Εκείνες τις θερμές νύχτες του Αυγούστου οι Αθηναίοι κυκλοφορούσαν ξέφρενοι. Κατέβαζαν αναψυκτικά και παγόνερο, περπατώντας με κινήσεις χωρίς ρυθμό...
Όταν γλίτωνα απ' τη μελέτη, κρατώντας πάντα κάποιο βοβλίο, περνούσα τον Κήπο και κατάφευγα σ' έν' απόμερο παγκάκι του Ζαππείου. Στις δέκα έπρεπε να βρίσκουμαι στην κάμαρά μου και να διαβάζω απ' την «Εξ αδιαθέτου διαδοχή». Το παγκάκι είχε χώρο για τρεις, μα σπάνια φιλοξενούσε πιότερους από δυο. Ο δεύτερος θα ήταν κάποιος αδιάφορος για μένα -συχνά άντρας, που θα ξεφύλλιζε την ανία του σε μια εφημερίδα· σπάνια γυναίκα, που θα περίμενε με αγωνία εκείνον...
Κάποιο βράδυ, πέρ' απ' τις εννιά, μια γυναίκα, αφού γύρισε όλα τα παγκάκια, διάλεξε το δικό μου. Η εμφάνισή της σ' έπειθε πως δεν ήταν τυχαία. Μέναμε σιωπηλοί. Μού φάνηκε πως δεν είχαν στόχο τα βλέμματά της, η αναμονή της κανένα προορισμό. Το σκοτάδι έπεφτε σιγαλά, με σοφή τάξη, με υπολογισμό και στην ελάχιστη ριπή του. Κι όλα γύρω έπαιρναν κάτι απίθανες διαστάσεις μέσα στην πνιγηρή νύχτα. Σε μια στιγμή, η νεαρή γυναίκα, που δε θα 'χε φτάσει τα τριάντα, πλησίασε και ρώτησε με ξενική προφορά για την ώρα. Έκρυψα την ταραχή μου κι απάντησα πρόθυμα. Μικρή παύση. Εκείνη τολμά:
«Σάς έχουν γελάσει στην ώρα;»
Γύρισα και την κοίταξα. Μια όμορφη γυναίκα μονάχη μέσα στην απέραντη καταθλιπτική νύχτα, πειράζει ένα φοιτητή. Στο πρόσωπό της κανένα ίχνος προκλητικής ωραιοφάνειας. Τα μάτια της γεμάτα φώσφορο.
«Όχι...» απαντώ σεμνά. «Εσάς;»
«Μμ... ούτε και μένα...»
«Τότε, τι σάς νοιάζει για την ώρα;»
Γέρνει λίγο προς τα πίσω το κεφάλι με τα πυκνά, καλοσφιγμένα μαλλιά.
«Ναι... Έτσι...» χαμογελά για να κρύψει την αμηχανία της. «Απόψε έχει τόση ζέστη. Νομίζει κανείς πως ρωτώντας για την ώρα τη σπρώχνει να φύγει πιο γρήγορα...»
«Ναι, πολλή ζέστη».
Μα, εκείνη έχει διάθεση:
«Είναι ωραίο το βιβλίο που διαβάζετε;»
«Ναι... Το φανταστικό ταξίδι του Ουριανού».
Γελά με διάκριση. Κάτι περιποιημένες οδοντοσειρές.
«Γιατί γελάτε; Σάς φαίνεται αστείο;»
Σηκώνει ελαφρά τους ώμους με παιδιάστικη αφέλεια:
«Δεν ξέρω... μα, δεν γελάμε μονάχα με τ' αστεία».
«Α, ναι...»
Στο βάθος η τζαζ μαίνεται. Ρίχνω μια ματιά ολόγυρα στα πονηρά φώτα. Οραματίζομαι, με ήρεμο μέτωπο, μέσα στη στοργική νύχτα κάτι απίθανες κυανότητες του Σαρωνικού...
Εκείνη πάλι ξαναρχίζει:
«Ξεκουραστήκατε;»
«Μα, δεν είμαι κουρασμένος. Λίγο ζαλισμένος. Εργάζομαι, ξέρετε, σ' εφημερίδα, και... Μήπως θέλετε να πάρουμε κανένα δροσιστικό;»
Καθώς περπατούσαμε, πρόσεχα την αρμονική τάγια της, την απλότητα του ντυσίματός της, την αφελή κίνησή της. Μού εξηγήθηκε για την προφορά της: Ήταν από πατέρα Βαυαρό αξιωματικό και μητέρα Πολίτισσα. Κάποτε φοιτούσε στην Ιατρική Σχολή της Στουτγκάρδης, μα, τώρα, εργαζόταν μανεκέν στον οίκο «Ρυθμός».
Οι ακακίες του μοναχικού καφενείου αδυνάτιζαν κάπως το φως. Την καταμετρούσα. Ξαφνικά τη ρωτώ:
«Σάς αρέσει η ζωή της νύχτας;»
Γυρίζει και με κοιτάζει κατάματα. Τα ελαφρά εξογκωμένα ζυγωματικά διατηρούν το δέρμα της λείο· αμυδρά κομπαλάκια ιδρώτα ανάμεσα στα φυσικά φρύδια δίνουν στην έκφρασή της μια νότα οδύνης, που τη ζει με αξιοπρεπή εγκαρτέρηση. Οσμίζομαι κοντά της το σύνθετο εκείνο άρωμα της περιποιημένης σάρκας, που σε κάνει συχνά ν' αμφιβάλλεις για την υλική της υπόσταση, να χαμογελάς με τους αποστολικούς...
«Αυτή ζω, γιατί όλη την ημέρα παρασταίνω μπρος στις αριστοκρατικές κυρίες αλλάζοντας τουαλέτες...» μ' αποκρίθηκε.
Σκέφθηκα, ποιος τάχα να την είχε στείλει κοντά μου, τι να παράσταινε πλάι μου. Κι αιστάνθηκα -πίστεψα πως αιστάνθηκα- μια έλξη πολύ χριστιανική... Εκείνη επιμένει:
«Σάς αρέσουν τα φανταστικά ταξίδια;»
«Ναι... κι ό,τι είναι έξω απ' τον εαυτό μου...»
Ξαναρωτιέμαι, ποιος τάχα να μού την είχε στείλει σ' αυτήν την πνιγηρή νύχτα. Και, σε μια στιγμή που εκείνη άπλωσε για να πάρει το βιβλίο, τής κράτησα το χέρι μέσα στις υγρές παλάμες μου. Το κρατούσα. Δεν ξεχώρισα στην έκφρασή της καμιά δυσαρέσκεια για την πρόωρη οικειότητά μου. Κι ενώ μιλούσαμε για πράγματα χωρίς ενδιαφέρον, ένιωσα να χαϊδεύω πάνω απ' τον καρπό το δροσερό εκείνο χέρι -ρυθμικά, απαλά- και κάπου - κάπου να το κοιτάζω, σαν ένα κομψοτέχνημα που σε κάνει ευτυχισμένο.
Απ' την αντικρινή παρέα μάς χώριζε μια ακακία. Κάποιο πρόσωπο -λιπόσαρκο, μελαχρινό, με πυκνά μαλλιά και μακριά μαύρα χέρια- παρακολουθεί τη σιωπηρή σκηνή μας. Κολακεύεται η αντρική ματαιοδοξία μου κάτω απ' τα αιχμηρά βλέμματα του αγνώστου μου. Πίνει. Σε λίγο, πάλι. Κατόπι βάζει στη χούφτα λίγη ζάχαρη απ' τη λεμονάδα του κι αφήνει να τη γλύφει το άσπρο, σγουρόμαλλο σκυλί που κάθεται πλάι του. Γλύφει - γλύφει, ώσπου τον πιάνει βήχας. Μού κάνει εντύπωση η αντίθεση του λευκού σκυλιού, καθώς γλύφει μέσα απ' την κατάμαυρη χούφτα τη ζάχαρη. Και, όπως χαϊδεύω το χέρι της, αφηρημένος, το φέρνω πάνω στα πυρρά μου χείλη, θωπεύοντάς το με την υγρή μου ανασεμιά...
Κάποτε ψιθυρίζει:
«Μη μού φιλάτε το χέρι. Μπορεί να σάς φέρει βήχα...»
«Μα, το δικό σας είναι τόσο άσπρο», τής λέγω. Με κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει. Ο κύριος της αντικρινής παρέας ρίχνει νερό σ' ένα πιατάκι και το φέρνει στη μουσούδα του σκύλου.
«Τα χείλη σας καίνε», μού ψιθυρίζει. «Μη...»
Αιστάνθηκα ν' απαντώ:
«Δε διψώ...»
Καθώς τη συνόδευα απ' την οδό Ηρώδη Αττικού για τη στάση του τραμ, μπρος στ' ανάκτορα, στάθηκα απότομα και την καταμέτρησα:
«Είσαστε μονάχη;»
«Ναι. Κι εσείς;»
«Εγώ πάντα μονάχος. Μα, απόψε, έτσι, δεν ξέρω... σα να μην ήμουν και τόσο...»
Είχε κατεβασμένο το βλέμμα. Τής είπα τ' όνομά μου και τη διεύθυνσή μου.
«Το δικό σας;»
«Ειρήνη Σχίμφλε».
«Θα σάς δω άλλη φορά;»
Ανεπαίσθητη παύση -δισταγμός:
«Ναι. Την Κυριακή εκεί...»
Το πρωί της Κυριακής παίρνω ένα γράμμα: «Κύριε Αντώνη, αγαπάτε τόσο πολύ τα φανταστικά ταξίδια. Έχετε κάπως μακριά μαλλιά, κάποιο παλμό στη φωνή σας, όταν λέτε: “Εγώ πάντα μονάχος...” Σάς αρέσει να φιλάτε τα χέρια μ' άπειρη λεπτότητα -ασφαλώς θα γράφετε στίχους ή θα κρατάτε κάποιο ημερολόγιο τιτλοφορημένο: “Ιστορία μιας ψυχής”, ή, επιτέλους, θα κάνετε ιστορίες. Εκείνο το βράδυ σάς άφηνα για τα μάτια κάποιου άλλου που παρακολουθούσαν πίσω από μια ακακία· στα βλέμματά σας έβλεπα τις αεικίνητες κόρες των ματιών εκείνου, καθώς με κοίταζαν γεμάτες πάθος· σάς άκουα να μιλάτε για τη ζωή σας κι ένιωθα εκείνον πλάι μου να ψιθυρίζει για ό,τι έλειπε απ' τη δική μας ζωή... Γράψτε, λοιπόν, αυτή την ιστορία και προσέξτε να μη μένετε ποτέ διψασμένος». Διάβασα το γράμμα πολλές φορές. Ταράχτηκα. Τα 'βαλα με τον εαυτό μου. Και προς το απόγευμα, με άψογη εμφάνιση, χωρίς βιβλίο πια, πήγα και κάθισα στη θέση μου. Η Ειρήνη θα 'ρχόταν. Μα...
Περίμενα, περίμενα. Όταν πια νύχτωσε για καλά, τράβηξα στο δωμάτιό μου κι έγραψα την ιστορία μιας νύχτας του Αυγούστου, με κάποια, όμως, παραλλαγή στο διάλογο της οδού Αττικού: -«Είσαστε μονάχος;» -«Ναι... Κι εσείς;» -«Εγώ πάντα μονάχη. Μα, απόψε, έτσι, δεν ξέρω, σα να μην ήμουν και τόσο...»
ΙΙ
Περνά μια βδομάδα. Οι πνιγερές νύχτες με την αστροφεγγιά τους -φυγή για τα πλάτη. Πήγα και ξαναβρήκα τη θέση μου. Δεν κρατούσα το βιβλίο και είχα κομμένα τα μαλλιά κι όσο μπορούσα περιποιημένη την εμφάνισή μου. Καθώς διόρθωνα τη γραβάτα μου διαισθανόμουν την παρουσία της διάχυτη γύρω μου κι ένιωθα τέλεια απομονωμένο τον εαυτό μου μέσα στο θόρυβο του έξαλλου κόσμου και της τζαζ. Δοκίμαζα να πείσω τον εαυτό μου να ζήσει στην παραίσθηση μιας αναμονής με προορισμό... Δεν περίμενα πολύ και φάνηκε: Ήταν ντυμένη ελαφρά, μ' ένα εγχώριο, μακρόφαρδο φουστάνι, άσπρα κοντοτάκουνα, καστορένια παπούτσια -χωρίς κάλτσες- και τα μαλλιά σε ρολό τυλιγμένα πίσω απ' τ' αυτιά. Ήρθε σιγαλά και στάθηκε μπροστά μου. Μού φάνηκε πως τότε σκέφτηκε ν' αλλάξει την έκφρασή της σε προσποιητή αφέλεια:
«Καλησπέρα σας. Τι γενήκατε τόσες μέρες; Άρρωστος;» ρώτησε με πολλή οικειότητα. Μού έσφιξε το χέρι. Την κοίταξα σαστισμένος κι είχα χάσει το ρυθμό μου. Έδειχνε πολύ νέα απόψε. Τής έκανα θέση να καθίσει και κοίταξα ολόγυρά μου, ανήσυχος.
«Όχι...» απάντησα, «εργάστηκα πολύ τελευταία...»
Συγκράτησε το χαμόγελό της:
«Ναι; Μ' αυτές τις ζέστες δεν μπορεί κανείς...»
Δεν είχα την αντοχή να την κοιτάξω κατάματα. Και, σε μια στιγμή, με κάποια σύντομη χειρονομία, άπλωσα τα χέρια μου στα γυμνά, δεμένα μπράτσα της, συγκρατώντας όσο μπορούσα την ταραχή μου.
«Τι θέλετε; Ποια είσαστε; Τι θέλετε από μένα;» τη ρώτησα σε παράξενο τόνο.
Εκείνη δεν ξαφνιάζεται. Μονάχα προσπαθεί να τραβήξει ελαφρά τα χέρια της. Δεν το κατορθώνει κι αφήνεται στην ίδια στάση. Με κοιτάζει στα φρεσκοκομμένα μαλλιά με κάποια δόση χλεύης:
«Δεν έχετε τη φιλοτιμία να γράψετε ούτε μια αληθινή ιστορία... Τι κρίμα, τι κρίμα».
Κατεβάζω τα μάτια στα δροσερά μπράτσα της. Μού φαίνεται πως σ' εκείνα εκφράζεται πιο ειλικρινά, πιο αυθόρμητα.
«Δεν είναι αληθινή;»
«Όχι!»
«Γιατί;»
Έβγαλε από την τσέπη της την κυριακάτικη «Π» για να μού διαβάσει το διάλογο της οδού Αττικού.
«Και δεν έχω τέτοιο δικαίωμα, ν' αλλάξω ό,τι δημιούργησα εγώ;»
«Όχι!» απαντά χωρίς να μετακινήσει τα χέρια της. Η φωνή της πήρε έναν τόνο επίσημο κι αποκλειστικό, που τον σεβάστηκα.
«Μ' αφού το δημιούργησα εγώ; Κι ο Θεός γιατί να σάς κάνει έτσι όπως είσαστε, μια πονηρή και κακεντρεχή ύπαρξη;»
«Φταίτε σεις. Δεν κοιτάτε ποτέ με τα μάτια σας. Πού είναι το βιβλίο; Το φανταστικό ταξίδι του Ουριανού; Δεν το φέρατε απόψε;»
«Όχι».
Η φωνή της πήρε μια ανεξήγητη θέρμη:
«Γιατί; Πείτε μου, γιατί;»
Ήρθε πιο κοντά μου, έτσι που να περιπλεχτούν τα πόδια μας.
«Πείτε μου, γιατί δεν το φέρατε; Επειδή περιμένατε εμένα;»
«Το έδωσα στο βιβλιοδετείο μ' άλλα πέντ' έξι...»
«Α...» κάνει μ' αποκαρδίωση και ρίχνει λίγο προς τα πίσω το κεφάλι. Μικρή παύση. Σηκώνεται και παίρνει βαθιά ανάσα.
«Θα διορθώσετε εκείνο το διάλογο;» ρωτά σε ήπιο τόνο.
«Μα, γιατί; Γιατί; Ελάτε, καθίστε, δε μάς βλέπει κανείς... Θεέ μου, τι θέλετε από μένα; Είμαι ένας φτωχός φοιτητής. Μονάχος. Κι έρχομαι τη νύχτα εδώ για να δροσίζομαι. Τι θέλετε;»
«Ν' αλλάξετε εκείνο το διάλογο».
«Καλά».
Διστάζω να ρωτήσω:
«Θα το διαβάσει κι ο άλλος;»
Τότ' εκείνη συνέρχεται πια. Βρίσκει την ειρήνη της. Χαμογελά με άνεση:
«Ναι, ναι, λοιπόν... Αυτό περίμενα να με ρωτήσετε. Ακριβώς: Θέλω να το δείξω στον άλλο». Και χάνεται μέσα στα δέντρα. Μένω πάλι μονάχος κι οραματίζομαι τη ζωή κάποιων αμέριμνων νυχτόβιων -μέσα στην αστροφεγγιά, στις μουσικές ακτές του Σαρωνικού...
Γύρισα αργά κι έγραψα για τα χέρια της, που μού μετάδωσαν τόση δροσιά μέσα στην καταθλιπτική νύχτα του Αυγούστου -για την καλοσύνη και την υποταχτική στοργή τους, καθώς τυλίγονταν σε δυο καμπύλες, σαν φτερά αρχαγγέλου, προσπαθώντας να μού δώσουν εμπνοή.
Ο ήλιος έχει γείρει πια. Κάποιο σύννεφο, ακριβώς πάνω απ' την Ακρόπολη, με κοκκινόχρυσες ούγιες, απλώνει, απλώνει, ώσπου ξεφτά σε δύο, τρία, πέντε, κι ένα απ' αυτά παίρνει το σχήμα γυναικείου κεφαλιού, καθώς ναρκισσεύεται...
Αθόρυβα, χωρίς να την προσέξω, η Ειρήνη έρχεται και κάθεται πλάι μου. Τινάζει κάποιο φυλλαράκι απ' την τσάντα της:
«Καλησπέρα. Τι κάνεις, Αντώνη;» ρωτά.
Το πρόσωπό της έχει άπειρη γλύκα, τα λόγια της γεμάτα στοργή· θαυμάζω τη σπάνια κόψη των χειλιών της. Την κοιτάζω δίχως ν' απαντήσω.
«Είσαι λυπημένος;»
«Όχι, μα ούτε χαρούμενος...»
Μικρή παύση.
«Πότε θα πάρεις το πτυχίο σου;»
«Το φθινόπωρο».
Ο κόσμος περνά γύρω μας αδιάφορος, ανυποψίαστος -σα να μην υπήρχαμε, σα να μην υπήρχε. Η σκέψη μάς πλησιάζει στον πλαϊνό ή μάς απομακρύνει; Βραδιάζει. Η Ειρήνη απλώνει το χέρι πίσω απ' τον πάγκο και το φέρνει ως την πλάτη μου:
«Κοίτα, κοίτα την Ακρόπολη. Σε λίγο θα βυθιστεί. Να, να... Ο πατέρας μου, την τελευταία βδομάδα της ζωής του, με πήρε κοντά του και μού 'πε, με φωνή σβησμένη: “Να κατεβείς στην Ελλάδα, στην πατρίδα της μάνας σου... Να μείνεις εκεί πια. Κάνε μου κι αυτή τη χάρη, Ειρηνούλα. Ν' ανεβαίνεις κάθε βδομάδα στην Ακρόπολη, με ήλιο ή νύχτα. Να κοιτάζεις από κει την πολιτεία. Παίρνει μια όψη παραμυθένια. Ξεχνάς όλες τις πρόστυχες λεπτομέρειες του δρόμου: Θαυμάζεις πρώτα τον Άνθρωπο κι ύστερα τον Θεό. Όταν, νέο παιδί, κατέβηκα για πρώτη φορά από κει, άρχισα να καταλαβαίνω πως η ζωή δεν ήταν και μικρό πράμα”.».
«Και δε φοβόταν που σ' άφηνε μονάχη;»
Εξακολουθούσε να κοιτάζει περίγυρα, απορροφημένη. Μα στην ερώτησή μου τινάχτηκε σύγκορμη:
«Όχι, όχι... “Δεν είσαι από κείνες που να σε φοβηθώ”, μού 'πε κάποτε...»
Με κοιτά κατάματα, περιμένοντας, μ' αγωνία, να συμφωνήσω με τη γνώμη ενός ανθρώπου που δε γνώρισα. Ύστερα ρωτά με γλυκό τόνο:
«Θα μείνεις όλο το καλοκαίρι εδώ;»
«Μμ... δεν ξέρω. Λέω το Σεπτέμβρη να πάω στην επαρχία. Εκεί στα βότσαλα και στις φυρονεριές...»
Κοιτάζει αφηρημένη. Ξαφνικά σηκώνεται -τάχα πως την περιμένουν- μού σφίγγει θερμά το χέρι και φεύγει αργά, νωθρά...
ΙΙΙ
Αυτή η νύχτα του τρίτου δεκαήμερου ξεπέρασε όλες τις όμοιές της. Με τα ενάρετα ματάκια της φαίνεται να προσέχει αυτάρεσκα τη λαμπρότητά της, αδιάφορη για μας. Κι όλοι δοκιμάζουν, μ' άπειρη προσπάθεια, ν' αποχτήσουν άνεση και ν' ανασάνουν. Θα είχε πυκνώσει το σκοτάδι, όταν την είδα να 'ρχεται, μα δεν ήταν μονάχη. Πλάι της ένας ψηλός, δασύς άντρας, με σταθερό βήμα. Την κρατά απ' το μπράτσο του και κείνη αφήνεται με τόση αφέλεια. Δεν δοκίμασα μίσος γι' αυτόν τον άγνωστό μου. Όμως δυσκολεύτηκα να σηκωθώ απ' τη θέση μου· κόπιασα πολύ για να συγκεντρωθώ και να παραδεχτώ, πως κι εγώ αποτελούσα ένα μέρος απ' το πλήθος που ρέκαζε μέσα στη νύχτα...
Περνούν σ' απόσταση δέκα μέτρων, μα εκείνη δε γυρίζει να κοιτάξει προς το μέρος μου. Ακούω τη φωνή μου, την ενδόμυχη και παλμώδη, να φωνάζει: «Ειρήνη, Ειρήνη». Περπατά ρίχνοντας κάθε τόσο προς τα πίσω το κεφάλι, μιλώντας με ζωηράδα, σκορπώντας τη δροσιά της...
Αποφασίζω να τους παρακολουθήσω. Περνούν πλάι μου οι διαβάτες αναπνέοντας σπασμωδικά, τρέχουν για να βρουν δροσιά. Μια γριούλα ζητά νερό για τ' αγγονάκι της. «Να 'ναι κρύο, παιδί μου». Προχωρούν αβίαστα, στρίβουν απ' την οδό Αττικού. Έχει υποδουλώσει τελειωτικά το πνεύμα μου. Προσπαθώ, με όλες μου τις δυνάμεις, ν' ανακαλύψω και το ελάχιστο ψεγάδι πάνω της που θα μ' ανακουφίσει κάπως. «Ειρήνη», ξανακούω τη φωνή μέσα μου και κοιτάζω ολόγυρα μήπως με προδώσει...
Στέκονται σ' ένα παγκάκι μ' αναψυκτικά. Βραδύνω το βήμα μου. Οι άνθρωποι που περνοδιαβαίνουν έχουν κάποιο σκοπό -εγώ ποιον; Όταν απομακρύνθηκαν, πλησιάζω. Το παιδί μόλις ετοιμάζεται να πλύνει τα ποτήρια, μ' απότομα αιστάνεται τα χέρια του στις διχάλες των δικών μου. Δεν προφταίνει να φωνάξει βοήθεια απ' το ξάφνιασμα. Τού προστάζω ήρεμα:
«Μην πλένεις τα ποτήρια!» Με κοιτά χαζεύοντας. «Μην πλένεις τα ποτήρια! Βάλε μου μια λεμονάδα στο ποτήρι που ήπιε εκείνη». Φοβάται την έξαψη ενός τρελού μέσα στην αυγουστιάτικη νύχτα, μα ο επιταχτικός τόνος μου νικά.
«Τα 'χω ανακατώσει. Δεν ξέρω από ποιο ήπιε η γυναίκα...»
«Τότε, γέμισε ως τη μέση και τα δυο...»
Θα 'θελα να 'βλεπα την όψη μου σ' έναν καθρέφτη. Πίσω απ' το φως της ασετυλίνας, ο μικρός δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί πίνοντας στριφογυρίζω τη στεφάνη του ποτηριού ανάμεσα στα φρυγμένα χείλη μου. «Ειρήνη! Ειρήνη!» ξανακούω τη φωνή μου -μα είναι τώρα σιγαλή, πνιγμένη. Πετώ ένα δεκάρικο. Προχωρούν σιγομιλώντας πλάι στα κάγκελα του κήπου με τόση ηρεμία κι άνεση, σαν να περπατούν κάτω από νύχτα του Μάη κι ο βραδινός κατεβατός τούς ριπίζει τα μαλλιά... Μια γυναίκα μαυροντυμένη, σε πλαδαρά γερατειά, σιμώνει και ζητά βοήθεια. Εκείνη στέκεται κι αφήνει κάτι στη χούφτα της. Όταν φτάνει η σειρά μου τής δίνω ένα δίφραγκο: «ο άλλος που είναι πλάι της ξέχασε. Είναι αδελφός μου. Για τα νιάτα του. Ακούς;» Με κοιτά, τα μάτια της υποβάλλουν μια απροσδόκητη ειλικρίνεια, ασυμβίβαστη με την ώρα και το επάγγελμά της. Θα τ' αποδίνει στη ζέστη...
Στη στάση του τραμ συνεχίζουν μια συζήτηση μ' επιφύλαξη. Επιτέλους εκείνη ανεβαίνει και φεύγει. Προφταίνω να κοιτάξω κάτω απ' το διάχυτο φως του βαγονιού την κλητή μορφή της: χλωμή, χωρίς χάρη. Τη φαντάζομαι μέσα στην αγωνία της να κρύψει ό,τι δοκιμάζει την ψυχή της, την ύπαρξή της όλη...
Περπατούμε με τον άγνωστό μου στο μοναχικό πεζοδρόμι και παίρνομε το ίδιο τραμ για τα Πατήσια. Κάθομαι πλάι του. Έχει ανοιγμένη τη βραδινή του εφημερίδα. Κύριε, εσύ που είσαι τόσο ευσπλαχνικός, κάνε να 'χω σ' αυτή την οδυνηρή νύχτα, ό,τι αυτός στερείται, ό,τι επιθυμεί διακαώς... Κύριε...
Αν μπορούσα ν' άπλωνα το χέρι για να χαϊδέψω με τρόπο το δικό του, που είχε κρατήσει τόσην ώρα τα δροσερά μπράτσα εκείνης...
Ρίχνω μια φευγαλέα ματιά στους επιβάτες του τραμ. Και η γυναικεία γύμνια βουβή, σερπετή, πολυπλόκαμη, μέσα σε άπειρες φωτοσκιάσεις -γύρω απ' το λαιμό μου, σχεδόν κάτω απ' τα χείλη μου, αγγίζει τα υγραμένα ακροδάχτυλά μου, αρωματισμένη και περίτεχνη, με τις ρευστές κινήσεις της. Ταλαντεύεται απ' τους βαλισμούς του τραμ, λυγιέται, βασανίζει τις αισθήσεις και τη φαντασία μου, θολώνει τη σκέψη μου -η γύμνια.
Δεν μετρώ τα ρέστα που μού δίνει ο εισπράκτορας. Μα, καθώς τα κρύβω, ένα εικοσάρικο ξεφεύγει και γλιστρά στα πόδια κάποιας γυναίκας. Εκείνη δεν προσέχει καν. Η λεπτότητά μου δε μ' αφήνει να σκύψω, ζητώντας συγγνώμη. Το εικοσάρικο βρίσκεται στη γωνία που σχηματίζουν τα γυμνά πόδια: Ηλιοψημένα, κάπως υπερτροφικά στους αστραγάλους, ξεχειλίζουν μέσα στο σκαρπίνι από ευσαρκία και ζωτικότητα. Τινάζονται από νευρικούς νυγμούς, μετατοπίζονται, μη μπορώντας να βρουν μια άνετη στάση. Δύο όντα μυστικά, μα με δική τους ψυχή, αυτόνομα κι απειθάρχητα. Το αριστερό έχει κάποια αμυχή πάνω στο δέρμα της γάμπας. Φαντάζομαι τη μαχητικότητά τους στις θολές ώρες μιας ηδονικής άμυνας. Σηκώνω το βλέμμα ως τη φυσιογνωμία της: ωχρή, περίτεχνη. Ίχνη από μια πρόσφατη κόπωση. Στα μάτια της, τα ματοτσίνορα, η λάμψη του πόνου ή του πόθου;
Κύριε, αυτή την... Μα ο πλαϊνός μου άγνωστος γυρίζει και παρακαλεί να τού δώσω φωτιά για την πίπα του. Έχει κάτι από την επιτηδευμένη ευγένεια του πρωτευουσιάνου. Καθώς ανάβω το σπίρτο αγγίζω με το δάχτυλό μου την υγρή, σκληρημένη παλάμη του.
«Τι τρομερή ζέστη», ψιθυρίζει.
«Ναι...»
«Ευτυχώς που είμαστε εξοχικά...»
«Ναι...»
Καπνίζει με αργές ισόχρονες ρουφηξιές· ξεκουκίζει το κομπολόγι· συχνά σηκώνει το βλέμμα στην αστροσπαρμένη νύχτα. Φαίνεται με άνθρωπο, που από καιρό έχει βάλει τη ζωή του σε ρυθμό... Τα πυκνά, σμιχτά φρύδια δίνουν στην όψη του μια σοβαροφάνεια. Αφοσιώνεται στην εφημερίδα του. Κύριε, Μεγάλε και Παντοδύναμε, κάνε απόψε -καθώς θα στριφογυρίζει στο κρεβάτι, μη μπορώντας να ησυχάσει από την πνιγερή ζέστη- κάνε να πεθυμήσει, μ' όλη την ψυχή του, κάτι από μένα, κάτι που αυτός να το στερείται ανεπανόρθωτα και που εγώ να το χαίρουμαι, μακάριος... Μα, τι στερούταν; Τι μπορούσε να στερηθεί τούτος ο άνθρωπος παρά ένα κουτάκι σπίρτα που θα το 'χε ξεχάσει στο σακάκι της πρωινής δουλειάς του...
Πρέπει να κατεβώ στην επόμενη στάση, μα η νεαρή δεν αποφασίζει να ταχτοποιηθεί. Σηκώνομαι και ρίχνω μια ύστατη, σαν αδιάφορη ματιά στο εικοσάρικο, στα γυμνά πόδια, στο αναιμικό πρόσωπο. Κι αφήνω πίσω μου, με μικρή οδύνη, τα χρήματα, τη γυναίκα που δεν θα την ξαναδώ, τις επιθυμίες μου...
IV
Κρατούσα ένα δωμάτιο σε στενό, μοναχικό δρόμο, που τον έκαναν ακόμη πιο πληχτικό δυο πολυκατοικίες. Κάποιο βράδυ, καθώς γύριζα κουρασμένος, διέκρινα μια σκιά να στέκεται στο νούμερο του σπιτιού μου. Γυναικεία. Στέκεται και διστάζει. Η Ειρήνη! Δεν μπορούσα να κρατήσω το θόρυβο των βημάτων μου μέσα στην ηρεμία του δρόμου. Η Ειρήνη, στο πλησίασμά μου, γυρίζει, κοιτάζει ανήσυχη, με αναγνωρίζει και κατεβαίνει στη μέση, κάτω απ' τον ηλεκτρικό στύλο. Είναι κάπως αδυνατισμένη και οι μαύροι κρίκοι γύρω από τα μάτια τής δίνουν κάποια μυστική ερασμιότητα.
«Ειρήνη», κάνω. «Ειρήνη! Εσείς εδώ;»
Μόλις ρυτιδώνεται το μέτωπό της από ανεπαίσθητο χαμόγελο:
«Εδώ μένετε; Τι πληχτικά, Θεέ μου...»
Το φόρεμα αφήνει μισόγυμνους τους ώμους. Αγωνίζεται να κρατήσει την ηρεμία της. Ο δρόμος ήσυχος. Απ' το βάθος έρχεται ο ξέπνοος θόρυβος των μοτέρ, του πλήθους που ρέκαζε... Μού έδινε την εντύπωση κατακλυσμού νερών, καθώς σπουν με ορμή, με πάταγο, και περιμένεις σε κάθε στιγμή την καταχτητική και τυφλή τους πορεία... Στη μέση μας ο ηλεκτρικός στύλος.
«Ειρήνη, τι θέλετε από μένα απόψε;» ρωτώ και βυθίζω το βλέμμα μου στο δικό της. «Είμαι ένας δυστυχισμένος που δε βλέπει με τα μάτια του. Ναι, ναι... Δίκιο είχατε να μού το πείτε. Ναι. Ειρήνη, για σάς προσέχω πολύ τον εαυτό μου και η δυστυχία μου μεγαλώνει. Ποιος σάς στέλνει; Ο Θεός;»
Απλώνει και κρατά με τα δυο χέρια της το στύλο. Απαντά σιγά:
«Ο “άλλος” με στέλνει, ο “άλλος”, που έγραφες για τα μαύρα του χέρια. Ναι!»
Οι ατίθασοι πλόκαμοι των χεριών της αντιδρούν, ώσπου νικά η επιθυμία παρά η δύναμή μου:
«Ειρήνη!»
Εκείνη προσπαθεί να συγκρατήσει την ταραχή της. Με τραβά προς το σκοταδερό μέρος του δρόμου και καθόμαστε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του αρχοντόσπιτου.
«Κλαις; Ειρήνη, κλαις;»
Γυρίζει και με κοιτάζει κατάματα, περήφανη:
«Όχι», απαντά. «Γιατί δεν έρχεσαι εκεί; Συνήθισα να σε βλέπω απ' την αρχή του καλοκαιριού».
«Απ' την αρχή του καλοκαιριού; Και πριν γνωριστούμε, λοιπόν;»
«Ναι...»
«Τι σ' έκαμε να με προσέξεις;»
«Το πώς δε με πρόσεξες καθόλου. Ήρθα δυο - τρεις φορές και κάθισα κοντά σου, μα δε με κοίταξες όπως συνηθίζουν. Μου 'καμες την εντύπωση πως δεν έβλεπες ολόγυρα με τα μάτια σου. Κοιτούσες πότε την Ακρόπολη, πότε, σαν ήταν νωρίς, τον Υμηττό. Ε;»
Μού παράδωσε τα χέρια της:
«Τι έγραφες γι' αυτά, για τη δροσιά τους; Μ' έκαμες να μη τα γνωρίζω. Και τα τρώει η δουλειά· κι εκείνος ούτε τα προσέχει καν. Πήρα και του 'δειξα: “Να τι γράφει για τα χέρια μου. Έτσι τα βλέπει ο άλλος”. Και κείνος γέλασε. “Δεν βλέπει καλά”, είπε».
Άπλωσε και μού χάιδευε τα μαλλιά, το πυρρό μέτωπο. «Καλέ μου, καλέ μου». Περνά κάποιος μεσόκοπος, με ηχηρό, ακανόνιστο βήμα. Αγωνίζεται να στηρίξει το πλαδαρό κορμί του στο μπαστούνι και σε δυο ρεβά σκέλη. Υποφέρει μ' αξιοπρέπεια τ' αρθριτικά, την ανεπάρκεια και την ποδάγρα. Το σημειωτό βήμα που πήρε απ' τα πενήντα του χρόνια έχει κάτι το επίσημο, το πολύ καρτερικό. Έτρεξε στη ζωή του και φτάνει πρόωρα στο τέρμα. Μάς κοιτά με διάκριση. Προχωρεί σιγά, προσεχτικά, με το ανοιχτό μέτωπο περήφανα υψωμένο -σαν το μεγάλο κατάρτι που ξεχωρίζει μονάχο μεσ' στη φουσκοθαλασσιά. Κι ενώ έχει πάρει την απόφασή του να τραβήξει θλιβερά μονάχος, ξαφνικά σταματά και δοκιμάζει να μάς πλησιάσει. Φαίνεται τόσο ακίνδυνος. Σιωπή κι αμηχανία. Μετατοπίζει με ήρεμη χειρονομία τα ιδρωμένα μαλλιά του: «Καλησπέρα σας, παιδιά μου. Χμ. Η ζέστη... Κι ο δρόμος στενός... Ξέρετε; Εκείνος χαροπαλεύει από μέρες στο κρεβάτι και είναι βέβαιος... Είναι γιατρός και προσέχει με το ρολόι τις σταγόνες που πέφτουν... Λοιπόν εκείνη -πολύ νέα ακόμη, πολύ νόστιμη- καθισμένη στο προσκεφάλι αργοκλαίει. Ναι, πολύ νέα ακόμη. Την παρηγορά. Λοιπόν, έτσι ξαφνικά, σηκώνεται εκείνη, παίρνει το ψαλίδι κι αρχίζει να τού κόβει μερικές τούφες απ' τα μαλλιά του -ζωντανά μαλλιά- πριν προφτάσει να φύγει... Είναι κατάμαυρα, κατσαρά τα μαλλιά του και τα φιλά και τα βρέχει μέσα στη χούφτα της. Κι εκείνος γυρίζοντας απ' το δεξί πλευρό θέλει να τής απλώσει τα χέρια και τής ψιθυρίζει να κόψει πιο πολλά, ακόμη πιο πολλά μαλλιά. “Ναι, Μερόπη, κόψε κι άλλα. Ακόμη πιο πολλά, Μερόπη”. Ο δρόμος ξέρετε, είναι τόσο στενός. Αχ! Αυτός ο δρόμος, παιδιά μου. Συγγνώμην, παρακαλώ...»
Στο υγρό ανάβλεμμά του ξεχωρίζω τη συγκατάβαση του ανθρώπου που έζησε πολύ, γι' αυτό ξέρει να συγχωρήσει. Η ψυχή του φλέγεται. Ζητά δροσιά. Δεν έχει γεράσει -δε θέλει να γεράσει, Κύριε! Φορά το καπέλο και ξεκινά μέσα στη φουσκοθαλασσιά του στενορημιού, χωρίς να μάς αφήσει κανένα από τα μυστικά του, χωρίς να τού δώσουμε τίποτε...
Με κρατά μέσα στις καμπύλες των χεριών της. «Άκουσε, Αντώνη», μού λέει αποφασισμένη: «Είχα μια μητέρα, που δε μπόρεσε να συνεννοηθεί ποτέ με τον πατέρα μου. Ήταν γλυκομίλητη, ευγενική μαζί του, μα δεν τον ένιωθε. Όταν μ' έπαιρνε στην αγκαλιά της για να με χτενίσει, μου 'λεγε: “Ειρήνη, Ειρηνούλα, αν δεν σε είχα και σένα”. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Ύστερα, όσο μεγάλωνα, έμπαινα στο νόημα και την κοιτούσα κατάματα, σιωπηλή: Α! Ήταν τόσο όμορφη η μητέρα μου. Ένα πρωί δε μπήκε στο σαλόνι. Την περιμέναμε. Τη γυρέψαμε στο σπίτι, στο δρόμο, στην πολιτεία. Ήμουν τότε δεκαπέντε χρονών. Ο πατέρας μου 'πε: “Η μητέρα σου ήταν μια αλλιώτικη γυναίκα. Ένιωθε πάντα μονάχο τον εαυτό της και χωρίς ασφάλεια. Ας περιμένουμε να ξαναγυρίσει”. Κι ως τις τελευταίες στιγμές του περίμενε. Δε γελούσε πια, παρά σπάνια κι από καθήκον, θαρρείς. Σαν έπαιρνε το μέρισμα από την εταιρία· στα γενέθλιά μου, κι όταν, με ημιπληγία πια, ξαπλωμένος στην πολυθρόνα, μ' άκουγε να τού απαγγέλλω ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Να, αυτό πολύ τού άρεσε, σχεδόν υπέφερε για να κρατήσει τα δάκρυά του». Και μού τ' απάγγειλε σιγαλά, κοιτάζοντας μ' αόριστο βλέμμα προς τις ψηλές στέγες, πότε προς την έξοδο του δρόμου: «Εψές βράδυ, βραδούτσικο, πολύ βράδυ δεν ήτο / μόν' ήτον αντάρα και βροχή και βαρυχειμωνίτσα, / εμισανοίχτ' η πόρτα μας κι εσώμπεν ο καλός μου. / Σύρνω σκαμνί καθίζω τον, ποτήρι και κερνώ τον / κι όσα ποτήρια τον κερνώ τόσα λόγια του λέγω: / Πες μου, θυμάσαι μου μιας ώρας καλοσύνη; / Μιας νύχτας σφιχταγκάλιασμα και μιας αυγής παιγνίδι;...»
Τα χέρια της γλιστρούν στο λαιμό μου, στα πυρρά μάγουλά μου. Τ' ακροδάχτυλά της χαϊδεύουν τα φρυγμένα χείλη μου, για να καταλήξουν πάλι στις υγρές μου παλάμες... «Αντώνη...»
Και οι άνθρωποι έξω απ' το στενό δρομί αφήνονται στη νυχτερινή τους κραιπάλη, πανηγυρίζουν στο πεζοδρόμι της δοκιμασίας και δροσίζονται μέσα στη θερινή νύχτα με την ιδέα της νίκης. Παίρνουν τ' αυτιά μου το ρυθμικό χτύπο του μπαστουνιού στο πεζοδρόμι. Ακόμη λίγο. Ο άνθρωπος με το περήφανο μέτωπο και την ποδάγρα χάνεται -πλησιάζει...
Η Ειρήνη πετιέται απότομα. Το ρολό των μαλλιών της μόλις συγκρατιέται. Με τρομάζει. Μέσ' στ' αφηρημένο βλέμμα της ζυγίζω το βάρος της σκέψης που αγωνίζεται να εκφράσει... Είμαι ο στόχος της. Απλώνει το χέρι στον ώμο μου με βία:
«Πες μου, πες μου, Αντώνη, δεν είμαι ίδια; Ε; Έτσι ολόιδια σαν τη μητέρα μου; Ναι;»
Μού σφίγγει τα χέρια για να μ' αναγκάσει να συμφωνήσω. Δεν ήθελα να τής αποκριθώ σαν ήρωας:
«Δε σε ξέρω ακόμη, Ειρήνη. Δε μ' άφησες να σε γνωρίσω. Ρώτησέ με ύστερ' από καιρό. Μονάχα πιστεύω πως είσαι μια γυναίκα που κοιτάζει καλά με τα μάτια της. Τι ζητάς από μένα; Δεν ξέρω τίποτε από την πείρα του κόσμου. Δίνω σπουδαιότητα και στα πιο ασήμαντα, μονάχα για να συντηρούμαι. Είμαι έμπειρος στο πώς μορφώνεται μια κρίση, μα αδιάφορος για τη σκοπιμότητά της... Α! Η ζωή, Ειρήνη! Α! Η ζωή, που τής απλώνω τα χέρια... Έχεις διαβάσει Ίψεν;»
Χαμογελά:
«Όχι... Μα θαρρώ... Α... ναι... Πάει καιρός. Τότε που ήμουν φοιτήτρια, διάβασα την Κυρά της θάλασσας. Μ' άρεσε εκείνη η κυρία Βάγγελ...»
«Όχι... Όχι... Η κυρία Βάγγελ. Δε μπόρεσα να την καταλάβω ποτέ αυτή τη γυναίκα. Τής δίνουν την ποθητή ελευθερία της και κείνη την περιφρονεί. Μα το Σαν θα ξυπνήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς; Ε; Εκεί είναι μια Ειρήνη κι ένας δημιουργός, ο Ρίμπεκ. Τι είσαι για τον “άλλο”;»
«Δεν έχεις τίποτε κοινό με τον άλλο. Εκείνος απλώνει το χέρι και με τραβά με ορμή, με λύσσα συχνά. Ξέρει κάτι μυστικές φράσεις και συνεννοείται μαζί μου. Μα η δική σου απάθεια είναι σαν πρόκληση στη θερμή μου φύση. Σού αφήνομαι από μια ηδονική συναίσθηση της αυτεξουσιότητάς μου...»
Στεκόμαστε κάτω απ' το στύλο. Έρχονται ως τ' αυτιά μας οι λαρυγγισμοί από κάποιο τραγούδι του Στράους.
«Τώρα θ' ανεβείς εκεί πάνω;» ρωτά γαληνεμένη.
«Ναι... Έλα κι εσύ εκεί πάνω».
«Όχι, όχι», έκαμε ζωηρά, που με πίκρανε.
«Λοιπόν, κάθομαι στο παραθύρι, μα δε μπορώ να δω ανοιχτόν ορίζοντα, γιατί οι πολυκατοικίες μού τον κρύβουν. Όμως οραματίζομαι ένα Σαρωνικό μ' απίθανες προεκτάσεις, μ' ονειρώδεις κυανότητες... Ναι, θ' ανεβώ τώρα εκεί πάνω, θα καθίσω κοντά στο παραθύρι καπνίζοντας. Από κάτω θα παίρνουν τ' αυτιά μου τους παλμούς της ζωής και θα σε συλλογίζουμαι...»
Μ' άρπαξε και με φίλησε στο μέτωπο, στα χέρια. Απομακρύνθηκε:
«Καληνύχτα. Ν' αφήσεις το παραθύρι ανοιχτό όλο το βράδυ για να δροσιστείς. Καις!»
Όταν είμαστε μακριά απ' τ' αγαπητό μας πρόσωπο, φανταζόμαστε σε ιδεώδη αρμονία τις σκέψεις του με τη θέλησή μας, τις πράξεις του με τις επιθυμίες μας... Κι εγώ ανεβαίνοντας στην κάμαρά μου την πήρα με τη φαντασία: Καθίσαμε -λέει- κι οι δυο κοντά στο παραθύρι, κοιτάζοντας στο βάθος κάτι ακαθόριστα σχήματα από στέγες, βουνά, δέντρα. Μού είπε πολλά για τη ζωή της κι εγώ για τη δική μου ζωή. Μα, σε κάποια στιγμή, πλησίασε κι έκλεισε το διακόπτη:
«Είναι καλύτερα έτσι», είπε σιγά. «Άκου, άκου... Τώρα θαρρείς πως ο θόρυβος του δρόμου γίνεται πιο ζωηρός. Θαρρείς πως το φως τον αδυνάτιζε. Άκου, άκου... Πού 'ναι ο Σαρωνικός σου; Πού 'ναι τος; Δείξε μου τον. Πώς τον βλέπεις εσύ;»
Είχε τυλιχτεί γύρω μου. Τα μάτια της σπίθιζαν. Με παρακαλούσε, σαν παιδί, να τής δείξω το Σαρωνικό, όπου οι Αθηναίοι οργίαζαν δίχως τύψεις. Μού δόθηκε χωρίς εντυπωσιασμούς, συνοδεύοντας την πράξη της μ' ένα θερμό μουρμούρισμα, γεμάτο στοργή και δύναμη.
Όταν σηκωθήκαμε, κλάψαμε. Εκείνη για την αυτεξουσιότητά της, εγώ γιατ' ήμουν πια άντρας. Και σε μια στιγμή, καθώς στεκόμουν -λέει- κοντά στο παραθύρι κοιτάζοντας σαν παρμένος, εκείνη πλησίασε στην εταζέρα που είχα τα βιβλία. Πρόσεξα την ταραχή της καθώς έπαιρνε με λαχτάρα Το ταξίδι του Ουριανού, κοιτάζοντας ξαφνιασμένη το τριμμένο εξώφυλλο. Η μορφή της άστραψε από ικανοποίηση. Παρακολουθούσα στην έκφρασή της όλη την κλίμακα των συλλογισμών, που έκανε κρατώντας αυτό το βιβλίο... Είχε σηκωθεί απότομα το μελτέμι κι από στιγμή σε στιγμή περίμενες κι ανάσαινες την οσμή μιας καταιγίδας. Στην εξώθυρα φιληθήκαμε.
«Καληνύχτα, Αντώνη».
«Καληνύχτα, Ειρήνη».
Την παρακολουθώ με το βλέμμα. Χάνεται.
Εκεί στην είσοδο του μακρυναριού κάποιος γηραλέος με λαϊκή εμφάνιση περπατά τρεκλίζοντας κι από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σωριαστεί. Στέκομαι κι αποξεχνιέμαι να τον προσέχω. Μοιάζει σ' έναν άντρα, που πριν από καιρούς -κάποια πνιγερή, αυγουστιάτικη νύχτα...- με δακρύβρεχτο μέτωπο, μάς είχε διηγηθεί για τα μαύρα, κατσαρά μαλλιά ενός μελλοθάνατου γιατρού. Θα 'χε παραπιεί. Αποφασίζω να τον πλησιάσω. «Με συγχωρείτε. Θέλετε να σάς βοηθήσω; Χμ... Όλοι μας τρεκλίζουμε, μα, εσείς μπορεί και να πέσετε...». Με κοιτάζει. Τα μάτια του αστράφτουν. Απορεί. Κυρτώνει κάπως το κορμί του και προχωρεί, πεζοδρόμι - πεζοδρόμι...
Αθανασιάδης Τάσος
Θαλασσινοί προσκυνητές (Διηγήματα)
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1982

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου