Είχε πια σκοτεινιάσει, γρήγορα θα νύχτωνε.
Ο Γούσεβ, στρατιώτης με απεριόριστη άδεια, ανασηκώνεται στην κουκέτα του και λέγει σιγανά:
«Ακούς, Πάβελ Ιβάνιτζ; Ένας στρατιώτης στο Σουτσάν μου έλεγε πως το βαπόρι που ταξίδευαν είχε καθίσει σ' ένα ψάρι απάνω κι έσπασε η καρίνα του».
Ο άγνωστος άνθρωπος που μίλησε ο Γούσεβ και όλοι στο πλωτό νοσοκομείο τον ονόμαζαν Πάβελ Ιβάνιτζ, δεν είπε τίποτε, σαν να μην είχε ακούσει.
Και πάλι σιωπή... Ο άνεμος γλεντά στ' άρμενα, ο έλικας χτυπά, τα κύματα φλοισβίζουν, οι κουκέτες τρίζουν και όμως όλα αυτά προ πολλού τα έχει συνηθίσει τ' αυτί και νομίζεις πως όλα γύρω κοιμούνται και σωπαίνουν. Πλήξη. Εκείνοι οι τρεις άρρωστοι -δύο στρατιώτες κι ένας ναύτης- που έπαιζαν όλη την ημέρα χαρτιά, τώρα κοιμούνται και παραμιλούν.
Σαν ν' αρχίζει να κουνιέται το καράβι. Η κουκέτα του Γούσεβ ανεβαίνει και κατεβαίνει σαν να παίρνει ανάσα -κι έτσι μια, δυο, τρεις... Κάτι χτύπησε στο πάτωμα και κουδούνισε· θα 'πεσε, φαίνεται, ο μαστραπάς.
«Ο αγέρας ξέφυγε απ' τις αλυσίδες...» είπε ο Γούσεβ και αφουγκράζεται.
Αυτή τη φορά ο Πάβελ Ιβάνιτζ έβηξε και αποκρίθηκε νευρικά:
«Εσύ άλλο δεν ξέρεις, παρά πότε το καράβι κάθισε πάνω σε ψάρι και πότε ο αγέρας απ' τις αλυσίδες ξέφυγε... Θηρίο τάχα είναι ο αγέρας για να ξεφύγει απ' τις αλυσίδες;»
«Έτσι λεν οι βαφτισμένοι».
«Κι οι βαφτισμένοι τέτοια κούτσουρα είναι, όπως εσύ... Λίγα τάχα λένε; Χρειάζονται μυαλά στο κεφάλι και στόχαση. Άμυαλε άνθρωπε».
Τον Πάβελ Ιβάνιτζ τον πείραζε η θάλασσα. Όταν κουνιόταν το βαπόρι θύμωνε και γινόταν νευρικός με το παραμικρότερο. Κατά τη γνώμη όμως του Γούσεβ δεν είχε κανένα λόγο να θυμώνει. Τι παράξενο τάχα ή απίστευτο, λόγου χάριν, για το ψάρι είτε για τον αγέρα που ξεφεύγει απ' τις αλυσίδες; Ας υποθέσουμε πως το ψάρι είναι μεγάλο σαν βουνό κι έχει ράχη σκληρή όπως το μερσίνι. Το ίδιο, ας υποθέσουμε πως, εκεί που είναι οι άκρες του κόσμου, έχει χοντρά πέτρινα τείχη και στα τείχη είναι αλυσοδεμένοι οι κακοί αγέρηδες... Αν δεν ξέφυγαν απ' τις αλυσίδες, τότε γιατί στριφογυρίζουν σαν δαιμονισμένοι και χιμίζουν σαν σκυλιά; Ανίσως δεν τους αλυσοδένουν, τότε τι γίνεται στον καιρό που είναι γαλήνη;
Ο Γούσεβ σκέπτεται πολύ ώρα για τα μεγάλα σαν βουνά ψάρια και τις χονδρές σκουριασμένες αλυσίδες, ύστερα τον πιάνει στενοχώρια και αρχίζει να συλλογιέται για το χωριό του, όπου γυρίζει τώρα ύστερ' από πέντε χρόνων υπηρεσία στην Άπω Ανατολή. Φαντάζεται μια τεράστια δεξαμενή σκεπασμένη με χιόνια... Από το ένα μέρος της δεξαμενής είναι ένα εργοστάσιο πορσελάνης, με αψηλή καμινάδα και με σύννεφα μαύρου καπνού· από το άλλο μέρος είναι το χωριό. Από την αυλή, την πέμπτη απ' την άκρη, βγαίνει με τη σάνια ο αδελφός του Αλεξέϊ· από πίσω του κάθεται το αγοράκι του, ο Βάνκας με τα μεγάλα υποδήματα από κετσέ και το κοριτσάκι του, η Ακούλκα, κι αυτή με όμοια υποδήματα. Ο Αλεξέϊ είναι πιωμένος, ο Βάνκας γελά, της Ακούλκας όμως το πρόσωπο δε φαίνεται, γιατί είναι κουκουλωμένη.
«Κακή ώρα, μπορεί να ξεπαγιάσει τα παιδιά», σκέπτεται ο Γούσεβ. «Ο Θεός», ψιθυρίζει, «να τους δίνει γνώση, για να τιμούν τους γονιούς τους και να μην είναι εξυπνότερα από τη μάνα και τον κύρη τους...»
«Εδώ χρειάζονται καινούργιες σόλες», παραμιλεί με φωνή μπάσου ο άρρωστος ναύτης. «Ναι, ναι!»
Οι σκέψεις του Γούσεβ διακόπτονται και, αντί της δεξαμενής, έξαφνα, από πού και ως πού, παρουσιάζεται ένα μεγάλο βοδίσιο κεφάλι χωρίς μάτια, και το άλογο με τη σάνια αντί να προχωρεί, στριφογυρίζει μέσα στο μαύρο καπνό. Και όμως ο Γούσεβ είναι ευχαριστημένος που είδε τους δικούς του. Από τη χαρά του πιάνεται η αναπνοή του, το σώμα του ανατριχιάζει, τα δάχτυλά του τρέμουν.
«Μ' αξίωσε ο Θεός να τους ιδώ!» παραμιλεί και ανοίγει τα μάτια του και στα σκοτεινά ζητεί το νερό.
Πίνει και πλαγιάζει· η σάνια τρέχει και πάλι, έπειτα το χωρίς μάτια βοδίσιο κεφάλι, καπνός, σύννεφα... Κι έτσι ως τα ξημερώματα.
Β'
Στην αρχή, μέσα στο σκοτάδι διακρίνεται ένας γαλάζιος κύκλος -είναι ο στρογγυλός φεγγίτης· έπειτα σιγά - σιγά ο Γούσεβ αρχίζει να διακρίνει τον γείτονά του στην κουκέτα, τον Πάβελ Ιβάνιτζ. Ο άνθρωπος αυτός κοιμάται καθισμένος, επειδή όταν ξαπλώνεται τον πνίγει η δύσπνοια. Το πρόσωπό του είναι σταχτί, η μύτη του μακριά, σουβλερή, τα μάτια του, από τη φοβερή αδυναμία του, υπερβολικά μεγάλα, τα μηλίγγια του βαθουλά, τα γένια αριά, τα μαλλιά του μακριά... Κοιτάζοντας το πρόσωπό του, δεν μπορείς να καταλάβεις τι άνθρωπος είναι: άρχοντας, έμπορος, ή από την τάξη των μουζίκων; Αν κρίνει κανείς απ' την έκφραση και τα μακριά μαλλιά, φαίνεται σαν νηστευτής, υποτακτικός μοναστηριού, όταν όμως τον ακούει να μιλεί, σαν να μην είναι και καλόγερος. Από το βήχα, την κάψα και την αρρώστια του είναι αποκαμωμένος, ανασαίνει βαριά και σαλεύει τα αποξηραμένα χείλη του. Όταν είδε πως ο Γούσεβ τον κοιτάζει, γύρισε το πρόσωπό του σ' αυτόν και είπε:
«Αρχίζω να μαντεύω... Ναι... Τώρα όλα τα καταλαβαίνω περίφημα».
«Τι καταλαβαίνετε, Πάβελ Ιβάνιτζ;»
«Να τι... Παράξενο πάντα μού φαινόταν, πώς συμβαίνει, εσείς που είστε βαριά άρρωστοι, αντί να βρίσκεστε σε ήσυχο μέρος, βρεθήκατε μέσα σε βαπόρι, όπου και η κάψα και το μπότσι, όλα μ' ένα λόγο, σάς απειλούν με θάνατο· μα τώρα όλα μού είναι καθαρά... Ναι... Οι γιατροί σας σάς παρέδωκαν στο βαπόρι για να σας ξεφορτωθούν. Βαρέθηκαν να φροντίζουν για σας, τα κτήνη... Λεφτά δεν τους δίνετε, μπελάδες έχουν μαζί σας και με τους θανάτους σας τούς χαλάτε τη λογοδοσία -πάει να πει, κτήνη! Και για να σας ξεφορτωθούν, δεν ήταν δύσκολο... Γι' αυτό χρειαζόταν μονάχα, πρώτον να μην έχουν συνείδηση και φιλανθρωπία και δεύτερον να γελάσουν τη διεύθυνση του βαποριού. Τον πρώτο όρο μπορούμε και να μην τον λογαριάσουμε, σ' αυτό όλοι είμαστε ξεφτέρια, ο δεύτερος πάλι, πάντα πετυχαίνει με κάποια τριβή. Μέσα σε τετρακόσιους γερούς στρατιώτες και ναύτες, πέντε άρρωστοι δεν χτυπούν στα μάτια· έτσι λοιπόν σάς μπαρκάρισαν στο βαπόρι, σάς ανακάτεψαν με τους γερούς, σάς μέτρησαν βιαστικά και μέσα στην αναμπουμπούλα τίποτε κακό δεν είδαν, όταν όμως το βαπόρι ξεκίνησε, τότε είδαν στην κουβέρτα να κυλιούνται παραλυτικοί και φθισικοί στο τελευταίο στάδιο...»
Ο Γούσεβ δεν καταλαβαίνει τον Πάβελ Ιβάνιτζ και, νομίζοντας πως τον μαλώνει, θέλει να δικαιολογηθεί.
«Κοιτόμουν στην κουβέρτα, γιατί δεν είχα δυνάμεις· όταν μας ξεφόρτωναν απ' τη μαούνα, κρύωσα πάρα πολύ».
«Φοβερό!» εξακολούθησε ο Πάβελ Ιβάνιτζ. «Και το κυριότερο, ξέρουν πολύ καλά πως δε θα βαστάξετε σ' αυτό το μακρινό ταξίδι, και όμως σάς έχωσαν εδώ! Ε, ας πούμε, ως τον Ινδικό Ωκεανό θα φτάσετε, αμέ ύστερα; Να το συλλογιστείς, τρομάζεις... Αυτό είναι το ευχαριστώ για τη μυστική ακατάκριτη υπηρεσία!»
Ο Πάβελ Ιβάνιτζ αγρίεψε τα μάτια του, εμόρφασε περιφρονητικά και είπε ασθμαίνοντας:
«Να ποιους έπρεπε να ξετινάξουν στις εφημερίδες έτσι που οι πένες να τρίξουν!»
Οι δύο άρρωστοι στρατιώτες και ο ναύτης είχαν ξυπνήσει κι έπαιζαν χαρτιά. Ο ναύτης ήταν μισοπλαγιασμένος στην κουκέτα, οι στρατιώτες κάθονταν κοντά στο πάτωμα ολωσδιόλου άβολα. Του ενός στρατιώτη το δεξί χέρι ήταν φασκιωμένο και στον καρπό του χεριού είχε στριμένο ολόκληρο κασκέτο, ώστε κρατούσε τα χαρτιά κάτω από τη δεξιά αμασκάλη του είτε με την κλείδωση του αγκώνα και έπαιζε με το αριστερό χέρι. Το βαπόρι κουνιόταν πολύ. Δε μπορούσαν ούτε να σηκωθούν, ούτε τσάι να πιουν, ούτε γιατρικό να πάρουν.
«Ορντινάντσα ήσουνα;» ρώτησε ο Πάβελ Ιβάνιτζ τον Γούσεβ.
«Μάλιστα, ορντινάντσα».
«Θεέ μου, Θεέ μου!» είπε ο Πάβελ Ιβάνιτζ και κούνησε θλιβερά το κεφάλι του.
«Παίρνουν έναν άνθρωπο από τη φωλιά του, τον σέρνουν δεκαπέντε χιλιάδες βέρστια μακριά, τον χτικιάζουν και... γιατί όλα αυτά, παρακαλώ; Για να τον κάμουν ορντινάντσα σε κάποιον λοχαγό Κοπέικιν, είτε σε κανένα ανθυποπλοίαρχο Ντύρκι. Τρικούβερτη λογική!»
«Δεν είναι δύσκολη δουλειά, Πάβελ Ιβάνιτζ. Σηκώνεσαι το πρωί, λουστράρεις τα παπούτσια, βάζεις το σαμοβάρι, συγυρίζεις τις κάμαρες κι ύστερα δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις. Ο υπολοχαγός όλη την ημέρα κάνει σχεδιαγράμματα και συ -θες κάνε την προσευχή σου, θες φυλλάδες διάβαζε, θες έβγα έξω στο δρόμο. Ο Θεός να δίνει στον καθένα τέτοια ζωή».
«Μάλιστα, πολύ ωραία! Ο υπολοχαγός σκαρώνει σχεδιαγράμματα και συ κάθου όλη την ημέρα στην κουζίνα να νοσταλγείς το χωριό σου... Σχεδιαγράμματα... Ο λόγος δεν είναι για τα σχεδιαγράμματα, μα για τη ζωή του ανθρώπου! Η ζωή δεν ξανάρχεται, δεν πρέπει να την ξοδέψεις ανώφελα».
«Βέβαια, Πάβελ Ιβάνιτζ, τον κακό τον άνθρωπο πουθενά δεν τον λυπούνται, ούτε στο σπίτι του, ούτε στην υπηρεσία, μα αν ζεις τακτικά, αν είσαι υπάκουος, ποιος θα θελήσει να σε πειράξει; Οι κύριοι είναι σπουδασμένοι, καταλαβαίνουν. Στα πέντε χρόνια, ούτε μια βολά δεν ήμουνα φυλακή, ξύλο όμως έφαγα, θυμητικό να μού δίνει ο Θεός, μονάχα μια βολά...»
«Γιατί;»
«Καυγά έκανα. Το χέρι μου είναι βαρύ, Πάβελ Ιβάνιτζ. Είχαν μπει στην αυλή μας τέσσαροι μαντζούροι· κουβαλούσαν ξύλα, θαρρώ -δε θυμάμαι καλά. Ε, μ' έπιασε στενοχώρια και τους μαλάκωσα τα πλευρά τους κι ενός καταραμένου τού πήγε αίμα από τη μύτη... Το είδε ο υπολοχαγός απ' το παράθυρο, θύμωσε και μου 'δωκε στ' αυτιά».
«Είσαι κουτός, κακομοίρης άνθρωπος...» εψιθύρισε ο Πάβελ Ιβάνιτζ. «Τίποτε δε σκαμπάζεις».
Από το μπότσι είχε αποκάμει ολωσδιόλου κι έκλεισε τα μάτια· το κεφάλι του πότε έπεφτε πίσω και πότε στο στήθος του. Κάμποσες φορές δοκίμασε να πλαγιάσει, αλλά δε μπόρεσε να το κατορθώσει· τον εμπόδιζε η δύσπνοια.
«Και γιατί έδειρες τους τέσσαρους μαντζούρους;» ρώτησε ύστερ' από λίγο.
«Έτσι. Γιατί μπήκαν στην αυλή τούς έδειρα».
Έγινε ησυχία... Οι χαρτοπαίκτες έπαιζαν δύο ώρες με μανία και με βρισιές, το μπότσι όμως τους εκούρασε κι αυτούς· παράτησαν τα χαρτιά και πλάγιασαν. Πάλι προβάλλουν στον Γούσεβ η μεγάλη δεξαμενή, το εργοστάσιο, το χωριό... Πάλι η σάνια τρέχει, πάλι ο Βάνκας γελά και η Ακούλκα η κουτή ξεκούμπωσε τη γούνα της κι έβγαλε έξω τα πόδια της: Κοιτάχτε, δηλαδή, καλοί άνθρωποι, τι ποδήματα από κετσέ έχω, δεν είναι σαν του Βάνκα, τα δικά μου είναι καινούργια.
«Μπήκε πια στα έξι χρονάκια κι ακόμα μυαλό δεν έβαλε!» παραμιλεί ο Γούσεβ. «Αντίς να τεντώνεις τα πόδια, πήγαινε να φέρεις το θειό σου, τον στρατιώτη, νερό να πιει. Θα σου δώσω γλυκά».
Να ο Ανδρόν που κρατεί τουφέκι με τσακμακόπετρα, έχει απ' τον ώμο του κρεμασμένο ένα σκοτωμένο λαγό, και ο γεροχούφταλος εβραίος Ισαάκ που τον ακολουθεί και του προτείνει να κάνουν τράμπα το λαγό μ' ένα κομμάτι σαπούνι· να το μαύρο μοσχαράκι στην είσοδο, να η Δόμνα που ράβει πουκάμισο και κλαίει για κάτι, μα να πάλι το βοδίσιο κεφάλι χωρίς μάτια, ο μαύρος καπνός...
Απάνω κάποιος φώναξε δυνατά και κάμποσοι ναύτες έτρεξαν· σαν να έσυραν στο κατάστρωμα κάτι πολύ μεγάλο, είτε κάτι θα 'σκασε. Πάλι τρέχουν... μην έγινε κανένα δυστύχημα; Ο Γούσεβ, σηκώνει το κεφάλι, αφουγκράζεται και βλέπει: οι δυο στρατιώτες και οι ναύτες παίζουν πάλι χαρτιά· Ο Πάβελ Ιβάνιτζ κάθεται και κουνεί τα χείλη του. Η ζέστη είναι πνιγηρή, δυνάμεις δεν έχει να ανασάνει, διψά, το νερό όμως είναι ζεστό, αηδία... Το μπότσι δεν παύει.
Έξαφνα κάτι παράξενο συμβαίνει με τον στρατιώτη που παίζει χαρτιά... Τις κούπες λέγει καρό, μπερδεύει τους λογαριασμούς και του πέφτουν τα χαρτιά, ύστερα φοβισμένα και ηλίθια χαμογελά και κοιτάζει όλους γύρω.
«Αμέσως, αδέρφια...» λέγει και ξαπλώνεται στο πάτωμα.
Όλοι απορούν. Τον καλούν, αυτός δεν αποκρίνεται.
«Στεπάν, μην είσαι άσχημα; Ε;» τον ρωτά ο άλλος στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Θέλεις να καλέσουμε τον παπά, ε;»
«Στεπάν, πιε νερό...» λέγει ο ναύτης. «Να, αδέρφι, πιε».
«Μωρέ τι τού χώνεις το μαστραπά στα δόντια», λέγει θυμωμένα ο Γούσεβ. «Δε βλέπεις τάχα, ξερό κεφάλι;»
«Τι;»
«Τι!» λέγει πειρακτικά ο Γούσεβ. «Δεν ανασαίνει, πέθανε! Όρσε το τι σου! Μωρέ τι άμυαλος κόσμος, Θεέ μου!»
Γ'
Το βαπόρι δεν κουνιέται και ο Πάβελ Ιβάνιτζ είναι εύθυμος. Δε θυμώνει πια. Η έκφραση του προσώπου του είναι καυχησιάρικη, φιλόνικη και χλευαστική. Σαν να θέλει να πει: «Ναι, θα σας πω τώρα κάτι που θα κρατάτε την κοιλιά σας απ' τα γέλια». Ο στρογγυλός φεγγίτης είναι ανοικτός και στον Πάβελ Ιβάνιτζ φυσά ελαφρό αεράκι. Ακούονται φωνές, χτύποι κουπιών στη θάλασσα... Ίσα ίσα κάτω από το φεγγίτη κάποιος ουρλιάζει με ψιλή, αντιπαθητική φωνίτσα· κάποιος Κινέζος θα τραγουδά.
«Ορίστε, φτάσαμε σε λιμάνι», λέγει ο Πάβελ Ιβάνιτζ, χαμογελώντας χλευαστικά. «Κανένα μήνα ακόμα και θα 'μαστε στη Ρωσία. Μάαλιστα, αξιότιμοι κύριοι φαντάροι. Άμα φθάσω στην Οδησσό, θα τραβήξω κατευθείαν στο Χάρκοβ. Εκεί έχω ένα φίλο λογοτέχνη. Θα πάω σ' αυτόν και θα του πω: Έλα, αδελφέ, παράτα αυτές τις αισχρές υποθέσεις με τους γυναικείους έρωτες και τις καλλονές της φύσεως και βγάλε στη φόρα τη δίποδη βρώμα... Αυτά είναι θέματα για σένα».
Μια στιγμή κάτι σκέπτεται κι έπειτα λέγει:
«Γούσεβ, ξέρεις πώς τους γέλασα;»
«Ποιους, Πάβελ Ιβάνιτζ;»
«Να αυτούς δα... Καταλαβαίνεις, στο βαπόρι αυτό έχει μονάχα πρώτη και τρίτη θέση, και σ' αυτή την τρίτη θέση επιτρέπεται να ταξιδεύουν μονάχα μουζίκοι, δηλαδή παλιόκορμα. Αν τύχει και φορείς σακάκι, είτε και από μακριά ακόμα μοιάζεις για άρχοντας είτε αστός, τότε κόπιασε να ταξιδέψεις στην πρώτη θέση. Και να κρεμαστείς ακόμα, πρέπει να σκάσεις πεντακόσια ρούβλια. Ποιος είν' ο λόγος, ρωτώ, που βάλατε αυτή την τάξη; Μήπως με τούτο θέλετε να υψώσετε το γόητρο της ρωσικής μορφωμένης τάξεως; Καθόλου. Δεν σας αφήνουμε, μόνο και μόνο γιατί στην τρίτη θέση δεν είναι δυνατόν να ταξιδέψει άνθρωπος καθώς πρέπει: Πάρα πολύ βρώμικα και άσχημα είν' εκεί. Ναι; Ευχαριστώ που φροντίζετε τόσο πολύ για τους καθώς πρέπει ανθρώπους. Σε κάθε όμως περίσταση, είτε άσχημα είν' εκεί, είτε καλά, πεντακόσια ρούβλια δεν έχω. Εγώ δε λήστεψα το δημόσιο δεν εκμεταλλεύτηκα τους αλλόφυλους, λαθρεμπόρια δεν έκανα, κανέναν δε σκότωσα, ώστε μπορείτε να κρίνετε· έχω το δικαίωμα να καθίσω στην πρώτη θέση και να βάλω μάλιστα τον εαυτό μου στην ίδια σειρά με τη ρωσική ανωτέρα τάξη. Από λογική όμως αυτοί δεν παίρνουν... Αναγκάστηκα να καταφύγω σε τέχνασμα. Φόρεσα ένα μακρύ πανωφόρι και μεγάλα ποδήματα, έκαμα το πρόσωπό μου σαν μούτρο χαμένου μεθύστακα και πηγαίνω στον πράκτορα. Δώσε μου, λέγω, η ευγένειά σου, εισιτήριο...»
«Και σεις από ποια τάξη είστε;» ρώτησε ο ναύτης.
«Από την ιερατική. Ο πατέρας μου ήταν τίμιος παπάς. Πάντα στους μεγάλους αυτού του κόσμου έλεγε με παρρησία την αλήθεια και για τούτο υπέφερε πολύ».
Ο Πάβελ Ιβάνιτζ κουράστηκε να μιλεί και ασθμαίνει και όμως εξακολουθεί:
«Μάλιστα, πάντα ορθά - κοφτά λέγω την αλήθεια... Κανέναν και τίποτα δε φοβάμαι. Σ' αυτό το ζήτημα μεταξύ μας υπάρχει μεγάλη διαφορά. Εσείς είστε άνθρωποι αμόρφωτοι, τυφλοί, κούτσουρα, τίποτε δε βλέπετε κι εκείνα που βλέπετε δεν τα καταλαβαίνετε... Σας λένε πως ο αέρας ξεφεύγει από τις αλυσίδες, πως είστε κτήνη, πετσενέγοι και σεις το πιστεύετε· σας δίνουν σβερκιές και σεις φιλείτε το χέρι που σας τις κατεβάζει· σας ληστεύει κάποιο κτήνος που φορεί σαμουρένια γούνα κι έπειτα σας πετά μια δεκάρα για τσάι και σεις «να φιλήσω, αφέντη, το χεράκι σας». Είστε παρίες, κακομοίρηδες άνθρωποι... Εγώ όμως δεν είμαι το ίδιο. Εγώ ξέρω γιατί ζω, όλα τα βλέπω, όπως τα βλέπει ο αετός ή το γεράκι, όταν πετά ψηλά, και όλα τα καταλαβαίνω. Είμαι η διαμαρτύρηση προσωποποιημένη. Βλέπω αυθαιρεσία -διαμαρτύρομαι, βλέπω ψευτοευβλάβεια και υποκρισία -διαμαρτύρομαι, βλέπω ένα γουρούνι να θριαμβεύει -διαμαρτύρομαι. Είμαι ανίκητος, καμιά ισπανική ιερά εξέταση δε μπορεί να με αναγκάσει να σωπάσω. Μάλιστα... Κόψε μου τη γλώσσα -θα διαμαρτύρομαι με χειρονομίες, κλείσε με μέσα σε υπόγειο -θα φωνάζω από 'κει έτσι, που θ' ακούεται η φωνή μου ένα βέρστι μακριά, είτε θα θανατώσω τον εαυτό μου από ασιτία, για να βαρύνω στη μαύρη τους συνείδηση ένα καντάρι περισσότερο, σκότωσέ με -θα παρουσιάζομαι φάντασμα. Οι γνωστοί μου όλοι μου λένε: «Είσαι ο πιο ανυπόφορος άνθρωπος, Πάβελ Ιβάνιτζ!» Είμαι υπερήφανος για το όνομα που έβγαλα. Υπηρέτησα τρία χρόνια στην Άπω Ανατολή και θα με θυμούνται εκατό χρόνια· με όλους βρίστηκα. Μου γράφουν οι φίλοι μου από τη Ρωσία: «Μην έρθεις». Κι εγώ να, στο πείσμα τους, πηγαίνω... Μάλιστα... Αυτή τη ζωή την καταλαβαίνω... Αυτή μπορεί κανείς να ονομάσει ζωή».
Ο Γούσεβ δεν άκουε, κοίταζε στο φεγγίτη. Στα διάφανα ελαφροπερουζένια νερά, πλημμυρισμένη από τον θαμβωτικό καυτερό ήλιο, κουνιόταν μια βάρκα. Μέσα σ' αυτήν γυμνοί Κινέζοι όρθιοι κρατούσαν ψηλά κλουβιά με καναρίνια και φώναζαν:
«Κελαϊδεί! Κελαϊδεί!»
Στη βάρκα κόλλησε άλλη βάρκα, έφτασε μια ατμάκατος. Μα να και μια άλλη βάρκα: μέσα σ' αυτήν κάθεται ένας χοντρός Κινέζος και τρώγει με ξυλάκια ρύζι. Νωθρά κυματίζουν τα νερά, νωθρά πετούν πάνω απ' αυτά άσπροι γλάροι.
«Μωρέ σβερκιές που θέλει αυτός ο παχύς...» σκέπτεται ο Γούσεβ κοιτάζοντας τον Κινέζο να χασμουριέται.
Νυστάζει και του φαίνεται πως όλη η φύση είναι νυσταγμένη. Ο καιρός περνά γρήγορα. Χωρίς να το καταλάβει, περνά η μέρα, χωρίς να το καταλάβει αρχίζει να σκοτεινιάζει... Το βαπόρι δε στέκεται πια, αλλά ξεκίνησε για κάπου πιο μακριά.
Δ'
Πέρασαν δυο μέρες. Ο Πάβελ Ιβάνιτζ δεν κάθεται πια, αλλά είναι ξαπλωμένος· τα μάτια του είναι κλειστά, η μύτη του σαν να έγινε πιο σουβλερή.
«Πάβελ Ιβάνιτζ!» τον φωνάζει ο Γούσεβ. «Ε, Πάβελ Ιβάνιτζ!»
Ο Πάβελ Ιβάνιτζ ανοίγει τα μάτια και κουνεί τα χείλη του.
«Μη δεν είστε καλά;»
«Τίποτε...» αποκρίνεται ο Πάβελ Ιβάνιτζ ασθμαίνοντας. «Δεν είναι τίποτε, απεναντίας μάλιστα... είμαι καλύτερα... Βλέπεις μπορώ να κείτομαι... Αισθάνομαι πιο ελαφρά...»
«Ε, δόξα να 'χει ο Θεός, Πάβελ Ιβάνιτζ».
«Όταν σας συγκρίνω με τον εαυτό μου, σας λυπάμαι... φουκαράδες. Εμένα οι πνεύμονές μου είναι γεροί, ο βήχας μου είναι στομαχικός... Εγώ όχι στην Ερυθρά Θάλασσα, μα και στην κόλαση μπορώ ν' αντέξω. Έπειτα εγώ ψιλολογώ και την αρρώστια μου και τα γιατρικά. Εσείς όμως... είστε αμόρφωτοι... Άσχημα είστε, πολύ, πολύ άσχημα!»
Το βαπόρι δεν κουνιέται, κάνει όμως τέτοια ζέστη, σαν λουτρό· όχι να μιλεί, αλλά και ν' ακούει δυσκολεύεται κανείς. Ο Γούσεβ αγκάλιασε τα γόνατά του, ακούμπησε πάνω σ' αυτά το κεφάλι του και σκέπτεται το χωριό του. Θεέ μου, μ' αυτή την κάψα τι ευχάριστο να σκέφτεσαι για χιόνια και κρύο! Πηγαίνεις με σάνια, έξαφνα κάτι τρομάζει τα άλογα και παίρνουν δρόμο... Χωρίς να ξεχωρίζουν ούτε δρόμους, ούτε χαντάκια, ούτε γκρεμνούς, τρέχουν σαν δαιμονισμένα, μέσα σ' όλο το χωριό, περνούν τη δεξαμενή, κοντά από το εργοστάσιο, ύστερα στον κάμπο... «Πιάσ' τα». Μα γιατί να τα πιάσουν! Ας δέρνει το πρόσωπο και ας δαγκάνει τα χέρια ο κρύος διαπεραστικός αέρας, ας τινάζουν οι οπλές βόλους από χιόνι στο κασκέτο, μέσα από το γιακά στο σβέρκο, στο στήθος, ας στριγγλίζουν τα στηρίγματα της σάνιας και ας ξεφεύγουν τα λουριά, ας πάνε στο διάβολο όλα! Τι ευχαρίστηση όμως όταν αναποδογυρίζει η σάνια και σε πετά μ' όλη τη φόρα μέσα στο σωρό τα χιόνια κατάμουτρα και ύστερα σηκώνεσαι κάτασπρος με κρύσταλλα στα μουστάκια· ούτε κασκέτο, ούτε χειρόκτια, η ζώνη λυμένη... Ο κόσμος ξεκαρδίζεται, τα σκυλιά γαυγίζουν...
Ο Πάβελ Ιβάνιτζ μισοανοίγει το ένα μάτι του, κοιτάζει τον Γούσεβ και σιγά ρωτά:
«Γούσεβ, ο διοικητής σου έκλεβε;»
«Ποιος τον ξέρει, Πάβελ Ιβάνιτζ! Εμείς δεν ξέρουμε, πού να το μάθουμε!»
Κι ύστερα περνά πολλή ώρα με σιωπή. Ο Γούσεβ σκέφτεται, παραμιλεί και αδιάκοπα πίνει νερό· του κάνει κόπο να μιλεί, κόπο ν' ακούει και φοβάται μην του ανοίξουν ομιλία. Περνά μια ώρα, δύο, τρεις, βραδιάζει, ύστερα νυχτώνει, αυτός όμως δεν το παρατηρεί και ολοένα συλλογιέται το κρύο.
Ακούεται σαν να μπήκε κάποιος· στο νοσοκομείο, ακούονται φωνές, αλλά μετά πέντε λεπτά όλα ησυχάζουν.
«Ο Θεός να τον σχωρέσει, αιωνία του η μνήμη», λέγει ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Ανήσυχος άνθρωπος ήταν!»
«Τι;» ρωτά ο Γούσεβ. «Ποιος;»
«Πέθανε, τώρα τον πήγαν απάνω».
«Ε και τι;» μουρμουρίζει ο Γούσεβ και χασμουριέται. «Ο Θεός να τον αναπάψει».
«Πώς σου φαίνεται, Γούσεβ;» ρωτά ύστερ' από λίγο ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Θα δει τη βασιλεία των ουρανών ή όχι;»
«Για ποιον μιλείς;»
«Για τον Πάβελ Ιβάνιτζ».
«Θα την ιδεί... βασανίστηκε πολύ. Έπειτα, βλέπεις ήταν από την τάξη των ιερωμένων και οι παπάδες έχουν μεγάλο συγγενολόγι. Θα τον μνημονεύουν».
Ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι κάθεται στην κουκέτα του Γούσεβ και λέγει σιγανά:
«Και συ, Γούσεβ, δε θα ζήσεις πολύ σ' αυτό τον κόσμο. Δε θα φτάσεις στη Ρωσία».
«Ποιος το 'πε, ο γιατρός ή ο νοσοκόμος;» ρωτά ο Γούσεβ.
«Όχι πως το 'πε κανένας, μα φαίνεται... Ο άνθρωπος που θα πεθάνει γρήγορα, με μιας φαίνεται. Εσύ δεν τρως, δεν πίνεις, αχάμνηνες -τρομάζει κανείς να σε βλέπει. Χτικιό μ' ένα λόγο. Δεν το λέγω για να σε συγχύσω, μα ίσως θέλεις να μεταλάβεις. Και ανίσως έχεις λεφτά, να τα δώσεις στον ανώτερο αξιωματικό».
«Δεν το 'γραψα στο σπίτι...» αναστενάζει ο Γούσεβ. «Θα πεθάνω και δεν θα το μάθουν».
«Θα το μάθουν», λέγει με φωνή μπάσου ο άρρωστος ναύτης. «Σαν πεθάνεις, θα το γράψουν εδώ στο ημερολόγιο της υπηρεσίας, στην Οδησσό θα δώσουν αντίγραφο στο στρατιωτικό αρχηγό κι εκείνος θα το στείλει στην κοινότητα, είτε όπου χρειάζεται...»
Η συνομιλία αυτή φέρνει αγωνία στον Γούσεβ και αρχίζει να τον βασανίζει κάποια επιθυμία. Πίνει νερό, δε βρίσκει ανακούφιση· σέρνεται στο στρογγυλό φεγγίτη και ανασαίνει ζεστό νοτιασμένο αέρα -το ίδιο· προσπαθεί να σκεφθεί για το χωριό του, για το κρύο -τίποτε... Επί τέλους του φάνηκε πως αν μείνει ένα λεπτό ακόμα στο νοσοκομείο, χωρίς άλλο θα του έρθει ασφυξία.
«Πνίγομαι, αδέρφια...» λέγει. «Θα πάω απάνω. Για την αγάπη του Χριστού, σύρτε με απάνω!»
«Καλά», λέγει ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Μοναχός σου δε μπορείς. Θα σε πάω εγώ. Πιάσε με απ' το λαιμό».
Ο Γούσεβ αγκαλιάζει τον στρατιώτη από το λαιμό, εκείνος τον πιάνει με το γερό του χέρι και τον πηγαίνει απάνω. Στο κατάστρωμα δίπλα ο ένας στον άλλο κοιμούνται οι με απεριόριστη άδεια στρατιώτες και ναύτες· τόσοι πολλοί είναι, που δύσκολα μπορεί να περάσει κανείς.
«Πάτα χάμου», λέγει ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Έρχου κατόπι μου σιγά - σιγά, κράτα με από το πουκάμισο...»
Σκοτάδι. Στο κατάστρωμα δεν υπάρχει φως, ούτε στα κατάρτια, ούτε γύρω στη θάλασσα. Μπροστά στην πλώρη στέκεται σαν άγαλμα ο φρουρός, μα σαν να κοιμάται κι αυτός. Νομίζεις πως άφησαν το βαπόρι στη διάθεσή του και πηγαίνει όπου θέλει.
«Τώρα θα ρίξουν τον Πάβελ Ιβάνιτζ στη θάλασσα...» λέγει ο στρατιώτης με το δεμένο χέρι. «Στο σακί και στο νερό».
«Ναι. Αυτή είναι η τάξις».
«Καλύτερα να 'ναι θαμμένος κανείς στον τόπο του, στη γη. Αν όχι άλλο, θα 'ρθει τουλάχιστον η μάνα του στον τάφο του να τον κλάψει».
«Βέβαια».
Μυρίζει κοπριά και χόρτο. Με σκυμμένα κεφάλια στέκονται στο παραπέτο βόδια. Ένα, δύο, τρία... οκτώ. Να κι ένα μικρό αλογάκι. Ο Γούσεβ απλώνει το χέρι να το χαϊδέψει, κι αυτό κουνεί το κεφάλι, τρίζει τα δόντια και θέλει να του δαγκάσει το μανίκι.
«Αναθεματισμένο...» είπε με θυμό ο Γούσεβ.
Κι οι δυο, αυτός και ο στρατιώτης προχωρούν σιγά στην πλώρη, στέκονται στο παραπέτο και σιωπηλοί κοιτάζουν πότε απάνω και πότε κάτω. Απάνω ουρανός βαθύς, αστέρια λαμπερά, ησυχία και γαλήνη, ίδια και απαράλλακτα όπως στο χωριό, κάτω σκοτάδι και ακαταστασία. Άγνωστο γιατί βοΐζουν τα μεγάλα κύματα. Όποιο κύμα κι αν δεις, προσπαθεί να υψωθεί περισσότερο απ' τ' άλλα, πιέζει και διώχνει το άλλο· σ' αυτό απάνω με θόρυβο, αστράφτοντας με την άσπρη χαίτη του, ορμά τρίτο, εξαγριωμένο κι αυτό και άτσαλο.
Η θάλασσα δεν έχει ούτε νου, ούτε ευσπλαχνία. Αν το βαπόρι ήταν μικρότερο και καμωμένο όχι από χοντρό σίδερο, τα κύματα θα το 'σπαγαν χωρίς την παραμικρή λύπη και θα καταβρόχθιζαν όλους τους ανθρώπους, χωρίς να ξεχωρίζουν αγίους και αμαρτωλούς. Και το βαπόρι την ίδια αμυαλιά και ασπλαχνία έχει: Αυτό το πλωτό τέρας προχωρεί μπρος και σχίζει στο δρόμο του εκατομμύρια κύματα· δε φοβάται ούτε το σκοτάδι, ούτε τον αέρα, ούτε το διάστημα, ούτε τη μοναξιά, τίποτε δε λογαριάζει, και αν ο ωκεανός είχε δικούς του ανθρώπους, το τέρας αυτό θα τους τσάκιζε, χωρίς να ξεχωρίσει επίσης αγίους και αμαρτωλούς.
«Πού είμαστε τώρα;» ρώτησε ο Γούσεβ.
«Δεν ξέρω. Θα 'μαστε στον ωκεανό».
«Δε φαίνεται στεριά».
«Πού να φανεί! Λένε πως ύστερ' από εφτά μέρες μονάχα θα δούμε».
Οι δυο στρατιώτες κοιτάζουν τον άσπρο αφρό που φωσφορίζει, σωπαίνουν και σκέφτονται. Πρώτος λύνει τη σιωπή ο Γούσεβ.
«Δεν είναι δα τόσο φοβερό», λέγει. «Μονάχα σου πιάνεται η καρδιά, σαν να κάθεσαι μέσα σε σκοτεινό δάσος, μα ανίσως, ας πούμε, κατέβαζαν τώρα στη θάλασσα μια βάρκα και ο αξιωματικός διέταζε να πάω εκατό βέρστια μακριά στη θάλασσα για να ψαρέψω -θα πήγαινα. Είτε, να πούμε, έπεφτε τώρα κανένας βαφτισμένος στη θάλασσα -θα 'πεφτα κι εγώ κατόπι του. Γερμανό ή μαντζούρο δε θα έσωζα, για βαφτισμένο όμως θα το 'καμα».
«Φοβάσαι το θάνατο;»
«Φοβάμαι. Το νοικοκυριό μου λυπάμαι. Ο αδερφός μου που βρίσκεται στο σπίτι, ξέρεις, δεν είναι της προκοπής: είναι μπεκρής, χτυπά αλόγιστα τη γυναίκα του, δεν τιμά τους γονέους. Χωρίς εμένα, όλα θα πάνε χαμένα και ο πατέρας με τη γριά, κοίτα, θα πάρουν τους πέντε δρόμους. Μα τα πόδια μου, αδερφέ, δε βαστούν και μου έρχεται ασφυξία εδώ... Πάμε να κοιμηθούμε».
Ε'
Ο Γούσεβ επέστρεψε στο νοσοκομείο κι επλάγιασε στην κουκέτα. Εξακολουθεί να τον βασανίζει μια αόρατη επιθυμία και με κανένα τρόπο δε μπορεί να καταλάβει τι θέλει. Το στήθος του αισθάνεται βάρος, το κεφάλι του βοΐζει, το στόμα του είναι έτσι στεγνό, που δυσκολεύεται να κουνήσει τη γλώσσα του. Ελαφροκοιμάται και παραμιλεί και βασανισμένος από τους βραχνάδες, το βήχα και την κάψα, κατά το πρωί αποκοιμιέται βαθιά. Ονειρεύεται πως στο στρατώνα μόλις ξεφούρνισαν το ψωμί κι αυτός χώθηκε στο φούρνο και μέσα στον ατμό καθαρίζεται με σημυδένια σκούπα. Κοιμάται δυο μέρες και την τρίτη το μεσημέρι έρχονται από πάνω δυο ναύτες και τον βγάζουν από το νοσοκομείο.
Τον ράβουν μέσα σε καραβόπανο και για να βαρύνει περισσότερο, του βάζουν δυο σίδερα. Ραμμένος στο καραβόπανο μοιάζει σαν καρότο ή σαν ρεπάνι: στο κεφάλι πλατύ, στα πόδια στενό... Κοντά να βασιλέψει ο ήλιος τον φέρνουν στο κατάστρωμα και τον βάζουν απάνω σε μια σανίδα· η μια άκρη της σανίδας ακουμπά στην κουπαστή, ή άλλη σε μια κάσα, τοποθετημένη σε σκαμνί. Γύρω στέκονται οι στρατιώτες και το πλήρωμα του βαποριού ξεσκούφωτοι.
«Ευλογητός ο Θεός ημών», αρχινά ο παπάς. «Πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων!»
«Αμήν!» ψάλλουν τρεις ναύτες.
Οι στρατιώτες και το πλήρωμα κάνουν το σταυρό τους και κοιτάζουν προς το μέρος των κυμάτων. Παράξενο να είναι άνθρωπος ραμμένος μέσα σε καραβόπανο και να πεταχτεί αμέσως στα κύματα. Τάχα στον καθένα δε μπορεί να συμβεί το ίδιο;
Ο παπάς ρίχνει χώμα στον Γούσεβ και υποκλίνεται. Ψάλλουν το αιωνία η μνήμη.
Ο φρουρός ανασηκώνει την άκρη της σανίδας, ο Γούσεβ γλιστρά απάνω απ' αυτήν, πετά κάτω με το κεφάλι, ύστερα στριφογυρίζει στον αέρα και -μπλουμ! Ο αφρός τον σκεπάζει και για μια στιγμή φαίνεται περιτυλιγμένος σε δαντέλες, αλλά η στιγμή αυτή περνά και γίνεται άφαντος στα κύματα.
Βυθίζεται γρήγορα. Θα φτάσει άραγε στον πάτο; Λένε πως ως τον βυθό είναι τέσσερα βέρστια. Όταν πήγε οκτώ - δέκα οργιές, αρχίζει να βυθίζεται ολοένα πιο σιγά, κουνιέται ρυθμικά, σαν αναποφάσιστα, το ρεύμα τον παρασέρνει και φέρνεται πιο γρήγορα πλαγίως, παρά προς τα κάτω.
Να όμως στο δρόμο του συναντά σμήνος μικρών ψαριών, που τα ονομάζουν πιλότους. Μόλις είδαν το σκούρο σώμα, τα ψαράκια σταματούν σαν καρφωμένα και έξαφνα όλα με μιας γυρίζουν πίσω και χάνονται. Δεν περνά ένα λεπτό και γρήγορα, σαν σαΐτες, ξαναχιμίζουν στον Γούσεβ και αρχινούν με ελιγμούς να σχίζουν γύρω του τα νερά...
Ύστερα παρουσιάζεται άλλο σκούρο σώμα. Είναι καρχαρίας. Σοβαρά και αθέλητα σαν να μη βλέπει τον Γούσεβ, τον πλησιάζει από κάτω ενώ αυτός χαμηλώνει στη ράχη του, έπειτα στρέφει με την κοιλιά απάνω, χαϊδεύεται στα θερμά, διάφανα νερά και τεμπέλικα ανοίγει το στόμα με τις δυο σειρές δόντια. Οι πιλότοι είναι ενθουσιασμένοι· στέκονται και κοιτάζουν τι θα γίνει ύστερα. Αφού έπαιξε με το σώμα, ο καρχαρίας βάζει αθέλητα κάτω απ' αυτό το στόμα, το αγγίζει προσεκτικά με τα δόντια του και το καραβόπανο σχίζεται σ' όλο το μάκρος του σώματος, από την κεφαλή ως τα πόδια· ένα από τα σίδερα ξεφεύγει και, αφού κατατρόμαξε τους πιλότους και χτύπησε τον καρχαρία στο πλευρό, βυθίζεται ορμητικά στον πάτο.
Σ' αυτό το διάστημα, απάνω, προς το μέρος που βασιλεύει ο ήλιος, συνάζονται σύννεφα: ένα σύννεφο μοιάζει με θριαμβευτική αψίδα, άλλο με λεοντάρι, τρίτο με ψαλίδι... Από πίσω από τα σύννεφα προβάλλει μια πράσινη αχτίδα και φτάνει ως τη μέση του ουρανού· σε λιγάκι πλάι της απλώνεται μια μενεξεδένια, δίπλα σ' αυτήν μια χρυσή, έπειτα τριανταφυλλένια... Ο ουρανός παίρνει γλυκό χρώμα πασχαλιάς. Βλέποντας αυτόν τον μεγαλόπρεπο, μαγευτικό ουρανό, ο ωκεανός στην αρχή κατσουφιάζει, γρήγορα όμως κι αυτός αποκτά χρώματα χαϊδευτικά, χαροποιά, περιπαθή, που είναι δύσκολο σε ανθρώπινη γλώσσα και να τα ονομάσει.
Τσέχωφ Άντον
(Μετφ. Κ.Σ. Κοκόλης)
Περιοδικό «Νέα Εστία», Αθήνα, Νοέμβριος 1929

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου