Ο πατέρας μου φύλαγε στο κάτω συρτάρι του τεράστιου γραφείου του ένα παλιό κι όμορφο χάρτη της πόλης μας. Ήταν μια ολόκληρη δέσμη διπλωμένες περγαμηνές, στεριωμένες με λωρίδες λινού υφάσματος που σχημάτιζαν έναν τεράστιο χάρτη του τοίχου, μια πανοραμική κάτοψη.
Κρεμασμένος ο χάρτης, κάλυπτε όλο τον τοίχο κι άπλωνε μπρος στα μάτια μας μια πλατιά άποψη της κοιλάδας του ποταμού Τυσμιένκα που στριφογύριζε σαν μια κυματιστή αχνοχρυσαφιά κορδέλα, μέσα σ' ένα δαίδαλο από λιμνούλες και βάλτους, σ' ένα υψίπεδο που ψήλωνε προς το νότο, ομαλά στην αρχή, κι έπειτα, σ' όλο και πυκνότερους στίχους, σαν μια σκακιέρα από τορνευτά λοφάκια, που μίκραιναν και χλώμιαζαν καθώς έσβηναν μέσα στην αχνή κίτρινη ομίχλη του ορίζοντα. Απ' αυτή την ξέθωρη περιφέρεια άρχιζε να αναδύεται η πόλη και να αναπτύσσεται προς το κέντρο του χάρτη, μια ομοιόμορφη μάζα στην αρχή, ένα πυκνό συνοθύλευμα από τετράγωνα και σπίτια, χωρισμένα με τα βαθιά φαράγγια των δρόμων, για να γίνει, στο πρώτο πλάνο πια, μια σειρά ευδιάκριτα χτίσματα. Με ακρίβεια χαραγμένα αυτά τα χτίσματα, φαίνονταν καθαρά όπως ένα τοπίο που το κοιτάς με τα κιάλια. Σ' αυτό το κομμάτι του χάρτη, ο χαράκτης είχε συγκεντρώσει την προσοχή του στη δαιδαλώδη και πολύπτυχη αφθονία των δρόμων και των σοκακιών, κι είχε βαλθεί να αποδώσει μ' εκπληκτική ακρίβεια λεπτομέρειες από τα περιζώματα, τα γείσα, τα επιστύλια και τις παραστάδες. Τα 'χε βυθίσει όλα στο φως του σκοτεινού χρυσού ενός προχωρημένου και συννεφιασμένου απογεύματος· η σέπια της σκιάς πότιζε βαθιά τις γωνιές και τις κόχες. Συμπαγή κομμάτια και πρίσματα αυτής της σκιάς τρυπούσαν με σκοτεινές βούλες τα φαράγγια των δρόμων, βυθίζοντας σ' ένα ζεστό χρώμα μισό δρόμο εδώ, μιαν αλάνα παρακάτω. Δραματοποιούσαν κι ενορχήστρωναν τη σύνθετη αρχιτεκτονική πολυφωνία σ' ένα θλιβερό ρομαντικό κιαροσκούρο.
Σ' αυτό το χάρτη, που το στυλ του θύμιζε πανοράματα μπαρόκ, η Οδός Κροκοδείλων έλαμπε μ' ένα λευκό κενό με το οποίο σημαδεύουν συνήθως τις πολικές περιοχές ή τις ανεξερεύνητες χώρες, για τις οποίες τίποτε σχεδόν δεν μας είναι γνωστό. Υπήρχαν μόνο οι μαύρες γραμμές λίγων δρόμων και τα ονόματά τους χαραγμένα με απλά απέριττα γράμματα, διαφορετικά από τα επιβλητικά στοιχεία που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα ονόματα των άλλων δρόμων. Ο χαρτογράφος πρέπει να 'ταν εξαιρετικά απρόθυμος να συμπεριλάβει αυτή την περιοχή στο χάρτη της πόλης, κι οι αναστολές του βρήκαν έκφραση στην τυπογραφική μεταχείριση που τους επιφύλαξε.
Για να κατανοήσει ο αναγνώστης αυτές τις επιφυλάξεις, πρέπει να τραβήξουμε την προσοχή του στον ύποπτο και αμφίβολο χαρακτήρα αυτής της ιδιόρρυθμης περιοχής, της τόσο διαφορετικής από την υπόλοιπη πόλη.
Ήταν μια βιομηχανική κι εμπορική περιοχή που ο χρησιμοθηρικός χαρακτήρας της ήταν χτυπητά εμφανής. Το πνεύμα των καιρών, οι μηχανισμοί της οικονομίας, δεν λυπήθηκαν την πόλη μας και ρίζωσαν σ' ένα τμήμα της περιφέρειάς της που εξελίχτηκε σιγά σιγά σ' ένα παρασιτικό προάστιο.
Ενώ στην παλιά πόλη κυριαρχούσε ένα νυχτερινό, μισοπαράνομο εμπόριο, που το χαρακτήριζε κάποια τυπολατρική επισημότητα, στη νέα περιοχή άνθισαν μονομιάς μοντέρνες, αδρές και σοβαρές εμπορικές προσπάθειες. Ο ψευτοαμερικανισμός, μπολιασμένος στον παλιό, σαθρό πυρήνα της πόλης, φούντωσε εδώ σε μια πλούσια (πλην άδεια και άχρωμη) βλάστηση εξεζητημένης χυδαιότητας. Παντού έβλεπες φτηνά, προχειροφτιαγμένα κτίρια με πομπώδεις προσόψεις, καλυμμένες μ' ένα τερατώδες γυψομάρμαρο και σκασμένο σοβά. Τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια του προαστίου απόκτησαν ξαφνικά μεγάλες εισόδους, βιαστικά κατασκευασμένες και φυτεμένες πάνω τους, οι οποίες, μόνο ύστερα από προσεκτική εξέταση αποκάλυπταν πως δεν ήταν παρά άθλιες απομιμήσεις πρωτευουσιάνικου μεγαλείου. Τα θαμπά, βρώμικα κι ελαττωματικά τζάμια που καθρέφτιζαν κυματιστά σκοτεινές εικόνες του δρόμου, το κακοπλανισμένο ξύλο στις πόρτες, η γκρίζα ατμόσφαιρα των άχαρων εσωτερικών, με τα ραγισμένα ράφια και τους ετοιμόρροπους τοίχους γεμάτους αράχνες και πηχτή σκόνη, έδιναν σ' αυτά τα μαγαζιά το στίγμα κάποιου άγριου Κλόντικε. Σειρές ατέλειωτες απλώνονταν από ραφτάδικα, υφασματοπωλεία, μαγαζιά με πορσελάνες, φαρμακεία και κουρεία. Στις φαρδιές γκρίζες βιτρίνες τους μπορούσε κανείς να διαβάσει τις λοξές ημικυκλικές επιγραφές με τα παχιά επίχρυσα γράμματα: CONFISERIE, MANUCURE, KING OF ENGLAND.
Οι παλιοί κάτοικοι της πόλης, οι νοικοκυραίοι, κρατιότανε μακριά απ' αυτή την περιοχή όπου είχαν εγκατασταθεί όλων των ειδών τα αποβράσματα, οι χαμηλότερες τάξεις -πλάσματα χωρίς χαρακτήρα, χωρίς ξεκάθαρη οικογενειακή προέλευση, ηθικά κατακάθια, το είδος των ανθρώπινων υπάρξεων που φυτρώνει σε τέτοιες εφήμερες κοινότητες. Αλλά, σε στιγμές κάμψης, σε ώρες ηθικής αδυναμίας, κάποιος απ' τους κατοίκους της πόλης, θα τολμούσε, τυχαία μάλλον, μια επίσκεψη σ' αυτή την ύποπτη συνοικία. Κι οι πιο καλοί συμπολίτες μας δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένοι από τον πειρασμό της εκούσιας κατάπτωσης, της διάρρηξης των φραγμάτων της ιεραρχίας, της κατάδυσης στη ρηχή λάσπη της συντροφικότητας, της εύκολης οικειότητας και της βρώμικης συνάφειας. Η περιοχή ήταν ένα Ελδοράδο για τέτοιους ηθικούς λιποτάκτες. Τα πάντα έμοιαζαν αμφίβολα και ύποπτα, τα πάντα υπόσχονταν -με μυστικά κλεισίματα ματιών, κυνικά τονισμένες χειρονομίες, σηκωμένα φρύδια- την εκπλήρωση λάγνων επιθυμιών· τα πάντα ωθούσαν στην αποχαλίνωση των χαμηλότερων ενστίκτων.
Ελάχιστοι μόνο πρόσεξαν τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής: τη μοιραία έλλειψη χρώματος, λ.χ. λες κι αυτός ο ψεύτικος, τάχιστα αναπτυσσόμενος χώρος δε σήκωνε μια τέτοια πολυτέλεια. Όλα ήταν γκρίζα εκεί κάτω, όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή σε καταλόγους με φτηνή εικονογράφηση. Η ομοιότητα αυτή ήταν περισσότερο πραγματική παρά μεταφορική. Περιπλανώμενος κανείς σ' εκείνα τα μέρη, είχε την εντύπωση πως ξεφύλλιζε κάποιο προσπέκτους ή πως χάζευε τις στήλες ανιαρών εμπορικών διαφημίσεων, ανάμεσα στις οποίες κούρνιαζαν, σαν παράσιτα ύποπτες ανακοινώσεις, αμφίβολες αγγελίες και εικόνες με διπλό νόημα. Η περιπλάνηση αποδεικνυόταν άγονη και μάταιη όπως η έξαψη που νιώθει κανείς όταν εξετάζει μ' επιμέλεια ένα πορνογραφικό άλμπουμ.
Αν για παράδειγμα, έμπαινε κανείς σ' ένα εμποροραφείο να παραγγείλει ένα κοστούμι -ένα κοστούμι χαρακτηριστικής για την περιοχή φτηνής κομψότητας- ανακάλυπτε πως το κτίριο ήταν ογκώδες και άδειο, και τα δωμάτια ψηλά και άχρωμα. Τεράστια ράφια σκαρφάλωναν σε σειρές στο ακαθόριστο ύψος του δωματίου, παρασέρνοντας τη ματιά του θεατή προς το ταβάνι που θα μπορούσε να 'ναι ο ουρανός -ο φτηνός, ψεύτικος, ξεθωριασμένος ουρανός αυτής της συνοικίας. Οι αποθήκες πάλι, που μπορούσε κανείς να τις δει από τις ανοιχτές πόρτες, ήταν φίσκα από χαρτοκιβώτια και καφάσια -μια γιγάντια αρχειοθήκη που υψωνόταν ως τη σοφίτα, για να διαλυθεί μέσα στη γεωμετρία της αδειοσύνης πάνω στα δοκάρια του κενού. Τα μεγάλα γκρίζα παράθυρα, χαρακωμένα όπως σελίδες καθολικού, δεν άφηναν το φως να περάσει, κι ωστόσο το μαγαζί ήταν γεμάτο από ένα άτονο, ανώνυμο, γκρίζο φως, που δεν έριχνε σκιές και δεν τόνιζε τίποτα. Σχεδόν αμέσως, εμφανιζόταν ένας λεπτεπίλεπτος νεαρός, εκπληκτικά δουλικός, ευκίνητος και περιποιητικός, πρόθυμος να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του πελάτη και να τον βυθίσει στην απαλή ροή της φτηνής διαφημιστικής του κουβέντας. Αλλ' όταν, συζητώντας ακατάπαυστα, ξετύλιγε ένα πελώριο κομμάτι καλοδιπλωμένο ύφασμα και πτυχώνοντάς το επιδέξια, σχημάτιζε φανταστικά σακάκια και παντελόνια, όλη αυτή η τετραπέρατη παράσταση φάνταζε ξαφνικά εξωπραγματική, μια πλασματική κωμωδία, ένα παραβάν τοποθετημένο ειρωνικά για να κρύψει το αληθινό νόημα των πραγμάτων.
Οι ψηλές μελαχροινές πωλήτριες, μ' ένα ψεγάδι η καθεμιά στην ομορφιά της (κατά πώς ταίριαζε σ' αυτή τη γειτονιά των ρεταλιών) πηγαινοέρχονταν ή στέκονταν στο κούφωμα της πόρτας, προσπαθώντας να δουν αν η δουλειά που είχε ανατεθεί στις έμπειρες φροντίδες του πωλητή έφτασε σε πρόσφατο σημείο. Ο πωλητής, μ' ένα πλατύ χαμόγελο προσποιητό, κουνιόταν και λυγιόταν σαν τραβεστί. Είχες τη διάθεση να πιάσεις το κρεμαστό πηγούνι του να το σηκώσεις, ή να τσιμπήσεις το χλωμό πουδραρισμένο μάγουλό του, την ώρα που με μια κλεφτή, γεμάτη νόημα ματιά πρόβαλε διακριτικά το εμπορικό σήμα του υλικού, ένα σήμα διάφανου συμβολισμού.
Βαθμιαία, η εκλογή του κουστουμιού παραχωρούσε τη θέση της στο δεύτερο στάδιο του σχεδίου. Ο θηλυπρεπής νεαρός, εξαιρετικά ευαίσθητος απέναντι στα πιο ενδόμυχα σαλέματα του πελάτη, τοποθετούσε τώρα μπρος στα μάτια του μια επιλογή από τα πιο παράξενα εμπορικά σήματα, μια ολόκληρη βιβλιοθήκη ετικέτες, μια βιτρίνα προβολής της συλλογής του πιο εκλεπτυσμένου ειδήμονα. Φαινόταν τότε καθαρά πως το υφασματοπωλείο ήταν απλώς ένα προπέτασμα, πίσω απ' το οποίο κρυβόταν ένα παλαιοπωλείο με μια συλλογή εξόχως αμφίβολων βιβλίων και εμπιστευτικών εκδόσεων. Ο δουλοπρεπής πωλητής άνοιγε κι άλλα κελάρια γεμάτα ως το ταβάνι με βιβλία, σχέδια και φωτογραφίες. Αυτές οι ξυλογραφίες κι οι χαλκογραφίες ξεπέρναγαν και τις τολμηρότερες προσδοκίες μας: ούτε στα όνειρά μας δεν είχαμε φανταστεί τέτοια βάθη διαφθοράς, τόσες ποικιλίες ακολασίας.
Οι πωλήτριες τώρα πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία, με γκρίζα πρόσωπα σαν περγαμηνές, στιγματισμένα με σκοτεινές, λιπαρές κηλίδες από καφετιά βαφή με σκοτεινά μάτια που άστραφταν καθώς εκτόξευαν αιφνίδιες, λοξές, κατσαριδίσιες ματιές. Ωστόσο, κι αυτά ακόμα τα σκοτεινά τους αναψοκοκκινίσματα, οι ερεθιστικές κοσμητικές κηλίδες, το λιγοστό χνούδι στ' απάνω χείλι τους, πρόδιναν το πηχτό, μαύρο αίμα τους. Το υπερέντονο χρώμα τους, χρώμα αρωματικού καφέ, έμοιαζε να λεκιάζει τα βιβλία που 'πιαναν στα χλωμά, κίτρινα χέρια τους, συνέχιζε, θαρρείς, να σέρνεται απάνω στις σελίδες, θαρρείς κι άφηνε στον αέρα ένα σκοτεινό αποτύπωμα από φακίδες, ένα λεκέ ταμπάκου, σαν το αποτύπωμα που αφήνει μια τρούφα, με τη βαριά, ερεθιστική, ζωώδη μυρωδιά της.
Στο μεταξύ η λαγνεία είχε κατακτήσει τα πάντα. Ο πωλητής, που η ίδια του η φορτικότητα τον είχε εξουθενώσει, βούλιαζε σε μια κατάσταση θηλυκής παθητικότητας. Τώρα είναι ξαπλωμένος σ' έναν από τους πολλούς καναπέδες που βρίσκονταν ανάμεσα στα ράφια, χωμένος μέσα στις φαρδιές μεταξωτές πιτζάμες του. Μερικά κορίτσια χάζευαν τις στάσεις και τις πόζες στα σχέδια που φιγουράριζαν στα καλύμματα των βιβλίων, την ώρα που άλλα κορίτσια ξάπλωναν σε πρόχειρα κρεβάτια να πάρουν έναν ύπνο. Η πίεση πάνω στον πελάτη χαλάρωνε. Ο κλοιός του έντονου ενδιαφέροντος ξέσφιγγε, κι αυτός αισθανόταν σχεδόν μόνος. Οι πωλήτριες, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, δεν του 'διναν καμιά σημασία. Γυρίζοντας τις πλάτες τους, παίρνοντας αλαζονικές πόζες, μετακινώντας το βάρος τους απ' το ένα πόδι στο άλλο, παίζοντας με τα φτηνά παπούτσια τους, εγκαταλείποντας τα λυγερά κορμιά τους στις φιδίσιες κινήσεις των μελών τους, πολιορκούσαν τον ανήσυχο θεατή που έκαναν πως αγνοούσαν προβάλλοντας την υποτιθέμενη αδιαφορία τους. Αυτή η υποχώρηση ήταν υπολογισμένη: στόχος της ήταν η βαθύτερη εμπλοκή του επισκέπτη ενώ, υποτίθεται, άφηνε κάποιο περιθώριο στην πρωτοβουλία του.
Ας εκμεταλλευτούμε όμως την ευκαιρία της στιγμιαίας αδιαφορίας για ν' αποφύγουμε τις απροσδόκητες συνέπειες μιας αθώας επίσκεψης στο εμποροραφείο, κι ας ξαναγλιστρήσουμε στο δρόμο.
Κανένας δεν μας σταματάει. Μέσ' από διαδρόμους με βιβλία, μέσ' από μακριά ράφια φορτωμένα περιοδικά και γκραβούρες, βγαίνουμε απ' το κατάστημα και βρισκόμαστε σ' εκείνο το μέρος της Οδού Κροκοδείλων απ' όπου, λόγω ύψους, μπορούμε να δούμε όλη την απόσταση ως το βάθος, ως τα ατέλειωτα ακόμα κτίρια του σιδηροδρομικού σταθμού. Όπως συμβαίνει συχνά σ' αυτή την περιοχή, είναι μια μέρα γκρίζα, όλο το σκηνικό θυμίζει φωτογραφία σε εικονογραφημένο περιοδικό -τόσο γκρίζα, τόσο μονοδιάστατα είναι τα σπίτια, τα οχήματα, οι άνθρωποι. Η πραγματικότητα είναι λεπτή και διάφανη σαν φύλλο χαρτί και προδίδει, μ' όλες τις ρωγμές της, τον μιμητικό της χαρακτήρα. Κάποιες στιγμές, έχει κανείς την εντύπωση πως υπάρχει μόνο το κομμάτι που βρίσκεται μπροστά στα μάτια του κι εντάσσεται στην αναμενόμενη πουαντιγίστικη εικόνα μιας λεωφόρου, ενώ, από την άλλη πλευρά, η αυτοσχέδια αμφίεση άρχισε κιόλας ν' αποσαθρώνεται και, ανίκανη να βαστάξει, διασπάται πίσω απ' την πλάτη μας σε σοβάδες και πριονίδια, σ' ένα σωρό αποθηκευμένο σ' ένα τεράστιο άδειο θέατρο. Η ένταση μιας τεχνητής πόζας, η υποτιθέμενη σοβαρότητα μιας μάσκας, κάποιο ειρωνικό πάθος, τρεμοπαίζουν σ' αυτό το προσωπείο.
Μακριά από μας, όμως, η επιθυμία ν' αποκαλύψουμε αυτή την απάτη. Παρά την αναπτυγμένη κρίση μας, η συνοικία αυτή με την ευτελή κι επιδεικτική γοητεία της, ασκεί πάνω μας έλξη. Εκτός αυτού, αυτός ο πιθηκισμός μεγαλούπολης έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυτοπαρωδίας. Σειρές από μικρά μονώροφα προαστιακά σπιτάκια εναλλάσσονται με πολυώροφα κτίρια, καμωμένα θαρρείς από χαρτόνι, ένα ανακάτωμα από τυφλά παράθυρα γραφείων, βιτρίνες με γκρίζα τζάμια, επιγραφές μαγαζιών, διαφημίσεις και νούμερα. Κύματα πλήθους ξεχύνονται ανάμεσα στα σπίτια. Ο δρόμος φαρδύς σαν τις λεωφόρους των μεγαλουπόλεων, αλλά το κατάστρωμα φτιαγμένο με πήλινα πλακάκια όπως οι πλατείες των χωριών, γεμάτο λακκούβες και γρασίδι. Η κυκλοφορία στο δρόμο είναι ο περίγελος της πολιτείας· όλοι μιλούν γι' αυτή με περηφάνια κι ένα πονηρό βλέμμα. Αυτό το γκρίζο, απρόσωπο πλήθος έχει συνείδηση του ρόλου του και προσπαθεί να εξαρθεί στο ύψος των πρωτευουσιάνικων φιλοδοξιών του. Εν πάση περιπτώσει, παρά τη φούρια και την αίσθηση σκοπιμότητας, κυριαρχεί η εντύπωση μιας μονότονης κι άσκοπης περιπλάνησης, μιας υπνωτισμένης πομπής ανδρεικέλων. Μια ατμόσφαιρα αλλόκοτης ασημαντότητας διαποτίζει τη σκηνή. Το πλήθος ξεχύνεται νωχελικά και, όσο παράξενο κι αν ηχεί, το βλέπει κανείς αμυδρά, συγκεχυμένα. Τα πρόσωπα διαβαίνουν σε μια ήμερη αταξία, χωρίς ποτέ να αποκτούν την πλήρη ευκρίνεια των περιγραμμάτων τους. Πού και πού μόνο, μέσα σ' αυτό το σάλο χιλιάδων κεφαλιών, συλλαμβάνουμε κάποια σκοτεινή, κεφάτη έκφραση, ένα μαύρο μελόνι φορεμένο στραβά, μισό πρόσωπο σκισμένο από 'να χαμόγελο που σχημάτισαν τα χείλια μόλις έπαψαν να μιλούν, ένα πόδι προτεταμένο, έτοιμο να κάνει ένα βήμα, ακινητοποιημένο στη στάση αυτή για πάντα.
Μια άλλη ιδιορρυθμία της περιοχής είναι τ' αμάξια που πηγαίνουν μόνα τους, χωρίς αμαξάδες. Όχι πως δεν υπήρχαν οδηγοί, αλλά, χωμένοι μες στο πλήθος, κι απασχολημένοι με χιλιάδες προσωπικές τους υποθέσεις, δεν σκοτίζονταν καθόλου για το αγώι τους. Σ' αυτή την περιοχή της επίφασης και των άδειων χειρονομιών, κανείς δεν έδινε πολλή προσοχή στον ακριβή προορισμό μιας διαδρομής, κι οι επιβάτες εγκαταλείπονταν σ' αυτές τις διαδρομές, με την ίδια απερισκεψία που χαρακτήριζε και κάθε άλλη τους δραστηριότητα. Καμιά φορά, έβλεπε κανείς τους αμαξάδες σε επικίνδυνες στροφές, να βγαίνουν ολόκληροι σχεδόν πάνω απ' τις σπασμένες οροφές των αμαξιών και με τα χαλινάρια στο χέρι να επιδιώκουν κάποιο δύσκολο κι επικίνδυνο προσπέρασμα.
Υπάρχουν και τραμ. Η αποθέωση της φιλοδοξίας των δημοτικών συμβούλων. Η εμφάνισή τους, ωστόσο, αξιοθρήνητη. Φτιαγμένα από παπιέ - μασέ, με τα πλευρά σκεβρωμένα, ζουλιγμένα από την κακομεταχείριση τόσων χρόνων. Συνήθως τους έλειπε το μπροστινό μέρος, κι όπως περνούσαν, μπορούσε κανείς να βλέπει τους επιβάτες να κάθονται αλύγιστοι στις θέσεις τους, σοβαροί κι ευπρεπείς. Αυτά τα τραμ τα σπρώχνουν δημοτικοί αχθοφόροι. Αλλά το πιο παράξενο απ' όλα, ήταν το σιδηροδρομικό σύστημα της Οδού Κροκοδείλων.
Κάπου κάπου, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και κυρίως προς το τέλος της βδομάδας, έβλεπες ομάδες ανθρώπων να περιμένουν το τρένο σε κάποιο σταυροδρόμι. Κανείς δε μπορεί να 'ναι βέβαιος αν θα 'ρθει και πού θα σταματήσει, αν σταματήσει. Συμβαίνει λοιπόν συχνά οι άνθρωποι να περιμένουν σε δύο σημεία, μιας και δε μπορούν να συμφωνήσουν πού είναι η στάση. Περιμένουν πολλή ώρα σχηματίζοντας μιας μαύρη, σιωπηλή ουρά, δίπλα στις γραμμές που μόλις διακρίνονται, με τα πρόσωπα γυρισμένα προφίλ: μια σειρά χλωμές φιγούρες, κομμένες θαρρείς από χαρτί, με μιαν απολιθωμένη έκφραση ανήσυχης προσμονής.
Επιτέλους, το τρένο ξαφνικά εμφανίζεται: μπορεί κανείς να το δει να καταφτάνει απ' την πλευρά που το περίμενε, χαμηλό σαν φίδι, μια μινιατούρα με κοντόχοντρη ασθμαίνουσα μηχανή. Μπαίνει στο μαύρο διάδρομο κι ο δρόμος σκοτεινιάζει απ' την καρβουνόσκονη που σκόρπισαν τα βαγόνια. Τ' αγκομαχητά της μηχανής, ένα κύμα παράξενης, μελαγχολικής σοβαρότητας απ' τη μια, κι η συγκρατημένη βιάση και ταραχή απ' την άλλη, μετατρέπουν το δρόμο, προς στιγμήν, σε αίθουσα σιδηροδρομικού σταθμού, μέσα στο χειμωνιάτικο λυκόφως που πέφτει βιαστικά.
Η μαύρη αγορά σιδηροδρομικών εισιτηρίων, κι η δωροδοκία εν γένει, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές πληγές της πόλης μας.
Την τελευταία στιγμή, όταν το τρένο είναι ήδη στο σταθμό, μέσα σε μεγάλη νευρικότητα, γίνονται διάφορες διαπραγματεύσεις με τους εξαχρειωμένους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους. Πριν ακόμα ολοκληρωθούν αυτές οι διαπραγματεύσεις, το τρένο ξεκινάει ακολουθούμενο από ένα τσούρμο απογοητευμένους επιβάτες που σέρνονται πίσω του κάμποση ώρα πριν διαλυθούν.
Ο δρόμος, που συρρικνώθηκε προς στιγμήν για να σχηματίσει έναν αυτοσχέδιο σταθμό, γεμάτο κατήφεια και πνοές μακρινών ταξιδιών, πλαταίνει πάλι, αλαφραίνει, κι υποδέχεται το αμέριμνο πλήθος που ξεχύνεται ψιλοκουβεντιάζοντας προς τις βιτρίνες -αυτά τα γκρίζα βρώμικα τετράγωνα, γεμάτα φτηνοπραμάτειες, κέρινα ομοιώματα και κούκλες κουρείων.
Ντυμένες χτυπητά, με μακριά φορέματα στολισμένα με δαντέλες, αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πόρνες. Θα μπορούσαν να 'ναι γυναίκες κομμωτών ή μαέστρων που διευθύνουν μπάντες ρεστοράν. Προχωρούν μ' ένα βήμα ζωηρό, αρπακτικό, κι έχουν όλες τους κάποιο μικροψεγάδι στις κακές, διεφθαρμένες φάτσες τους: ένα μαύρο, παραμορφωτικό αλληθωρισμό, ένα λαγόχειλο, ή ελαφρά ακρωτηριασμένες μύτες.
Οι κάτοικοι της πόλης είναι περήφανοι για την οσμή διαφθοράς που αποπνέει η Οδός Κροκοδείλων. «Δεν υπάρχει λόγος να στερηθούμε κάτι», λένε μ' αυτοϊκανοποίηση, «έχουμε ως και πρωτευουσιάνικες αμαρτίες». Ισχυρίζονται πως όλες οι γυναίκες της περιοχής είναι πουτάνες. Στην πραγματικότητα, αρκεί ν' αντικρίσεις οποιαδήποτε από δαύτες και συναντάς αμέσως ένα επίμονο, προσηλωμένο βλέμμα που σε παγώνει με τη βεβαιότητα της εκπλήρωσης. Οι μαθήτριες φοράνε τις κορδέλες τους μ' έναν τρόπο χαρακτηριστικό, περπατούν με τα λιγνοποδαράκια τους μ' ένα βήμα ιδιόρρυθμο, κι έχουν μια πρόστυχη έκφραση στα μάτια που προαναγγέλλει την αυριανή τους διαφθορά.
Κι ωστόσο -θα 'πρεπε, ωστόσο, να προδώσουμε το τελευταίο μυστικό αυτής της περιοχής, το προσεκτικά συγκαλυμμένο μυστικό της Οδού Κροκοδείλων;
Στη διάρκεια της αφήγησής μας, έχουμε δώσει αρκετά προειδοποιητικά σημάδια κι έχουμε διακριτικά υπαινιχθεί, πολλές φορές, τις επιφυλάξεις μας. Ο προσεκτικός αναγνώστης, συνεπώς, δε θα αιφνιδιαστεί απ' ό,τι ακολουθεί. Έχουμε μιλήσει για τον μιμητικό, ψευδαισθητικό χαρακτήρα της περιοχής, αλλά το νόημα των λέξεων αυτών είναι πολύ αυστηρό και καθορισμένο για ν' αποδώσει τη μισοψημένη, ακαθόριστη πραγματικότητά της.
Η γλώσσα μας δεν έχει ορισμούς που θα μπορούσαν να ζυγίσουν, ας πούμε, την πυκνότητα της πραγματικότητας ή να προσδιορίσουν την ευλυγισία της. Ας το πούμε έξω απ' τα δόντια: η ατυχία της περιοχής είναι πως τίποτα δεν πετυχαίνει ποτέ εκεί πέρα, τίποτα δε μπορεί να φτάσει στο ύψιστο σημείο της οριστικής περάτωσης. Οι χειρονομίες μένουν κρεμασμένες στον αέρα, οι κινήσεις εξαντλούνται πρόωρα κι αδυνατούν να υπερπηδήσουν έναν ορισμένο βαθμό αδράνειας. Έχουμε ήδη υπογραμμίσει τη μεγάλη μπραβούρα και σπατάλη προθέσεων, σχεδίων και προσδοκιών, που είναι από τα χαρακτηριστικά της περιοχής. Δεν είναι, όντως, τίποτα παραπάνω από μια ζύμωση επιθυμιών, πρόωρα εξημμένων, και γι' αυτό, ανίσχυρων και κούφιων. Σε μιαν ατμόσφαιρα υπέρμετρης ευκολίας, κάθε καπρίτσιο φουντώνει ως τα σύννεφα, κι ένα ερέθισμα της στιγμής φουσκώνει και γίνεται ένας κούφιος παρασιτικός όγκος. Ξάφνου φυτρώνει μια χθαμαλή βλάστηση αφράτων ζιζανίων -άχρωμες παπαρούνες- καμωμένη απ' την ανάερη στόφα των εφιαλτικών ονείρων και του χασίς. Πάνω απ' όλη την περιοχή πλανιέται η νωχελική, ακόλαστη μυρωδιά της αμαρτίας, και τα σπίτια, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι σαν να μην είναι τίποτ' άλλο από ένα ρίγος στο πυρέσσον σώμα της, μια φρικίαση στα εμπύρετα όνειρά της. Πουθενά αλλού δε νιώθουμε να μας απειλούν τόσες δυνατότητες, πουθενά αλλού δεν αισθανόμαστε τόσο συγκλονισμένοι απ' την προσέγγιση της εκπλήρωσης, χλωμοί και λιγωμένοι από τη θελκτική αυστηρότητα της πραγμάτωσης. Κι' αυτό είναι το όριο που σταματάνε όλα.
Όταν ξεπεραστεί ένα ορισμένο σημείο έντασης, η παλίρροια σταματάει κι αρχίζει να υποχωρεί, η ατμόσφαιρα γίνεται θολή και ταραγμένη, οι δυνατότητες μαραίνονται και χάνονται σ' ένα κενό, οι τρελές γκριζωπές παπαρούνες διαλύονται, γίνονται στάχτη.
Για πάντα θα μας βασανίζουνε οι τύψεις που, σε μια δεδομένη στιγμή, εγκαταλείψαμε το κάπως ύποπτο εμποροραφείο. Ποτέ δε θα μπορέσουμε να το ξαναβρούμε. Θα γυρίζουμε από μαγαζί σε μαγαζί και θα κάνουμε χιλιάδες λάθη. Θα μπούμε σε πάμπολλα μαγαζιά, θα δούμε πάμπολλα που είναι όμοια. Θα περιπλανηθούμε ανάμεσα σ' ατέλειωτα ράφια με βιβλία, θα ξεφυλλίσουμε περιοδικά και άλλα έντυπα, θα κουβεντιάσουμε ώρες κι ώρες φιλικά με νεαρές γυναίκες αμφίβολης ομορφιάς, βαμμένες υπερβολικά, κι ωστόσο ανίκανες να καταλάβουν τις επιθυμίες μας.
Θα μπλέξουμε σε παρανοήσεις μέχρις ότου ο πυρετός κι η εξάψή μας εξανεμιστούν σε άσκοπες προσπάθειες και μάταιες αναζητήσεις.
Όλες οι ελπίδες μας ήταν μια πλάνη, η δήθεν ύποπτη εμφάνιση του κτιρίου και του προσωπικού ήτανε μόνο επίφαση, τα υφάσματα ήταν αληθινά υφάσματα, κι ο πωλητής δεν είχε άλλα, ανομολόγητα ελατήρια. Οι γυναίκες της Οδού Κροκοδείλων είναι διεφθαρμένες ως ένα μετριότατο βαθμό κι ασφυκτιούν κάτω από πυκνά στρώματα ηθικής προκατάληψης και κοινότατης πεζότητας. Σ' αυτή την πόλη του φτηνού ανθρώπινου υλικού, κανένα ένστικτο δε μπορεί ν' ανθίσει και κανένα σκοτεινό, σπάνιο πάθος δεν είναι δυνατόν ν' αφυπνισθεί.
Η Οδός Κροκοδείλων ήταν μια παραχώρηση που έκανε η πόλη μας στο μοντερνισμό και τη μητροπολιτική διαφθορά. Είναι φανερό πως δεν είχαμε τις δυνατότητες για τίποτα καλύτερο από μια χάρτινη απομίμηση, μια συρραφή εικόνων που τις κόψαμε από παλιές πρωτοποριακές εφημερίδες.
Σουλτς Μπρούνο
(Μετφρ. Σπύρος Τσακνιάς)
«Το Δέντρο»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου