Το χωριό ήταν ανάστατο κείνο το βράδυ από τα σμπάρα και τα μάσκουλα, τα βιολιά και τα ξεφωνητά των τραγουδιστάδωνε. Τ' αρχοντικό του Φίλιου του Σπάλακα, το φρεσκοχτισμένο με τα τρία ψηλά λιακωτά, τις πλατιές λουλουδιασμένες πεζούλες και τις πλουμιστές παρεθύρες που 'βλεπαν οι μισές προς την πλατεία με τα πλατάνια κ' οι άλλες μισές μέσα στο περβόλι με τα πολλά μυριστικά, γιόρταζε καταφωτισμένο τους γάμους τ' αφεντικού του με τη θυγατέρα του κατατρεγμένου απ' τη μοίρα κι' αρχοντοξεπεσμένου μα τίμιου, κυρ Θόδωρου Μαλέγα, τη μελαχροινή και γλυκοαίματη Βαγγελίτσα· κ' ήταν τώρα καθισμένοι ολοτρόγυρ' από το μεγάλο τραπέζι στη μέση του σπιτιού, συγγενείς και φίλοι, έχοντας στην πάνω μεριά, στο κεφαλοτράπεζο, έτσι που να τους βλέπουν όλοι, τη νύφη και το γαμπρό. Δούλες μπαινόβγαιναν φορτωμένες με πλαδένες γεμάτες ψητά κρέατα και κοπέλια κρατώντας δίσκους με ποτήρια ξέχειλα από ρετσίνα κίτρινη σα χρυσάφι φλουρί κι' από κοκκινέλι λαμπίκο ίδιο το αίμα του λαγού. Κι' άρχιζε το τσούγκρισμα των ποτηριών κ' οι ευχές κ' οι ευλογίες ανακατεύονταν με τις συρτές δοξαριές των βιολιτζίδων που καθισμένοι λίγο παράμερα παίζανε σκοπούς μερακλίτικους περιμένοντας τη σειρά τους να ριχτούνε στο φαγοπότι. Δίπλα στη νύφη, στην απάνω γωνιά του τραπεζιού καθόταν ο πατέρας της, και καρσί τους δίπλα στο γαμπρό ήταν ο κουμπάρος· σηκώθη ο γέρος κρατώντας με τρεμουλιαστό χέρι το ποτήρι, να ευχηθεί τα παιδιά του· κ' έτσι που τ' άγγιζε στα χείλη του γεύτηκε πριν απ' το κρασί, την άλμη των ματιών του· η σκέψη του πήγε στην κατακαϋμένη τη γριά του και στο σκοτωμένο του γιο· και με τη γουλιά του κρασιού πήγε κάτω η πιο χοντρή γουλιά του πόνου που 'χε σταθεί κόμπος στο λαρύγγι του.
Ο Φίλιος ο Σπάλακας, χρόνια ξενιτεμένος, ήρθε στο χωριό του φέρνοντας μπόλικο βιος, με την απόφαση να παντρευτεί και να κατασταλάξει πια στον τόπο του που τόσα χρόνια τον είχε στερηθεί. Είν' η αλήθεια πως μπορούσε να 'χε παντρευτεί πολύ νωρίτερα, αλλά στην ξενιτειά που δούλευε έχοντας κατά νου να πλουτίσει όσο το δυνατόν περισσότερο, ξεχάστηκε στο κυνήγημα του παρά, κι' όταν πια θυμήθηκε να 'ρθει στον τόπο του, άρχισε να του ριζώνεται στα σοβαρά κ' η ιδέα της παντρειάς. Έχτισε σπίτι ψηλό με πολλές κάμαρες, αγόρασε περβόλια με μαγκανοπήγαδα, χτήματα με πατητήρια και με λινά, λαγκάδες γεμάτες λιόφτα, έχτισε λιοτριβιά κι' αποθήκες. Πήρε στο σπίτι καινούργια πράματα, τι μπακίρια, τι στρωσίδια φλοκωτά, τι καναπέδες με σούστες, κονσόλα και λάμπα του πετρελαίου με μεγάλο φυτίλι να φωτάει σα λεχτρικό κι' άλλα κι' άλλα, νοικοκυριό ατράνταχτο μια φορά· δεν έλειπε παρά η νοικοκυρά.
Αν και κοντά πενηντάρης, ο Φίλιος ήταν γερός, λεβεντάνθρωπος και καλοστεκούμενος, ξεχώριζε απ' όλους τους χωριανούς του γιατί είχε φερσίματα «ογροπαϊκά». Πολλές φορές στις κουβέντες του μέσα ανακάτευε και κάτι ελληνικούρες που δεν είχαν τη θέση τους, αλλ' αυτό τον εσήκωνε πολύ στην εχτίμηση των άλλων που στέκονταν και τον άκουγαν μ' ανοιχτό το στόμα.
Πολλές τον είχανε βάλει στο μάτι· τι κι' αν ήτανε και λίγο μπασμένος στα χρόνια, δε βαριέσαι; Βροντάει γερά η τσέπη του κ' οι σοδειές του κάθε χρόνο τον πλουταίνουν και πιο πολύ· λένε μάλιστα πως έχει φέρει μαζί του και το ρουχισμό της νύφης και το διαμαντικό, ως και ταμπάρο με γούνα, στιβάλια και μεταξωτά πασουμάκια. Αμ τ' άλλο το 'χεις για λίγο; Ούτε μάνα έχει ούτε αδερφή, μονάχος νοικοκύρης μέσ' τα καλά του. Χαρά στην καλότυχη που θα 'μπει εκεί μέσα, δε θα 'χει ούτε τον κόπανο της πεθεράς, ούτε τη φαγωμάρα της κουνιάδας να τήνε χτικιάζει. Δεν τα ξέρουμε μαθές; Κι' άρχισαν να πηγαινοέρχονται οι προξενήτρες. Δυο τρεις μεγαλοκοπέλες που είχαν τον τρόπο τους και κόντευαν να μείνουν στο ράφι απ' τους πολλούς που εδιάλεγαν, ρίξαν τα δίχτυα τους στο Φίλιο κ' έβαλαν λυτούς και δεμένους για προξενιά. Μα ο Φίλιος δεν έδωσε καμιά απάντηση, γιατί καθώς είχε μάθει, η μια ήταν αρραβωνιασμένη δυο φορές, η άλλη ήταν νευρικιά και τήνε πείραζε αερικό κ' η άλλη είχε πολλές κουβέντες με τους σερνικούς. Ετούτο 'δω ο Φίλιος δεν το σήκωνε μα την αλήθεια, η γυναίκα πρέπει να 'χει λίγα λόγια, παντρεμένη είτε ανύπαντρη. Αυτός τουλάχιστο δε θα το συχώραγε ποτέ στη γυναίκα που θα 'παιρνε, όλα κι' όλα. Έτσι βγαίνουν τα κουσούρια κι' άλλος λέει το μακρύ του κι' άλλος λέει το κοντό του. Τ' όνομα του αντρός απ' τη γυναίκα κρατιέται τιμημένο και δοξασμένο, λίγα λόγια και κάτω τα μάτια. Κι' αν έζησε στις πολιτείες της ξενιτιάς κ' είδε πως οι γυναίκες ζούσαν ελεύτερες τόσο που να ζητάνε και ψήφο, να γίνουν λέει βουλευτίνες και δημαρχίνες, αυτός κράταγε τις ιδέες του τόπου του και τη γυναίκα την ήθελε γυναίκα κι' όχι άντρα, μα ούτε και πολυλογού και αερισμένη. Να μη βρεθεί ούτε γάτος να πει για τ' όνομά του, που έφαγε τη ζωή του να το φέρει στο σημερινό σημείο. Τ' όνομά του απάνω απ' όλα, γι' αυτό δούλεψε και το καυχιέται. Κι' όταν ο Φίλιος έκανε αυτή τη σκέψη ή την κουβέντιαζε με κανέναν άλλο, η έκφραση του προσώπου του αγρίευε σαν κιόλας εκείνη τη στιγμή να κιντύνευε να προδοθεί η τιμή του και τ' όνομά του. Από μια μέρα που κάθισε στο καφενείο της αγοράς με το γέρο Θόδωρο Μαλέγα και τούτος 'δω του εξιστόρησε πώς έχασε το βιος του, τα γελάδια του, κοπάδια ολόκληρα που 'πεσε ασθένεια και τα ρήμαξε πέρα ως πέρα, ύστερα πώς πέθανε η γριά του απ' το μαράζι του μονάκριβου παλικαριού τους που το 'φαγε ο πόλεμος και πώς τώρα μόνη του παρηγοριά κι ελπίδα ήταν η Βαγγελίτσα, ο Φίλιος έκανε σχεδόν κάθε βράδυ συντροφιά με το γέρο γιατί έβρισκε γούστο στις κουβέντες του που ήταν κουβέντες μυαλωμένου ανθρώπου. Εκείνο που του 'κανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν οι αυστηρές αρχές του γερο - Μαλέγα όσο για το ζήτημα των γυναικώνε πως πρέπει να είναι λιγόλογες και σοβαρές. Δόξα σοι ο Θεός το Μαλεγέικο δεν ακούστηκε ποτέ, πάντα στάθηκε ασπροπρόσωπο απ' τους παππούδες και τις γιαγιάδες του ως τα σήμερα.
Μια μέρα ο Φίλιος πήγε κάτι να ρωτήσει στο σπίτι του κυρ Θόδωρου κ' είδε τη Βαγγελιώ που πότιζε στην αυλή τα βασιλικά και τις γαρουφαλλιές της. Παρέκει ήταν κι' ο Στέλιος το ψυχοπαίδι που 'χαν πάρει ορφανό από μικρό και που τώρα θα 'ταν δεκαπέντε δεκάξι χρονών. Έτσι που ήταν σκυμμένη και σκάλιζε το χώμα των λουλουδιών της, ξαφνιάστηκε σαν άκουσε βήματα στην αυλόπορτα κι' όσο να προφτάσει να καλοσηκωθεί, ο Φίλιος την καλημέριζε ρωτώντας την πότε θα γύριζε ο πατέρας της απ' το μύλο. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που 'φερε το Φίλιο ως την αυλή της Βαγγελιώς. Σκοπός του ήταν να δει την ίδια και την είδε, έτσι αναπάντεχα χωρίς αυτή να το περιμένει. Του φάνηκε, αλήθεια, σεμνή, νοικοκυρεμένη, γλυκομίλητη αλλά κι' όμορφη έτσι που δεν το 'βαζε ο νους του.
Το βράδυ πήγε γυρεύοντας να βρει το γέρο στο καφενείο κι' όλο σαν κάτι να 'θελε να του πει κι' όλο έφερνε βόλτα την κουβέντα, αλλά πάλε σταμάταγε κι' άλλαζε την ομιλία, ενώ μεσ' στο μυαλό του αναδευότανε επίμονα της Βαγγελιώς η μορφή, κ' έλεγε από μέσα του:
«Ε, Φίλιο, σκέψου πρώτα καλά και μη βιάζεσαι -η παντρειά δεν είναι πουκάμισο να τ' αλλάζεις όποτε θέλεις».
Τη νύχτα άργησε να κοιμηθεί, μια σκέψη τον τυράνναγε: Η ηλικία του κοριτσιού. Θα 'τανε δε θα 'τανε εικοσιπέντε χρονών κι' αυτός τήνε πέρναγε σχεδόν άλλα τόσα. Αλλά το Μαλεγέικο στάθηκε ασπροπρόσωπο. Δεν τα 'λεγε ο κυρ Θόδωρος; Τι έχουν να κάνουν τα χρόνια μπρος στο μυαλό;... Τι κορίτσι, αλήθεια, γλυκοαίματο και το βλέμμα της ασυννέφιαστο και καθάριο έτσι θα 'ναι κι' η ψυχή της... Να ήταν τουλάχιστο τριάντα δύο τριάντα τριών χρονών... αυτός σαν θα πατήσει τα εξήντα αυτή θα 'ναι τριάντα πέντε χρονών νταρντάνα, απάνω στον ανθό της και θα τον βλέπει σαν πατέρα κι' όχι σαν άντρα της και τότε τι θα γίνει; ... Κι' ο Φίλιος ένιωθε τα στήθια του σαν από κάποια φουσκοθαλασσιά ν' ανασηκώνονται, μα αμέσως, σαν έφερνε μπροστά του το κοίταγμά της το γλυκό, ημέρευε η σκέψη του κι' έλεγε πάλι μέσα του: Θα τήνε στρώσω στα παιδιά, θα πέσει ο νους της μ' εκείνα. Με τις έγνοιες, με τις γέννες, οι γυναίκες γερνάνε πιο γλήγορα. Και μήπως είμαι και κάνα κούσαλο, το κάτω - κάτω της γραφής; Νέοι εικοσάρηδες δεν έχουν τη λεβεντιά μου. Και στεκόταν μπρος στον καθρέφτη στρίβοντας το μουστάκι του και κορδώνοντας το κορμί του, που, καθώς ήταν ξερακιανό και ψηλό, έμοιαζε το μισοσκεβρωμένο σανίδι.
Έκανε δυο μέρες να φανεί στην αγορά. Όλο έπαιρνε την απόφαση κι' όλο την ξανάβαζε πάλι κάτω για να την ψιλοκοσκινίσει εκατό φορές. Με το χάραμα πήγαινε και παράστεκε στο φόρτωμα των σταχυών που τα στοίβαζαν δεμάτια ολόχρυσα πάνω στους μακριούς αραμπάδες και το βράδυ ύστερ' από το σκόλασμα της εργατιάς σεργιάνιζε ώρες σκεφτικός μέσ' από τους θερισμένους κάμπους. Η μυρουδιά του κομμένου χόρτου, της αγριοβιολέτας και της λυγαριάς μέσα από τους φράχτες τού γέμιζε τα ρουθούνια ευχαρίστηση και το στήθος του ανασηκωνόταν, ανασαίνοντας βαθιά το βραδινό πεντοβόλημα της εξοχής. Κείνη την ώρα έσκαζε πίσω απ' τη χαμηλή πλαγιά του βουνού τ' ολόγιομο φεγγάρι κι' ο Φίλιος ξεκίνησε για το σπίτι του. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο νους του ζωντάνεψε την Βαγγελιώ στο κατώφλι, σαν να βγήκε λέει να τον υποδεχτεί. Κατάλαβε πως ήταν ανίκανος πια ν' αντισταθεί στην ιδέα που του ριζώθηκε κι' ένα βραδάκι χωρίς δισταγμό πήγε γυρεύοντας τον κυρ Θόδωρο στο καφενείο. Την άλλη μέρα άλλαξαν δαχτυλίδια και σε δεκαπέντε μέρες ορίστηκε κι' ο γάμος. Βούιξε το χωριό.
- Καλέ το παιδί του πήγε να πάρει; Χαθήκαν οι γυναίκες που του ταίριαζαν και στα χρόνια και στο βιος; Και τα παλικάρια πάλι λέγανε:
- Αχ, μωρέ, κάλλη που θα χαρεί ο γερο - Σπάλακας, κορμάκι μελαχρινό κι' αφράτο σαν το σταρένιο το ψωμί και μάτι σαν τη χοντροελιά.
Κ' οι μισότριβες του ραφιού:
- Αμ γρήγορα θα του φύγει και θα μείνει μαγκούφης δίχως γεροκόμιο να χτυπάει το ξερό του. Τότε θα σκεφτεί ποια έπρεπε να πάρει, αλλ' άστονε να πλερωθεί όπως τ' αξίζει.
Κι' ο Μένιος ο μυλωνάς, καταπίνοντας το σάλιο του, έλεγε μέσ' από τα δόντια του:
- Μωρέ σε τι φράπα τραγανή θα βουλιάξει του γέρου το σκυλόδοντο.
Και ξερόγλυφε τα χείλια του...
Ύστερ' από την τρίτη μέρα, αρχίνεψαν οι βίζιτες στ' αρχοντικό του Φίλιου. Όσοι πήγαν κι' όσοι δεν πήγαν στο γάμο, ξεκίνησαν να παν να χαιρετίσουν το καινούργιο αντρόγυνο οι πιο πολλοί για να ξομπλιάσουν το αταίριαγο ταίρι όπως το 'λεγαν αναμεταξύ τους. Οι γυναίκες, λέγοντας την τυπικιά ευχή «να ζήσετε χιλιόχρονοι, σιδεροκέφαλοι και γρήγορα με κληρονόμους», κατάπιναν το ροσόλι γουλιά γουλιά, ρίχνοντας λαίμαργες ματιές στα νοικοκυριά και στα στολίδια του σπιτιού κ' ύστερα σωπαίνανε. Το ίδιο κ' οι άντρες. Μα τούτοι 'δω αντί να κοιτάνε τα πράματα, στη Βαγγελιώ πιο πολύ είχανε καρφώσει τα μάτια τους, που ίδια πλουμιστή φεργάδα μπαινόβγαινε με το μεταξωτό της φόρεμα, το χρώμα σάπιο μήλο, για να περιποιηθεί τους επισκέπτες και να δεχτεί τις ευχές τους.
Ο Φίλιος φαινόταν ευχαριστημένος. Καμάρωνε ορθώνοντας το κορμί του με κάποια προσπάθεια να το κρατάει κορδωμένο και το σβέρκο του τον έβαζε πιο πίσω έτσι που το κεφάλι να στέκει ολόρθο και μονοκόκαλο. Μα σε λίγο χωρίς να το καταλαβαίνει όλα πήγαιναν σιγά - σιγά στη θέση τους, η μέση του σκέβρωνε, το στήθος του κάθιζε μέσ' από την κοιλιά του κι' ο σβέρκος του χωνόταν ανάμεσα στους ώμους.
Η Βαγγελιώ κάθε μέρα κι' ομόρφαινε πιότερο. Με τα καινούργια στολίδια της φάνταζε ίδια βασίλισσα. Στητή κορμοστασιά κυπαρισσένια, στην εκκλησιά σαν πήγαινε, όλοι κι' όλες, κάνοντας μηχανικά το σταυρό τους σε κάθε ξεφωνητό του παπά ή του ψάλτη, με τ' ανάβλεμμα τη μέτραγαν απ' την κορφή ως τα νύχια και δεν είχαν το νου τους στη λειτουργία. «Που κακό μάτι να μην την πιάσει, δε μπόρεσα ν' ακούσω τη λειτουργιά, ας με συγχωρέσει η χάρη της». Κ' η Βαγγελιώ όλο κ' ομόρφαινε. Ο Φίλιος άρχισε να ζηλεύει και μέσ' από τις κουβέντες του σαν να της πέταγε πόντους για να την κάνει προσεχτική. Αλλά σε τι; Η Βαγγελιώ τον άκουγε κι' όλο του 'λεγε «ναι», κουνώντας το κεφάλι της, μα ο λογισμός της σαν να σκόνταυε σ' ένα «γιατί;» ανεξήγητο, που δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Όταν μάλιστα ο Φίλιος τόνιζε τη φράση: «Να μη βρεθεί κανείς να πει για τ' όνομά μου» η Βαγγελιώ ένιωθε κάποιο φόβο μέσα της έτσι που άκουγε τον άντρα της να της το λέει σαν προσταγή... σαν απειλή. Μήπως δεν ήξερε αυτή πώς θα 'πρεπε να φέρνεται και πώς κορώνα στο κεφάλι της θα κράταγε τιμημένο τ' όνομα του αντρός της; Δεν το 'χε δασκαλευτεί από παππούδες και γιαγιάδες ότι το Μαλεγέικο πάντα στάθηκε ασπροπρόσωπο; Κι' αντί μέσα σε χάδια και φιλιά να περνάνε τώρα οι μέρες της, έβλεπε το Φίλιο βαρύ, σκεφτικό, αμίλητο, σαν να τόνε βάραινε η παρουσία της, σαν να μετάνιωσε που την πήρε. Ώρες - ώρες πάλι, σαν ήταν καλός μαζί της, αναθάρρευε η καημένη έτσι που τον έβλεπε γελαστό και δεν ήξερε τι να του κάνει για να τόνε βλέπει πάντα ευχαριστημένο. Και πήγαινε και κούρνιαζε στην αγκαλιά του σαν το κατατρεγμένο από τη μπόρα αδύνατο πουλάκι, που ζητάει άσυλο και προστασία. Μ' αυτή η ευτυχία δεν κράταγε πολύ. Ποιος της είπε όσο ο καιρός επέρναγε τόσο και να ομορφαίνει; Τόσο κι' ο Φίλιος ένιωθε το σάρακα της ζήλειας να σιγοτρώει βαθιά τα σωθικά του. Και δε μπορούσε να ξεδιαλύνει τι γίνεται μέσα του, σαν φούντωνε η λαχτάρα, μια βάρβαρη χτηνώδικη λαχτάρα να τη ρουφήξει ολόκληρη μέσ' τ' αγκαλιάσματα και στα φιλιά κι' ύστερα από την απόλαυση σαν κάποιο δηλητήριο να καταστάλαζε βαθιά του, σαν κάποιο φίδι να του δάγκαγε τα σωθικά και να τον παράλυε σύγκορμο.
Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Η Βαγγελιώ που κατάλαβε πως υπόφερε ο άντρας της από της ζήλειας τη φοβερή αρρώστια, βάλθηκε να τόνε γιατρέψει. Έπαψε να στολίζεται, πήγαινε αλάργα και πού σε καμιά φιληνάδα της. Ήρθε κι' ο θάνατος του πατέρα της και κλείστηκε ολότελα. Μα πάντα διάβαζε στα μάτια του αντρός της το γνώριμο εκείνο κοίταγμα της υποψίας που το 'νιωθε μέσα της σαν μια βρισιά, σαν προσβολή. Κι' άρχισε το στηθάκι της υπόκωφα, βαθιά ν' αναστενάζει. Έχανε πια σιγά - σιγά το θάρρος της. Πώς θα 'θελε να πάει σε μια γωνιά της αγκαλιάς του ν' αναπάψει το τυραγνισμένο απ' τη στενοχώρια κεφαλάκι της και σ' ένα βουβό φιλί να του 'λεγε πόσο από αυτόν πονάει! Μα όσο ήταν τρυφερή κι' άλλο τόσο ένιωθε μια περηφάνια μέσα της να τήνε διαφεντεύει. Μα ήταν γυναίκα απάνω απ' όλα κι' άρχισε να φοβάται. Σαν άκουγε το βήμα του στα σκαλοπάτια να τρίζει ανεβαίνοντας, έβαζε ασυναίσθητα το χέρι στην καρδιά και νευρικά σηκωνόταν να τον προϋπαντήσει. Κι' έβαζε ψεύτικη δύναμη να του χαμογελάσει. Κι' όταν αυτός της μίλαγε ένιωθε ένα ορμητικό εσωτερικό κύμα να της βάφει άλικα τα μάγουλά της κ' έσκυβε το κεφάλι κι' έφευγε βιαστική σαν ένοχη, που είχε να κρύψει κάποια της ντροπή. Δεν έβλεπε πια μπροστά της τον άντρα της, το φίλο, τον αδερφό, τον πατέρα, τον προστάτη, τον υπερασπιστή, το θάρρος, το καταφύγιο, τη χαρά, τη γαλήνη, μα είχε ολόστητο το άγαλμα της υποψίας, που γεννάει τη σκληράδα, την πικρή γλώσσα, που σκοτώνει την εμπιστοσύνη και ξυπνάει τον ανεξήγητο φόβο στον αθώο, στον απονήρευτο και τον ταπεινώνει και στους άλλους και στον εαυτό του.
Τα μεγάλα παραθύρια της πλατείας έμεναν πάντα κλειστά και μόνο από τ' απομέσα του περιβολιού έβλεπε η Βαγγελιώ το φως του ήλιου και το χρώμα τ' ουρανού. Με το νοικοκυριό πάλεψε η φτωχή τη στενοχώρια της να ξεγελάει, μα ούτε και κάνα παιδί δεν της έστελνε ο Θεός για να σκορπάει ο νους της. Κι' άρχισε μια πικράδα να της μαραίνει την καρδιά. Άνοιγε ώρες - ώρες τα ντουλάπια, τις κασέλες της κι' έπιαν' ένα ένα τα φουστάνια της, το ταμπάρο με τη γούνα, τα στιβάλια της κι' αφού τα κοίταγε συλλογισμένη, τα 'κλεινε πάλι μέσα, δακρυσμένη κι' αμίλητη. Μια μέρα που ο άντρας της την πρόφτασε κλαμένη, αντί να της στυλώσει την ψυχή μ' ένα του χάιδι, μ' ένα του λόγο, κατέβασε δέκα καντάρια μούτρα και τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν το λιοντάρι που διψάει αίμα. Αυτή έβαλε πάλι δύναμη και πήγε κοντά του, λέγοντας με τρόπο που και πέτρες θα συγκίναγε:
- Τι έχεις πάλι, Φίλιο μου; Δε μπορώ έτσι να σε βλέπω. Τι θες να κάνω η άμοιρη για να 'σαι γελαστός; Αχ! Λίγο γέλιο δώσε μου και πάρε τη ζωή μου!
Κ' εκείνος της απάντησε:
- Οι γέροι δε γελάνε. Έπρεπε να μη μ' έπαιρνες αν ήθελες χασκαρίσματα. Άι να βρεις από κείνους που σ' αρέσουν, τους νέους, τους λεβέντες, να σου χαμογελάνε.
Και της έκλεισε με πάταγο την πόρτα στα μούτρα της.
Μια νύχτα ο Φίλιος ονειρεύτηκε πως η γυναίκα του τον απατούσε με τον Στέλιο τον ψυχογιό. Πετάχτηκε απ' το προσκεφάλι με ανασηκωμένα τα μαλλιά, με γουρλωμένα μάτια και τρίζοντας τα δόντια. Γύρισε κ' είδε δίπλα του τη Βαγγελιώ που σαν το αρνάκι ανάσαινε μέσ' το γλυκό της ύπνο και τα ματόκλαδά της έριχναν την πιο απαλή μετάξινη σκιά στ' ωριό της προσωπάκι και ταραγμένος από το σατανικό του τ' όνειρο έσκυψε από πάνω της κι' ακούμπησε τα νύχια στον παχουλό της το λαιμό έτοιμος να την πνίξει. Μα ένα τρίξιμο απ' την καντήλα ακούστηκε κ' η καύτρα του αγριολουμινιού πετάχτηκε απάνω στο σεντόνι του. Λίγο έλειψε ν' αρπάξουνε τα ρούχα του φωτιά.
Μια μέρα τράβηξε με κατεβασμένο το καπέλο κατά τα χτήματά του. Τον απάντησε ο Πέτρος ο Γιαννέλος πέρ' απ' την Αμπολή κοντά στην Καλαμόβρυση.
- Γεια χαρά, μπάρμπα Φίλιο. Τι γίνεσαι, δεν μας λες; Άνοιξε η γη και σε κατάπιε; Όλο εξοχικούς περιπάτους μάς κάνεις; Καλά, πολύ ωραία. Πρέπει τα κότσια να βαστάνε γιατί έχεις νια γυναίκα. Βάστα καλά όσο μπορείς μη μπει άλλος στα καλά σου και λέει «εις υγείαν του κουτού». Ξέρω κ' ένα μαντζούνι «που κάνει νιους τους γέροντες και τις γριές κοπέλες». Έχει μέσα χίλια δυο βότανα και μπαχαρικά, και των εφτά αδελφιών το αίμα και άλλα που τα μελετάω τη νύχτα στ' άστρα σαν είναι γέμιση του φεγγαριού... Καταλαβαίνεις... Όποτε το χρειαστείς έλα να μ' εύρεις.
Ο Φίλιος χαμογέλασε και έφυγε κουνώντας το κεφάλι, μα μέσα του ένιωσε φαρμακερό σαν δάγκωμα από φίδι. Κείνη τη νύχτα κατέβηκε ως κάτω στα υπόγεια με το πιστόλι, τρεις φορές, θέλοντας να βρει τον ερωμένο.
Όξω το σούρουπο έπεφτε βαρύ στον έρμο κάμπο και ψιλή - ψιλή βροχούλα άρχισε να πέφτει από τα μαύρα σύννεφα που 'ρθανε τόσο χαμηλά, λες κι' ακούμπαγαν στις στέγες των σπιτιών. Μια βαριά μυρουδιά χωματίλας ανέβαιν' απ' τη νοτισμένη γη και τα πετούμενα είχαν από νωρίς κουρνιάσει κάτ' από τις πάγκες της στέγης ή μέσα στις υγρές σπηλιές και στις κουφάλες των δέντρων. Η Βαγγελιώ ζήταγε αέρα, η κλεισούρα κ' η στενοχώρια της είχαν πλακώσει την καρδιά. Πήγε ν' ανοίξει την παρεθύρα που 'βγαινε στο πάνω λιακωτό πίσ' από το περβόλι. Του κάκου όμως πολέμαγε, λες κ' ήταν καρφωμένο. Μα απ' τις βροχάδες φούσκωσε το ξύλο κ' έσφιξε τόσο πολύ. Έβαλε ο Στέλιος ο ψυχογιός μια σκάλα ξύλινη απάνω σε μια κάδη από κάτω από το περβόλι για ν' ανεβεί στο λιακωτό. (Ο Φίλιος που φοβότανε μην αληθέψει τ' όνειρο, σαν έφευγε, εκλείδωνε τη γυναίκα του μονάχη στο σπίτι μέσα κι' άφηνε όξω στην αυλή το Στέλιο μοναχό του. Και τούτος 'δω σαν το πιστό σκυλί καθόταν σε μιαν άκρη κ' έκλαιγε για την κακοτυχία της άμοιρης κυράς του. Ποια είναι τα καζάντια της, πού είναι το γέλιο της, πού το τραγούδι της. Μαραίνεται, χτικιάζει η πανώρια κοπελιά με το γερογρουσούζη.)
Ο Φίλιος, γυρίζοντας αργά από πέρα το πλατύ χαντάκι τ' αλωνιού, σαν να είδε ανάμεσα από τα μισόξερα κλαριά, στο σύθαμπο του σούρουπου που είχε γίνει πιο πυκνό, έναν αντρίκιο ίσκιο που πάσκιζε να σκαρφαλώσει στην ταρατσοπεζούλα. Ένα κύμα λύσσας ξεχύθηκε απ' το στήθος του και ξέσπασε σ' ένα μισοπνιγμένο μούγκρισμα. Έβαλε το χέρι στην πίσω τσέπη του παντελονιού του.
Κουλουριάστηκε για να δει καλύτερα μα τα κλαδιά τον εμπόδιζαν. Έπεσε με την κοιλιά στα μουσκεμένα χορτάρια και σερνόταν σαν το φίδι πιο κοντά, όλο και πιο κοντά.
Σαν πάτησε ο Στέλιος στο πάνω - πάνω σκαλί, η ξύλινη σκάλα έτριξε και, γλιστρώντας πάνω στο νοτισμένο τοίχο κάτ' απ' το βάρος του κορμιού του, έπεσε μ' έναν κρότο δυνατό πάνω στην παλιά κάδη που και τούτη αναποδογυρίστηκε τρεις τέσσερεις φορές και πήγε να σταματήσει στον κορμό της κουφοξυλιάς, δίνοντάς του ένα τίναγμα δυνατό. Κι' ο Στέλιος που 'χε προφτάσει να πιαστεί από το πρεβάζι της ταρατσοπεζούλας, βρέθηκε κρεμασμένος στο κενό.
Αυτή τη στιγμή κ' η Βαγγελιώ απ' το πολύ ζόρι που 'βαζε για ν' ανοίξει την ψιλοπαρεθύρα, πήδηξε και τον άρπαξε από τα δυο τα χέρια και πάσκιζε να τον τραβήξει με όλη της τη δύναμη. Κρεμάστηκε ως την κοιλιά με κίντυνο να πέσει, κι' αυτός πολέμαγε με τα πόδια στον τοίχο για να στηριχτεί, μα ήταν το ντουβάρι ίσιο και νοτισμένο απ' τη βροχή και πάλι γλίστραγαν τα πόδια του και πάλι κρεμασμένος βρισκόταν στο κενό.
- Τι έκανες, μωρέ παιδί, τι σου 'ρθε ν' ανεβείς εδώ;
- Για να σ' ανοίξω, για να βγεις να πάρεις λίγη ανάσα. Είδα πώς παιδευόσουνα και μου καιγόταν η καρδιά. Τάχα δεν θέλει ο άνθρωπος παρηγοριά κι' απ' το μικρό κι' απ' το φτωχό του δούλο;
Ο Σπάλακας χίμηξε μέσ' από τα χορτάρια με μανιασμένο μούγκρισμα.
- Αχ! Άτιμη σε τσάκωσα, ήρθε η ώρα ο Σπάλακας να δείξει αν είναι άντρας. Τρεχάτε γειτόνοι, εβγάτε να με δικαιώσετε, ήρθε η ώρα. Με τα δυο τα μάτια μου τους βλέπω. Μάρτυρες, μάρτυρες, τρεχάτε. Η Βαγγελιώ η γυναίκα μου, να κι' ο αγαπητικός της, στο σπίτι μου τον έμπαζε. Φέρτε μαζί και τα κουμπούρια σας σημάδι να τους βάλουμε. Ποιος βρέθηκε απάνω στου Φίλιου τ' όνομα το πόδι του να βάλει;
Μούγκριζε, φώναζε ίδιος τρελός κ' έτρεχε κατά κει λαχανιασμένος να πιει το αίμα και των δυο.
Ο κόσμος χύθηκε έξω από τα σπίτια κι' από τα μαγαζιά και πήδησε τις μάντρες του περιβολιού του Σπάλακα. Μα πριν προφτάσουν να τον κρατήσουνε, άδειασε απανωτά όλες τις σφαίρες του πιστολιού του στον κρεμασμένο άντρα. Μια σφαίρα που ξαστόχησε, βρήκε τη Βαγγελιώ απάνω στο κεφάλι. Καθώς είχε κρεμαστεί από κει, δε σάλεψε. Κι' ο Στέλιος έπεσε βαρύς χωρίς πνοή κουφάρι ματωμένο.
- Θέλω να δω τον άτιμο. Φέρτ' ένα φως να τον αποτελειώσω! (Στην αναλαμπή ενός κεριού θανατερή εφάνηκε του Στέλιου η μορφή.) Αυτός!... Ο δούλος μου!... ρέκαξε πνιγμένα ο Φίλιος. Τ' όνειρο, τ' όνειρο, μωρέ, που είδα, εζωντάνεψε. Αχ! Σκύλα, να μη σ' έπνιγα την ίδια εκείνη τη στιγμή!...
Ταρσούλη Αθηνά
«Νέα Εστία»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου