Όταν ήμουνα παιδί και η μητέρα μου με πήγαινε στους Πετροπουλαίους, θυμάμαι πως τρία πράματα μου 'καναν εκεί μέσα ξεχωριστή εντύπωση: Ένας γύψινος Χόντζας, χρωματιστός, που καθότανε σταυροπόδι και διάβαζε κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι του, μια πέρδικα στο κλουβί της που έκανε τσαπ - τσαπ, και η Ελενίτσα.
Αυτή ήταν μια δεσποινίδα ψηλή, φιγουράτη, καλοχτενισμένη, με μια ελιά στο δεξί μάγουλο. Η Ελενίτσα ήτανε σοβαρή και μασούσε αρωματικά σεν - σεν. Εμένα όμως μου 'δινε καραμέλες και στραγαλοκούφετα.
Οι Πετροπουλαίοι είχανε τον τρόπο τους... Χώρια από την Ελενίτσα, ήτανε στο σπίτι και ο κύριος Πελοπίδας ο θείος της, ένας μισόκοπος κύριος, κοντακιανός, με φαλάκρα και μουστάκι παχύ, μπογιατισμένο. Αυτός ήταν γραμματικός του Πρωτοδικείου, όπου χώρια από το μιστό του, είχε και μπόλικα τυχερά, από αντίγραφα και άλλα... Ήταν ακόμη και η κυρία Ιφιγένεια, δηλαδή μια γεροντοκόρη, που έμεινε ανύπαντρη για να μη χάσει τη σύνταξή της. Είχε κ' αυτή μουστάκι, μα δεν το μπογιάτιζε.
Ο Πελοπίδας κι' η Ιφιγένεια ήταν αδέρφια και η Ελενίτσα ανιψιά τους, κόρη της αδερφής τους.
Εκείνο τον καιρό, εγώ δε μπορούσα να ξέρω για την οικογένειά τους περισσότερα πράματα. Πού να ξέρω εγώ π.χ. πως η μητέρα της Ελενίτσας δεν ήταν πεθαμένη, μα πως την είχε κλέψει κάποιος καπνέμπορας και την επήγε στο εξωτερικό, στο Τριέστι, λέγανε; Και πως η κακιά μάνα παράτησε τον άντρα της -έναν φτωχό άνθρωπο, λέγανε- και την Ελενίτσα στις φασκιές, κ' έφυγε... Εγώ ήξερα πως όταν ένα κορίτσι λέει πως δεν έχει πια μαμά, η μαμά του είναι πεθαμένη.
Όμως την αγαπούσα εγώ εκείνη τη μεγάλη δεσποινίδα, γιατί χώρια από τις καραμέλες που είπαμε, μου χάριζε και χαλκομανίες και γιασεμιά, κι' όταν πήγαινα σπίτι τους έβαζε για χατήρι μου τον Χόντζα να κουνάει την κεφάλα του με τη γλώσσα όξω. Κ' ύστερα, με πήγαινε κοντά στην πέρδικα να την ακούσω που έκανε τσαπ - τσαπ και να ρωτήσω:
- Πότε θα κάνει πουλάκια, κυρία Ελενίτσα;
Ένα δειλινό, που πήγαμε στους Πετροπουλαίους, βρήκαμε εκεί έναν κύριο αξιωματικό. Θυμάμαι πως είχε χρυσά κουμπιά και σπαλέτες και κάτι μουστάκια μεγάλα και φουντωτά σαν του γάτου μας του Κουαρτάνου.
Η μητέρα μου με την κυρία Ιφιγένεια πήγαινε στην τραπεζαρία κι εκεί άκουσα να της λέει πως «υπάρχει ιδέα», κ' η μητέρα μου τέντωσε τα μάτια και είπε:
- Μπα! Η ώρα η καλή!...
Ο κύριος Πελοπίδας έλειπε από το σπίτι.
Η Ελενίτσα δεν παρουσιάστηκε αμέσως, γιατί ήταν με τον αξιωματικό στη διπλανή κάμαρα, κάθονταν κοντά - κοντά και γελούσανε. Εγώ μπήκα άξαφνα μέσα, και τότες η Ελενίτσα αποτραβήχτηκε, άνοιξε το κουτί με τις καραμέλες, μου 'δωσε πολλές και μου 'πε:
- Πήγαινε τώρα, χρυσό μου, στο μπαλκόνι, να δεις και την πέρδικα.
Μα η Ελενίτσα ήταν ασυλλόγιστη, γιατί ένα παράθυρο της κάμαρας εκείνης έβλεπε στο μπαλκόνι. Κι εγώ, κοιτάζοντας από τα παντζούρια, είδα τον κύριο αξιωματικό που έβαλε την Ελενίτσα στα γόνατά του και κάτι της έλεγε στ' αυτί, κ' εκείνη δεν ήθελε κ' έλεγε:
- Μη... μη... όχι... Κάτσε φρόνιμα!
Τότε συλλογίστηκα πως έτσι μου 'λεγε και μένα κάθε φορά που γύρευα να σκαρφαλώσω στο μπουφέ για να κουνήσω μόνος μου την κεφάλα του Χόντζα:
- Μη, χρυσό μου, μη... κάτσε φρόνιμα!...
Μα τι διάβολο ήθελε, κοτζάμ αξιωματικός με το Χόντζα;... Και γιατί δεν πήγαινε μόνος του στην τραπεζαρία να τον κουνήσει;... Να απορίες για το παιδιάτικο κεφαλάκι μου...
Τον ακόλουθο καιρό, τον είδαμε πολλές φορές εκείνον τον αξιωματικό στους Πετροπουλαίους και μάλιστα μια φορά, που γιόρταζε η Ελενίτσα, έφερε ένα μεγάλο μπουκέτο από βυσσινιά τριαντάφυλλα, κ' ήτανε στη σάλα με τους άλλους... Όμως αυτή τη φορά δεν πήρε θέση κοντά στην Ελενίτσα. Καθόταν αντίκρυ της και δε μιλούσε, μόνο την εκοίταζε ολοένα κ' έστριβε το μουστάκι του, όπως ο γάτος μας ο Κουαρτάνος, όταν εσήκωνε το μπροστινό του ποδάρι και πάστρευε τη μούρη του.
Και τ' όνομά του ήτανε «κύριος Αλέξαντρος».
Ύστερ' από λίγο καιρό, ένα άλλο πρόσωπο φάνηκε άξαφνα στο σπίτι των Πετροπουλαίων. Ήταν ένας γέρος, μα καλοστεκούμενος, φτωχικά μα καθαρά ντυμένος, με ρούχα του Ρετσίνα και μαύρο κασκέτο στο κεφάλι. Λιγνός, μαυροδέρματος, με γκρίζα γένια...
Την πρώτη μέρα που τον είδαμε καθόταν στον αντρέ, στο διβάνι, και κουβέντιαζε με την Ελενίτσα και τη θεια της την Ιφιγένεια.
Άμα παρουσιαστήκαμε εμείς, ο γέρος αυτός σηκώθηκε κι' αποτραβήχτηκε στην κουζίνα με σκυμμένο το κεφάλι.
- Είναι ο πατέρας της δούλας μας (άκουσα να λέει η Ελενίτσα στη μητέρα μου)... Ουφ, μπελάς!
Η Ιφιγένεια έριξε μια σημαντική ματιά στην ανιψιά της και πρόσθεσε:
- Ήρθε σήμερα, από το Μεσολόγγι... Είναι ψαράς... Λέει να κάτσει εδώ, να ψαρεύει...
- Μα... Μεσολογγίτισσα είναι η δούλα σας; απόρησε η μητέρα μου. Μου είχατε πει, θαρρώ, πως είναι Χελιώτισσα...
Θεια κι' ανιψιά κοιταχτήκανε δαγκωμένες. Γίνηκε λίγη σιωπή... Και η κουβέντα γύρισε αλλού.
Περάσανε στην τραπεζαρία, καθίσανε και μιλούσανε για το ένα και τ' άλλο, άσχετα πράματα. Εγώ βγήκα στο μπαλκόνι, να δω την πέρδικα.
Σε κάμποση ώρα, περνώντας πάλι μπροστά από την κουζίνα, είδα το γέρο Μεσολογγίτη να κάθεται σε μια παλιά καρέκλα και να πίνει τον καφέ που του 'χε ψήσει η δούλα η Αννίκα. Όμως δεν έλεγε τίποτα μαζί της. Εκοίταζε ίσια στο άνοιγμα της πόρτας, στον αντρέ. Δεξιά ήταν η σάλα κι' αριστερά τ' άλλα δωμάτια.
Σε κάποια στιγμή που η Ελενίτσα προσπέρασε από κει, ο ξένος αναπετάχτηκε αλαφρά, στήλωσε τα μάτια του απάνω της κ' ένα χαμόγελο φώτισε τη στεγνή του μορφή. (Σήμερα πιάνω και τα ξεδιαλύνω όλα.) Έπειτα, άναψε τσιγάρο και κοίταζε τα ράφια της κουζίνας με τις κατσαρόλες και τα μπουκάλια.
Λοιπόν, ο γερο - ψαράς έμεινε στον τόπο μας. Είχε μια καλούτσικη βάρκα, φρεσκομπογιατισμένη, μπλε με κόκκινο ζωνάρι γύρω. Μ' αυτήν εψάρευε στο φόντο του κόρφου, εκεί που σχηματίζεται η λιμνοθάλασσα. Άλλοτε ψάρευε με πυροφάνι, ρίχνοντας παραγάδια για λαυράκια και γκοφαρόπουλα, κι' άλλοτε την ημέρα, καμακεύοντας κέφαλους και γλώσσες.
Ας ήτανε γέρος ο Μεσολογγίτης, η σβελτάδα δεν του 'λειπε. Τόνε φέρνω τώρα ολοζώντανο στη μνήμη μου, όρθιο στην πλώρη, με το μακρύ καμάκι στα χέρια, ψηλόνε, ξεμανίκωτο, με τα γένια στον άνεμο... Και καθώς τρέχει η βάρκα, φτερωμένη από το δυνατό άμπωγμά του, ο επιδέξιος ψαράς να κοιτάει προσεχτικά το νερό, ζητώντας πού θα γυαλίσει ψάρι, πού θ' ασημοπαίξει... Και άξαφνα, με μια γοργή κίνηση, να κονταρίζει το ψάρι κι' αμέσως να τ' ανεβάζει σπαρταριστό στα δόντια του καμακιού...
Καμιά φορά όμως, ο μπάρμπα Συμιός άνοιγε πανί κ' έβγαινε στ' ανοιχτά, για αφρόψαρα. Οι ντόπιοι συνάδερφοί του, οι Ψαρομαχαλιώτες, τόνε μάθανε γρήγορα και τόνε κουβέντιαζαν με σεβασμό. Οι ερασιτέχνες της ψαρικής -γιατροί, δικηγόροι κι' ο ίδιος ο κύριος Δήμαρχος, που είχε δική του βάρκα- τον πήρανε σε υπόληψη. Ο «Συμιός ο Μεσολογγίτης» με τ' όνομα!... Οι καλοφαγάδες στεκόντανε στη σκάλα και τον καρτερούσαν να διπλαρώσει, με το πανέρι του γεμάτο φρεσκάδα, να ψωνίσουν.
Τα καλύτερα όμως ψάρια, από τότε που ήρθε στον τόπο μας ο μπάρμπα Συμιός, τα τρώγανε οι Πετροπουλαίοι. Συχνά τόνε βλέπαμε σπίτι τους, άλλοτε στον αντρέ κι' άλλοτε στην απλόχωρη τραπεζαρία, να κουβεντιάζει με τη θεία και την ανιψιά. Όμως πάντα, άμα φανερωνόμαστε εμείς, ο ξενοφερμένος ψαράς σηκωνότανε και πήγαινε στην κουζίνα. Και ποτέ δεν άκουσα την Αννίκα να τόνε πει πατέρα, όμως του φερνότανε με σεβασμό και κάποτε μάλιστα γονάτισε και του σκούπισε τις λάσπες από τα παπούτσια.
Σε κάμποσο καιρό, η Ελενίτσα αρρεβωνιάστηκε τον αξιωματικό της.
Την Κυριακή το απόγεμα, βγήκαμε οι δυο οικογένειες μαζί στον περίπατο, στην προκυμαία. Καθίσαμε στο καφενείο κι' ακούγαμε τη στρατιωτική μπάντα που έπαιζε κείνη την ώρα. Εγώ έτρωγα το μυγδαλάτο μου και κοίταζα τους μουζικάντηδες, που στέκονταν γύρω - γύρω στ' αναλόγια και φυσούσανε όλοι μαζί, καθένας τ' όργανό του. Ο γκρανκασίστας μάλιστα ήταν ένας μαντράχαλος ίσαμε κει πάνω και βαρούσε ντουπ! ντουπ! με μια πόζα που μου 'κανε εντύπωση. Με τ' άλλο χέρι του χτυπούσε τα τάσια. Στη μέση έστεκε ο αρχιμουσικός, κοντούτσικος, τόσος - δα ανθρωπάκος, μυταράς, και κουνούσε το ξυλαράκι του. Καμιά φορά όμως κατέβαζε το χέρι του και κουνούσε μοναχά το κεφάλι, σαν να κυβερνούσε με τον μύτο. Αυτό με διασκέδαζε πολύ, ξεκαρδιζόμουν από τα γέλια.
- Ψυχή μου Λουτσία! έλεγε ο Πετρόπουλος ρουφώντας τα χείλη του. (Του άρεσε η μουσική, σφύριζε κιόλας.) Μη γελάς έτσι δυνατά, παιδί μου, δεν κάνει... Μμμμμ... Συ που πέταξες στα ύυυυυψη... ω ψυχή ερωτευμέεεενη... Θείον πράγμα η Λουτσία!....
Ήτανε καλοκαιράκι, γλυκό το απόγιομα· κ' η θάλασσα γαλάζια, απαλοκύματη.
Η Ελενίτσα είχε βάλει ένα μακρύ φόρεμα, τριανταφυλλί, με μεγάλο καπέλο ψάθινο, με στάχυα και παπαρούνες. Κοίταζε γύρω - τριγύρω με φανερή ανησυχία... Όλο με μένα γκρίνιαζε κι' αυτή σήμερα:
- Μα κάτσε ήσυχα, παιδί μου, μη γελάς!...
Οπού σε κάμποση ώρα, να 'σου τον κ' έρχεται ο αρρεβωνιαστικός της, χτυπώντας την άκρη του σπαθιού του στο πλακόστρωτο του μουράγιου, ντραγκ, ντραγκ... Η Ελενίτσα στριφογύρισε ευχαριστημένη στην καρέκλα της και του χαμογέλασε. Ο κύριος Αλέξαντρος μάς χαιρέτισε όλους στρατιωτικά, μου 'τριψε μένα αλαφρά τ' αυτί και κάθησε πλάι στην Ελενίτσα. Του 'φεραν καφέ και τον ήπιε με αργές ρουφηξιές. Έπειτα άναψε τσιγάρο...
Άξαφνα, εγώ, κοιτάζοντας πέρα, κατά τη θάλασσα, ξεχώρισα μια βάρκα που ερχότανε από τ' ανοιχτά του Κόρφου για να μπει στο λιμάνι. Ήτανε μια βάρκα σβέλτη, που γλιστρούσε με ολοφούσκωτο το τριγωνικό κόκκινο πανάκι της. Σηκώθηκα πάνω, χοροπηδούσα, χτυπώντας τα χέρια μου:
- Ο μπάρμπα Συμιός! Ο μπάρμπα Συμιός! Έρχεται από την Καραθώνα!...
Τ' αδέρφια οι Πετροπουλαίοι κοιτάχτηκαν. Η αρρεβωνιασμένη ζάρωσε τα τόξα των μαύρων της φρυδιών. Η μητέρα μου θέλησε να με δαμάσει.
- Κάτσε κάτου!... Μας τρέλανες πια!...
Μα εγώ ήμουν ένα αδάμαστο διαβολάκι και απαρατώντας τους, έτρεξα στο λιμενοβραχίονα, να δω από κοντύτερα το γέρο ψαρά, το φίλο μου. Ανέβηκα στο βάθρο του φάρου και ξεφώνιζα:
- Μπάρμπα Συμιέεεεεε!... Ε, μπάρμπα Συμιέεεεε!...
Και κουνούσα τον κούκκο μου το ναυτικό με τις γαλάζιες κορδέλες. Και να που ο μπάρμπα Συμιός με άκουσε, έβαλε πλώρη κατά το φάρο, ζυγώνει και με παίρνει μέσα... Ω, χαρά μου! Με παίρνει μέσα και με βάζει να καθίσω κοντά του, στην πρύμη της ψαρόβαρκας και μου δίνει ένα βούκινο, έναν μεγάλο κόχυλα, που τόνε φέρνω στο στόμα μου και βουίζω.
- Μου!... Μου!... Μου!...
Έτσι περνούμε ίσια γραμμή στο μάκρος της προκυμαίας, βολτατζάρουμε επιδειχτικά, κ' εγώ κρατώ πάντα τον κόχυλα και βουίζω, σκορπίζοντας την ακαταμέτρητη παιδιάτικη χαρά μου στο θαλασσινό αέρα:
- Μαμάαααα!... Κυρία Ιφιγένειααααα!... Ελενίτσααααα!... Μου! Μου! Μου!...
Όμως η Ελενίτσα δεν είναι τώρα μαζί με τους άλλους. Ούτε ο κύριος Αλέξαντρος. Κοιτάζω καλύτερα και τους βλέπω να διαβαίνουν επάνω στο πλακόστρωτο της προκυμαίας, μόνοι τους οι δυο αρρεβωνιασμένοι, κι' ο κόσμος να τους κοιτάζει, και πολλοί να τους βγάζουν το καπέλο και να τους χαιρετούν. Είναι η πρώτη φορά που δείχνονται μαζί έξω, κ' είναι σαν να τους συγχαίρουνται όλοι και να τους λένε:
- Μπράβο!... Να ζήσετε... Και καλά στέφανα!
Και κείνοι αντιχαιρετούν. Η Ελενίτσα κουνάει αλαφρά το κεφάλι με χαμόγελο, κι' ο αρρεβωνιαστικός της σηκώνοντας το χέρι του στο πηλίκιο σοβαρός.
Κοιτάζω το γέρο ψαρά. Κρατάει με το δεξί χέρι τη σκότα, μα όχι στερεά, όπως πρωτύτερα. Το χαλαρωμένο κόκκινο πανί τρέμει, πλαταγίζει στο μπάτη... Και με το ανάστροφο του άλλου χεριού του ο γερο - Συμιός σφουγγίζει τα μάτια του.
- Τι έχεις, μπάρμπα Συμιέ; τόνε ρωτώ. Σου μπήκε νερό στο μάτι;
Μα ο γέρος δε μου απαντάει, κ' η βάρκα τρέχει, προσπερνά, πάει να μας βγάλει πέρα, στη σκάλα του Τελωνείου...
Να τελειώνουμε:
Ύστερ' από τρεις μήνες, γίνηκε ο γάμος της Ελενίτσας.
Κείνο το βράδυ χάλασε ο κόσμος στο σπίτι των Πετροπουλαίων. Εμείς είχαμε πάει από νωρίς κ' είδαμε τη νύφη που την εστολίζανε τρία κορίτσια και της φορέσαν ένα κάτασπρο φόρεμα, μεταξωτό, που είχε μακριά ουρά κ' έτριζε φρούτσου - φρούτσου... Έπειτα, της βάλανε στο κεφάλι ένα πέπλο λευκό, που κυμάτιζε πίσω της κ' έπεφτε ως τα πόδια... Της εκάρφωσαν κ' ένα μάτσο ψεύτικα πορτοκαλάνθια στο στήθος, αριστερά. Και η Ελενίτσα ήτανε, ψυχή μου! ωραία, ωραία, σαν τη Γενοβέφα, που την είχα δει ζωγραφισμένη κ' έρχεται ο άντρας της ο Σετζεφρίδος και την ανεβάζει στ' άλογο.
- Μαμά, θα την ανεβάσουνε στ' άλογο την Ελενίτσα;
- Σώπα! Τι κουταμάρες είν' αυτές; με μάλωσε η μητέρα μου. - Κάτσε φρόνιμα κ' έρχεται ο γαμπρός!
Ο κύριος Αλέξαντρος ήρθε με τρεις άλλους αξιωματικούς. Φορούσε στολή κατακαίνουργια που άστραφτε από κουμπιά και γαλόνια χρυσά, και στο κεφάλι του ένα μεγάλο λοφίο με φτερά κόκκινα σαν του κοκκόρου, γιατί ήταν πυροβολητής.
Το σπίτι, σιγά - σιγά, γέμισε από ανθρώπους και λουλούδια. Ήρθαν κ' οι παπάδες, με το Δεσπότη το Νίκαντρο, που είχε ξανθά γένια κι' άσπρα παχουλά χέρια κι' όταν εδιάβαζε το Ευαγγέλιο τρίζανε τα τζάμια της εκκλησίας.
Εγώ γύριζα πάνω - κάτω στις κάμαρες, στον αντρέ, και τέλος ετρύπωσα στην κουζίνα.
Εδώ γινότανε δουλειά πολλή. Η δούλα η Αννίκα και μια γριά, παραδουλεύτρα, ετοιμάζανε τα φαγιά για το τραπέζι του γάμου. Κείνη την ώρα, η γριά καθάριζε ψάρια, μεγάλα, γυαλιστερά, που τα 'χε φέρει ο μπάρμπα Συμιός... Κι' ο μπάρμπα Συμιός καθότανε σε μια καρέκλα και δε μιλούσε. Ήτανε ντυμένος με τα γιορτινά του κι' ακουμπούσε τα χέρια στα γόνατα...
Ακούστηκαν ψαλμωδίες.
- Άρχισε η στεφάνωση.
Ο μπάρμπα Συμιός εσηκώθηκε, προχώρησε ως την πόρτα της κουζίνας, κ' ύστερα, δειλά - δειλά, βγήκε στον αντρέ. Από κει έστεκε και κοίταζε κατά τη σάλα, που ήταν ολάνοιχτη η πόρτα της...
Η σάλα έλαμπε από τα φώτα, γιατί χώρια από τα κεριά των παπάδων, είχαν ανάψει κείνο το βράδυ και τον πολυέλαιο.
Εκοίταζε λοιπόν ο γέρος από μακριά, ακουμπισμένος στο πρεβάζι της πόρτας του μαγεριού, μοναχός.
- Μπάρμπα Συμιέ, γιατί δεν πας κ' εσύ μέσα;... Έλα να πάμε μέσα!
Και τον έπιασα από το χέρι, και θέλησα να τόνε τραβήξω στη σάλα, μα δεν ερχότανε.
- Ησαΐα, χόρευε, η Παρθένος έτεκε...
Και η Ελενίτσα πέρασε γύρω, χεροπιασμένη με το γαμπρό, και το χορό τον έσερνε ο Δεσπότης με τα χρυσά γένια, και πίσω ακολουθούσε ο κουμπάρος, ένας κοντομελάχρινος αξιωματικούλης... Και καθώς εγύριζαν αυτοί, οι άλλοι τους έραιναν με κουφέτα και ρύζι και φύλλα από τριαντάφυλλα και γιασεμιά και τους έλεγαν:
- Να ζήσετε!... Να ζήσετε!...
- Μπα! Κλαις, μπάρμπα Συμιέ; Γιατί;
Κείνη τη στιγμή, η Αννίκα βγήκε για μια ματιά στον αντρέ, ανασκουμπωμένη, στάθηκε πλάι στο γέρο ψαρά και του μουρμούρισε:
- Μη στέκεσαι εδώ, δεν κάνει... Έλα μέσα (Και χαμηλότερα:) - Να σου ζήσουνε τα παιδιά σου!...
- Φχαριστώ!
Και σφούγγιζε τα μάτια του.
Τον εκοίταζα συλλογισμένος... Άξαφνα, ένα φως γίνηκε μέσα στο μυαλάκι μου το παιδιάτικο. Πήγα στη μητέρα μου, την ετράβηξα από το φουστάνι και σιγά την ερώτησα:
- Μαμά, η Ελενίτσα είναι κόρη του μπάρμπα Συμιού;
Η μητέρα μου δε μου 'δωκε καμιά απάντηση... Έκανα την ίδια ερώτηση σε μια θεια μου, μα εκείνη μου έβαλε την παλάμη της στο στόμα και μου το βούλωσε:
- Σουτ!...
Όμως εγώ ήθελα να μάθω. Έφυγα από τη σάλα και στριφογύριζα εδώ κι εκεί, σαν σβούρα... Τέλος, έφτασα στην τραπεζαρία και στάθηκα αντικρύ στο φίλο μου τον Χόντζα, που καθόταν ακίνητος και κοίταζε με τ' αγαθά του μάτια, και τον εσκούντησα.
- Άκου εσύ! Η Ελενίτσα είναι κόρη του μπάρμπα Συμιού; Μίλα, μωρέ!
Και ο Χόντζας εκούνησε πολλές φορές τη γύψινη κεφάλα του, απάνου - κάτου!
- Ναι!... Ναι!... Ναι!... Ναι!...
Δάφνης Στέφανος
«Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου