Σφιγμένη πια από την ανάγκη η Ελένη, πήρε σήμερα με στενοχώρια πολλή κι έδειξε στη μητέρα της τα παπούτσια της τα παλιά.
«Κοίταξε, μα κοίταξε! Δε φοριούνται άλλο!»
«Τι να σου κάνω, παιδί μου», είπε εκείνη. «Πέρασε όπως μπορέσεις μ' αυτά. Δεν έχομε δυνάμεις τώρα για καινούρια έξοδα».
Κι η απάντηση ακούστηκε από την κόρη σαν μια μικρή καταδίκη.
Έτσι, κρατώντας στα χέρια τα τρύπια παπούτσια της, τα στριφογύρισε ακόμα λίγο σιωπηλή, ξαναείδε τα χαλάκια τους και βγήκε από την κάμαρη.
Μέσα η μητέρα μοναχή, απόσωνε το συγύρισμα της κάμαρης. Μα ο νους της γύριζε αλλού. Πόσο ήτανε πικραμένη η μητέρα!
Ανάμεσα από την άρνησή της κι από τη βουβή υποταγή της Ελένης, περνούσε μια μεγάλη τραγωδία. Η τραγωδία της φτώχειας που μέρες, μήνες, χρόνια, ολάκερη ζωή, πάλευε με την αξιοπρέπεια της εμφάνισης. Σ' αυτά τα δυο κακά σκόνταβαν αδιάκοπα όλα τα πρόσωπα της φαμελιάς. Σκόνταβε ο πατέρας, ένας από τους πολλούς δικηγόρους, που πολλές φορές με στραπατσάρισμα της συνείδησής του, μπέρδευε σ' αξεμπέρδευτες υποθέσεις τους λιγοστούς πελάτες τους, για να τους κρατάει για καιρούς. Σκόνταβε η μητέρα, μέσα στο πολυδαίδαλο σύστημα μιας πολυμήχανης νοικοκυροσύνης που κατάφερνε να κρύβει πολλές φτώχειες. Σκόνταβαν τα παιδιά που είχανε τις απαιτήσεις τους, αφού συναναστρέφονταν με παιδιά καλής σειράς.
Τα άθλια οικονομικά τους τούς βάζανε στην τάξη του μαραγκού που καθόταν αγνάντια τους. Το γεννησιμιό τους κι η μόρφωσή τους τούς ανάγκαζαν να ζήσουνε πιο ψηλά.
Τα τρία μικρότερα παιδιά δεν καταλάβαιναν πολύ ακόμα τη στενοχώρια του σπιτιού. Μα ο Φώτης βρισκόταν στην ηλικία που τον είχε υποχείριο ακόμα του πατέρα του και παιγνίδι στα χέρια των πόθων των εφηβικών. Υπόφερε λοιπόν όταν έβλεπε τα μανίκια του να κονταίνουν, τους αγκώνες του να τρίβονται, υπόφερε που το χαρτζιλίκι του δεν ήταν ούτε αρκετό, ούτε ταχτικό. Ύστερα η Ελένη η πρωτογέννητη, ένα κομψό και ωραίο κορίτσι, περνούσε μέρες τραγικές. Απάνω στα είκοσι τέσσερα χρόνια της, παρ' όλη τη φρεσκάδα της ομορφιάς της, έκρυβε μέσα της κατάβαθα κάτι απ' το μαρασμό πολύπαθου ανθρώπου.
Μήπως δε ζούσε χρόνια τώρα με στέρησες που έπρεπε να κρύβονται; Μήπως οι γονιοί της δεν την αποτράβηξαν πρώιμα απ' το σκολειό γιατί δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα στα έξοδα; Μήπως δεν καθόταν άνεργη στο σπίτι πλήττοντας θανάσιμα; Όταν κάποτε τόλμησε να πει ότι κάπου θα μπορούσε να διοριστεί κι αυτή σαν άλλα κορίτσια, δεν την αποπήραν οι δικοί της;
Πώς! Να διοριστεί; Αυτό τους έλειπε τώρα. Για να χαρούνε βέβαια οι εχθροί και να πούνε: Κοιτάξτε! Οι Σταμάκηδες βάλανε την κόρη τους να τους θρέψει.
Αν θέλει να δουλέψει, έχει στο σπίτι της δουλειά. Να καθίσει να κεντήσει. Το κέντημα ποτέ δε σώνεται. Έπειτα έχει το πιάνο της. Γιατί έμαθε ένα σωρό χορούς; Ύστερα αυτή ζωγραφίζει ωραία. Έφτιασε εκείνα τα μαξιλαράκια του καναπέ που είναι αριστούργημα. Άμα θέλει ένα κορίτσι, βρίσκει μπόλικη δουλειά στο σπίτι του.
Μα η Ελένη είχε αντίρρηση ξέροντας καλά τα οικονομικά τους.
«Ναι, μα τα λεπτά; Δεν τα λογαριάζετε τα λεπτά;»
«Τι λες εκεί!» έκανε η μητέρα. «Από τη μια μεριά θα παίρνεις χίλιες δραχμές, από την άλλη θα χάνεις τ' όνομά σου. Γιατί δε θα 'σαι πια κορίτσι, να το ξέρεις. Θα 'σαι μια γυρίστρα. Ο Φώτης με φουστάνια!»
Μα η Ελένη συλλογιζόταν πως και τώρα γυρίζει έξω μοναχή, έτσι για το γούστο της. Γιατί θα κατηγορηθεί όταν θα πηγαίνει για δουλειά; Έπειτα η υποχρεωτική αυτή απασχόληση δε θα της αφήνει καιρό να πλήττει. Μπορεί να κοπιάζει, αλλά δε θα νιώθει εκείνη τη θανατερή ανία που της κατεβάζει, Θε μου, μια πλάκα απάνω στα στήθια. Ύστερα οι χίλιες δραχμές θα τής δώσουν τα έξοδά της. Τα σύρε κι έλα με τα τραμ, το φουστανάκι, το παπούτσι της που οι γονιοί της τόσο δυσκολεύονται να της τα φτιάξουν.
Γι' αυτό σαν τις προάλλες έχασε η Ελένη το τσαντάκι της, ένα τσαντάκι ωστόσο της φτηνοδουλειάς, έκλαψε σαν να 'χασε κανέναν άνθρωπό της. Κι όταν ο πατέρας της τη μάλωσε για την υπερβολική στενοχώρια της, η Ελένη ξέσπασε: «Δεν κλαίω γιατί το 'χασα, κλαίω γιατί δεν το ξαναγοράζω!»
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται μικροπράματα σ' έναν άλλον· είναι όμως μεγάλα και τρομερά για τη ζωή ενός νέου κοριτσιού. Κι ύστερα, οι απογοητεύσεις της Ελένης ήτανε βαθύτερες. Η καρδιά της είχε μιλήσει κάποτε με την αγάπη. Για χρόνια ο νέος που αγαπούσε ήτανε η χαρά και ο σκοπός της ζωής της. Μα όταν ο νέος εκείνος έμαθε πως η Ελένη δεν είχε προίκα, άρχισε ν' αποτραβιέται ώσπου χάθηκε ολότελα.
Πόσο πόνεσε τότε η Ελένη. Και πόνεσε διπλά. Πρώτα γιατί έχασε την αγάπη της κι ύστερα γιατί είδε με κατάπληξη πως η αγάπη του νέου τόσο σχετιζόταν με το χρήμα. Έπειτα η καρδιά της μαραμένη, κλείστηκε για κάθε άλλον έρωτα.
Έτσι, χωρίς κανένα ζωηρό ενδιαφέρον στη ζωή της, περνούσε τις μέρες μέσα στο σπίτι της το στενοχωρημένο, διαβάζοντας, παίζοντας λίγο πιάνο, ξεσκονίζοντας, διορθώνοντας αδιάκοπα τα ρούχα τα παλιά. Έπρεπε να 'ναι όλοι τους πάντα καλοβαλμένοι γιατί κι οι γνωριμίες τους ήτανε όπως πρέπει.
Η ζωή της δε φαινόταν ποτέ πως πηγαίνει προς το καλύτερο κι η Ελένη δεν αποκοιμιόταν μ' ελπίδες αστήριχτες, γιατί είχε μια πρώιμη και βιαστική πείρα από τη ζωή. Ποτέ δεν έλεγε -όπως μπορούσε να πει μια άλλη κοπέλα: «Για να ιδούμε! Μπορεί και να καλυτερέψει η τύχη μας. Μπορεί να κερδίσουμε το λαχείο. Μπορεί να μ' αγαπήσει κανένας πρίγκιπας».
Σήμερα μάλιστα ύστερα από την πρωινή άρνηση της μητέρας της, εξαιρετικά συγχυσμένη η Ελένη, συλλογιζόταν για απειροστή φορά πόσο δύσκολη είναι η ζωή. Συλλογιζόταν πόσο βάρος δίνουν αλήθεια τα παιδιά στους γονιούς τους. Τι να σου κάνουν οι δυστυχισμένοι κι αυτοί. Να μπορούσα εγώ το ελάχιστο, έλεγε με το νου της, να τους γλιτώσω από το βάρος μου; Να! Να πέθαινα! Καλά που θα ήτανε. Για μένα θα 'τανε πολύ καλά. Οι δικοί μου θα κλαίανε για λίγο κι ύστερα θα τους περνούσε. Αχ, και να πέθαινα!
Κι απάνω στα μακριά ματοτσίνορα τρεμούλιασαν πάλι τα δύο εκείνα δάκρυα που από το πρωί θέλανε να κυλήσουν και δεν πέφτανε.
Πόσο βαριά που ήτανε η καρδιά της Ελένης.
Το βράδυ ο πατέρας κι η μητέρα είχανε πολλές κουβέντες μαζί. Η Ελένη ξαπλωμένη στο κρεβάτι της καθώς δεν είχε ύπνο, τους άκουε στην κάμαρά τους να συζητάνε για ώρες, να διαφωνούνε, να συμφωνούνε και στο τέλος να γίνεται μια κάποια ησυχία. Έπειτα η πόρτα της κάμαράς της άνοιξε και μπήκε η μητέρα της μέσα. Πήγε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σιωπηλή. Ύστερα κοίταξε προσεκτικά την κόρη της και της είπε σοβαρή:
«Ήρθα να σου πω κάτι Ελένη. Πρέπει αλήθεια να δοξάζει κανένας το Θεό... ποτέ δεν ξέρει ο άνθρωπος...»
Η Ελένη περίμενε τη συνέχεια με μια μικρή αγωνία γιατί ενάντια προς τα λόγια, το ύφος της μητέρας δεν ήτανε καθόλου θριαμβευτικό. Με κάποια μάλιστα αμηχανία έσιαχνε και ξανάσιαχνε με τα δυο της χέρια το σκέπασμα του κρεβατιού.
Τέλος η Ελένη έμαθε πως κάποιο συνοικέσιο παρουσιάστηκε γι' αυτήν. Θα βγει από τη φτώχεια που είχανε στο σπίτι τους. Είναι πλούσιος ο άνθρωπος που της προξενεύουν. Κι είναι χρυσός άνθρωπος. Τον ξέρει η Ελένη. Είναι ο Χρήστος ο Αβραμόπουλος ο παραγγελιοδόχος.
Η Ελένη ανασηκωμένη στο μαξιλάρι της, σαν άκουσε τ' όνομα του ηλικιωμένου αυτού ανθρώπου, που καθόλου για γαμπρό δεν τον λογάριασε ποτέ, άνοιξε το στόμα κατάπληκτη.
«Ο Αβραμόπουλος!»
Ο πατέρας μπήκε μέσα κι εκείνος κι είπε τα δικά του. Ήτανε λίγο χλωμός ο πατέρας καθώς κοίταζε να παινέσει το γαμπρό. Κι έκοβε βόλτες σαν να μην ήθελε ν' αντικρύσει το βλέμμα της κόρης του.
Είχε βέβαια τις χάρες του ο Αβραμόπουλος, έλεγε. Τώρα, ήτανε βέβαια και λίγο κακοφκιασμένος αλλά πολύ συμπαθητικός. Ήτανε ηλικιωμένος βέβαια, αλλά δεν του φαινόταν. Όσο όμως για τις καλοσύνες του κανένας δε βρισκόταν τίποτα να πει. Ύστερα, στέκει και οικονομικώς καλά. Βέβαια δεν είναι πλούσιος αλλά δε θα στερούνται τίποτε στο σπίτι τους.
Η Ελένη ζαρωμένη μέσα στο κρεβάτι της πολύ θα ήθελε να παρακαλέσει: «Αχ! Αφήστε με ανύπαντρη!»
Μα την ίδια στιγμή η μητέρα πρόσθεσε:
«Θα ξανασάνεις παιδάκι μου. Και κοντά σε σένα κι εμείς».
Και μήπως μέσα στη φτώχεια τους δεν ήτανε σαν λαχείο αυτό που τους παρουσιάστηκε; Ποιος νέος απένταρος θα σκλάβωνε τη ζωή του πλάι σε μιαν απένταρη; Αυτό πικρά της τ' απόδειξε η ερωτική ιστορία της. Ποιος νέος και πλούσιος θα καταδεχόταν να κοιτάξει σα γυναίκα του αυτή τη φτωχούλα; Μοναχά ένας ηλικιωμένος που να είχε τον τρόπο του θα μπορούσε να δώσει τον παρά που αυτή δεν είχε και να πάρει τα νιάτα που αυτός έχασε.
«Δε μας λες τίποτε, Ελένη; Τι αποφασίζεις εσύ;»
«Καλά μαμά», είπε με σβησμένη φωνή. «Θα μιλήσουμε κι αύριο γι' αυτό πιστεύω... Πρέπει τώρα να πω;»
Και σαν έμεινε η Ελένη μοναχή, έχωσε το κεφάλι της στο προσκέφαλο κι έμεινε ακούνητη. Δε συλλογιζόταν τίποτε. Κάτι μονάχα σα βαριά συγνεφιά είχε μαζωχτεί γύρω από το κορμί, από το μυαλό, από την καρδιά της και την έσφιγγε, την έσφιγγε. Κι έτσι σαν εφιάλτης τα τρύπια παπούτσια της, η πρωινή απάντηση της μητέρας κι ο γαμπρός τής έπνιγαν την ανάσα.
Αόριστα συλλογιζόταν τώρα: Κλείστηκε η ζωή μου. Αυτό ήτανε. Τάχα εδώ και λίγες ώρες δεν είχε πεθυμήσει να πεθάνει; Ε, λοιπόν ας ταφεί έτσι ζωντανή.
Οι δικοί της θα σιγουρευτούν πως κάπου τη βόλεψαν. Θα κοιτάξουν τ' άλλα τους τα παιδιά. Θα ξανασάνουν. Ναι, έτσι πρέπει να κάμει. Θα τον πάρει. Τ' αποφάσισε.
Και μονομιάς το μεγάλο εκείνο κύμα που φούσκωνε μέσα της απ' το πρωί και δεν μπορούσε να ξεθυμάνει, τής βούρκωσε ορμητικά τα μάτια. Και η Ελένη θρήνησε με σπαραγμό. Θρήνησε τους πόθους της, τα όνειρά της, τα νιάτα της τα χαμένα...
Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου