Μια λάμπα μεγάλη παλιά με γυαλί θαμπό, βρώμικο, κατακεντημένο απ' τις μύγες, που άπειρες βρίσκονταν εκεί και το χειμώνα ακόμη, φώτιζε το παλιομάγαζο.
Υπήρχε και μια άλλη λάμπα μικρότερη, που την άναβαν σε μέρες καλές. Αυτή δεν κρεμόταν απ' το ταβάνι, αλλ' από έναν παλιόστυλο, που βάσταγε τη σκεπή του υπογείου, που ήτανε μαζί και πάτωμα της κατοικίας του γέρου ταβερνιάρη.
Και για να πάει στην κατοικία του ο γέρο Τζάνας έμπαινε από μια πορτούλα σαν ντουλάπι, που βρισκόταν στον τοίχο του υπογείου. Ένας στενός και μικρός διάδρομος φαινόταν, όταν άνοιγε η πορτούλα, και μια σκαλίτσα. Η σκαλίτσα έφερνε στα δωμάτια που ήτανε επάνω απ' το υπόγειο.
Κάτι παλαιές ζωγραφιές στόλιζαν τους τοίχους του υπογείου, και αράχνες, αράχνες σε κάθε γωνιά, εδώ, εκεί, παντού.
Λίγοι σύχναζαν στο μαγαζάκι αυτό το παλιό. Και οι περισσότεροι γέροι.
Οι γέροι, πέντε τον αριθμό, καθόντουσαν πάντα σχεδόν σ' ένα τραπεζάκι σε μια γωνιά και κάτω από ένα παραθυράκι. Εκεί έπιναν το κρασάκι τους, μιλούσαν σιγά σαν να 'λεγαν μυστικά, και κοίταζαν τους άλλους.
Κι άκουγαν προπάντων, πρόσεχαν τι έλεγαν οι άλλοι.
Κάποτε ερχόταν εκεί και μια παρέα, μια αληθινά ζουρλοπαρέα.
Δεν ήταν από νέους ανθρώπους, αλλά από μεσόκοπους, μα γεμάτους ζωή, ευθυμία!...
Οι μελαγχολικοί γέροι χαμογελούσαν τότε, και γελούσαν πολλές φορές, κοίταζαν ο ένας τον άλλον, κάτι λέγανε, σφόγγιζαν τα μάτια τους, και διέταζαν πάλι κρασί να πιούνε.
Ο γέρο ταβερνιάρης με τη γυναίκα του περιποιούνταν τους πελάτες, πήγαιναν τους μεζέδες, το κρασί.
Αυτός ο ταβερνιάρης ήτανε ένας εύθυμος τύπος, αν και με δυσκολία περπατούσε, έσερνε τα πόδια του. Γαλανός, με δακρυσμένα μάτια πάντα, και μύτη γυρτή.
Η ζουρλοπαρέα έλεγε για την ευθυμία που 'χε ο γεροταβερνιάρης, ότι αυτό το χρωστά στη μαγιά που 'χε γίνει μέσα του απ' το πολύ κρασί που 'πινε άλλοτε.
Η γυναίκα του σιωπηλή, χωρίς ούτε ένα χαμόγελο, χοντρή καλοβαστούμενη, με ωραία μαύρα μάτια και σ' αυτή την ηλικία.
Το μαγαζάκι είχε και μια πολυτέλεια. Ένα ρολόγι μεγάλο, παλιό, κρεμασμένο στον τοίχο.
Και μέσα στην ησυχία, που γινόταν συχνά, όταν δε βρισκόταν εκεί η ζουρλοπαρέα, ακουγόταν καθαρά ο ρυθμικός κρότος του σαν να 'ταν το βήμα του μαύρου χρόνου.
Και ήταν αδύνατο, όταν χτυπούσε τις ώρες, ήταν αδύνατο ο γερο - ταβερνιάρης να μην πει με μια κλαψιάρικη φωνή, κρατώντας πολλές φορές τη μισή οκά γεμάτη στα χέρια:
- Ωχ, ωχ, πάει μια ώρα μου, πάει! Ωχ!
Και το γέρικο ρολόγι χτυπούσε πένθιμα, πένθιμα, έτσι μου φαινόταν, τις ώρες, σαν να 'λεγε κι αυτό το ίδιο με το γέρο ταβερνιάρη:
- Ωχ, ωχ, πάει μια ώρα μου, πάει! Ωχ!...
Σ' αυτό το μελαγχολικό μαγαζάκι επήγαινα νέος. Ζητούσα τη μελαγχολία τότε. Και την εύρισκα, όταν δεν ερχόταν η τρελοπαρέα.
Είχα μια ακρούλα που πήγαινα και καθόμουνα. Έπινα ένα, δυο κρασιά και σκεπτόμουνα. Πολλές φορές γινόμουν γέρος, απόμαχος. Καθόμουν εκεί κ' έπινα μόνος το κρασί μου. Και ζούσα με τις αναμνήσεις μου...
Μα παραλίγο να λησμονήσω ένα απ' τα κυριότερα πρόσωπα που σύχναζαν εκεί: ένα γέρο αλήτη.
Ωραίος γέρος. Γαλανά μεγάλα μάτια. Κ' εκφραστικά. Γενάκια κοντά, σχεδόν άσπρα. Ανάστημα ψηλό και λεπτό. Ντυμένος με παλιόρουχα.
Και μιλούσε πάντα στην καθαρεύουσα βάζοντας και αρχαία μέσα, για να δείξει ίσως, πως ήταν γραμματισμένος.
Τις περισσότερες φορές δεν καθόταν σε καρέκλα, αλλά στα σκαλοπάτια του υπογείου. Έβαζε ένα τσουβάλι, που πάντα έσερνε μαζί του, πάνω στο σκαλοπάτι και καθόταν. Και από κει ρητόρευε, έλεγε, έλεγε.
Θα φαινόταν ένας σοβαρός γέρος, φτωχός, αλλά σοβαρός, αν δεν τον έπιανε κάτι κι άρχιζε να κάνει κινήσεις μάγκικες.
Και όλους τους ήξερε, ήξερε πολλά. Τους γέρους τους γνώριζε από χρόνια πολλά. Και μου 'πε γι' αυτούς πως εκεί είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, στη γειτονιά αυτή την παλιά των Αθηνών, που βρισκόταν το μαγαζί του Τζάνα.
Από μικροί ήταν οι γέροι φίλοι, παίζανε μαζί. Και ύστερα, όταν μεγάλωσαν, μαζί τραγουδούσαν στα στενάκια της γειτονιάς κάτω από παράθυρα σπιτιών, που τώρα δεν υπάρχουν. Ήταν τα Παιδιά της Γειτονιάς, οι τραγουδιστάδες της.
Και τραγουδούσαν ωραία «θεσπέσια», όπως έλεγε ο γέρο αλήτης, και μεγάλοι. Είχανε γίνει διάσημοι τραγουδιστάδες.
Και δεν ήταν τόσο λίγοι. Ήταν πολλοί. Δεν πατούσαν όμως διόλου τότε στην ταβέρνα του Τζάνα, αλλά σε άλλες ταβέρνες, που είχαν χαθεί κι αυτές τώρα. Και πάτησαν στον Τζάνα, όταν δεν υπήρχε πια καμιά παλιά ταβέρνα, κανένας παλιός ταβερνιάρης. Ο γέρο Τζάνας παλιός κι αυτός, μα δεν πήγαιναν τότε. Και ο πατέρας του ταβερνιάρης εκεί...
Ο γέρο αλήτης ήταν μικρότερος απ' τους γέρους...
Και η μεγάλη παρέα των γερόντων, όσο ο καιρός περνούσε, μίκραινε, μίκραινε. Κάθε τόσο ο μαύρος χρόνος κάποιον θ' άρπαζε και θα 'τρωγε.
Σιγά, σιγά έμειναν λίγοι, λιγοστοί. Το τραγούδι, που δεν τους είχε αφήσει ούτε στα πρώτα γερατειά, έσβησε. Δεν τραγουδούσαν πια. Μα και ούτε μιλούσαν. Περίμεναν...
Γι' αυτόν τον αλήτη, που τα 'ξερε όλα, το Γιωργαρά, όπως τον φώναζε ο Τζάνας, η κυρά Σοφία μου 'χε πει μια βραδιά, που 'χε όρεξη για κουτσομπολιό, φλυαρία, πως ήταν από καλή οικογένεια της γειτονιάς.
Οι γονείς του τον είχαν σπουδάσει καλά και τον είχαν βάλει μάλιστα και στη Ριζάρειο σχολή. Είχε φορέσει ράσα! Του κάκου όμως! Τα 'κανε θάλασσα εκεί και τον έδιωξαν.
Τον έγραψαν έπειτα στο πανεπιστήμιο για φαρμακοποιό. Τα ίδια κι εκεί. Είχε μανία στην κλεψιά και στον αλήτικο βίο.
Έκλεψε τον πατέρα του, τη μάνα του, τους συγγενείς του, ξένους. Τον έβαλαν φυλακή. Όταν βγήκε τα ίδια και χειρότερα.
Όταν πέθανε ο πατέρας του, ό,τι πήρε το σπατάλησε. Είχε συγγενείς, αλλά κανείς δεν ήθελε να τον ξέρει. Κοιμόταν έξω. Έκλεβε και μάζευε χαρτιά. Αυτά τα δυο έκανε. Και γι' αυτά τα δυο είχε και το τσουβάλι.
Αυτά μου είπε η κυρά Σοφία για το γέρο αλήτη.
Μα κι αυτός μου 'πε πολλά γι' αυτή, χωρίς να τον ρωτήσω, μια μέρα που τον κάλεσα να του προσφέρω ένα κρασί.
Στα παλιά τα χρόνια στην ταβέρνα του Τζάνα μαζεύονταν όλοι οι διανοούμενοι της Αθήνας και οι καλύτεροι δημοσιογράφοι.
Η κυρά Σοφία έλαμπε τότε από ομορφιά. Και χαμογελούσε σ' όλους και όλοι την καλόβλεπαν. Της έκαναν και ποιηματάκια...
Η κυρά Σοφία όμως δεν τα 'φτιαξε με κανέναν απ' αυτούς, αλλά πήγε και τα έφτιαξε μ' έναν βρωμερό μπακάλη, που κοιμόταν στο μπακάλικό του και σκεπαζόταν με τσουβάλια! Να κρατά κανείς τη μύτη του ήτανε!
Ο Τζάνας πού να πάρει είδηση. Αυτός τότε έπινε πολύ κρασί. Και το βράδυ το παράκανε. Πολλές φορές μάλιστα, δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.
Η κυρία Σοφία όταν παραγινόταν ο άντρας της, τον έπαιρνε και τον πήγαινε να κοιμηθεί.
Τη βραδιά που θα συνέβαινε αυτό όμως, η κυρά Σοφία, όταν έκλεινε το κατάστημα, αντί να πάει να κοιμηθεί πάνω στο σπίτι της, θα έπαιρνε, ελαφρά σαν γατούλα, το δρόμο του μπακάλικου.
Θα πήγαινε να πάρει τον πρώτο ύπνο αγκαλιά με τον βρωμομπακάλη πάνω σε τσουβάλια και να σκεπαστεί με τσουβάλια...
Κι έλεγαν οι κακές γλώσσες, πως αυτή έβαζε τον άντρα της να πίνει περισσότερο εκείνες τις βραδιές, για να τον κάνει να κοιμάται καλά και να βλέπει ωραία όνειρα! Να βλέπει ότι είχε τραγιά άπειρα...
Μια βραδιά επήγα μετά το φαΐ, όπως συνήθιζα, να μείνω λίγο στην παλιά ταβέρνα.
Βρήκα εκεί την τρελοπαρέα.
Εκείνη τη στιγμή η τρελοπαρέα δεν έκανε ούτε έλεγε τρέλες, άκουγε, και άκουγε κάποιον, που όρθιος με το ποτήρι στο χέρι, μιλούσε, τους διηγιόταν κάτι με κωμικιά φωνή.
Δεν άργησα όμως να καταλάβω πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν από αυτούς που ο λαός τους λέει «Πεθαμενατζήδες!». Ήτανε δηλαδή απ' τους ανθρώπους που έχουν, ή που κάνουν κάσες για νεκρούς, και που τρέχουν μόλις ακούνε ή μυρίζονται κάποιο δυστύχημα, πένθος.
Κι έλεγε ο άνθρωπος αυτός πώς γύριζε έξω από ένα σπίτι σαν λύκος έξω από μαντρί, πώς περίμενε και πώς όρμησε να μπει, όταν άκουσε φωνές σπαραχτικές. Χωρίς καμιά συγκίνηση, ύαινα σωστή που προχωρεί να χορτάσει από πτώματα, έτσι προχώρησε κι αυτός και μπήκε στο σπίτι που ταραζόταν απ' τους θρήνους. Ένας γέρος είχε πεθάνει μέσα εκεί.
Κι έλεγε ο πεθαμενατζής:
- Είχα, όπως σας είπα, ντυθεί τα μαύρα μου ρούχα! Ήμουνα δηλαδή κατρεπέγκλ! Κι ανεβαίνω τα σκαλιά σαν πουλάκι και να 'μαι μπρος τους! Διπλώνομαι: «Συλλυπητήρια! Κι εγώ ερχόμουν να ρωτήσω για την υγεία του...» Αρχίζει η μηχανή μου να ράβει ψέμματα! «Ευχαριστώ, ευχαριστώ», μου λένε, και απ' τα μάτια τους να, δάκρυα! Βρύση! Σφίχτηκα κι εγώ να τρέξει ένα δάκρυ... πού δάκρυ!
Και διηγήθηκε έπειτα ο πεθαμενατζής πώς κατόρθωσε και τους είπε ότι είναι στις διαταγές τους κι αν θέλουν καμιά καλή κάσα...
Και πήραν από καρυδιά...
- Δε μου λες, τον ρώτησε ένας απ' την τρελοπαρέα, μπορούμε να βρούμε καμιά κάσα μεταχειρισμένη;
- Μεταχειρισμένη κάσα! έκανε εκείνος. Και τι να την κάνεις;
- Τι να την κάνω! Να την έχω! Και άμα πεθάνω, να μην ξοδεύουνε οι δικοί μου για καινούργιες! Οικονομία, βλέπεις! Εγώ είμαι οικόνομος άνθρωπος! Τι λες, θα μου 'βρεις;
- Μα τι λες τώρα! Άσε τ' αστεία! Μπορεί...
- Μπορεί και παραμπορεί! Να, τη δικιά σου! Και θα 'ναι από καρυδιά! Γιατί εσένα που κάνεις κάσες θα σου βάλουν καλή οι κληρονόμοι σου! Τι με κοιτάζεις;... Εσύ θα πας πρωτύτερα από μένα, το ξέρω! Θα γράψεις στη διαθήκη σου: Άμα μου ξεθάψετε τα κόκκαλά μου, την κάσα να τη δώσετε στο Γιώργο Βρακούμη!
Ο πεθαμενατζής δε φάνηκε να 'ναι ευχαριστημένος απ' αυτά τα λόγια. Με τη βία χαμογελούσε. Κι έφυγε γρήγορα.
Εγώ ήθελα να μάθω ποιος ήταν ο γέρος που είχε πεθάνει. Είχα μια βεβαιότητα, πως ήταν κάποιος απ' τους γέρους. Και είχα μέρες να τους δω...
Όταν έφυγε η τρελοπαρέα, ρώτησα το Τζάνα. Η γυναίκα του δεν ήτανε εκεί.
Κι έτσι ήταν. Ένας απ' τους γέρους εκείνους είχε πεθάνει, ένας ψηλός με γενάκια και καμπουρωτή μύτη...
Έμεινα καταλυπημένος. Και ζήτησα κι άλλο κρασί.
Ο γέρο Τζάνας το 'φερε σούρνοντας τα πόδια του, και πήγε έπειτα και κάθισε στο τεζάκι. Δεν είχε όρεξη για ομιλία. Μου φάνηκε λυπημένος.
Μα όταν το παλιό ρολόγι χτύπησε την ώρα, δε μπόρεσε να μην πει με κλαψιάρικη και κωμικιά φωνή μαζί:
- Ωχ, ωχ! Πάει μια ώρα μου! Πάει! Ωχ!
Κανείς άλλος δεν ήταν μέσα στο υπόγειο πελάτης εκτός από μένα.
Η λάμπα θαμπή φώτιζε. Ησυχία. Ο κρότος του ρολογιού ο ρυθμικός σαν βήμα του Χρόνου ακουγόταν μέσα εκεί.
Εγώ σκεπτόμουνα. Ο γέρος που πέθανε, μου 'χε πει ο γέρο αλήτης, ήταν σπουδαίος μπάσος, τριζάτος!...
Αυτά είχα στο νου μου, αυτά γύριζαν στο κεφάλι μου. Και μελαγχολούσα, μελαγχολούσα.
Ξαφνικά όμως σαν να έλαμψε κάτι μέσα εκεί στο υποσκότεινο υπόγειο! Ένα φως θαυμάσιο σαν να εχύθηκε...
Η πόρτα που ήταν σαν ντουλάπι, είχε ανοίξει απότομα και μια νέα είχε βγει όλο λάμψη και γλύκα.
Καθόμουνα εκεί κοντά στο πορτάκι, που ήτανε σαν ντουλάπι. Τα μάτια της στυλώθηκαν επάνω μου κι έκανε και ένα βήμα προς εμένα σαν να 'θελε να μου μιλήσει.
Κι εγώ που είχα μείνει σαν μαρμαρωμένος απ' την εμφάνισή της, κατέβασα τα μάτια μπροστά στη φωτεινή εκείνη γλύκα.
Είχα ταραχτεί. Κι έπειτα ακόμα, που σκεπτόμουν την εμφάνισή της αυτή την ξαφνικιά, μου φαινόταν, καθώς βγήκε από 'κει μέσα, πως ήταν σαν φάντασμα ωραίας κόρης, που είχε χτιστεί μέσ' στην παλιά οικοδομή...
Ο γέρο Τζάνας γύρισε και την είδε:
- Τι θέλεις, Χαρίκλεια; τη ρώτησε.
Αυτή πήγε κοντά του και έσκυψε και κάτι του είπε στ' αυτί.
- Ναι, ναι, έκανε εκείνος.
Έφυγε, τραβήχτηκα ελαφρά. Αλλ' όταν επήγε στην πόρτα και μπήκε μέσ' στο στενό διάδρομο, γύρισε και με είδε...
Έμεινα ακίνητος κοιτάζοντάς την.
Ενώ ο νους καταλάβαινε γρήγορα, αργούσε όμως να ειδοποιήσει τι έπρεπε να κάνει το σώμα. Καθώς φαίνεται δε θα υπήρχε καλή συγκοινωνία!
Αυτό το 'χα παράπονο. Αλλ' αυτή τη φορά παράδοξα, πώς, πώς, ειδοποίησε πριν χαθεί η ευκαιρία. Κι έκανα ένα κίνημα στη νέα.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν καμπάνα όταν αναγγέλλει πυρκαγιά. Μα κι εγώ φωτιά είχα πάρει, καιγόμουνα!
Αυτή δεν απάντησε ευθύς στο κίνημά μου. Αλλά να, και μου χαμογέλασε ξαφνικά, κούνησε ελαφρά το κεφάλι χαιρετώντας με, και σιγά έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
Την άλλη μέρα πήγα και μετά το φαΐ. Κάποτε μόνο πήγαινα άλλοτε, τώρα δε μπορούσα να μην πάω. Και πώς δεν επήγα μάλιστα από το πρωί!
Ούτε το γέρο σκέφθηκα, που είχε χαθεί, ούτε τους άλλους που έμειναν στη λύπη βυθισμένοι, περιμένοντας τη σειρά τους.
Μα δε χωρούσε τίποτε άλλο μέσα στη σκέψη μου, δε χωρούσε! Όλη την είχε πλημμυρίσει εκείνη!...
Άδικα περίμενα όμως κοιτάζοντας την κλειστή πορτούλα που έμοιαζε σαν ντουλάπι.
Αχ, αυτό το ντουλάπι, έλεγα, ύστερα από τα παλιά πράγματα που έβγαζε, τι μου ξεφύτρωσε!
Έφυγα για να ξαναγυρίσω. Αλλά κάτι μου ήρθε στο νου, μια κακιά σκέψη:
- Μήπως μου φάνηκε; Μην ήταν πλάσμα της φαντασίας μου;
Επήγα πάλι όταν νύχτωσε.
Λιγοστοί πελάτες ήρθαν. Πέρασε κι η ζουρλοπαρέα. Ήπιε κι έφυγε. Δεν έμεινε πολύ. Απ' τους γέρους κανείς δεν εφάνηκε.
Έφαγα κάτι εκεί, στην ταβέρνα. Και περίμενα.
Η ώρα περνούσε και το ρολόγι θα 'χε χτυπήσει δυο φορές. Και άλλες τόσες θα είπε με κλαψιάρικη κωμικιά φωνή ο γέρο Τζάνας:
- Ωχ, ωχ! Πάει μια ώρα μου, πάει!... Ωχ!
Σιγά σιγά έφυγαν και οι δυο που 'χαν καθίσει στη θέση των γερόντων και μιλούσαν ώρα σιγαλά.
Ησυχία στο υπόγειο. Η κυρά Σοφία δεν ήταν. Ο ρυθμικός κρότος του ρολογιού ακουγόταν καθαρά.
Ο γέρο Τζάνας σαν να νύσταξε μου φάνηκε.
Να, η πορτούλα όμως! Άνοιξε και φάνηκε αυτή!
Δεν ήταν πλάσμα της φαντασίας μου, όχι! Νάτη! Υπήρχε!
Με κοίταξε καλά, μια στιγμούλα, κι έπειτα με χαιρέτησε με χαμόγελο...
- Πολύ τολμηρή είναι! είπα εγώ με το νου μου.
Αυτή στάθηκε στην πόρτα, έριξε μια ματιά προς το μέρος του Τζάνα, κατέβηκε και ήρθε προς εμένα.
Εγώ τα 'χασα. Νόμισα πως θα μου μιλούσε, έτσι έδειχνε, αλλά δε μου μίλησε, με κοίταξε μόνο με μια ματιά.
- Πω - πω, έκανα εγώ μόλις πέρασε, τι ορμητικιά που είναι! Σαν να 'θελε να με φάει με τα μάτια της με κοίταξε!
Αυτή είχε πλησιάσει στο τεζάκι. Ο γέρο Τζάνας τώρα την είδε:
- Ε, ε! είπε.
- Τι είναι; του έκανε εκείνη.
Ένα γατάκι καθόταν ζαρωμένο σε μια καρέκλα. Αυτή πήρε νερό απ' το τεζάκι και το ράντισε...
- Μα τι κάνεις; της είπε ο γέρο Τζάνας.
- Τι κάνω; τον ρώτησε αυτή.
Και πήρε το γατάκι στην αγκαλιά της και τραβήχτηκε.
- Θεόζουρλη είναι! είπα εγώ ευχαριστημένος.
Κι ερχόταν προς εμένα. Και όταν πλησίασε αργά και παίζοντας με το γατάκι, στάθηκε και μου μίλησε:
- Σας αρέσουν τα γατάκια; με ρώτησε.
- Από τώρα, ναι, θα μ' αρέσουν! της απάντησα.
Γέλασε.
- Ωραία!
- Μα, Χαρίκλεια, της είπε δυνατά ο γέρο Τζάνας. - Τι είναι αυτά;
- Τι κάνω; τον ρώτησε αυτή. Και σε μένα έπειτα:
- Καλή νύχτα σας! Οι γέροι είναι ιδιότροποι!
Δεν ήμουν καλά, καιγόμουνα. Είχα ανάψει σαν ξερό κλαδί στο πλησίασμα δυνατής φωτιάς.
Και όλο εκεί γύριζα, όλο εκεί! Ήμουν σαν δεμένος με σχοινί, που δε φαινόταν, και δε μπορούσα ν' απομακρυνθώ απ' το μέρος αυτό, απ' το μαγαζί του γέρο Τζάνα.
Η αγάπη μας προχωρούσε. Αλλά μου έκανε κάτι τρέλες!
Μια βραδιά που είχε αδειάσει το υπόγειο και περίμενα να φανεί, ξαφνικά από πάνω απ' το ταβάνι πέφτει κάτι επάνω στο τραπέζι μου.
Το παίρνω και το κοιτάζω. Ήταν ένα πανί φτιαγμένο σαν μικρό τόπι, και πάνω του δεμένο ένα χαρτί!...
Γρήγορα κατάλαβα τι συνέβαινε. Το πάτωμα, ή το ταβάνι του υπογείου ήταν μονό, και οι σανίδες θα είχαν καταστραφεί, ανοίξει σε πολλές μεριές, κι έτσι από κάποιο άνοιγμα θα έριξε την επιστολή. Επιστολή! Όταν άνοιξα το χαρτάκι το 'δα άγραφο!...
Ύστερα φάνηκε και γελούσε. Και αυτό, να ρίχνει από πάνω χαρτί λευκό μου το 'κανε άλλες δυο φορές.
Επήγαινα ένα βράδυ, πιστεύοντας πως πάλι κανένα λευκό χαρτί θα μου ερχόταν, όταν να, κοντά εκεί βλέπω το γέρο αλήτη.
- Τι μου κάνετε; μου είπε. - Είσθε καλά; Εγώ πάντα τα ίδια! Μόλις ροδίσει η Ανατολή, εξέρχομαι προς άγραν χαρτιών! Και μόλις το σκότος φανεί, τρυπώνω κάπου να πιω κανένα νέκταρ!
Κρατούσε το τσουβάλι του, άδειο όμως.
- Θα πηγαίνετε τώρα, στο καταγώγιον του γέρο Τζάνα, ξακολούθησε να λέει. - Έχω δύο ημέρες να περάσω! Τι κάνει η κυρία Σοφία; Μήπως κλονίστηκε η υγεία της απ' τον ερχομό της χαριτοβρύτου εγγονής;... Κατά μάνα, κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα!
Ταραγμένος υπερβολικά τον ρώτησα να μου πει τι εννοούσε μ' αυτά. Ο γέρο αλήτης αυτό ήθελε, να πει.
Κι άρχισε να λέει, πως η εγγονή τα 'κανε γης Μαδιάμ στην Πάτρα, όπου μένουν οι γονείς της. Ο πατέρας της, ένας καλός νοικοκύρης, αλλ' η κόρη είχε μοιάσει της γιαγιάς. Τα 'φτιαξε και τα παράφτιαξε με κάποιον μόρτη και οι γονείς της την έστειλαν στο γέρο Τζάνα και στην κυρά Σοφία να της βάλουν μυαλό απ' το πολύ που έχουν! Ο ίδιος ο Τζάνας μου τα 'πε...
Τι χτύπημα, τι χτύπημα ήταν εκείνο!
Όλα όσα είχα υψώσει, πύργους, ας πούμε, μια οικοδομή τεράστια, όλα μεμιάς είχανε πέσει! Σεισμός τρομαχτικός τα λόγια του γέρο αλήτη, έκαναν ό,τι είχα χτίσει, ό,τι καλό, ό,τι ωραίο, να γίνει σωρός άμορφος. Συντρίμματα!
Δεν επήγα στο υπόγειο. Γύρισα πίσω. Δεν ήθελα πια να ξαναπάω.
Έτσι αποφάσισα. Μα αφού πλανήθηκα εδώ κι εκεί, δε μπόρεσα πια να κρατηθώ και πήγα. Ήμουν σαν δεμένος...
Και όταν οι πελάτες έφυγαν κι έμεινε το υπόγειο ήσυχο, περίμενα κανένα χαρτάκι. Μάταια περίμενα. Το πορτάκι όμως άνοιξε ξαφνικά, και φάνηκε αυτή... Και είχα απελπιστεί, έτρεμα...
Με χαιρέτησε τώρα, όχι όπως όταν έριχνε τα λευκά χαρτάκια και παρουσιαζόταν έπειτα, αλλά με γλυκό χαμόγελο, και μου έδειξε ένα χαρτάκι που κρατούσε διπλωμένο. Ύστερα γρήγορα κουνώντας το, για να πάρει φόρα, το πέταξε. Κι έφυγε.
Το χαρτάκι είχε έρθει στα πόδια του τραπεζιού μου. Έσκυψα το πήρα και το διάβασα. Ύστερα από λόγια θερμά αγάπης, που με τάραξαν, γιατί μου 'φεραν δυνατά στο νου μου τα λόγια του γέρο αλήτη, με καλούσε να πάω το βράδυ, όταν θα είχανε κλείσει το κατάστημα. Θα με περίμενε. Και μου έδινε οδηγίες...
Επήγα. Ήταν μια νύχτα ψυχρή, σκοτεινή. Πέρα απ' το σπίτι λίγο, ένα φανάρι έφεγγε τρέμοντας...
Έκανα ό,τι μου είπε. Και σε λίγο η κλειστή πόρτα του υπογείου άνοιξε, ή μισάνοιξε και φάνηκε μια μορφή. Ήταν αυτή.
- Έλα, έλα! μου είπε.
Και καθώς κατέβηκα κι έκανα να μπω μ' έσυρε γρήγορα μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Έπειτα έσυρε το σύρτη και κλείδωσε.
Μια μικρή λάμπα φώτιζε πάνω στο τεζάκι ακουμπισμένη.
Αυτή ήρθε. Τα μάτια της έκαιαν.
- Επιτέλους! είπε κι έπεσε στην αγκαλιά μου ζητώντας με μανία τα χείλια μου.
Μείναμε έτσι για λίγο. Ύστερα όμως αυτή σαν να συνήρθε μου λέει:
- Στάσου! Έλα να πάμε επάνω!
- Επάνω!
- Ναι, επάνω! Έλα, έλα! Στο δωμάτιό μου! Έλα!
Και μ' έσυρε.
- Κοιμούνται βαριά, πολύ βαριά! Μη φοβάσαι! Έλα! Δεν ακούνε!
Πήρε τη λάμπα με το 'να χέρι και με τ' άλλο μ' έσυρε πάλι. Νόμιζα πως έβλεπα όνειρο, όνειρο μάγο! Την ακολούθησα.
Το πορτάκι, που μου φαινόταν σαν ντουλάπι, το 'δα τώρα σαν πόρτα παραδείσου, και την παλιά, τη στενή σκαλίτσα, την είδα σαν ουράνια σκάλα...
Κι έτσι άρχισε μια ζωή γεμάτη αγάπη, ηδονή, μανία.
Ένα πράγμα όμως δε μπορούσα να καταλάβω: Πώς οι γέροι με τόσο θόρυβο, που κάναμε, δεν ξυπνούσαν, δεν ξύπνησαν έστω και μια φορά;
Μια βραδιά το 'μαθα κι αυτό. Τους έδινε υπνωτικό!
Στο νου μου ήρθε τότε εκείνο του γέρο αλήτη: Κατά μάνα, κατά κύρη...
Αλλά τι είχε να κάνει αυτό; Αντί να σβήσει την αγάπη την άναβε πιο πολύ, ήμουν σαν τρελός. Ναι, ναι, δεν ήμουν καλά. Και βρισκόμουν πάντα ζαλισμένος σαν να ταξίδευα ολοένα σε κάποιο πέλαγος μαγεμένο, πέλαγος φουρτουνιασμένο...
Ήτανε πια δικιά μου! Και η αμαρτία της εκείνη που μ' ενοχλούσε ναι, συχνά, μ' άναβε περισσότερο τη μανιακή αγάπη. Είχα τρελαθεί!...
Απ' το ηδονικό αυτό όνειρο ξύπνησα ένα βράδυ. Τι κρίμα! Και πώς ήθελα να εξακολουθούσε αιώνια!
Δεν πήγαινα τακτικά πια στο υπόγειο, όταν ήταν ανοιχτό. Πήγαινα ταχτικά, όταν ήταν κλειστό. Κι ένα βράδυ που πήγα έχοντας μια προαίσθηση κακιά να μ' ενοχλεί, είδα πως στο σπίτι κάποιος είχε πεθάνει.
Είχε πεθάνει ο γέρο Τζάνας. Το υπόγειο έκλεισε. Οι γονείς της ήρθαν, την πήραν.
Κι έγιναν τόσο γρήγορα αυτά...
Βουτυράς Δημοσθένης
«Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου