Περπατούσε ώρα πολλή στην αδειανή παραλία, μονάχη της - χαμηλά, δεξιά της, το νερό μαύριζε ύπουλα στο σκοτάδι. Βάδιζε άσχετη με όλα, με τον εαυτό της πιο πολύ. Σταματούσε η σκέψη της σ' ένα σημείο χωρίς ιδιαίτερη σημασία γι' αυτή την ώρα -έπρεπε, λέει, να δώσει στη μοδίστρα το παλτό της, ήτανε πολύ μακρύ και είχε ξεθωριάσει. Θα το γύριζε απ' την άλλη μεριά και...
Στάθηκε κάτω από ένα σβησμένο φανάρι -τώρα που το σκεφτόταν πάλι, ένιωθε μια περίεργη ασφάλεια, σάμπως να είχε μια ιδιαίτερη σημασία για κείνη, το τέλος του καλοκαιριού και το παλτό που ήθελε να μεταποιήσει.
Σίγουρα την είχε πειράξει αυτό το κονιάκ -το ήπιε νηστικιά, μονορούφι, δε θυμάται μήπως ήτανε και διπλό.
«Όπου να 'ναι, θ' αρχίσει η βροχή...» σκέφτηκε ήσυχα και προχώρησε με τα χέρια χωμένα στις τσέπες της ζακέτας της.
Φυσούσε εκείνο το μικρό, ενοχλητικό αεράκι της θάλασσας -της έκανε πολύ καλό λοιπόν να σκέφτεται τον εαυτό της χωμένο σ' αυτό το παλτό, που με την επιδιόρθωση θα 'μοιαζε σίγουρα σαν καινούργιο... Ένιωσε άξαφνα γελοία. [Η μικρή φιλενάδα στα παιχνίδια του σχολειού, ήταν πολύ μακρυά της. Την είχε ανάγκη τώρα, τέτοια ώρα που οι άλλοι δεν ήταν εδώ, κοντά της, να την κοροϊδεύουν για την αδεξιότητά της στα παιχνίδια των άλλων παιδιών... «Παίζουμε, Αννούλα; Ό,τι να 'ναι, μη με ρωτάς, να παίξουμε μόνο!»]
Άνοιξε τα μάτια της με τρόμο - το ακίνητο νερό κυλούσε αδιάφορα μέρα και νύχτα, τις ώρες που οι άλλοι γελούσαν ή πέθαιναν, κυλούσε πάντα.
Δεν είχε προφτάσει να σκεφτεί, ν' ανησυχήσει, να θυμώσει ίσως -τίποτα τέτοιο. Είδε το πρόσωπό του ξαφνικά, όπως μέσα σε λίμνη και κείνη σκυμμένη πάνω απ' το νερό, «σε μάγεψαν στ' αλήθεια, πρίγκιπά μου; Να σου δώσω ένα παραμύθι, να λυθούν τα μάγια...»
Τον κοιτούσε χωρίς να τη βλέπει κι αυτό της άρεσε πολύ, τρελαινόταν γι' αυτό το παιχνίδι όταν ήταν μικρή. Τώρα όμως, δεν μπορούσε πια να παίξει μαζί του και μέσα σε τόσο κόσμο!
Έμεινε ακίνητη, ώρα πολλή, και το είδωλό του, πίσω από γυάλινη επιφάνεια όλο και θάμπωνε...
Όταν το κατάλαβε, είχε πια προχωρήσει πολύ στην έρημη παραλία με τα χαμηλά φώτα, σχεδόν είχε τρέξει, κι ούτε στιγμή δεν είχε σκεφτεί να τον φωνάξει, να 'ρθει κι εκείνος μαζί της, φοβόταν πολύ τέτοια ώρα μονάχη της.
[«Παίζουμε, Αννούλα; Μην κλαις, όχι, δε μου 'καναν κακό... Να, θα σου πω ξανά το παραμύθι, να δεις που το θυμάμαι όλο, τίποτα δεν έχω ξεχάσει, τίποτα...»]
Το πρόσωπο της μικρής φιλενάδας μπλέχτηκε στη μνήμη της με το δικό του -όχι δεν ήταν το πρόσωπό του αυτό, δε μπορεί να ήταν. Αυτό το πρόσωπο γελούσε ψεύτικα κι είχε μιαν έκφραση από γυαλί, ναι, από γυαλί.
«Ανοησίες! Το γυαλί είναι συμπαγές και ψυχρό κι έπειτα...»
Μόλις τώρα θυμήθηκε τα πρόσωπα γύρω του -μα ναι, φυσικά και υπήρχαν πρόσωπα γύρω του, δυο - τρία ή και πιο πολλά, δε θυμότανε καλά. Όμως ποια σημασία μπορούσε να έχει ο αριθμός...
Της έκανε πολύ κακό να τα θυμάται, έτσι αόριστα τούτα τα πρόσωπα γύρω στο δικό του ψεύτικο γέλιο -προσπάθησε να καθορίσει τα χαρακτηριστικά τους.
«Ήτανε τρεις άντρες... όχι, δύο. Μπορεί... και τέσσερις. Ας είναι... Δύο. Και οι δύο μελαχρινοί. Ναι, μελαχρινοί. Μαύρα μαλλιά και μάτια και στόμα... Όχι, όχι, στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται το στόμα, αυτοί είχαν ένα μικρό κενό».
Πέρασε το χέρι της στο μέτωπό της -ήταν ιδρωμένο κι όμως κρύωνε πολύ. «Ένα μικρό κενό, όπως ακριβώς γίνεται με τις νεκροκεφαλές...»
Το νερό, χαμηλά, στα πόδια της, μαύριζε ύπουλα -του γύρισε την πλάτη, μ' ένα άξαφνο αίσθημα ναυτίας.
[«Πρέπει να παίξουμε, Αννούλα, έλα. Εγώ θα τρέχω και συ θα με κυνηγάς... ώσπου να με φτάσεις. Πρέπει να με φτάσεις. Έλα, τρέξε πίσω μου...»]
Έφτασε λαχανιασμένη στο τελευταίο φανάρι -χάμω, στις πλάκες χόρευαν αστράκια και γραμμές κόκκινες, όπως εκείνες τις μέρες με τον παιδικό πυρετό. Ακούμπησε στο στύλο όλο της το βάρος -το παλτό της θα 'μοιαζε καινούργιο, χωρίς άλλο. Θα 'λεγε στη μοδίστρα να της φτιάξει μεγάλες τσέπες, να χώνει τα χέρια της ως τον αγκώνα.
Χαμογέλασε στη σκέψη κι ένιωσε πάλι αυτό το περίεργο συναίσθημα από ασφάλεια και φόβο μαζί παιδικό, ανόητο.
Το πρόσωπό του πάνω στο δικό της και γύρω τους τα μαύρα εκείνα πρόσωπα με το μικρό κενό να χάσκει σε γέλιο ακίνητο.
«Έχω ένα παραμύθι, για σένα, πρίγκιπά μου... για να λυθούν τα μάγια...»
Τόσο παιδιάστικη η λαχτάρα του για ένα μικρό ψέμα! Όχι, όχι, δεν ήτανε ψέμα, ήταν η αλήθεια. Της είχε πει την αλήθεια, χωρίς άλλο: «Θα σ' αφήσω μόνη σου, για πολύ λίγο». Και τη φίλησε ένοχα. Πώς της φάνηκε, αλήθεια; Κι ήθελε την ίδια στιγμή να τον φυλάξει απ' το κακό, το 'ξερε εκείνη το κακό, το 'βλεπε κιόλας όπως σε γυαλί το πρόσωπό του.
«Να πας. Εγώ θα διαβάσω. Μπορεί και να κοιμηθώ. Να πας...»
Όταν έκλεισε πίσω του η πόρτα, έβγαλε μικρή κραυγή ζώου κυνηγημένου -παρακάλεσε μ' όλη της την καρδιά, να 'τανε λέει, μια γυναίκα όμορφη πλάι στο πρόσωπό του κι εκείνος να την έβλεπε, όπως κοιτάζουν τα παιδιά τις κούκλες στις βιτρίνες. Κι έπειτα, παρακάλεσε, να 'τανε λέει ένα μικρό, σκληρό αστείο αυτή του η ανάγκη να φύγει από κοντά της, ξεχνώντας το χρόνο που οδοιπορούσε ανάμεσά τους, τόσο μίζερα περιορισμένος σε ώρες, σε στιγμές...
«Ένα μικρό, ανόητο αστείο», σκεφτόταν με πείσμα. Κοίταξε το ρολόι της -ήτανε μία μετά τα μεσάνυχτα.
«Ένα αστείο άσχετο με μας!» Σχεδόν το φώναζε αυτό κι έπειτα προσπάθησε να συνηθίσει σ' αυτή την απάνθρωπη αναγκαιότητα του αποχαιρετισμού.
«Αντίο, αγάπη μου... Θα 'ρθει μια άλλη εποχή, δικιά μας πάλι. Αντίο...»
Είχε περάσει πολλή ώρα όταν βγήκε στο δρόμο -η παλιά σκάλα έτριζε κι έξω, στο σκοτάδι, μονάχα ένας μεθυσμένος περπατούσε χωρίς να βιάζεται.
Στάθηκε ένοχη πίσω απ' τα πρόσωπα μιας εύθυμης συντροφιάς -«ένα κονιάκ, παρακαλώ»- και τον είδε ξαφνικά, όπως σε μικρό νυχτερινό εφιάλτη με καταιγίδα. Πλήρωσε κι έφυγε τρέχοντας -απόρησε που δεν έβρεχε κι ακόμα πιο πολύ που δεν έβρισκε τα λόγια για να θυμηθεί εκείνο το παλιό παραμύθι.
Άρχιζε κάπως έτσι: «Ο πρίγκιπας είχε ξεχάσει να μετρήσει τις ώρες που τον χώριζαν από το θάνατο. Έτσι, πίστεψε πως θα μπορούσε να γελάει όπως κι οι άλλοι άνθρωποι γύρω του, που δεν ήταν μαγεμένοι...»
Κάθισε χάμω στο πεζούλι της προκυμαίας -τα πόδια της κρέμονταν πάνω απ' το νερό κι εκείνη η μικρή παιδική αγωνία της για τη νύχτα, ξαναγύρισε.
Ναι, ήτανε σίγουρο πως το 'χε ανάγκη να φύγει από κοντά της για λίγο -εκείνη ήθελε τόσο πολύ να τον γλυτώσει απ' αυτό τον κίνδυνο, το 'ξερε πως θα 'ρχόταν το κακό, ήτανε βέβαιη κιόλας όταν τον είδε. Δε γελούσε, όχι, το θυμάται καλά τώρα, κι ούτε μιλούσε εκείνος όση ώρα τον κοιτούσε. Όμως αυτή η έκφραση σαν από γυαλί ανάμεσά τους, θα της έμενε ανεξήγητη αν δεν είχε προσέξει την τελευταία στιγμή τα πρόσωπα που συνωστίζονταν γύρω του. Και τότε μονάχα είχε καταλάβει -ή ούτε κι αυτό. Δεν είχε πια καμιά σημασία τι είχε γίνει και γιατί και πώς... Καμιά σημασία, καμιά.
«Μιλάνε πάλι για γυναίκες», άκουσε πλάι της μια φωνή βραχνή.
Αυτό το πρόσωπο ήρθε καταπάνω της σαν τη μπόρα -έκανε λίγα βήματα πίσω, να τ' αποφύγει... κι άξαφνα βρέθηκε να τρέχει.
[«Πρέπει να τρέξεις και συ, Αννούλα, να με φτάσεις, είναι εύκολο. Να, κοίταξε. Εγώ... δεν θα τρέχω πολύ... δε μπορώ πια να τρέχω πολύ... όπως τότε, θυμάσαι; Τρέξε, Αννούλα, έλα να παίξουμε, πρέπει. Μου πήρανε το παραμύθι μου, εκείνο με το μαγεμένο πρίγκιπα και την αγάπη. Πρέπει να παίξουμε, Αννούλα, τώρα!»]
Με το ξημέρωμα είχε αρχίσει κι η βροχή -ήσυχη, μονότονη βροχή, πάνω στα μαλλιά και στα χέρια της που κρύωναν ξαφνικά.
«Θα 'ναι σαν καινούργιο το παλτό... κι οι τσέπες θα 'ναι πελώριες... να χωράνε τα χέρια ως τον αγκώνα...»
Χαμογέλασε ευχαριστημένη -ο μικρός παιδικός φόβος για τη νύχτα είχε τελειώσει, και το νερό πλάι της είχε αλλάξει χρώμα με τη βροχή...
Ξαφνικά, δεν είχε καμιά σημασία κι αυτό, τίποτα πια δεν είχε σημασία.
Μητροπούλου Κωστούλα
«Νέα Εστία»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου