπο που τον αγκάλιαζε το τοπίο με τόση χάρη.
Όταν μπήκε το γκαρσόνι στο μαγαζί και δε φαινότανε πια, αυτοί αμίλητοι κοιτάζανε και πάλι το μεγάλο σπίτι. Ορθωνότανε καμαρωτό και τα δέντρα ολόγυρά του στην πλατεία φαίνονταν σαν να ήταν εκεί επίτηδες, για να τού φυσάνε δροσερό αέρα και να το προστατεύουν απ' την κάψα. Ορθωνότανε το μεγάλο σπίτι κι αυτοί οι δυο αμίλητοι ακόμη, με τα ποτά μπροστά τους, κρατιόνταν απ' τα χέρια. Η Αντουανέτα αναστατωμένη, φοβισμένη, άρχισε πάλι τα κλάματα.
«Αλφόνσο», είπε με φωνή στακάτη, «σκεφτόμουνα εκείνη τη φορά που 'μαστε μαζί στη βάρκα και μού είχες υποσχεθεί...»
«Ναι, πραγματικά. Βλέπεις πως δεν έλειπε η διάθεση, η πρόθεσή μου... Αλλά τι να κάναμε εσύ κι εγώ; Ούτε λεφτά για ένα ζευγάρι κάλτσες δε θα είχες. Με καταλαβαίνεις τώρα;»
Αυτή είπε ναι, ναι, και πνίγηκε στους αναστεναγμούς. Στην ταραχή της τής τρέμανε οι ωραίοι της ώμοι και το στήθος. Συγκινήθηκε πολύ ο Αλφόνσος που την είδε έτσι. Θυμήθηκε κάποιες χαρούμενες ημέρες που 'χαν περάσει μαζί με τόση τρυφερότητα. Κάθετι δικό της, κάθε ώρα που 'χανε ζήσει μαζί, τού ερχότανε τώρα επίμονα στη μνήμη του.
«Βέβαια», είπε χαϊδεύοντάς της τρυφερά τα χέρια, «βέβαια πολύ ωραία θα ήτανε αν εσύ κι εγώ, Αντουανέτα... Αλλά τι θέλεις να κάμω; Δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε οι ποιητές ότι η ευτυχία είναι για όλους κι ότι δεν αγοράζεται. Πίστεψέ με, μια ευτυχία χωρίς λεφτά, είναι μια μίζερη ευτυχία, μια κατώτερη ευτυχία, δεν είναι ευτυχία».
Ύστερα, ικανοποιημένος από τον εαυτό του κι από τα λόγια του, ταχτοποίησε το σακάκι του.
Μπροστά σ' αυτή την ακατανίκητη αλήθεια, η Αντουανέτα φάνηκε σαν να παραδέχτηκε ότι δεν είχε αυτή λεφτά για ν' αγοράσει την ευτυχία που ανήκει στις γυναίκες. Με θολωμένα μάτια κοίταζε τον Αλφόνσο θαυμάζοντάς τον· ήτανε πολύ έξυπνος για να τον έχει αυτή δικό της. Αντίθετα, η κόρη του Μπονοκόρε είχε σπουδάσει και ήτανε μορφωμένη. Αλλά σε λίγο τής άναψε ο θυμός πάλι και τού είπε πικρά, πεισματικά: «Ωστόσο την ομορφιά με όλα τα λεφτά της ποτέ δε θα μπορέσει να την αγοράσει. Μα την πρόσεξες καλά πόσο άσχημη είναι;»
«Ναι, ναι, όμορφη δεν είναι», παραδέχτηκε ο Αλφόνσος. Και θύμωσε μάλιστα που η Αντουανέτα έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια. Φώναξε το γκαρσόνι και πλήρωσε.
«Τώρα πρέπει να φύγω γιατί έχω δουλειά. Πρέπει μάλιστα πρώτα να φύγεις εσύ, για να μη μάς δούνε μαζί και σε κουτσομπολέψουν».
Σηκώθηκε και είπε:
«Λοιπόν, αντίο Αντουανέτα».
Την πρόφερε τη φράση με τόνο επίσημο μάλιστα και τής πήρε το χέρι της και το 'φερε στην καρδιά του:
«Και να ξέρεις, Αντουανέτα, πως αν κάποτε με χρειαστείς, αν τύχει κι έχεις ανάγκη...»
«Δε θα 'χω ανάγκη από τίποτα», του 'πε κοφτά η κοπέλα. «Αντίο, και ευχές για την ευτυχία σου».
Του γύρισε την πλάτη, προχώρησε στη φλογισμένη πλατεία και ο καυτερός ήλιος την τύλιξε ολόκληρη. Κατηφορίζοντας, αν και πήγαινε με βήμα αργό, το ωραίο της κορμί με την αρμονική κίνησή του κυμάτιζε γοητευτικά. «Πάντα περήφανα τα κορίτσια του λαού», σκέφτηκε ο Αλφόνσος και αισθανότανε ταπεινωμένος. Τού φαινόταν πως απ' τη συζήτηση αυτή, το μέλλον που ονειρευότανε για τον εαυτό του θα 'τανε πιο φτωχό και πιο μίζερο.
Για να πάρει θάρρος γύρισε τα μάτια του και κοίταξε χαμηλά στην πλατεία. Όπως έπεφτε ο ήλιος, τα τζάμια στο μεγάλο γκρίζο σπίτι ανάβανε, λάμπανε σα διαμάντια, στο πρώτο, στο τρίτο, στο πέμπτο πάτωμα. Ύστερα από λίγο άρχισε να κατηφορίζει κι αυτός. Τού φαινότανε πως πάνω στο κεφάλι του είχε το μεγάλο σπίτι, όπως σε κάτι χαλκογραφίες παλιές κάθονται τα κάστρα πάνω στις παλιές πολιτείες. Τού φαινόταν πως όποιοι περνούσαν θα μπορούσαν να το δούνε στο κεφάλι του. Σφύριζε και θα 'θελε να κατεβεί χορεύοντας στην πλατεία. Ήτανε βέβαιο, ήτανε βέβαιο πως ήταν ελεύθερος. Ήταν δυνατό να 'παιρνε την Αντουανέτα, που ήτανε μιας σιδερώστρας κόρη; Δεν τής φαινότανε βέβαια η ταπεινή της καταγωγή, ήταν πολύ ωραίο κορίτσι, αλλά... Και η σκέψη του άρχισε να ξεφεύγει απ' αυτήν. Σκεφτότανε το ωραίο ταβάνι της νυφικής κάμαρας με τα φτερωτά αγγελούδια και τον Απόλλωνα στη μέση με τη λύρα. Είχε διαλέξει το πέμπτο πάτωμα, ακριβώς γι' αυτές τις ζωγραφιές. Ίσως όμως και γιατί ο νοικάρης στο πρώτο πλήρωνε ένα μεγάλο νοίκι που θα 'τανε κουταμάρα να το στερηθούν. Ή ίσως γιατί, κατοικώντας εκεί απάνω, τού φαινότανε πως διαφεντεύει ολόκληρο το σπίτι, έτσι όπως θα το είχε κάτω στα πόδια του κι αυτός θα ήτανε στην κορφή ψηλά, σα σημαία.
Έτσι, με νεανικό και χαρούμενο περπάτημα, έφτασε πολύ γρήγορα κάτω. Στην εξώπορτα του μεγάλου σπιτιού της πλατείας Μανίν, όπου κατοικούσε η αρραβωνιαστικιά με τον πατέρα και τη θεία της, ήταν ωραίος ίσκιος και πρασινάδες και δέντρα και φυτά σπάνια και δροσερά. Μόλις τον είδε, βγήκε έξω ο θυρωρός, έβγαλε το καπέλο του και τον χαιρέτισε με σεβασμό, ενώ αυτός τον χαιρέτισε μονάχα μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Ύστερα ανέβηκε τη μεγάλη σκάλα που τού φάνηκε κάπως σκοτεινή, γιατί ακόμα ήταν σκοτισμένα τα μάτια του απ' τον πολύ τον ήλιο.
Έπειτα από την τελετή του γάμου, οι νιόπαντροι φύγανε. Στο τρένο καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο, κοιτάζονταν σαν τα μικρά παιδιά που προσπαθούνε να γνωριστούνε για να κάνουν παρέα. Είχανε πολύ λίγο καιρό αρραβωνιασμένοι κι όσες φορές βρεθήκανε μαζί ήταν μπροστά στους γονείς και στους θείους, όπως συνηθιζόταν στο χωριό. Και το ξέρανε βέβαια κι οι δυο πως ο γάμος τους ήτανε σαν μια συμφωνία για δουλειές, σαν ένα συμβόλαιο να πούμε. Η αρραβωνιαστικιά τον πρώτο καιρό ήτανε δειλή, δισταχτική, ντροπαλή. Προσπαθούσε να μιλάει πολύ λίγο, να μην την προσέχουν, σαν να 'θελε να ξεχαστεί πως εκτός από το σπίτι ο Αλφόνσος θα φορτωνότανε κι αυτήν. Γι' αυτό συγκινήθηκε πολύ όταν έπειτα από το μυστήριο τής είπε ο άντρας της με σιγανή φωνή φιλώντας της το χέρι: «Ελπίζω, Λουίζα, να είμαστε πολύ ευτυχισμένοι». Τότε το άχρωμο πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα χαμόγελο απαλό και τον κοίταξε μ' ευγνωμοσύνη. «Κι εγώ το ελπίζω», τού απάντησε πνιχτά, χωρίς να τολμήσει ούτε να προφέρει το όνομά του, ούτε να τον κοιτάξει κατάματα.
Ταχτοποίησε στο δίχτυ τις βαλίτσες ο Αλφόνσος, ταχτοποίησε τα πανωφόρια τους κοντά, κάθισε αντίκρυ στη γυναίκα του κι άρχιζε να ζει το ταξίδι που ξεκινούσε. Μόλις δε βλέπανε πια τους φίλους και τους συγγενείς, μόλις χάθηκε κι ο σταθμός απ' τα μάτια τους, πέσανε ξαφνικά σ' απόλυτη μοναξιά κι αισθανθήκανε πολύ ταραγμένοι. Δεν ξέρανε τι να πούνε, γιατί αδιάφορες κουβέντες δεν έπρεπε να λένε βέβαια στο ταξίδι του γάμου, αλλά και κουβέντες τρυφερές δεν τους ερχότανε φυσικό, δεν τολμούσανε να ξεστομίσουν.
Δε μιλούσανε, λοιπόν, και κοιτάζανε απ' το παράθυρο έξω με προσοχή, σαν τους ταξιδιώτες που θέλουν να απολαύσουν το τοπίο. Ωστόσο, είχε ο καθένας μέσα στο μυαλό του τις ιδιαίτερες δικές του σκέψεις, που τού φέρνανε ταραχή και ζάλη. Κάπου κάπου κοίταζε ο Αλφόνσος τη γυναίκα του, σαν να 'θελε να πεισθεί πως δεν ήταν και τόσο άσχημη, στο τέλος τέλος, γυναίκα ήταν κι αυτή. Και άσχημη ακριβώς δεν ήτανε· είχε ένα κεφάλι εφηβικό πάνω σ' ένα κορμί σχηματισμένο ώριμης γυναίκας. Είχε ανοιχτόχρωμο δέρμα, αλλά τα χαρακτηριστικά της ήτανε ακαθόριστα κάπως, έτσι που μόλις έπαιρνε τα μάτια από πάνω της ο Αλφόνσος, δεν μπορούσε να θυμηθεί τη φυσιογνωμία της καθόλου. Και τα μάτια της δεν ήτανε ξάστερα, ήταν μικρά και σβησμένα. Σβησμένα ήταν τα μάτια της όπως και τα αραιά μαλλιά της, που 'χαν ένα ξεθωριασμένο ξανθό χρώμα χωρίς ζωή, που ο κομμωτής δεν κατάφερνε να τα διορθώσει. Να το, αυτό που δεν άρεσε περισσότερο στον Αλφόνσο, ήταν αυτά τα ψόφια μαλλιά.
Οι νιόπαντροι φαίνονταν βαριεστημένοι απ' αυτό το ταξίδι, που 'πρεπε να το υποφέρουνε ωστόσο πριν αρχίσει η συζυγική ζωή τους. Καμιά βιασύνη δεν είχαν να φύγουν και να μείνουν μοναχοί. Θα προτιμούσανε να είχανε μπει αμέσως στο σπίτι τους, στο διαμέρισμά τους που το είχανε έτοιμο. Η Λουίζα, στο σύντομο χρόνο του αρραβώνα, δεν έπαψε να σκέφτεται πότε θα πήγαινε να εγκατασταθεί κυρία στο σπίτι της. Από την εποχή που πέθανε η μητέρα της, αν και δεν ήτανε πολύ νέα, ήτανε υποχρεωμένη να υπακούει σε μια θεία. Η θεία είχε τη διεύθυνση του σπιτιού, η θεία τους λογαριασμούς, η θεία ταχτοποιούσε τα ντουλάπια, κρατούσε τα κλειδιά και κανόνιζε τα έξοδα. Κι αυτό τής φαινότανε ταπεινωτικό. Δεν αισθάνθηκε πραγματική γυναίκα παρά την ημέρα που τής είπαν πως θα παντρευτεί τον Αλφόνσο, ένα σοβαρό και αξιότιμο κύριο. Βέβαια, δεν είχε καμιά θέση, δεν εκέρδιζε, αλλά είχε αυτή τα λεφτά. Τι θα 'κανε άλλωστε μονάχη της αργότερα που θα περνούσαν τα χρόνια; Είπε, λοιπόν, το ναι και δέχτηκε πολύ πρόθυμα την πρόταση με καρδιά συγκινημένη, είπε το ναι χωρίς να τον γνωρίζει τον Αλφόνσο. Κι όταν γινόταν το προξενιό, φοβότανε μήπως εκείνος μετανιώσει κι αλλάξει γνώμη. Εδίστασε πολύ πριν να τού παρουσιαστεί, γιατί έτρεμε μη τυχόν δεν τού αρέσει. Κι όταν ορίστηκε η ημέρα του γάμου, τότε ησύχασε η Λουίζα, τότε αισθάνθηκε σιγουριά και ξεκούραση. Έπαιρνε ένα εργόχειρο στα χέρια της και φαινόταν αφοσιωμένη στο κέντημα, για να μην τής μιλάνε και να την αφήνουνε ήσυχη. Και τότε σκεφτότανε την ωραία βεράντα που θα την γέμιζε με φυτά και λουλούδια. Φανταζότανε κάποια πρωινά που θα ξυπνούσε νωρίς και θα βοηθούσε την υπηρέτρια για να καθαρίσουν το σπίτι. Ονειρευότανε να κάθεται μπροστά στα μεγάλα ντουλάπια με τα ασπρόρουχα, να τ' ανοίγει σαν ένα μυστικό θησαυρό, ν' αγγίζει τη λεβάντα που μοσκοβολούσε, να πιάνει τα καθαρά άσπρα λινά, να μετράει τα σεντόνια, τα τραπεζομάντιλα και τις πετσέτες της Φλάνδρας. Έπειτα να τα κλείνει χαϊδευτικά, να μπαίνει στην κουζίνα, να βλέπει τις κατσαρόλες στη φωτιά και ν' ακούει το φαΐ να βράζει και να ψήνονται τα ωραία που 'χαν αποφασίσει με την υπηρέτρια να φτιάξουν.
Δεν ήτανε κουτή και το 'ξερε πως ο Αλφόνσος την παντρευότανε για το σπίτι. Θα 'θελε μάλιστα να τού πει φιλικά να μην υποκρίνεται, να το ομολογεί, αφού όλοι το ξέρανε και πρώτη απ' όλους αυτή. Στο τέλος τέλος κι αυτή δεν τον παντρευότανε από έρωτα, αυτός ή κάποιος άλλος το ίδιο θα ήτανε. Κι αυτή είχε το λόγο της που τον παντρευότανε. Ήθελε να φύγει από τον δεσποτισμό της θείας της, ήθελε επιτέλους να νιώσει πως είναι τέλεια γυναίκα και πως ορίζει το σπίτι της. Τίποτ' άλλο κοινό δεν είχαν μεταξύ τους, αλλά ίσως το μεγάλο αυτό σπίτι στην πλατεία, ίσως να τούς ένωνε αυτό πιο πολύ απ' τον έρωτα, που στο τέλος τέλος περνάει και φεύγει.
Το ταξίδι λοιπόν για όλους αυτούς τους λόγους ήτανε σιωπηλό· αλλάζανε κάτι αβέβαια χαμόγελα, ενώ σκεφτόντανε πώς ν' αρχίσουνε την κουβέντα. Είχανε μια φράση στο νου τους και από δειλία δεν την ξεστομίζανε. Φτάσανε επιτέλους στη Ρώμη. Η Λουίζα, που ποτέ δεν είχε βγει απ' τον τόπο της, ήτανε θαμπωμένη, σκοτισμένη. Ο Αλφόνσος την οδηγούσε τάχα ζωηρά και αποφασιστικά, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πολύ ενοχλημένος. Όχι για την πολιτεία που την είχε δει κι άλλες φορές, αλλά για το ότι έμπαινε στην πολιτεία μ' αυτή τη γυναίκα κρεμασμένη στο μπράτσο του, για την καινούργια αυτή πραγματικότητα, που γι' αυτήν το πρωί στην τελετή του γάμου τόσες ευχές και τόσες υποσχέσεις για μια χρυσή ζωή του 'χε δώσει ο κόσμος.
Τη νύχτα, ενώ η Λουίζα κοιμότανε με ήσυχη και κανονική αναπνοή, αυτός ξάγρυπνος ήτανε πολύ μελαγχολικός. Έγινε κι αυτό, σκεφτότανε. Και ήτανε γιομάτος απογοήτευση και λύπη για την ένωση αυτή, τη χωρίς χαρά ένωση, με μια ξένη, άτονη και αδιάφορη γυναίκα. Ύστερα δοκίμαζε λίγη ντροπή και λίγη αηδία, όπως αισθανότανε μερικές φορές όταν πολύ νέος βρισκότανε με τις άγνωστες και εύκολες κοινές γυναίκες που τις πλήρωνε τόσο φτηνά. Άσχημη, ναι, άσχημη, είχε δίκιο η Αντουανέτα. Συχνά τη θυμότανε την Αντουανέτα. Την έβλεπε να κατεβαίνει περήφανη με ορθό το ωραίο κορμί της. Τότε αισθάνθηκε βαθιά του μια φυσική επιθυμία. Λαχταρούσε να την ακούσει να μιλάει, να μιλάει καυστικά και πειραχτικά, μια γυναίκα με ζωή τέλος πάντων. «Κράτα το σπίτι σου», θα τού έλεγε αν τον έβλεπε τώρα και θα γελούσε.
Γύρισε, ξαναγύρισε στο κρεβάτι και για μια ακόμη φορά σκέφτηκε το μεγάλο σπίτι στην πλατεία και ησύχασε. Έπρεπε να αγοράσει πολλά σημειωματάρια για τις αποδείξεις, πρέπει ν' αλλάξει σύστημα, θα 'πρεπε όλα να τα κάνει μόνος του γιατί οι διαχειριστές κάτι κλέβουνε πάντα· θα ερχόντανε οι νοικάρηδες στο γραφείο του να πληρώνουνε αυτόν τον ίδιο κάθε πρώτη του μηνός. Θα 'πρεπε να αγοράσει κι ένα βελουδένιο σακάκι· ήτανε το όνειρό του να αποκτήσει ένα σακάκι για το σπίτι από καφέ βελούδο με μεταξωτά πέτα και μεταξωτή ζώνη. Έπρεπε να γνωρίσει τους νοικάρηδες, να καταλάβει το χαρακτήρα τους και να είναι σταθερός απέναντί τους. Έσπασε το τζάμι; Χάλασαν οι σωλήνες; Ο νοικοκύρης δεν έχει ευθύνη γι' αυτά, πρέπει να τα διορθώσουν οι ίδιοι. Βέβαια, όλα αυτά θα τούς τα έλεγε ευγενικά, σταθερά, με λίγα λόγια θα 'δινε και θα 'παιρνε κανονικά τις αποδείξεις βάζοντας και σφραγίδα και θα σηκωνότανε για να τούς αναγκάσει με τρόπο να φύγουν. Το δειλινό θ' ανέβαινε στην ταράτσα, τι ανάγκη να βγει έξω, όταν έχει μια τόσο ωραία ταράτσα; Ορθός από κει ψηλά καπνίζοντας θα 'βλεπε τον χαριτωμένο κόλπο, τα φωτισμένα καραβάκια που φεύγανε, τα ψαροκάικα που αφήνανε πίσω τους ένα ελαφρότατο βέλο καπνού. Απ' την άλλη πλευρά η ταράτσα έβλεπε στην πλατεία. Οι άνθρωποι που περπατούσαν φαίνονταν από κει ψηλά μικροί - μικροί σαν μερμήγκια. Και η Αντουανέτα, αν την έβλεπε από κει απάνω, μερμήγκι θα τού φαινόταν κι αυτή.
Ονειροπολώντας έτσι αποκοιμήθηκε, ακούγοντας τον αλαφρό ανασασμό της γυναίκας του. Και είδε ένα όνειρο, ένα όνειρο από κείνα που 'βλεπε όταν ήταν παιδί: από ένα φρούριο ψηλά πέφταν βροχή κανονιές. Η Αντουανέτα ανέβαινε την πολύ στενή στριφτή σκάλα, να την, έπρεπε να κλείσει την πόρτα τη βαριά για να προφυλαχτεί. Αλλά η Αντουανέτα, σαν να 'ταν αερένια, την πέρναγε την πόρτα και παρουσιαζότανε μπροστά του αγριεμένη. Αυτός ο εφιάλτης τον τάραξε και γύρισε μανιασμένος στο άλλο πλευρό. Και τότε το φρούριο άλλαξε, έγινε η ήσυχη ταράτσα που μοσκοβόλαγε απ' τα πολλά λουλούδια, στολισμένη και με τόση πρασινάδα, η ταράτσα που 'βλεπε το χαριτωμένο κόλπο γιομάτο από κίτρινα και κόκκινα πανιά, που φτερουγίζανε σαν πεταλούδες.
Κάποτε μιλούσανε κιόλας γι' αυτά. Την άλλη μέρα μετά το γάμο, ενώ ξυριζότανε ο Αλφόνσος, άρχισε δειλά να τη ρωτάει. «Τι δουλειά κάνει ο νοικάρης που κάθεται στον πρώτο, που 'χει την παράλυτη γυναίκα;» Και η Λουίζα ξεκίνησε να διηγείται όλα τα καθέκαστα για όλους. Τα ήξερε όλα, γιατί η θεία μάζευε όλα τα νέα του σπιτιού και δεν άφηνε να τής ξεφύγει τίποτα. Οι νιόπαντροι δεν είχανε κανένα άλλο θέμα που να τους ενδιαφέρει, κι έτσι, με τα περιστατικά της ζωής των προσώπων αυτών, αισθανόντανε κάπως σαν φίλοι. Τώρα πια ο Αλφόνσος τα ήξερε όλα με όλες τις λεπτομέρειες, σχεδόν σαν να είχε κατοικήσει κι αυτός στο μεγάλο σπίτι. Όταν τού τα διηγιότανε σιγανά όλα αυτά η Λουίζα με τη μονότονη φωνή της, τη χωρίς καμιά απόχρωση φωνή της, τού φαινότανε σαν να ήταν στο θέατρο. Ζούσαν μαζί τους οι νοικάρηδες, κάθονταν στο τραπέζι τους, με κάποιον τρόπο. Και όπως σ' ένα ρομάντσο, καθένας τους είχε διαλέξει το πρόσωπο που προτιμούσε απ' όλους αυτούς. Εκτός από το ενδιαφέρον που 'φερναν στη ζωή τους τα πρόσωπα αυτά, η Λουίζα περηφανευότανε σαν να 'τανε κι αυτά μέσα στην προίκα της. Τής φαινότανε μάλιστα ότι με όλα αυτά τα πρόσωπα και τα γεγονότα της ζωής τους, ο Αλφόνσος θα τη δεχότανε καλύτερα. Όταν μιλούσε αυτή στο τραπέζι κι αυτός την άκουγε προσεχτικά υπογραμμίζοντας με την έκφραση του προσώπου του την εντύπωση που του 'κανε η διήγησή της, πίστευε πως είχε γίνει ξαφνικά ενδιαφέρουσα γυναίκα κι αυτή.
Συχνά καθόντανε με τις ώρες στα καφενεία και κοιτάζανε τους περαστικούς που περπατούσαν με βήμα ζωηρό. Είχαν απέναντί τους αυτή τη μεγάλη πολιτεία που τούς έδινε την εντύπωση πως δεν την απασχολούσε καμιά έγνοια και καμιά φροντίδα. Είχαν βυθιστεί σε μια σχεδόν κουραστική καλοπέραση, όπως είναι όλα τα ωραία καινούργια πράματα. Ποθώντας να γυρίσουνε στον τόπο τους, περιπλανιόντανε σαν χαμένοι όλες αυτές τις ημέρες της αναγκαστικής μοναξιάς τους και δεν ξέρανε πια τι να κάνουνε και τι να πούνε. Μένανε σιωπηλοί και ξαφνικά κάποιος απ' τους δυο πέταγε μια φράση, σαν να συνέχιζε την κουβέντα που 'χε σταματήσει από ώρα.
«Έλεγες, λοιπόν, να μην τον διώξουμε τον υπηρέτη που κάθεται στον πρώτο;»
«Έχει έξι κορίτσια, καταλαβαίνεις... έξι γυναίκες».
«Έξι; Και πόσων χρονών είναι η μεγαλύτερη;»
«Δώδεκα».
Κι έτσι ξανάρχιζε η κουβέντα.
Αν διαφωνούσανε λίγο, ήταν όταν μιλούσαν για το ραδιόφωνο. Σ' ένα φύλλο χαρτί είχε κάμει ο Αλφόνσος το σχέδιο της τραπεζαρίας και οι δυο τους με τα κεφάλια κοντά - κοντά είχανε σκύψει απάνω και μελετούσαν τη θέση που θα τοποθετούσαν τα μαονένια έπιπλα που ήτανε κιόλας όλα έτοιμα. Εδώ θα πάει η βιτρίνα για τα κρύσταλλα, ο καθρέφτης με τη χρυσή κορνίζα είχε οριστεί για πάνω από τον μπουφέ. Σε μια γωνιά είχε αφήσει ο Αλφόνσος αδειανή θέση για το ραδιόφωνο· εξηγούσε πως ζώντας στην επαρχία, τούς είναι απαραίτητο το ραδιόφωνο, για να μαθαίνουν τι γίνεται στον κόσμο. Αντίθετα η Λουίζα επέμενε με κείνη την κουραστική φωνή της, επέμενε και υποστήριζε ζωηρά πως το ράδιο ξοδεύει πολύ ηλεκτρικό και να μην πάρουνε ράδιο. Σωπάσανε, αλλά ήταν δυσαρεστημένοι. Ο Αλφόνσος δεν τολμούσε να το ξαναπεί· ώσπου να βάλει κι αυτός πόδι στο σπίτι, αυτή ήταν για την ώρα η αφεντικιά. Την κοίταζε αμίλητος με του ματιού την άκρη και ξεχώρισε πως είχε κάτω απ' το πιγούνι ένα κοκκινωπό πάχος και στο λαιμό κάμποσες ζάρες. Απ' το καπέλο της πετιότανε ακατάστατα μια τούφα από κείνα τα μαλλιά της τα άχρωμα, τα ψόφια μαλλιά, που 'χαν το χρώμα της στάχτης. Για να την εκδικηθεί για την επιμονή της, δεν της είπε «πρόσεξε, διόρθωσε τη στάση σου, μάζεψε τα μαλλιά σου»: το παρατήρησε χωρίς να της πει μια λέξη.
Καθισμένοι, λοιπόν, στο καφενείο την ώρα αυτή του δειλινού, δε μιλούσανε διόλου. Περνούσε ο κόσμος, ησυχότερος τώρα που η ημέρα τελείωνε και οι δουλειές ήτανε λιγοστές: ακούστηκαν οι γρίλιες που κατέβαζαν σε κάποιο μπαλκόνι. «Τρεις μέρες ακόμη αυτή τη ζωή», σκεφτόταν ο Αλφόνσος, «τρεις μέρες μόνοι εδώ κι έπειτα θα γυρίσουμε». Το ίδιο σκεφτόταν κι η Λουίζα. Σ' αυτή την ήσυχη ώρα του δειλινού η νοσταλγία για το σπίτι τους, που το 'χαν αφήσει εκεί κάτω στο μοσκοβολημένο κόλπο, χωρίς να το καταλαβαίνουν, τούς ένωνε. Τώρα ήταν η ώρα που θ' ανάβανε τα φώτα, γιατί εκεί αργά τ' ανάβουνε τα φώτα. Αφήνουνε να μπει το σκοτάδι στο σπίτι και οι γυναίκες με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα παραθύρια καρτερούν να σκοτεινιάσει καλά για ν' ανάψουν τα φώτα. Μυρουδιές από φαγητά σκορπίζονται και στα μοναχικά δρομάκια ακούγονται των ανθρώπων τα βήματα. Κατάλληλη ώρα αυτή για να 'βγαιναν στην ταράτσα και να ποτίσουν τις γλάστρες. Στο παλιό σπίτι η θεία ποτέ δεν είχε δώσει την ευκαιρία να υποχωρήσει αυτή και να ποτίσει άλλος τις γλάστρες. Συγκινημένη απ' αυτή την ανάμνηση κι απ' αυτή τη νοσταλγία για τον τόπο της, η Λουίζα μουρμούρισε: «Για το ράδιο θα κάμουμε ό,τι θελήσεις εσύ».
Κι αυτός ικανοποιήθηκε που ανακάλυψε πως υποχωρούσε η γυναίκα του και πως, αν και δεν ήταν έξυπνη κι είχε αργήσει να παντρευτεί, δεν είχε ισχυρογνωμοσύνη, είχε ένα χαρακτήρα υποταχτικό, όπως το δείχνανε κάπου κάπου τα ήμερά της μάτια. Την εξουσίαζε, λοιπόν, άρχισε να πιστεύει πως, μ' όλες τις αντιρρήσεις της, αυτός θα είχε τον πρώτο λόγο σε όλα.
Τής πήρε το χέρι και τής είπε στοργικά: «Σ' ευχαριστώ». Τής το είπε με το θερμό τόνο που μεταχειριζότανε πάντα σαν ήθελε να καταχτήσει τις γυναίκες.
Και ακριβώς αυτή τη στιγμή που κι οι δυο τους ονειρευόντανε την αρμονία και τις χαρές του σπιτιού τους, αυτή τη στιγμή πέρασε ο εφημεριδοπώλης και φώναξε κάτι τι που τους έκαμε να ξαφνιαστούν και να τρέμουν. Σεισμός στο Αμπρούτσο, και συνέχεια φώναζε μια σειρά από ονόματα χωριών και μαζί και το όνομα του χωριού του δικού τους.
Ο Αλφόνσος και η Λουίζα αναπήδησαν, κλονίστηκαν, ενώ ο εφημεριδοπώλης εξακολουθούσε φορτωμένος με τις εφημερίδες, ξεθεωμένος απ' τον κόπο, να κρατάει δύο εφημερίδες στο χέρι του και να φωνάζει: «Μεγάλος σεισμός στο Αμπρούτσο...»
Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει και οι ίσκιοι κατεβαίνανε γρήγορα και τα τύλιγαν όλα τριγύρω. Κοιταζόντανε κατάφατσα οι δυο τους και ο Αλφόνσος ψιθύρισε: «Άκουσες;» Και ύστερα: «Να πάρω εφημερίδα», είπε και πετάχτηκε κατακίτρινος.
Αλλά η γυναίκα του τον κράτησε απ' το μπράτσο: «Όχι, όχι, μην είσαι τρελός. Κάνεις γρουσουζιές. Η επαρχία είναι μεγάλη...»
«Αχ, ας ήτανε κοντά μας το σπίτι...»
«Αχ, Θεέ μου, Αλφόνσο, τι σού περνάει από το νου; Ούτε να το λες αυτό δεν πρέπει...»
«Δίκιο έχεις», τής απάντησε αυτός.
Και ξανακάθισε. Ο εφημεριδοπώλης είχε φύγει, χάθηκε μέσα στον κόσμο. Σβησμένη ακουγόταν ακόμη η μονότονη φωνή του χωρίς να ξεχωρίζουν τα λόγια. Ο Αλφόνσος και η Λουίζα κοιτάζανε τους διαβάτες με μάτια αφηρημένα, αδειανά. Μια τρεμούλα τούς τάραζε μέσα τους χωρίς να την ομολογούνε: Εξακολουθούσανε να κάθονται μάλιστα ήσυχοι φαινομενικά, με τα χέρια στα γόνατα. Και όμως και οι δυο αισθανόντανε σαν κρεμασμένοι, σαν χαμένοι που είχαν ακουμπήσει, που είχαν ριχτεί στην καρέκλα. Κατάπληκτοι με τη φαντασία τους, βλέπαν κατεστραμμένο το χωριό, γκρεμισμένο το σπίτι, όλα να 'χουν αφανιστεί, να 'χουν τελειώσει.
Μια στιγμή ο Αλφόνσος που δεν μπορούσε να ησυχάσει πια, πήρε το λογαριασμό, πήρε λεφτά από την τσέπη του, πλήρωσε και κοίταξε τη γυναίκα του σαν να ήθελε να της πει: «Πηγαίνουμε;» Κι αυτή, που περίμενε πώς και πώς να σηκωθούν να φύγουν, πετάχτηκε απότομα και τον ακολούθησε. Πιασμένοι μαζί, αμίλητοι, κλονισμένοι από μια ανομολόγητη φρίκη, ξεκίνησαν για το ξενοδοχείο. Κάπου - κάπου περπατούσαν πιο γρήγορα και σφιγγόταν περισσότερο ο ένας στον άλλον. Κανένας δε μιλούσε, καθένας τους έκρυβε την αγωνία του, αλλά καταλάβαινε την αγωνία του άλλου. Μπήκαν στο ξενοδοχείο και κατ' ευθείαν σταθήκανε μπροστά στο θυρωρείο, σαν κάτι να περίμεναν. Ο θυρωρός είχε κάτι δρομολόγια μπροστά του και δεν τους πρόσεξε αμέσως. Έπειτα όμως τούς κοίταξε εξεταστικά με τα γυαλιά του για να τούς γνωρίσει. Τον κοίταζαν και κείνοι αμίλητοι. Τότε ο θυρωρός χωρίς να σηκωθεί άπλωσε πίσω το χέρι του, πήρε ένα τηλεγράφημα, το 'βαλε μπροστά τους και βυθίστηκε πάλι στα δρομολόγια και στους λογαριασμούς.
Ύστερα από μια στιγμή δισταγμού ο Αλφόνσος ξαναβρήκε τον εαυτό του, σηκώθηκε αμίλητος με τη γυναίκα σφιγμένη στο πλευρό του, περπάτησε με τρεμάμενο βήμα, ανέβηκε τη σκάλα, άνοιξε το δωμάτιό τους και μπήκαν και οι δύο μέσα. Ρίχτηκε σε μια καρέκλα κατατσακισμένος κι έριξε το τηλεγράφημα πάνω στο κρεβάτι. Η Λουίζα στεκόταν ορθή, παγωμένη, έτοιμη να πέσει κάτω. Δεν τολμούσανε ν' ανοίξουνε το τηλεγράφημα. Κοιταζόντανε σαν χαμένοι από τη συμφορά που νομίζανε πως τούς είχε χτυπήσει.
«Άνοιξέ το, Αλφόνσο, άνοιξέ το εσύ».
Άνοιξε εκείνος τα χέρια του σαν να 'θελε να πει: «Και αν τ' ανοίξω τι θα γίνει;» Και τότε ξαφνικά η Λουίζα άρχισε να κλαίει με αναφιλητά κι έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της λέγοντας: «Χριστέ μου... Χριστέ μου...»
Τρομαγμένος ο Αλφόνσος δεν άκουγε καν της γυναίκας το κλάμα. Φανταζότανε το γκρεμισμένο σπίτι, την ταράτσα που ήτανε στο πρώτο πάτωμα, τα αγγελάκια που φτερουγίζανε στο ταβάνι, τη χρωματιστή ταπετσαρία, τον Απόλλωνα με τη λύρα. Όλα αυτά κατεστραμμένα, σκόνη. Και η παράλυτη γριά στο τέταρτο πάτωμα, η μοδίστρα η έγκυος στο τρίτο· οι πυροσβέστες, το νερό, νερό στα καινούργια τους έπιπλα. Όλα κατεστραμμένα. Το μόνο σπίτι που φαινότανε σαν ένα σπίτι στην πρωτεύουσα, σαν ένα παλατάκι... Κόσμος μαζεμένες απ' όξω, κόσμος που χάζευε την καταστροφή, ακόμα και η Αντουανέτα θα ήταν εκεί και θα ευχαριστιόταν το θέαμα... Τού φαινότανε ότι κι αυτός πνιγόταν απ' τη σκόνη, ότι του 'λειπε ο αέρας, δε μπορούσε ν' ανασάνει. Είδε και τη γυναίκα του απέναντί του ψηλή, χοντρή, με το πρόσωπο κατακόκκινο και πνιγμένο στα δάκρυα... Τι άσχημα, φριχτά άσχημη είναι αυτή. Και τον κοίταζε αυτή με τα μικρά της ανέκφραστα μάτια περιμένοντας ίσως κάποια δική του εκδίκηση, τρέμοντας μην τον ακούσει να τής φωνάζει: «Τώρα πάρε τις βαλίτσες σου και φύγε», σαν να έφταιξε αυτή που 'γινε ο σεισμός, σαν να τού είχε στήσει αυτή μια παγίδα. Σκέφτηκε να φύγει μάλιστα πριν τής το διατάξει αυτός. Τώρα καταλάβαινε καλά πως μια και γκρεμίστηκε το σπίτι, τίποτα πια δεν τους ένωνε, δεν είχανε τίποτα κοινό.
Μόλις σε μια στιγμή συναντήθηκε το βλέμμα της με το δικό του, κατατρομαγμένη, με μάτια σχεδόν γουρλωμένα, ξεφώνισε: «Άνοιξέ το, Αλφόνσο, για όνομα του Θεού, άνοιξέ το!»
Ξεπετάχτηκε τότε αυτός, σαν να τον κίνησε μια ξαφνική απόφαση -ό,τι έγινε έγινε- έσκισε το γύρω γύρω, ξεδίπλωσε το τηλεγράφημα, το διάβασε. Ένιωσε πως από τη μεγάλη του ταραχή και έκπληξη η καρδιά του είχε σταματήσει στο στήθος, χτυπούσε βουβά η καρδιά του, ύστερα χτυπούσε πιο δυνατά, πιο απότομα, άρχισε να τού ανεβαίνει στο λαιμό η καρδιά του. Σήκωσε το πρόσωπό του που έλαμπε τώρα ολόκληρο, γύρισε στη γυναίκα του που ορθή, αμίλητη, ακίνητη, τραγική, καρτερούσε να μάθει το νέο.
«Λένε να είμαστε ήσυχοι», είπε τραυλίζοντας, κάνοντας μια κίνηση αβέβαιη. «Καταλαβαίνεις, Λουίζα, όλα καλά, το τηλεγράφημα λέει να είμαστε ήσυχοι, όλα εντάξει. Όλα καλά, Λουίζα». Έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια λόγια. Αλλά δεν τον πίστεψε αμέσως η Λουίζα -ίσως ήταν ένα ψεύτικο αστείο. Τού πήρε το τηλεγράφημα απ' το χέρι και το διάβασε τρέμοντας. Ύστερα το 'σφιξε στα χέρια της, χαϊδεύοντάς το, σαν να 'θελε να το αγγίξει και με το κορμί της, γύρισε τα μάτια της στον άντρα της που γελούσε κι έκανε σαν τρελός και μ' ένα χαμογελαστό ύφος πάνω στο σταχτί της πρόσωπο, ξανάρχισε να κλαίει γλυκά, σιγανά, παραπονετικά...
Και τότε ο Αλφόνσος ένιωσε μια μεγάλη τρυφερότητα γι' αυτό το φτωχό πλάσμα: «Λουίζα», της είπε και πήγε κοντά της. Εκείνη όμως, όπως ήταν με το μαντήλι μπροστά στο στόμα της, τραβήχτηκε, σαν φοβισμένη.
«Λουίζα, έλα κοντά μου», της είπε τότε αυτός γλυκά και τρυφερά.
Και την τράβηξε κοντά του και την αγκάλιασε. Τώρα που ξαναγεννιότανε μέσα του η ελπίδα, ένιωθε την ανάγκη να έχει κοντά του έναν άνθρωπο που όπως κι αυτός είχε πιστέψει πως χαθήκανε όλα, ενώ τώρα... Η γυναίκα του ακούμπησε στο στήθος του σιγοκλαίγοντας. Αυτός, χαϊδεύοντάς την, προσπαθούσε να την κάμει να χαμογελάσει. Με το πιγούνι ακουμπισμένο στο κεφάλι της γυναίκας, σιγόκλαιγε κι αυτός, σιγόκλαιγε, και πέφτανε τα δάκρυα στα ξεθωριασμένα μαλλιά της. Τής έλεγε: «Ησύχασε, καλή μου Λουίζα, ησύχασε». Ειλικρινά στοργικός, την έσφιγγε στο στήθος του τρυφερά. Ήθελε να μπορέσουνε ν' αλαφρώσουνε κι οι δυο τους ύστερα απ' αυτή τη σκληρή δοκιμασία που 'χαν περάσει λίγο πριν. Και τούτο ήταν το πρώτο πράγμα που αυτοί οι δύο άνθρωποι είχανε ζήσει μαζί. Ήτανε δηλαδή κάτι κοινό μεταξύ τους, κάτι που τους είχε επιτέλους ενώσει.
Τσεσπεντές Άλμπα ντε
(Μετφρ. Ισμήνη Παπανικολάου)
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχ. 1075,
Αθήνα, Απρίλιος 1972

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου