Στάθηκε μπροστά σ' ένα μαγαζί για να δει αν αυτή ακολουθούσε το αυτοκίνητο ή πήγαινε μονάχα λίγο αργότερα για κάποιον άλλο λόγο. Ήταν ένα μικρό καταλασπωμένο στρατιωτικό αυτοκίνητο μ' έναν μοναχό αξιωματικό στο τιμόνι. Όταν έφτασε το αυτοκίνητο μπροστά στο μαγαζί, πήγαινε πάρα πολύ σιγά σαν να 'θελε να σταματήσει. Εκείνη αναρωτήθηκε: Θα δεχόταν ν' ανεβεί στ' αμάξι αν την προσκαλούσανε, κι αποφάσισε όχι. Σ' αυτό το δρόμο μάλιστα που ήτανε καπελούδες και ράφτρες και τη γνωρίζανε τόσο πολλοί. Πισωπλάτησε λοιπόν και κοίταζε μια μεταξωτή εσάρπα στη βιτρίνα, που από τα χτες λαχταρούσε να την αποχτήσει κι' είχε ρωτήσει κιόλας για την τιμή. Ένιωσε το αμάξι να σέρνεται άκρη - άκρη στο πεζοδρόμι, πίσω της, και να φεύγει μακριά. Και καθώς ήτανε τέλεια απορροφημένη στο θαυμασμό της εσάρπας που τη λαχταρούσε τόσο, σήκωσε λίγο τους ώμους σαν να 'θελε να πει στ' αυτοκίνητο που 'φευγε: «Στο καλό». Αλλά η εσάρπα που ποθούσε και δεν μπορούσε να την αποχτήσει γιατί δεν είχε λεφτά, της ξανάφερε στη σκέψη της πάλι τ' αμάξι που άφησε με τόση περηφάνια να φύγει. Ωστόσο, ακριβώς γιατί ήταν τρελή για την εσάρπα, είχε ρίξει για δόλωμα στον αξιωματικό δυο - τρία χαμόγελα με σημασία. Μάλιστα θα μπορούσε κανείς να πει πως την ημέρα αυτή είχε βγει απ' το σπίτι της με την πρόθεση κάποιον να βρει για να μπορέσει ν' αποχτήσει την εσάρπα. Ανάμεσα στη θέλησή της και στο χαρακτήρα της ήτανε πάντα μια αντίθεση που τη θύμωνε. Γιατί να μη μπορεί να 'ναι κι' αυτή, έστω και μια φορά, συνεπής; Τι τα 'θελε τα πείσματα και τις παραξενιές, γιατί δεν αποφάσιζε να καταργήσει αυτά τα ξαφνιάσματα της αξιοπρέπειας, μια κι' ήτανε αυτό το επάγγελμά της;
Αποτραβήχτηκε με λύπη από το θαυμασμό της εσάρπας κ' έριξε μια ματιά στο μικρό καθρέφτη μιας βιτρίνας. Ο αέρας της είχε ανακατέψει τα ολόξανθα μαλλιά που της πέφτανε στο μέτωπο και πάνω απ' τα μεγάλα της ολάνοιχτα και χαμογελαστά μάτια. Το τσουχτερό κρύο της ωραίας χειμωνιάτικης αυτής μέρας την είχε χτυπήσει στο πρόσωπο, που κάτω απ' τα φτιασίδια φαινότανε χλωμό και άσπρο. Αντίθετα το στόμα της ήτανε κατακόκκινο και τα χείλια μεγάλα.
Ήταν χωρίς καπέλο και φορούσε ένα καφέ παλτό με σηκωμένο γιακά, σφιγμένο με μια ζώνη στη μέση της. Σκέφτηκε πως πραγματικά δεν έμοιαζε μ' αυτά τα φοβερά κορίτσια που γυρίζανε στους δρόμους πιασμένα απ' το μπράτσο με τους στρατιώτες. Και ξαφνικά την κυρίεψε μια αναπάντεχη θέληση. Της φάνηκε πως θετικά πια και οριστικά δε θ' αφηνότανε στους πειρασμούς και στα τυχαία συναπαντήματα του δρόμου και η απόφαση αυτή της έδωσε τη συνηθισμένη της επιπόλαιη ηρεμία. Έτσι, με την ψυχή της ήσυχη, σταμάτησε στον καθρέφτη μπροστά για να κοιταχτεί και να ταχτοποιήσει τα μαλλιά της.
Ο δρόμος μ' έναν ελαφρό ανήφορο τέλειωνε σε μια πλατειούλα σαν κρεμαστή πάνω στην πολιτεία μ' έναν οβελίσκο στη μέση. Κάτου απ' τον οβελίσκο είδε σταματημένο τ' αυτοκίνητο, έτσι που να μπορεί ο αξιωματικός να την παρακολουθεί και να μπορεί και να την πάρει πάλι από κοντά αν δεν ανέβαινε κι αυτή στην πλατειούλα. «Με περιμένει, θα την αγοράσω την εσάρπα», σκέφτηκε αλαφριά και ξέγνοιαστη, λες και στο διάστημα που ήταν μπροστά στον καθρέφτη ξαναμετάνιωσε κι αποφάσισε να μην αφήσει την ευκαιρία να φύγει. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, μπήκε στο μαγαζί και παρακάλεσε την κυρία που γνώριζε μέσα να της φυλάξει την εσάρπα ως το πρωί της αυριανής μέρας. Έπειτα ζωηρή - ζωηρή προχώρησε κατά τον οβελίσκο.
Αλλά, προχωρώντας, θυμήθηκε μια στιγμή την απόφαση που 'χε πάρει λίγο πριν, δάγκασε τα χείλια και κούνησε με θυμό το κεφάλι της. Να πόσο κρατούσε η απόφασή της. Της ήρθε ένας δυνατός θυμός και τα 'βαλε με τον εαυτό της, χωρίς και να γυρίσει πίσω. Για να δικαιολογηθεί στον ίδιο τον εαυτό της, σκέφτηκε πως έτσι κι αλλιώς, ό,τι και να 'κανε αυτή, ο αξιωματικός θα την ακολουθούσε και θα την έφτανε. Σαν να 'θελε να πει πως θα περνούσε στο πλάι του χωρίς να του ρίξει ματιά και πως, αν την επλεύριζε αυτός, θα του απαντούσε έτσι που να μη μένει καμιά αμφιβολία για τη σοβαρότητά της.
Έφτασε στην πλατεία. Με τα μάτια κάτω πέρασε μπροστά απ' τ' αυτοκίνητο και πήγε κι ακούμπησε στο πέτρινο κάγκελο που από κει είχε το πανόραμα όλης της πολιτείας. Της φαινότανε πως, κοιτάζοντας επίμονα το τόσο γνωστό αυτό θέαμα της πολιτείας, ήτανε σαν να τον προσκαλούσε να κατεβεί και να την προφτάσει. Στο τέλος - τέλος, σκέφτηκε, δεν ήτανε και τόσο φοβερό. Από το ν' αφήσει να 'ρθει κοντά της, έστω και να της μιλήσει λίγο, ως... όλα τα άλλα ήτανε η απόσταση πολύ μεγάλη. Έβαλε τους αγκώνες στα κάγκελα και, χαμηλά κοιτάζοντας, έφτιασε τα μαλλιά της.
Όπως το 'χε μαντέψει, ο αξιωματικός πήγε κι αυτός κοντά της κι ακούμπησε στο κάγκελο δίπλα της. Τον κοίταξε με του ματιού την άκρη. Ήτανε πολύ νέος, πιο νέος απ' αυτήν. Είχε ένα στρογγυλό παχουλό πρόσωπο με λίγο χοντρά τα χαρακτηριστικά του, κι ήταν βαθουλωμένα, γαλανά, μικρά και τρυφερά τα μάτια του. Ακουμπώντας στο κάγκελο κοίταζε όλες αυτές τις σκεπές εκεί κάτου μ' έναν περίεργο θαμασμό λες και δεν το περίμενε να το δει τέτοιο θέαμα. Τον κοίταζε επίμονα κι απερίσκεπτα ελπίζοντας να γυρίσει να τη δει και ν' αρχίσει κουβέντα, αλλά αυτός δε φαινόταν αποφασισμένος να το κάμει. Όσο πέρναγ' η ώρα, τόσο πείσμωνε αυτή κι' ήθελε να τόνε κάμει να καταλάβει καθαρά και ξάστερα πως πολύ θα το 'θελε να προχωρήσει. Σ' όλα αυτά τα συναπαντήματα, ένα είδος θυμού δοκίμαζε πάντοτε. Κάθε φορά η φωνή του άντρα, που με μια πρόφαση γύρευε ν' ανοίξει κουβέντα, πάρα πολύ την ερέθιζε. Αλλά επιτέλους, σκέφτηκε, οι άλλοι κάνανε πρώτοι την αρχή. Αυτός εδώ, αντίθετα, ήτανε σίγουρη γι' αυτό; - αν εκείνη δεν άρχιζε, ποτέ δε θα της έλεγε μια λέξη. Με λύσσα, λοιπόν, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της και κοιτάζοντας αυτό το σιωπηλό και λιγάκι ταραγμένο πρόσωπο, ρώτησε:
- Δεν είναι ωραία ημέρα σήμερα;
Ο αξιωματικός αμέσως γύρισε κι απάντησε με πεποίθηση.
- Ναι, πάρα πολύ ωραία.
Είχε γλυκιά κ' ευγενικιά φωνή, αλλ' έπεσε σε σιωπή και πάλι.
«Τώρα δε θα του ξαναμιλήσω πια», σκεφτότανε με μια γκριμάτσα θυμού στο στόμα της. «Μένω ακόμα μια στιγμή και φεύγω».
Φαινότανε πως ο αξιωματικός πάλευε με τη φυσική του δειλία. Στο τέλος, δείχνοντας τ' αυτοκίνητο με το συνηθισμένο για την περίσταση ύφος, δηλαδή σαν να ήταν σύμφωνοι και να τα είχανε παζαρέψει όλα, είπε:
- Θέλετε να πάμε με τ' αυτοκίνητο;
Στην πρόσκληση αυτή η γυναίκα αισθάνθηκε σαν να κουνιόντουσαν τα πόδια της προς τ' αμάξι, ενώ της μεγάλωνε ο θυμός.
- Γιατί; ρώτησε, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα της και χαμογελώντας με κοκεταρία.
- Για να 'μαστε μαζί, είπε ο αξιωματικός με ειλικρίνεια.
- Και γιατί πρέπει να 'μαστε μαζί;
Τώρα της φαινότανε πως έπρεπε να φέρεται σαν κυρία που την σταμάτησε ένας άγνωστος στο δρόμο όχι με καθαρούς σκοπούς κι αυτή είχε αποφασίσει να του δείξει πως έκαμε λάθος. Ο νέος σαν να συμφωνούσε με τη σκέψη της.
- Για να μιλήσουμε, της απάντησε και πρόσθεσε δειλά: Μπορούμε να πάμε σ' ένα καφενείο.
- Μα εγώ δεν πάω ποτέ στα καφενεία.
- Γιατί;
- Γιατί... είπε αυτή, συλλαβίζοντας τα λόγια και χαμογελώντας με περηφάνια, γιατί δεν έχω τη συνήθεια να πηγαίνω στα καφενεία.
- Ω! είπε ο αξιωματικός, λες και τα λόγια αυτά τον εκάμανε πολλά να καταλάβει. Τότε κάνουμε έναν περίπατο, πρότεινε, δείχνοντας πάλι τ' αμάξι.
- Μα εγώ δε συνηθίζω να πηγαίνω περίπατο μ' άνθρωπο που δεν ξέρω.
Τούτη τη φορά τον είδε που κοκκίνισε σ' ολόκληρο το πρόσωπό του.
- Με λένε Μπρούτσε, είπε, Τζίλμπερτ Μπρούτσε. Και σας;
- Δεν έχω κανένα όνομα για σας, απάντησε εκείνη πολύ ευτυχής που βρήκε μια τόσο κοφτή φράση.
Έγινε μια στιγμή σιωπή.
- Σκέφτεστε κακά για μένα, ξανάπε ο αξιωματικός με πείσμα, αλλά δεν ξέρετε τι γυρεύω από σας.
Αυτή ερεθίστηκε.
- Πολύ καλά το ξέρω, απάντησε, θέλετε να με πληρώσετε για να περάσετε μαζί μου δυο ώρες απόλαυσης, δεν είν' έτσι;
Τον είδε να κοκκινίζει πάλι χωρίς να πει λέξη.
- Και ξέρω, πρόσθεσε τσουχτερά, πόσα θέλετε να μου δώσετε. Δυο - τρεις χιλιάδες λιρέτες, ίσως και περισσότερα. Έτσι δεν είναι;
Ο αξιωματικός προσπάθησε ν' αστειευτεί.
- Ωστόσο, ξέρετε καλά τις τιμές.
- Βέβαια και το ξέρω. Αν όχι τίποτ' άλλο, οι σύντροφοί σας είναι πιο βιαστικοί συνήθως από σας και λένε αμέσως το ποσό χωρίς πολλές ιστορίες.
- Οι σύντροφοί μου είναι λιγότερο δειλοί από μένα.
- Και ύστερα, εξακολούθησε, θα μου προσφέρετε και κανένα πακέτο τσιγάρα, δεν είν' έτσι;
- Και τα τσιγάρα βέβαια, είπε ο αξιωματικός προσπαθώντας να χαμογελάσει.
- Και κουτιά, αν σας γύρευα, δεν είν' έτσι;
Τον είδε να κουνάει το κεφάλι μ' ευγένεια και να χαμογελάει. Και ύστερα να της απλώνει το χέρι λέγοντας με προσπάθεια:
- Με συγχωρείτε. Βλέπω πως έκανα λάθος.
Η γυναίκα κατάλαβε πως αυτό ήτανε ένας αποχαιρετισμός κι αισθάνθηκε ξαφνικά να 'ναι σαν φοβισμένη στη σκέψη πως την πήρε για αλλιώτικη από ό,τι ήτανε και πως θα πηγαίνανε έτσι όλα χαμένα. Άφησε, λοιπόν, το παιγνίδι και το πείσμα της.
- Όχι, είπε, με κωμική βιασύνη, όχι, δε γελαστήκατε.
- Δεν εγελάστηκα;
- Σας είπα όχι, βεβαίωσε τότε αυτή χάνοντας την υπομονή της. Τον είδε να γίνεται κατακόκκινος, αυτή τη φορά όμως όχι από ντροπή και δειλία.
- Τότε μπορούμε να πηγαίνουμε.
- Ναι, πάμε!
Πήγανε κατά το αυτοκίνητο, ο αξιωματικός τη βοήθησε ν' ανέβει, πήδησε κι αυτός στο πλάι της κι άναψε τη μηχανή.
- Κατά πού πάμε;
- Στο σπίτι μου, απάντησε φυσικότατα η γυναίκα. Θα σας οδηγήσω εγώ.
Το αμάξι έφυγε, γύρισε γύρω απ' τον οβελίσκο, ξανανέβηκε πολύ γρήγορα κατά τους δημόσιους κήπους κάτω απ' τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων. Ήτανε πολύ ωραία μέρα κι όλα τα δρομάκια ώσπου έφτανε το μάτι σου να δεις, ήτανε όλα γεμάτα κόσμο που σιγά - σιγά έκανε τον περίπατό του. Η γυναίκα τούς κοίταζε και δε μπορούσε να συγκρατήσει το αίσθημα μιας κούφιας περηφάνιας, να περνάει αυτή μέσα σ' ένα αυτοκίνητο ανάμεσα στους τόσους άλλους πεζούς. Έστω κι αν βρισκότανε μέσα σ' ένα καταλασπωμένο στρατιωτικό αυτοκίνητο. Αναρωτιότανε τώρα γιατί φέρθηκε τόσο άσκημα στον αξιωματικό, αφού είχε αποφασίσει να δεχτεί. Αισθανότανε φουρκισμένη και βαθιά χαρούμενη μαζί, που για άλλη μια φορά είχε κάτι που δεν έπρεπε να κάνει.
Ο αξιωματικός κατά πώς τον οδηγούσε εκείνη έφερε τ' αυτοκίνητο μέσα από τους κήπους κι έπειτα σε μια λεωφόρο με δέντρα. Μέσα στη γρηγοράδα που τρέχανε και στον ίδιο τον αέρα που της γιόμιζε το στόμα και της ανακάτευε τα μαλλιά, η γυναίκα αισθανότανε την ανυπομονησία του πόθου της, που ήτανε βέβαιο πως σε λίγο θα τον ικανοποιούσε. Κι αισθανότανε ανάκατα ντροπή και δυνατή ευχαρίστηση. Μπήκανε σε μια φτωχή συνοικία, όπου πίσω απ' τα γυμνά πλατάνια φαινόντανε μελαγχολικά σπιτάκια όλο παράθυρα.
- Από 'δω, είπε εκείνη, δείχνοντας ένα δρόμο.
Ο αξιωματικός πέρασε προσεχτικά απάνου στις γραμμές του τραμ και μπήκε μέσ' στο δρόμο. Τα μικρά αυτά σπιτάκια δεν ήταν παρά μια πρόσοψη, που πίσω τους απλωνότανε ολόκληρη συνοικία από μικρές βίλες.
- Από 'δω... δεξιά... αριστερά... έλεγε η γυναίκα, καθώς τα δρομάκια απαντούσανε το ένα το άλλο. Προσεχτικός ο αξιωματικός οδηγούσε τ' αμάξι κατά πώς του 'λεγε εκείνη. Επιτέλους αυτή είπε:
- Φτάσαμε.
Και το αυτοκίνητο στάθηκε.
Βρεθήκανε απέναντι σ' ένα κάγκελο σκεπασμένο από περικοκλάδες. Ο κήπος φαινότανε πυκνός και στενός σαν διάδρομος γύρω από τη μικρή βιλίτσα, που ήτανε πολύ άχαρα βαμμένη μ' ένα μελαγχολικό καφετί χρώμα, μ' έναν πυργίσκο κοντό, χοντρό και με μια πρόσοψη με τέσσερα παράθυρα. Έδινε την εντύπωση πως ήτανε πολύ μικρή και στενόχωρη.
- Αν θέλετε μπορείτε να βάλετε στον κήπο το αυτοκίνητο.
Ο αξιωματικός ξανάναψε τη μηχανή κ' έκαμε νόημα πως συμφωνούσε. Η γυναίκα άνοιξε πρώτα το ένα φύλλο της εξώπορτας κ' ύστερα το άλλο. «Θέλησα να μπει στον κήπο τ' αυτοκίνητο», σκεφτότανε στο μεταξύ, «γιατί στ' αληθινά ντρέπομαι να το αφήσουμε έξω». Από το ένα πλάι, μπροστά στον εξώστη του σπιτιού, ήτανε ένας χώρος πλακόστρωτος αρκετός για τ' αυτοκίνητο, σφιγμένος ανάμεσα στη μάντρα και στον τοίχο της βίλας που ήτανε πράσινος κι όλος σκεπασμένος με κισσούς. Στο βάθος, πίσω από τις πικροδάφνες, φαινότανε ένας μικρός φράχτης από συρματόπλεγμα. Εκεί μέσα είχε η γυναίκα τρεις κότες κι έναν κόκορα. Ώσπου να φέρει ο αξιωματικός το αμάξι του μπροστά στα κάγκελα, εκείνη δεν είχε τι να κάνει και πήγε κοντά στο φράχτη, στο κοτέτσι, και κοίταζε μέσα. Ο κόκορας ήτανε άσπρος και ξανθός. Μέσα σ' αυτή την υγρή γωνιά τη σκοτεινή από πυκνά φυλλώματα το ανοιχτό χρώμα του και τα κόκκινα λειριά με το λοφίο ξεχωρίζανε πολύ. Οι τρεις κότες αντίθετα ήτανε μαύρες και δύσκολα μπορούσες να τις διακρίνεις μέσα στη σκοτεινιά του πράσινου. «Δε μπορούσα να μείνω εκεί κοντά στην πόρτα σαν υπηρέτης», σκεφτότανε αυτή. «Θα δώσω φαΐ στις κότες κι έπειτα που θα 'ρθει αυτός θα 'χει μια καλή εντύπωση από μένα, βλέποντάς με να νοικοκυρεύομαι». Μάζεψε από χάμου μια γαβάθα γεμάτη φαΐ για τις κότες κι άρχισε να το σκορπάει σιγά -σιγά για να δώσει καιρό στον αξιωματικό να φέρει μέσα τ' αμάξι. Άκουσε τον βόμβο του αυτοκινήτου που 'μπαινε, μα δε γύρισε να δει. Οι τρεις κότες τρώγανε αχόρταγα. Της φαινόταν ότι παρουσίαζε έτσι μια χαριτωμένη εικόνα -έτσι καλοντυμένη να 'χει το φαΐ στο χέρι και να το ρίχνει στις κότες που ήτανε στα πόδια της. Άκουσε την εξώπορτα που 'κλεισε χωρίς να σταματήσει να ταΐζει τις κότες. Ο κόκορας δε φαινόταν πως πεινάει και στεκόταν στην άκρη τσιμπώντας τα πόδια με το ράμφος του. Τέλος άκουσε τον αξιωματικό να περπατάει πάνου στα φύλλα κ' έσκυψε ακόμα περισσότερο με την πλάτη κατά κείνον. Ο αξιωματικός μπήκε στο κοτέτσι και πήγε κοντά της.
- Έκλεισα την εξώπορτα, της είπε ευχαριστημένος.
- Πολύ καλά εκάματε, είπε η γυναίκα χωρίς να τον κοιτάξει. Το τάισμα των πουλιών είχε τελειώσει κ' έβαλε τη γαβάθα χάμου.
- Σας αρέσουν οι κότες; τον ρώτησε, ενώ σηκωνότανε απάνου.
- Πραγματικά όχι, απάντησε χαμογελώντας ο νέος.
- Κάνουν αυγά, είπε αυτή με σοβαρό ύφος, σαν να επρόκειτο για κάτι πολύ σημαντικό. - Θέλω να πω δηλαδή πως είμαι πολύ φτωχιά και σ' αυτούς τους καιρούς είναι πολύτιμες οι κότες που κάνουν αυγά.
Ο κόκορας, που στεκόταν στο πλάι, ξαφνικά, τάχα τυχαία, πήγε κοντά σε μια απ' τις κότες, στην πιο φουσκωτή και περήφανη, και της κάθισε πίσω της. Η κότα κάθισε και δεν προσπάθησε να φύγει. Ο κόκορας τής άρπαξε το λοφίο με τη μύτη του άγρια και χτυπήθηκε μια στιγμή από πάνω της. Έπειτα την άφησε και με ύφος πολυάσχολο άρχισε να τσιμπάει και να τρώει τους σπόρους. Η κότα ξανασηκώθηκε, τίναξε τα φτερά και το κορμί της, ταχτοποιήθηκε και όσο ποτέ καμαρωτή και περήφανη ξανάρχισε κι αυτή να τσιμπάει το φαΐ κοντά του.
- Κάνουν έρωτα, είπε ο αξιωματικός χαμογελώντας με αναίδεια. Η γυναίκα σκέφτηκε πως ήτανε κακόγουστη η φράση αυτή, αλλά δεν είπε τίποτε.
- Πηγαίνουμε, πρότεινε ύστερα από λίγο μ' έναν τόνο ψυχρό και κοσμικό. Βγήκανε κι οι δυο απ' το κοτέτσι και περπατώντας κοντά στον τοίχο της βιλίτσας πήγαν κατά την είσοδο.
Το καταλασπωμένο μικρό αυτοκίνητο στεκόταν εκεί μπροστά στον εξώστη.
- Ερχόσαστε απ' το μέτωπο; ρώτησε η γυναίκα δείχνοντας τ' αυτοκίνητο.
- Ναι, απ' το μέτωπο.
- Πολεμάνε εκεί; είπε η γυναίκα ανεβαίνοντας τα σκαλιά και χαμογελώντας. Μα δυσαρεστήθηκε μόλις την είπε αυτή τη φράση, χωρίς να ξέρει γιατί.
- Ναι, πολεμάνε, απάντησε με αδιαφορία ο αξιωματικός.
Η γυναίκα έβγαλε το κλειδί απ' την τσάντα της, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε. Ο αξιωματικός μπήκε ύστερα κι έβγαλε το μπερέ του απ' το κεφάλι. Μια σκάλα με σιδερένια κάγκελα μπροστά τους κι ύστερα βρεθήκανε σ' έναν πηχτό και παγωμένο ίσκιο.
- Εγώ κάθομαι στο πρώτο, στο δεύτερο κατοικούν άλλοι, είπε προχωρώντας μπροστά. Εκείνος δεν είπε λέξη.
Στο πρώτο πάτωμα άνοιξε αυτή μια πόρτα, τον έμπασε μέσα, την κλείδωσε την πόρτα κι άφησε το κλειδί στην κλειδαριά. Του πήρε το μπερέ απ' τα χέρια του και τον κρέμασε. Με τη σειρά του κι αυτός έβγαλε και κρέμασε το μανδύα του μαζί με το καπέλο. Η κρεμάστρα ήταν από γυαλιστερό ξύλο και μέταλλο και βρισκότανε σ' ένα διάδρομο με σκοτεινούς και ξεβαμμένους τοίχους. Περάσανε στο σαλόνι, μια κάμαρα αρκετά μικρή με το ίδιο ξεβαμμένο χρώμα του διαδρόμου. Ένα ντιβάνι, δυο πολυθρόνες κοντά σ' ένα τραπέζι από γυαλί και νίκελ, ένα ραδιόφωνο στη γωνιά, πάνω σ' ένα σκαμνί. Αυτή πήγε και τράβηξε του παραθυριού το διχτυωτό χωρίς να μπει πολύ φως, γιατί πίσω απ' τα τζάμια ήτανε κάτι κουρτίνες μπλε και πίσω τους φαίνονταν ίσκιοι πυκνοί από ένα δέντρο απ' έξω. Ο αξιωματικός κοίταξε γύρω του και δίσταζε να καθίσει σ' αυτό το ντιβάνι, που αλλού ήταν σκληρό κι αλλού βούλιαζε και είχε κι ένα πολύ άσχημο χρώμα μπλε.
- Κάθισε, κάθισε, είπε αυτή περνώντας επίτηδες με ζωηρότητα στον ενικό. Ο αξιωματικός κάθισε και καθώς τον είχε πια στόχο η γυναίκα, πήρε θάρρος κι από τον ενικό κι έκαμε να της πιάσει το χέρι.
- Όχι... Όχι, μια στιγμή, του 'πε και βγήκε από την κάμαρα.
Πήγε στο βάθος του διαδρόμου, σ' ένα μικρό εσωτερικό τηλέφωνο, και ξεκρέμασε το ακουστικό. Σχεδόν αμέσως άκουσε τη φωνή της μητέρας της, που με το συνηθισμένο εκνευριστικό ύφος της τη ρωτούσε αν γύρισε.
- Εννοείται πως γύρισα, αφού σου τηλεφωνώ, της είπε με σκληρότητα. Και πρόσθεσε: - Μην αφήσεις τη μικρή να κατέβει... Έχω μια επίσκεψη... Ύστερα θ' ανέβω εγώ.
Η μητέρα κάτι ήθελε ακόμα να ρωτήσει, μα αυτή το ξανακρέμασε απότομα το ακουστικό.
Αναρωτιότανε τώρα αν της άρεσε αρκετά ο αξιωματικός για να εξακολουθήσει τον ίδιο τρόπο της συμβατικής περηφάνιας ενάντια σε κάθε χρηματικό ζήτημα, όπως είχε κάμει απ' την αρχή της συνάντησής τους. «Αυτή τη φορά τουλάχιστον», σκεφτότανε, «δε θα πρέπει να πληρωθώ». Την πρώτη φορά που αφέθηκε να πάει μ' ένα στρατιωτικό που γύρευε μια περιπέτεια, αισθάνθηκε αδιάφορη εντελώς για το κέρδος. Αλλά ύστερα, τη στιγμή του χωρισμού, ο άντρας της είχε προσφέρει λεφτά. Και σχεδόν χωρίς καλά - καλά να το καταλάβει, εντελώς αυθόρμητα, μ' ευχαρίστηση κι ελαφρότητα, που βαθιά της έκαμε κατάπληξη και που στον άντρα θα μπορούσε να φανεί και προμελετημένη, και που δεν ήτανε παρά το αποτέλεσμα μιας στιγμής που βρέθηκε απροετοίμαστη, αυτή είχε δεχτεί τα λεφτά. Μετάνιωσε έπειτα που είδε, ή της φάνηκε πως είδε, σαν μια κάποια περιφρόνηση στο φέρσιμο αυτού του πρώτου τυχαίου αγαπητικού. Και είχε ορκιστεί στον εαυτό της, κλείνοντας ωστόσο τα λεφτά μέσα στην τσάντα της, είχε ορκιστεί πως αυτή θα 'ταν η τελευταία φορά. Αλλά με τον δεύτερο, δεν ήξερε ούτε κι αυτή γιατί έκαμε πάλι τα ίδια αυθόρμητα και με την ίδια ευκολία, πράγμα που την ευχαριστούσε μαζί και την ταπείνωνε. Και με τον τρίτο αγαπητικό έκαμε πάλι τα ίδια, ώσπου παραδόθηκε σ' αυτή την αθέλητη και συμφέρουσα κλίση της για τη δουλειά τούτη. Μα πάντα με κάποιο μελαγχολικό πείσμα που ξέσπασε και την ημέρα αυτή, χωρίς σχεδόν να το θέλει, στα απότομα κι άχαρα λόγια που είπε στον αξιωματικό. Τώρα είχε πάλι μπροστά της το ίδιο ζήτημα. Να πληρωθεί ή να μην πληρωθεί; Ο αξιωματικός, ήτανε βέβαιο, δεν της άρεσε πιο πολύ απ' τους άλλους. Ήτανε όμως ένας λόγος για να του δινότανε χωρίς να του πάρει λεφτά. Ήτανε τόσο νέος, πέντε - έξι χρόνια πιο νέος απ' αυτήν, ένα παιδί σχεδόν. Κι αυτό, άλλωστε, το σκέφτηκε, απάνω στη δειλία του και στον τρόπο που της φέρθηκε, ευγενικά και με σεβασμό. Ίσως ήτανε φοιτητής, σκέφτηκε ακόμα, ίσως ένα παιδί από καλή οικογένεια. Και ποιος ξέρει αν είχε κιόλας γνωρίσει γυναίκα πριν απ' αυτήν. Έτσι, αμφιβάλλοντας για όλα αυτά, μπήκε σε μια μικρή και καθαρή κουζίνα, πήρε απ' το ντουλάπι ένα μπουκάλι με δυο ποτήρια, τα 'βαλε στο δίσκο και βγήκε.
- Εγγλέζος είσαστε; είπε με χαμόγελο και κάθισε κοντά του. - Σας αρέσει το λικέρ;
- Ναι, είναι ωραίο, της απάντησε. Έβγαλε το κουτί και πρόσφερε τσιγάρα.
- Τσιγάρα, του είπε με υπερβολική ζωηρότητα... - Ευχαριστώ... Έχω... Κοιτάχτε.
Και άνοιξε την τσάντα της. Ο αξιωματικός έκαμε ένα κίνημα επιμονής σαν να της έλεγε «μα, πάρε», κι αυτή αμέσως έπαψε να ψάχνει την τσάντα και με την ίδια ταπεινωτική ευκολία, που την έκανε να δέχεται και τα λεφτά, πήρε και το τσιγάρο. Καπνίσανε λίγες στιγμές χωρίς να μιλάνε. Είχε βγάλει το παλτό της η γυναίκα, έμεινε μ' ένα στενό και κοντό φόρεμα κι' έτρεμε απ' το κρύο μέσα σ' εκείνο το παγωμένο δωμάτιο.
- Κρύο κάνει, είπε χαμογελώντας και φύσηξε στον αέρα για να του δείξει το συγνεφάκι που 'κανε η ανάσα της μέσα στον κρύο αέρα.
- Ναι πολύ, της απάντησε αυτός ήσυχα.
- Σεις οι Άγγλοι έχετε συνηθίσει πιο πολύ από τους Ιταλούς το κρύο, γιατί στον τόπο σας πάντοτε κάνει κρύο.
- Και στο Λονδίνο φέτος κάνει πολύ κρύο, είπε ο αξιωματικός χωρίς να την κοιτάξει.
- Γιατί;
Τον είδε να σηκώνει τους ώμους.
- Τα τρένα τα 'χουν για τις στρατιωτικές ανάγκες και δε φέρνουνε κάρβουνα.
- Σεις κάνετε στην Αγγλία πόλεμο σοβαρό... Όλοι εκεί πάνω δουλεύουνε για τον πόλεμο, ακόμα κι οι γυναίκες. Δεν είναι έτσι;
- Α... ναι, είπε με πεποίθηση ο αξιωματικός. - Όλοι κάνουμε πόλεμο, ακόμα κι οι γυναίκες.
Έγινε μακριά σιωπή. Ο αξιωματικός την κοίταζε επίμονα μ' αυτά τα μικρά βαθουλωμένα γαλανά του μάτια και κάτου απ' το βλέμμα του αυτή αισθανότανε νευρική και σαν να τα 'χε κάπως χαμένα. «Τώρα θα επιχειρήσει να με φιλήσει», σκεφτότανε και σχεδόν δοκίμαζε τρόμο και, χωρίς να το θέλει, σαν μια επανάσταση από μέσα της έδινε στο στόμα της το μορφασμό της άρνησης. Πάντοτε άλλωστε, πριν να της δώσουν το πρώτο φιλί, της ξύπναγαν μέσα της εκείνα τα αισθήματα της αγανάκτησης και της αποστροφής. Ήτανε παντρεμένη, είχε μια κόρη, είχε αγαπητικούς, αλλά δυο άγνωστα χείλια που ερχότανε κοντά στα δικά της αρκούσαν για να της ξυπνήσουν μια σεμνοτυφία υστερικά παρθενική. Αντίθετα ο αξιωματικός πήρε το χέρι της και, δείχνοντάς της τη χρυσή βέρα της, είπε:
- Είσαι παντρεμένη;
- Ναι.
- Και ο άντρας σου πού είναι;
Εκείνη δίστασε... Έπρεπε να του πει την αλήθεια; Ότι ήταν χωρισμένη απ' τον άντρα της; Μ' έναν άλλο αξιωματικό, χωρίς κι αυτή να ξέρει το γιατί, της ήρθε στο νου να του απαντήσει πως ο άντρας της ήταν αιχμάλωτος πολέμου και σε μια στιγμή το ψέμα αυτό της φάνηκε σαν δικαιολογία. Από τη μια μεριά βέβαια το ψέμα τούτο έκανε τη συμπεριφορά της πιο άσχημη, αλλά απ' την άλλη την έφερνε σε λυπητερή θέση, τάχα πως απ' τη φτώχεια και τη μοναξιά κατάντησε εκεί.
- Είναι αιχμάλωτος, είπε τέλος με αναίδεια κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
Ο αξιωματικός την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Αλλά της φάνηκε πως είδε στα μάτια του ένα κάποιο φως συμπόνιας.
- Έμεινα μόνη, εξακολούθησε, λέγοντας αργά τις συλλαβές. - Ο άντρας μου κέρδιζε αρκετά και τώρα δε λαβαίνω πια λεφτά καθόλου.
Της φαινόταν πως λέει την αλήθεια, αν και ταυτόχρονα το 'νιωθε πως δεν ήταν αλήθεια αυτό και πως ο άντρας της δεν ήταν αιχμάλωτος. Ο άντρας της, όταν τον είχε, έδινε αρκετά λεφτά για τις απαραίτητες ανάγκες της, αλλά τα λεφτά που κέρδιζε, κι έβαζε τα δυνατά του για να κερδίζει ακόμα περισσότερα, τα ξόδευε αυτή για ν' αγοράζει πράματα περιττά. Ωστόσο, της φαινόταν πως λέει την αλήθεια και αισθανότανε συγκινημένη σαν εκείνονε που λέει μια πικρή και κουραστική αλήθεια.
- Είσαι κι εσύ παντρεμένος;
- Αρραβωνιασμένος.
Τον είδε να βγάζει από την πίσω τσέπη του παντελονιού το πορτοφόλι του και να της δείχνει μια φωτογραφία που 'χε μέσα. Μια κοπέλα ούτε όμορφη, ούτε άσχημη, ακουμπισμένη σε μια μοτοσικλέτα, στο βάθος μιας δεντροστοιχίας. Έκαμε μια κουτή κίνηση στο πρόσωπο, κι έτσι, για να φανεί καθώς πρέπει, κοίταξε τη φωτογραφία και γυρίζοντας του είπε:
- Χαριτωμένη.
- Ναι, πολύ χαριτωμένη, είπε ο αξιωματικός μ' ευχαρίστηση ξαναφυλάγοντας τη φωτογραφία.
Η γυναίκα μια στιγμή φοβήθηκε πως, αφού είδε τη φωτογραφία, θα 'τανε πιο ψυχρός μαζί της κι αισθάνθηκε την επιθυμία να προκαλέσει τώρα αυτή το φιλί που 'χε τόσο πολύ φοβηθεί πρωτύτερα.
- Γνωριζόμαστε εδώ και μία ώρα μόλις, είπε χαμογελώντας, κι είναι σαν να γνωριζόμαστε καιρό.
Έτσι λέγοντας του 'βαλε το χέρι της μεσ' στο δικό του, παίζοντας με τα δάχτυλά του.
Τώρα είχε πέσει το σούρουπο. Ο ίσκιος απ' τις γωνιές έφτασε στο ντιβάνι και στους δυο τους που ήταν καθισμένοι εκεί.
Ο αξιωματικός έσφιξε το χέρι της γυναίκας και με το άλλο του χέρι της έσυρε το κεφάλι όχι κατά το στόμα αλλά κατά τον ώμο του. Έτσι, σ' αυτόν τον γκρίζο παγωμένο ίσκιο, μείναν λιγάκι ακίνητοι. Αυτή το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο του και τα μάτια της μεσ' στο σκοτάδι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ανακάλυπτε αυτόν τον αισθηματισμό της. Ήταν συγκινημένη και σαν θυμωμένη κάπως τη στιγμή που θα 'πρεπε να δείξει τη μεγάλη και την πιο ελεύθερη τόλμη. Επιτέλους, έπειτα από πολλή, όπως της φάνηκε, ώρα, ο αξιωματικός κουνήθηκε για να τη φιλήσει.
- Περίμενε, του 'πε προνοητικά. Με το μαντίλι έβγαλε το κόκκινο απ' τα χείλια της και φιληθήκανε.
Έπειτα από το φίλημα ο αξιωματικός τής έβαλε και πάλι το κεφάλι στον ώμο του κι άρχισε να της χαϊδεύει το μέτωπο και να της ανακατεύει τα μαλλιά. Το χάδι αυτό ήταν σαν μια βουβή μανία. Σαν να 'θελε με του χαδιού τη δύναμη να της βαθύνει το κούτελο, όπως το νερό τρώει το χαλίκι που 'ναι στην ακτή. Η γυναίκα καταλάβαινε πως είχε περισσότερη ανάγκη από τρυφερότητα κι αφοσίωση παρά από έρωτα φυσικό και ακολασία, κι ωστόσο αφήνοντάς τον να τη χαϊδεύει, έπληττε φοβερά. Κάθε τόσο ο αξιωματικός σταματούσε το χάδι για να της δώσει ένα σύντομο φιλί και ξανάρχιζε περνώντας το χέρι απ' το μέτωπο στα μάτια της, και πιο βαθιά στις ρίζες των μαλλιών. Το χέρι του ελαφρό και πιεστικό· ελαφρό γιατί το κινούσε ένα είδος πυρετού και βαρύ γιατί πίεζε πολύ σαν να 'θελε το χάδι του να μπει κάτω απ' το δέρμα, σαν να 'τανε μια αλοιφή. Ξαφνικά, σ' αυτή τη βαθιά σιωπή, χτύπησε η πόρτα.
- Συγγνώμη, είπε αυτή και σηκώθηκε. Μεσ' στο σκοτάδι πήγε και ξεκλείδωσε στο διάδρομο την πόρτα. Δεν έβλεπε τίποτα στην αρχή κι ύστερα χαμηλώνοντας στη χαραμάδα τα μάτια της, είδε το στρογγυλό πρόσωπο, με τα μακριά μαλλιά δεμένα στην κορφή του κεφαλιού, είδε το στρογγυλό προσωπάκι της κόρης της.
- Είχα πει στη γιαγιά να μην έρθεις κάτω, έχω επίσκεψη, είπε χωρίς ν' ανοίξει την πόρτα.
- Η γιαγιά ρωτάει αν θα 'ρθεις για να φάμε.
- Ναι, θα 'ρθω για φαΐ, αλλά πήγαινε τώρα και μη γυρίσεις πια εδώ.
- Καλά.
Υποταχτική η μικρή γύρισε κι ανάμεσα απ' την πόρτα ακουγότανε ν' ανεβαίνει ένα - ένα σιγά τα σκαλιά. Όταν σταμάτησε ν' ακούγεται ο θόρυβος, έκλεισε αυτή την πόρτα. Γυρίζοντας αισθάνθηκε την παρουσία του στο κεφαλόσκαλο και, με το κεφάλι σκυφτό και τα μαλλιά ανακατωμένα ακόμη και ριγμένα στα μάτια της, είπε:
- Θέλετε να πάμε στην κάμαρά μου;
Απ' το διάδρομο πήγαν στην κρεβατοκάμαρα. Κι εδώ ο κρύος ίσκιος, σαν μια απείραχτη σκόνη, έδινε στο χαμηλό κρεβάτι και στα δυο - τρία κοινότατα έπιπλα, μια αίσθηση ερημιάς. Η γυναίκα άφησε να περάσει εκείνος πρώτα κι έκλεισε την πόρτα. Μόλις έστριψε, βρέθηκε στην αγκαλιά του. Τούτη τη φορά τ' αγκάλιασμα ήτανε τόσο ορμητικό κι απότομο, που πέσανε κι οι δυο τους στο κρεβάτι. Άναψε η γυναίκα το λαμπάκι στο κομοδίνο, έφυγε απ' την αγκαλιά του και μην ξέροντας τι να πει τον ρώτησε:
- Τι σκέφτεσαι για μένα;
Την κοίταξε προσεχτικά. Για μια στιγμή φοβήθηκε μην ακούσει καμιά σκληρή και προσβλητική φράση και μετάνιωσε που έκαμε την ερώτηση.
- Σκέφτομαι, είπε αυτός με βαθιά ειλικρίνεια και με ταπεινοσύνη σχεδόν, σκέφτομαι πως είσαι πολύ όμορφη.
Χαμήλωσε τα μάτια ικανοποιημένη.
- Ευχαριστώ, είσαι πολύ ευγενής. Σηκώθηκε. - Πάω να κλείσω το παράθυρο, είπε.
Πήγε και χαμήλωσε το διχτυωτό και σκεφτότανε. «Τώρα θα πρέπει να πει να γδυθούμε». Κι αισθανότανε ερεθισμένη πάλι. Σαν να 'τανε τέλεια άπειρη, δεν τα κατάφερνε να διώξει μια κάποια ψευτοσυστολή. Στο μεταξύ εκείνος έβγαλε τη χλαίνη του, την ακούμπησε σε μια καρέκλα κι άρχισε να ξεκουμπώνει και το παντελόνι. Την ερέθιζε η ζωηρότητά του αυτή, τέλεια αντίθετη με τη δειλία που 'δειξε στο πρώτο αγκάλιασμά τους.
Κάθισε στου κρεβατιού την άκρη και αμίλητη, σφίγγοντας τα δόντια της, έσκυψε να βγάλει τα παπούτσια. Ο νέος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι πίσω της και ξαφνικά η ιδέα πως την κοίταζε αυτός της φάνηκε ανυπόφορη.
- Παρακαλώ, είπε απότομα, γυρίζοντας. -Μην κοιτάτε. Δε μπορώ να αισθάνομαι πως με βλέπουν όταν γδύνομαι.
Είδε πως ο τόνος της τον έκανε να εκπλαγεί, αλλά γύρισε υποταχτικά το κεφάλι στο μαξιλάρι από την άλλη μεριά, πάντα ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι με το γυμνό του στήθος έξω απ' την κουβέρτα. Σηκώθηκε η γυναίκα όρθια και πολύ βιαστικά, ανατριχιάζοντας, τα 'βγαλε όλα τα ρούχα της. Αλλά ή από ανυπομονησία ή από περιέργεια, ο νέος γύρισε το κεφάλι του στην πιο άχαρή της στιγμή. Το ένα γόνατό της στην άκρη του κρεβατιού, το πόδι τ' άλλο χάμω, σκυμμένη μπρος, τα μαλλιά και το στήθος να κουνιούνται. Έπεσε δίπλα του, αλλά ήτανε ακόμα πιο πολύ θυμωμένη. Ωστόσο ξαπλώθηκε δίπλα στο νέο που 'χε καρφώσει τα μάτια του στη ζεστή σκιά της μασχάλης της κι έσβησε στο κομοδίνο τη λάμπα.
Αργότερα αγκαλιαστήκανε κάτω απ' τη σκληρή κουβέρτα που σκέπαζε τα κορμιά τους γυμνά. Στο σκοτάδι αισθάνθηκε το χέρι του να ξαναρχίζει το επίμονο πρωτερινό του χάδι στο μέτωπο και στα μάτια της. Αισθηματικά όπως και πριν, αλλά όχι χωρίς το ζηλιάρικο τρέμουλο του άντρα που γυρεύει την κατάκτηση. Σ' όλες τις μεριές του κορμιού της που δεν αγγίζανε το δικό του κορμί, εκείνη αισθανότανε κρύο και κάτω από τα άφθονα χάδια του, στο στόμα της αυτή είχε ένα μορφασμό σκεφτικό και πικρό, μια πολύ κακή διάθεση. Θα 'θελε να μη σκέφτεται τίποτα, αλλά ο νους της χωρίς να το θέλει, ο νους της δεν έπαψε να σκέφτεται ζαλιστικά. Για να πούμε το σωστό, δεν ήταν ακριβώς σκέψεις, ήτανε φαντασίες παράλογες, τρελές, ανακατεμένες με αλλόκοτες θύμησες και σκέψεις. Σκεφτόταν π.χ. πως ο νέος ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της και θα την έπαιρνε να τη φέρει στον τόπο του. Αυτές οι φαντασίες την τραβούσαν απ' την πραγματικότητα, απ' τη ζωή που 'χε κάμει, απ' τα πρόσωπα που 'χε συναντήσει, απ' το σπίτι της, απ' τη μάνα και το παιδί της. Απ' αυτές τις σκέψεις περνούσε σε άλλες, πολύ πιο μακρινές, που με τη σειρά τους κι αυτές χωριζότανε και ξεδιπλωνότανε περίεργα κι αναπάντεχα. Σε μια στιγμή, σκέφτηκε ποιος να 'ταν αυτός, που το απόγευμα, πριν συναντήσει τον αξιωματικό, την είχε χαιρετήσει στο δρόμο. Αυτές οι αθέλητες φαντασίες φοβερά την ταράζανε. Τόσο περισσότερο που ταυτόχρονα επίμονα κι ενοχλητικά, όπως το κρύο που της πάγωνε τη ράχη, την τράνταζε η σκέψη: «Πρέπει ή δεν πρέπει να πληρωθώ;»
Μείνανε λιγάκι στο σκοτάδι και στη σιγαλιά. Τώρα πια ήτανε νύχτα. Της φάνηκε πως ήταν ναρκωμένη βαθιά και ξύπνησε ύστερα από καιρό, που δε μπορούσε να τον λογαριάσει. Και είδε τότε τον αξιωματικό που 'χε σηκωθεί, είχε ξαναντυθεί και κούμπωνε τη χλαίνη του. Η αναμμένη λάμπα φώτιζε την κάμαρα και φαινότανε η ακαταστασία που συνοδεύει πάντα τις τέτοιες συναντήσεις.
- Πάω να σε περιμένω εκεί, είπε αυτός, δείχνοντας την πόρτα, και βγήκε. Μόλις που βγήκε αυτός, εκείνη έμεινε ακίνητη μια στιγμή στο ανακατωμένο κρεβάτι και την έπιασε φόβος ξαφνικά πως εκείνος θα 'φευγε χωρίς να την πληρώσει. Το 'καναν κι άλλοι. Γιατί βγήκε έτσι βιαστικά; Αυτός ο φόβος την τάραξε, αλλά στο βάθος της σαν να το ήθελε πραγματικά να 'χε φύγει. Τουλάχιστον έτσι κάτι θα της χρωστούσε. Σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά, χωρίς να μπορέσει να τινάξει μακριά της αυτόν τον ταπεινό φόβο που της είχε κολλήσει μέσα της σαν άρωμα ερωτικό.
Στον καθρέφτη, που στάθηκε να χτενιστεί, είδε τα μάτια της ολάνοιχτα, αχόρταγα, αστραφτερά, γιομάτα δυσπιστία, λες και ήταν πολύ θυμωμένη. Καθώς όμως κοίταζε τα μάτια αυτά στον καθρέφτη, στο κομοδίνο απάνω είδε τα λεφτά διπλωμένα στα τέσσερα. Τα μέτρησε με σουφρωμένο μέτωπο και με πικρή περιέργεια. Ήταν πολύ περισσότερα απ' όσα περίμενε. Τότε είναι που φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ μην είχε φύγει εκείνος κι έτρεξε να βγει απ' την πόρτα.
Καθισμένος στο ντιβάνι είχε ανάψει τη λάμπα, κάπνιζε την πίπα του κι έπινε ένα λικέρ.
Αυτή πήγε κοντά του λαχανιασμένη και του 'πε:
- Κάματε πολύ καλά να πάρετε λικέρ. Δώστε μου τώρα κι εμένα.
Της έριξε στο ποτήρι της και το ήπιε αχόρταγα εκείνη. Όπως λίγο πρωτύτερα φοβόταν το φιλί, τώρα φοβότανε μην τύχει και της φύγει. Ένιωθε ένα αίσθημα σκληρού χωρισμού και ερήμωσης, μια φυσική αγωνία. Ας καθότανε... Ας πίνανε μαζί να μεθύσουν... Ήθελε να πιει, γιατί, πίνοντας, θα μπορούσε να πει στον αξιωματικό τόσα και τόσα, που δεν τον ενδιέφεραν ακριβώς αυτόν βέβαια, αλλά που κάποια μέρα σε κάποιονε θα τα 'λεγε.
Έριξε και δεύτερο ποτήρι και πήγε να γιομίσει το δικό του. Εκείνος της έκαμε με το χέρι του «Όχι».
- Δε θέλεις άλλο; ρώτησε φοβισμένη.
- Όχι, ευχαριστώ.
- Α... μια ιδέα, φώναξε η γυναίκα με μάτια που τα φώτισε μια ξαφνική ελπίδα. - Γιατί δε μένεις να φάμε; Εγώ θα ετοιμάσω το φαΐ. Θα σου κάμω μακαρόνια, σ' αρέσουνε;
- Ναι, μου αρέσουνε, της απάντησε μ' ένα ύφος δυσαρεστημένο, μου αρέσουνε, αλλά πρέπει να φύγω σε λίγο.
- Μη φεύγεις... Μείνε να φάμε... Μείνε και τη νύχτα εδώ.
- Όχι, αδύνατο.
- Τώρα που έγινε... αυτό, δε μπορείς να με υποφέρεις;
Σαν να παρηγορήθηκε που τον είδε να κουνάει το κεφάλι με απορία λες και τον είχανε κατηγορήσει για πράξη που δεν την είχε κάμει.
- Θα 'θελα να μείνω, της είπε απλά, καθένας στη θέση μου θα 'θελε να μείνει, μα δε μπορώ.
Και σηκώθηκε... Την έπιασε ένα είδος πανικού, του άρπαξε το χέρι και το 'φερε στα χείλια της.
- Μη φύγετε, παρακάλεσε. Και χωρίς να λογαριάζει τα λόγια της πρόσθεσε:
- Αν θα μένατε, αισθάνομαι πως θα σας αγαπούσα.
- Για λόγους στρατιωτικούς πρέπει αμέσως να φύγω, της εξήγησε. Και τής πρόσθεσε με μια κάποια κακία. - Αύριο κάποιος άλλος... εμέ θα με ξεχάσεις.
Δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση και τον ακολούθησε ταραγμένη, λυπημένη, διορθώνοντας τα μαλλιά και δαγκώνοντας τα χείλια της. Φόρεσε το μανδύα ο αξιωματικός, έβγαλε ένα ηλεκτρικό φανάρι από την τσέπη του και βγήκε στη σκάλα. Στο βάθος, μέσ' στα σκοτάδια του κήπου, η αχτίδα της λάμπας φώτισε τα πλαϊνά του καταλασπωμένου αυτοκινήτου.
Κατεβήκανε τα τελευταία σκαλιά.
- Λοιπόν, καλή αντάμωση, της είπε τότε αυτός και της έδωσε το χέρι του.
Του 'σφιξε αυτή το χέρι.
- Καλή αντάμωση, του 'πε. - Ανέβα, εγώ πάω ν' ανοίξω την αυλόπορτα.
Εκείνος μπήκε στ' αυτοκίνητο, άναψε τη μηχανή κι αυτή έτρεχε λαχανιασμένη ν' ανοίξει διάπλατα και τα δυο φύλλα της πόρτας.
Τ' αμάξι προχώρησε και βγήκε πια στο δρόμο. Θυμήθηκε τότε εκείνη πως λίγο πρωτύτερα, όταν ήρθε ο αξιωματικός και του άνοιξε τη μεγάλη πόρτα, θυμήθηκε πως πήγε στο κοτέτσι και πως μαζί με τον νέο δίπλα της είχανε δει τον έρωτα που κάναν τα πουλιά. Πώς ήτανε φουσκωμένη και περήφανη έπειτ' απ' τον έρωτα η κότα. Και πόσο γρήγορα ελευθερώθηκε από τον έρωτα αυτόν. Ένα τίναγμα των φτερών και δρόμο... Μα πόσο ψεύτικη της φάνηκε αυτή η περηφάνια, πόσο τιποτένιο το τίναγμα των φτερών.
Ξαφνιάστηκε που άκουσε τ' αυτοκίνητο να φεύγει μέσ' στη νύχτα. Έκλεισε την αυλόπορτα, το ένα φύλλο έπειτα από τ' άλλο, και προχώρησε στη σκάλα για να μπει. «Με περηφάνια και τινάζοντας τα φτερά», σκέφτηκε μπαίνοντας μέσα στο σπίτι.
Μοράβια Αλμπέρτο
(μετφ. Ισμήνη Παπανικολάου)
«Νέα Εστία»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου