Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

ΜΙΑ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ΣΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΝΕΡΟ

  
   Πρώτα - πρώτα μια απορία. Όταν ένας απλός γνώριμος, ανάμεσα σε δυο ποτήρια ρετσίνα, στο τραπέζι ενός μαγαζιού έξω στο αθηναϊκό πεζοδρόμιο, σάς καλεί να περάσετε λίγες ημέρες στο χτήμα του το καλοκαίρι, εκεί κάτω σε μια ακτή του Κορινθιακού, πρέπει να εκμεταλλευτείτε τη διάθεση μιας στιγμής, που την ανοίγει το κρασί, η βραδινή ανοιξιάτικη αθηναϊκή ώρα, και να πάτε να τον ανησυχήσετε στην εξοχή του; Εγώ το 'καμα και το πλήρωσα με μια από τις ζωηρότερες συγκινήσεις της ζωής μου. Να πώς την έπαθα:
   Ο άνθρωπος που με κάλεσε ήτανε φανερό πως είχε πιει ένα παραπάνω. Τον έλεγαν Ανδρέα Γεράκη. Τον είχε φέρει μαζί του εκείνο το βράδυ ο φίλος μου ο Μιχαηλίδης. Στην αρχή έμενε σιωπηλός και μαζεμένος στην καρέκλα του με τη δειλία του ξένου που έρχεται από επαρχία και πέφτει σε ανθρώπους της Αθήνας, που μιλούν με οικείο τρόπο για πρόσωπα και για γεγονότα της μεγάλης ζωής, και που τα πιο ασήμαντα που λένε είναι ένας κόσμος άγνωστος γι' αυτόν. Άκουγε μόνο. Ύστερα, σε μια μικρή παύση, είπε στο Μιχαηλίδη την αιώνια φράση των παλιών φίλων που ξανασμίγουν:
   «Θυμάσαι κείνα τα χρόνια;»
   Είχανε σπουδάσει μαζί και η κουβέντα, η συντροφιά μας, τού είχανε φέρει τη μάταιη νοσταλγία των παλιών χρόνων. Ο Μιχαηλίδης μού μίλησε τότε γι' αυτόν. Κομπλιμέντα στον παλιό του φίλο. Ο Γεράκης ήταν από τους συντρόφους της νεανικής ζωής που δεν τους ξεχνάει κανείς ποτέ. Παιδί ζωηρό, ανοιχτή καρδιά, καλός φίλος, θυσία για τους άλλους, ρομαντικά γούστα, τρέλες, κιθάρα, τραγούδι και ωραία όνειρα. Αυτός ο στεγνός άνθρωπος με τα βαριά σαν μισοκοιμισμένα βλέφαρα, με τις στενοχωρημένες κινήσεις, ήτανε το ζωηρό παιδί με τα ρομαντικά γούστα, τις τρέλες και την κιθάρα; Το πρόσωπό του δεν άλλαξε έκφραση, ακίνητο σαν να είχε αποστραγγιστεί κάθε λευκή του ικμάδα, σαν μια μάσκα από πάστα χαρτιού χυμένη και κοκκαλωμένη σ' ένα καλούπι. Μερικές στιγμές τα μάτια του ήσαν σαν να μην έβλεπαν. Δε θα μπορούσε κανείς να καταλάβει καλά - καλά την ηλικία του. Τον είχα πάρει για εξηντάρη ως τη στιγμή που ο Μιχαηλίδης είπε πως ήταν της ηλικίας του. Μόλις θα ήτανε δηλαδή ο άνθρωπος στα πενήντα.
   Άρχισαν να μιλούν για γυναίκες, για φίλους και για τύπους του καιρού τους. Ο ένας είχε πεθάνει, ο άλλος έφυγε στο εξωτερικό, ο άλλος παντρεύτηκε δυο φορές και χώρισε και τις δύο, ένας άλλος, που τον θεωρούσανε τότε κουτό και ανίκανο, εσκάρωσε ολόκληρη περιουσία, άλλος έχασε ό,τι είχε, άλλος από δικηγόρος βρέθηκε αξιωματικός, άλλος είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, άλλος έφυγε για την επαρχία του και ούτε ξαναφάνηκε, δυο - τρεις εξακολουθούσε να τους βλέπει ο Μιχαηλίδης, έλεγαν μια καλημέρα, αλλά είχανε να σταθούν και να μιλήσουν από κοντά από τότε. Και οι γυναίκες; Αυτές είναι που σκόρπισαν ολότελα. Για λίγες ήξερε ο Μιχαηλίδης τι απόγιναν. Η Κατινίτσα, που ήτανε μια φορά φιλενάδα του Γεράκη, είχε παντρευτεί καλά, ο άντρας της, αφού πέρασε από τις σκάλες της υπαλληλίας, ήτανε σήμερα βουλευτής και πήγαινε για υπουργός, κι εκείνη είχε την πόζα μεγάλης κυρίας. Η καημένη η Σάσα στάθηκε άτυχη και σήμερα παλεύει στη φτώχεια με τέσσερα παιδιά, αγνώριστη, αξιολύπητη. Άλλη είχε πεθάνει στη «Σωτηρία». Μια άλλη είχε διαφθαρεί εντελώς και έκαμε μια κόρη που τραβούσε τώρα τον ίδιο δρόμο. Άλλες δυο δεν τις είχε ξαναδεί. Μπορεί και να τις συναντούσε και να μην τις αναγνώριζε. Τα κορίτσια όταν γίνουνε γυναίκες αλλάζουν. Η ζωή ή τις φτιάνει και τις εξωραΐζει ή τις παραμορφώνει. Τα έλεγαν όλ' αυτά ανακατωμένα με φιλοσοφικά συμπεράσματα, άλλοτε με συρτή βαθιά φωνή μέσα σε ρεμβασμούς και άλλοτε με ζωηρότητα σαν να επρόκειτο για γεγονότα χθεσινά. Ήταν σαν να μιλούσαν για έναν κόσμο που χάθηκε και από τον οποίο λίγοι είχαν διασωθεί, και αυτοί αγνώριστοι, πολύ λίγοι στο καλύτερο και οι περισσότεροι στο χειρότερο.
   Η όψη του Γεράκη είχε εμψυχωθεί. Τώρα η βαριά φωνή του ζωήρεψε, τα μάτια του ξενύσταξαν, φαινόταν νεώτερος.
   Τους άκουγα. Οι πληροφορίες που έδινε ο Μιχαηλίδης στο φίλο του ήσαν οι περισσότερες θλιβερές, μιλούσαν για την κατάντια διαφόρων ανθρώπων, για ξεπεσμούς, για θανάτους, για αρρώστιες, για καταστροφές, για πτώσεις γυναικών, για όντα που είτε βυθίστηκαν πιο κάτω, είτε πήδησαν πιο απάνω, φαινόντουσαν γελοιογραφίες μπροστά σ' εκείνο που ήσαν τότε στην ηλικία της δροσιάς, της αφέλειας και της ξεγνοιασιάς. Αλλά αυτά όλα τα μελαγχολικά πράγματα προκαλούσαν μια ευχάριστη συγκίνηση στον Γεράκη. Ο άλλος τού μιλούσε για το δραματικό επεισόδιο ενός κοινού γνώριμού τους κι αυτός άκουγε με γελαστή όψη, σχεδόν με αγαλλίαση σαν να μάθαινε γεγονότα χαρμόσυνα. Γιατί όλ' αυτά τού θύμιζαν τα καημένα τα νιάτα.
   Και πίναμε. Ήτανε τόσο αισθητή η μεταβολή στην έκφρασή του,τόσο καλό τού γινόταν από αυτό το ξεφύλλισμα των παλιών σελίδων της ζωής, ώστε μού προκάλεσε το ενδιαφέρον. Εμπήκα κι εγώ στην κουβέντα. Ήξερα δυο - τρία από τα πρόσωπα για τα οποία μίλησαν. Είπα ό,τι είχε τύχει να ξέρω, πρόσθεσα κι άλλα, άρχισα να τού μιλώ για χίλια δυο πράγματα. Μού φαινόταν πως ξαναζωντάνευε μπροστά μου ένας νεκρός. Ύστερα μίλησαν για τον Αλέκο Σταυρίδη και για τις παλαβομάρες που έκανε τότε. Μια φορά κατά τα μεσάνυχτα σήκωσε από την πόρτα του ξενοδοχείου «Ερμής» μια μεγάλη γλάστρα με φίκο, την έκοψε στον ώμο κάτω από το ηλεκτρικό, χωρίς να λογαριάσει μήπως τον δουν από το ξενοδοχείο και μπήξουν τις φωνές, την έβαλε σ' ένα μόνιππο και πήγαν μαζί τέσσερις φίλοι και την άφησαν αντί για άνθη στην πόρτα του σπιτιού ενός κοριτσιού, που τα είχε ψήσει με κάποιον της παρέας.
   «Τι απόγινε αλήθεια η Άννα;» ρώτησε για το κορίτσι ο Γεράκης, που όπως εκατάλαβα ήταν ο ενδιαφερόμενος.
   Ο Μιχαηλίδης τού έδωσε πληροφορίες. Η Άννα είχε βγει στο θέατρο λίγο καιρό ύστερα από τότε, αλλά πού να το μάθει ο Γεράκης, που είχε φύγει τότε πια οριστικά στην επαρχία του. Ούτε στις εφημερίδες μπορούσε να δει τ' όνομά της, γιατί το είχε αλλάξει. Βγήκε με ψευδώνυμο. Από Άννα Οικονόμου έγινε Βέρα Ορλώφ. Αλλά κι εκτός απ' αυτό έφυγε γρήγορα από το θέατρο. Παρ' όλη την ομορφιά της, απάνω στη σκηνή ήταν σαν κούτσουρο. Δεν την ήθελε το σανίδι.
   «Ο Θεός το ξέρει ποιες θάλασσες τη δέρνουνε τώρα!» είπε ο Γεράκης μελαγχολικά.
   Έτυχε να τη γνωρίζω -εξακολουθούσε τη ζωή της με το θεατρικό της όνομα Βέρα Ορλώφ- και ήμουν ευχαριστημένος γιατί μπορούσα να δώσω στο Γεράκη πληροφορίες για πρόσωπο που τον ενδιέφερε.
   «Καθόλου», είπα. «Βρίσκεται πολύ καλά. Αν θέλετε, μπορούμε να πάμε να τη δούμε. Σχετίζομαι πολύ μαζί της. Πηγαίνω συχνά στο σπίτι της».
   Ο Γεράκης με κοίταξε μ' έκπληξη. Ήξερα λοιπόν την Άννα;
   «Είναι φιλενάδα κάποιου γνωστού μου», εξακολούθησα. «Αλλά μ' αυτή συνδέομαι περισσότερο. Τώρα εκείνος λείπει. Αλλά κι εδώ να ήταν, το ίδιο θα 'κανε. Είναι πολιτισμένος άνθρωπος. Μπορούμε να πάμε αύριο το πρωί. Θα ευχαριστηθεί, φαντάζομαι, πολύ. Την ξέρω. Κάτι τέτοια τη συγκινούν».
   Εκείνος ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις. Δεν το καταλάβαινε πώς μπορούσε αυτή που θα ήτανε τώρα καμιά σαρανταπενταριά χρόνων, να 'χει φίλο.
   «Πώς φαίνεσαι, Ανδρέα, πως ζεις σ' επαρχία», είπε ο Μιχαηλίδης. «Αν τη δεις, δεν την κάνεις ούτε τριάντα πέντε. Έχει κάτι φρεσκάδες καμιά φορά... Τύφλα να 'χουν τα κορίτσια».
   «Δεν παντρεύτηκε λοιπόν η κακομοίρα;» είπε ο Γεράκης. «Ζει σήμερα με τον ένα και αύριο με τον άλλο...»
   «Αυτό τής συνέβαινε παλαιότερα», είπα. «Αλλά μ' αυτόν που βρίσκεται τώρα, είναι καμιά δεκαριά χρόνια. Και ίσως την κρατήσει μαζί του για πάντα. Έχει τη γυναίκα του άρρωστη στο Νταβός. Και ίσως μάλιστα εκείνη η δυστυχισμένη βρίσκεται στα τελευταία της».
   «Τι είν' αυτός ο κόσμος», έκαμε ο Γεράκης. «Ο θάνατός σου ζωή μου. Αλλά μήπως θα φταίει η καψερή η Άννα; Είμαι βέβαιος ότι δε θα 'παθε η άλλη εξαιτίας της. Χρυσή καρδιά. Δε μπορεί να βλάψει ούτε μυρμήγκι. Και ίσως μάλιστα γιατί ήτανε τόσο καλή, δε μπόρεσε ν' ανοίξει κι αυτή ένα σπίτι να ζήσει σαν άνθρωπος».
   «Μα βέβαια», τού είπα. «Εκείνη η γυναίκα ήτανε άρρωστη από τότε που παντρεύτηκε. Πολύ αργότερα γνωρίστηκε η Άννα μ' αυτόν τον άνθρωπο».
   Το περιστατικό αυτό και οι λεπτομέρειες που αναφέραμε τον είχανε συγκινήσει και αυτό τον ζωήρεψε περισσότερο και άρχισε να μιλεί για κείνη τη γυναίκα.
   «Λοιπόν αύριο που θα πάμε, θα την δεις», τού είπα.
   Αλλά δεν είχε ξαναζωντανέψει ως το σημείο να κάμει μια τέτοια επίσκεψη.
   «Α, όχι», είπε. «Αύριο πρέπει να τελειώσω τις δουλειές μου. Θα γυρίζω από το πρωί ως το βράδυ και είναι ζήτημα αν θα προφτάσω. Μεθαύριο φεύγω...»
   Και πρόσθεσε σε δυο στιγμές σαν για κάτι που το αποφάσισε ύστερα από δισταγμό:
   «Όχι, όχι».
   «Και γιατί να μην αναβάλετε για μια ημέρα την αναχώρησή σας; Είπατε πως δεν έρχεσθε συχνά στην Αθήνα».
   «Όχι», ξαναείπε. «Δεν είναι δυνατό. Άφησα στο χτήμα εργάτες. Δε μπορώ να χάσω ούτε μια μέρα».
   Ύστερα χτύπησε ελαφρά το χέρι στο τραπέζι και πήρε το ποτήρι και ήπιε.
   Σαν να το 'θελε να μείνει και δε μπορούσε. Μέσα του είχε γίνει μια μικρή πάλη. Δεν ήτανε η ανάγκη της εργασίας που τον έκανε να ξαναγυρίσει γρήγορα. Ήσαν τα δεσμά του ανθρώπου του βυθισμένου στην επαρχιακή ζωή που τον τραβούσαν εκεί κάτω, η ψυχολογία του αποτραβηγμένου από τη ζωή, που φοβάται να ξαναμπεί έστω και για μια ώρα σ' ένα ευχάριστο παλιό κύκλο για να μη τού γίνει ύστερα μολύβι η μελαγχολική του γαλήνη. Τον καταλάβαινα.
   «Ο κύριος Γεράκης, Μήτσο», μού είπε ο Μιχαηλίδης, «έχει ένα θαυμάσιο χτήμα κοντά στο Φραγκόπυργο. Και μεγάλο... απέραντο... Πόσα στρέμματα είναι, Ανδρέα;» 
   Εκείνος έκαμε μια αβέβαιη χειρονομία και σε λίγο μού είπε:
   «Κάμετε κανένα ταξιδάκι κείθε κάτω, κύριε Λαζαρά. Ελάτε να περάσουμε στο χτήμα μερικές ημέρες. Θα ευχαριστηθείτε. Πάρτε τον Μιχαηλίδη κι ελάτε».
   «Όσο για μένα, είναι αδύνατο», είπε ο Μιχαηλίδης. «Είμαι δούλος του επαγγέλματος. Δε μπορώ ν' απομακρυνθώ από 'δω ούτε το καλοκαίρι. Το πολύ ως την Κηφισσιά. Ο Λαζαράς όμως μπορεί να 'ρθει. Πήγαινε, Μήτσο. Είναι περίφημα. Ένα χτήμα που φτάνει ως τη θάλασσα. Μια ακρογιαλιά θαύμα. Το Γαλάζιο Νερό».
   «Ελάτε, κύριε Λαζαρά», είπε πάλι ο Γεράκης. «Δεν υπάρχει εκεί η κίνησις που γίνεται στις εξοχές εδώ στην Αθήνα. Είναι άλλο πράμα. Οικογενειακή ζωή και ησυχία. Αλλά έχει κι αυτό το γούστο του. Καμιά φορά έρχονται και μερικοί φίλοι και γείτονες. Ελάτε. Θα μάς ευχαριστήσετε όλους. Και τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Ένας ξένος για μάς εκεί κάτω στη μονοτονία της εξοχικής ζωής είναι κάτι έκτακτο. Να 'ρθετε».
   «Ίσως», είπα. «Αν με φέρει ο δρόμος από τα μέρη σας, μπορεί να περάσω να σάς δω».
   Μού 'δωσε τότε οδηγίες  πού θα 'βρισκα αμάξι στο σιδηροδρομικό σταθμό, πού θα κατέβαινα για να πάω στο Γαλάζιο Νερό. Και με ξανακάλεσε πάλι. Θα περνούσα εκεί ευχάριστες ημέρες. Θα πηγαίναμε στο ψάρεμα. Η θάλασσα εκεί βγάζει καλό πράμα.
   Την άλλη μέρα είδα τον Γεράκη στην οδό Σταδίου. Πήγαινε γρήγορα μ' ένα βήμα που φαινόταν κουρασμένο και όμως προσπαθούσε να είναι γρήγορο. Το πρόσωπό του είχε πάλι τη σβησμένη έκφραση, που είχε την πρώτη ώρα που τον γνώρισα. Δε με αναγνώρισε και προσπέρασα χωρίς να τού μιλήσω.
......................
 
   Δεν τον ξαναθυμήθηκα τον Γεράκη παρά όταν ήρθε το καλοκαίρι και σκέφτηκα πού να περάσω τις είκοσι μέρες των διακοπών που έκανα πάντα στη δουλειά μου. Με είχε προσκαλέσει.
   Δε μού φαινόταν και τόσο σωστό να πάρω στα σοβαρά μια απλή κουβέντα, μια πρόσκληση από εκείνες που γίνονται σαν ένα κομπλιμέντο και που ξεχνιέται, και να πάω σε άγνωστους ανθρώπους με τη διάθεση να εγκατασταθώ για κάμποσες ημέρες στο σπίτι τους. Δεν είχα σκοπό να τους γίνω φόρτωμα. Δε θα 'μενα στο χτήμα του Γεράκη. Θα περνούσα να δω αυτό το περίφημο Γαλάζιο Νερό και θα 'φευγα. Εκτός αν θα 'βρισκα εκεί θερμή υποδοχή, πρόσωπα που θα τους ήταν ευχάριστος ένας ξένος. Και πάλι αυτό θα το κανόνιζα κατά το κέφι μου. Αν θα μού άρεσε.
   Αλλ' αυτή η ιδέα να περάσω μερικές ημέρες σ' ένα χτήμα και σε μια τόσο ωραία ακρογιαλιά της Πελοποννήσου, με τραβούσε. Είχα πολλά χρόνια να ταξιδέψω σ' επαρχία. Και συλλογιζόμουν: Πρώτα - πρώτα θα με μετέφερε ένα αμάξι. Ένα αμάξι με δυο άλογα, με κουδουνάκια μπροστά και χαϊμαλί από γαλάζιες χάντρες που θα σάλευε στα στιλπνά τους στήθη, που θα πήγαιναν χτυπώντας ρυθμικά τα πέταλά τους στο δρόμο ντουπ - νταπ, ντουπ - νταπ. Ο αμαξάς, με μεγάλα μουστάκια και μπότες, θα 'κανε στράκες απάνω από τα κεφάλια των αλόγων. Θα περνούσα ανάμεσα από την εξαίσια καλλιέργεια των χτημάτων του Κορινθιακού με τα γραφικά σπιτάκια, με τους εργάτες με τις πλατιές ψάθες, με τα σκυλιά που προβάλλουν με τα πόδια τους στηριγμένα απάνω στους χαμηλούς χωματένιους φράχτες και γαυγίζουν. Όλ' αυτά τα είχα δει άλλοτε περνώντας με το τραίνο των Πατρών. Και θα 'πεφτα μεγαλοπρεπώς στο χτήμα του Γεράκη. Θα έσπευδαν όλοι να με υποδεχθούν. Θα ήμουν ο άνθρωπος που θα 'φτανε στη μακρινή εξοχή της επαρχίας σαν να 'πεφτε  από τον ουρανό. Η κυρία Γεράκη θα ήταν μια αρχοντογυναίκα. Ασφαλώς θ' άξιζε τον κόπο. Ένας άνθρωπος, που τού άρεσαν τα όμορφα κορίτσια όταν ήτανε νέος, δε μπορεί να πήρε άσχημη γυναίκα για όλη του τη ζωή εκεί κάτω στην επαρχία, όπου θέλοντας και μη δε θα είχε άλλη απασχόληση παρά με το σπίτι του. Ο Γεράκης θα με παρουσίαζε στην οικογένειά του: «Ο κύριος Λαζαράς, ο φίλος μου για τον οποίο σάς μίλησα». Θα ήταν ευχαριστημένος γιατί ένας φίλος του τον θυμήθηκε και πήγε να τον δει. Τότε σκέφτηκα πως θα 'πρεπε να τού είχα γράψει πως αποφάσισα να επωφεληθώ από την πρόσκληση που μού είχε κάμει και πως θα πήγαινα να περάσω δυο ημέρες στο χτήμα του. Αλλά καλύτερα έτσι. Θα τους έκανα μια έκπληξη. Και προσπαθούσα να μαντέψω την οικογένεια. Το παιδί του θα ήτανε ξεπεταγμένο, αφού ο Γεράκης μού είχε πει πως θα ευχαριστηθεί κι αυτό πολύ που θα με γνωρίσει, θα ήτανε κανένα επαρχιωτάκι που θα με κοίταζε στην αρχή σαν χαζό, ένας μαθητής του γυμνασίου που θα 'τρεχε μαζί μου σαν σκυλάκι και θα με γύριζε πρόθυμα στο απέραντο χτήμα και στ' αξιοθέατα της ακρογιαλιάς. Θα γνώριζα εκεί τύπους της επαρχίας, χτηματίες βαριούς που η μόνη τους διασκέδαση θα ήταν να πηγαίνουν κάθε τόσο να παίρνουν τον καφέ τους σ' ενός γείτονα, θ' άκουγα αφηγήσεις περίεργες, θα βρισκόμουν ανάμεσα σε τύπους, που εμείς, τα στρείδια της ζωής της Αθήνας, τους βλέπουμε μόνο στην ηθογραφική φιλολογία και θα υπήρχε ίσως και κάποια ξαδέρφη, μια που θα τη φιλοξενούσαν όπως εμένα, κάποια κουνιάδα, ένα θηλυκό τέλος πάντων, μια περαστική κυρία που θα πήγε να κάμει εκεί εξοχή. Κάποια γνωριμία ευχάριστη θα 'κανα εκεί κάτω. Ποιος ξέρει. Οι γυναίκες είναι πάντα ευδιάθετες στους ξένους.
   Αυτά περνούνε από το μυαλό όταν παίρνει κανείς ένα τραίνο για να πάει σε μια άγνωστη οικογένεια, σ' ένα πλούσιο χτήμα, όπου μπορούν να τον καλοδεχτούν. Ανοίγει η όρεξη και για περιπέτειες. Ας είναι. Και αν μού ερχόταν κανένας πειρασμός, θα ήμουν φρόνιμος. Είμαι ένας σαραντάρης, τα βαρέθηκα προ πολλού, κάνω τη ζωή της εποχής και της ηλικίας μου, δεν έχω ούτε καιρό ούτε κέφι για περιπέτειες και δε με κάλεσε ο άνθρωπος αυτός στο σπίτι του με τόσο ανοιχτή καρδιά για να τού ταράξω την ησυχία. Θα περνούσα τέσσερις - πέντε ημέρες μαζί του και θα 'φευγα με ευγνωμοσύνη γιατί μού δόθηκε η ευκαιρία να φρεσκάρω εκεί την ψυχή μου στην ήρεμη και απλή ζωή της επαρχιακής εξοχής.
 
.........................
 
   Το σκέφτηκα και το 'καμα. Το τραίνο έφτασε στο Φραγκόπυργο στις τρεις. Σύμφωνα προς όσα μού είχε πει ο Γεράκης, εζήτησα στο σταθμό να με οδηγήσουν πού μπορούσα να βρω αμάξι για το Γαλάζιο Νερό και μού 'δειξαν έναν άνθρωπο, που μιλούσε μ' έναν άντρα που κρατούσε ένα καλάθι κλειστό απάνω με ραμμένο πανί και μερικά δέματα στο άλλο χέρι και με μια γυναίκα φορτωμένη κι αυτή μ' ένα μπόγο και άλλα δέματα στις μασχάλες και στο χέρι. Επλησίασα και τον ρώτησα:
   «Έχετε αμάξι; Θέλω να πάω στο Γαλάζιο Νερό, στου κυρίου Γεράκη».
   Με κοίταξε καλά - καλά. Ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος με τριγωνικό κεφάλι, πλατύ απάνω, μ' ένα κασκέτο με μεγάλο κεραμίδι, και οξύ κάτω, νέος, με πρόσωπο αδύνατο και μια βαθιά ουλή στο αριστερό μάγουλο κάτω από το ζυγωματικό. Ήτανε χωρίς σακάκι, με γαλάζιο πουκάμισο ανασκουμπωμένο στους αγκώνες, με χοντρά μπράτσα, με το πανταλόνι μαζεμένο γύρω από τα σφυρά με μετάλλινα ελάσματα. Μού απάντησε ορίζοντας τα χρήματα που θα 'δινα, και πρόσθεσε ότι θα 'πρεπε να περιμένουμε μήπως παρουσιασθεί και κανείς άλλος επιβάτης από το τοπικό τραίνο των Πατρών που θα περνούσε σε δυο ώρες. Προσφέρθηκα να πληρώσω εγώ και για την άλλη θέση για να μην περιμένω τόση ώρα. Κυρίως δεν ήθελα να φτάσω  πολύ αργά στο Γαλάζιο Νερό. Μπορεί να μην ήταν στο χτήμα του ο Γεράκης και ν' αναγκαζόμουν να φύγω. 
   «Ο κύριος Γεράκης είναι εκεί», μού απάντησε. «Δε μπορώ να σάς πω ψέματα, αλλ' αφού το θέλετε, πάμε».
   Και προχώρησε προς το δρόμο. Ο άντρας και η γυναίκα, που μιλούσαν πρωτύτερα μαζί του, ακολούθησαν κι αυτοί. Εκατάλαβα ότι ήσαν συνεπιβάτες για το αμάξι. Όταν εφτάσαμε στο δρόμο, είδα στα δεξιά ένα αυτοκίνητο σε οικτρή κατάσταση. Κατασκονισμένο, με στραβωμένα τα φτερά, με τα λάστιχα μισοφαγωμένα. Ο μουσαμάς του στο ένα πλευρό έπεφτε κουρελιασμένος. Φαινόταν σαν αφημένο εκεί στο δρόμο από καιρό, χαλασμένο και άχρηστο, σαν αυτά που εγκαταλείπονται ύστερα από σύγκρουση στα χαντάκια των αγροτικών δρόμων, και καταντούν σαν σκελετοί  παλιών θνησιμαίων.
   Ο άνθρωπος με το τριγωνικό κεφάλι και με το κασκέτο τράβηξε προς το αυτοκίνητο και άνοιξε τη λαμαρίνα του και το επιθεωρούσε. Δεν ήταν αμαξάς. Ήταν σοφέρ και θα μάς μετέφερε μ' αυτό το σαράβαλο.
   «Μα μπορεί αυτό το πράμα», είπα σιγά στον άνθρωπο που κρατούσε το καλάθι, «να κάμει δρόμο; Θα σπάσει στο πρώτο χιλιόμετρο».
   «Μην το βλέπετε έτσι», μού είπε εκείνος. «Αντέχει. Έχει γερή μηχανή. Και ύστερα δεν υπάρχει άλλο».
   Και πρόσθεσε χαμογελώντας:
   «Κάμετε το σταυρό σας κι εμπάτε».
   Αναγκάσθηκα να περάσω πρώτος. Ακολούθησε ο άνδρας, ύστερα η γυναίκα, και με στρίμωξαν στη γωνιά. Η γυναίκα ήταν πολύ χοντρή και ο άνδρας είχε πέσει ολόκληρος στο πλευρό μου.
   Ξεκινήσαμε. Δεν είδα πολλά, όπως τα περίμενα, στο δρόμο. Ένα φορτηγό αυτοκίνητο είχε περάσει μπροστά και μάς άφηνε τη σκόνη του. Ο ήλιος έπεφτε στη θέση μου και με στράβωνε. Δε μπορούσα ν' ανοίξω το στόμα μου και ν' αναπνεύσω, δεν έβλεπα, κι ο διπλανός μου στριμωχνόταν διαρκώς απάνω μου. Ύστερα έβγαλε τσιγάρο να καπνίσει και μού ζήτησε τα σπίρτα μου. Αυτό ήτανε απλώς ο τρόπος για ν' αρχίσει κουβέντα. Γιατί αμέσως ύστερα με ρώτησε πού πηγαίνω, είχε καταλάβει πως είμαι ξένος. Τού απάντησα. Με κοίταξε καλά καλά και με ρώτησε αν είμαι παντρεμένος. Ήταν περισσότερο περίεργος από όσο το είχα φαντασθεί.
   «Όχι, είμαι ανύπαντρος» τού απάντησα.
   Το βλέμμα του έγινε πιο επίμονο απάνω μου. Με κοίταξε από το κεφάλι ως τα πόδια και πρόσθεσε:
   «Κι εγώ έχω ένα χτήμα εκεί κοντά».
   Μού είπε τ' όνομά του -Γεώργιος Βλασσόπουλος- κι εξακολούθησε τις ερωτήσεις. Η περιέργειά του δεν είχε τέλος. Ήθελε να μάθει το επάγγελμά μου, πόσα κερδίζει κανείς απ' αυτό, αν έχω χτηματική περιουσία. Δε μπορούσα να μην τού απαντώ. Ύστερα άρχισε να μού μιλεί για τον Γεράκη. Λαμπρός άνθρωπος, αγαθός, λεβέντης, αλλά άτυχος. Ήτανε άλλοτε ο μεγαλύτερος χτηματίας της περιοχής. Αλλά ήρθαν ανάποδα χρόνια, οι πόλεμοι, τ' ανακατώματα της πολιτικής, και όποιος δε μπόρεσε να εκμεταλλευθεί την περίσταση, έπεσε. Πούλησε ένα μεγάλο σπίτι που είχε στην Πάτρα και κάτι μαγαζιά λίγο πριν κυλήσει η δραχμή, για να μεταχειρισθεί τα χρήματα κεφάλαιο για μια επιχείρηση. Το ποσό το 'βαλε στην τράπεζα ώσπου ν' αρχίσει η δουλειά, αλλά ήρθε τότε η μεγάλη αναστάτωση. Το χρήμα έχασε την αξία του και ο Γεράκης την έπαθε. Τα χρήματα που είχε πάρει, εκατό πενήντα χιλιάδες, δεν έφταναν πια για την επιχείρηση, ενώ τα ακίνητα που πουλήθηκαν τόσο, άξιζαν τώρα τρία εκατομμύρια. Σωστή καταστροφή.
   «Αλλά είναι ήσυχος άνθρωπος», εξακολούθησε. «Έχει τώρα αυτό το χτήμα που τού έμεινε στο Γαλάζιο Νερό. Εκεί μένει η οικογένεια από πρόπερσι, χειμώνα, καλοκαίρι. Για να πληρώσει τους δανειστές -είχε ανοιχτεί βλέπετε και είχε πάρει χρήματα και από αλλού- αναγκάστηκε να δώσει το ξεπεσμένο εκείνο κεφάλαιο και έβαλε χρέος και σ' αυτό εδώ το χτήμα. Τού έρχονται λιγάκι δύσκολα τα πράματα. Ακρίβηνε η ζωή, έχει και το κορίτσι... Έχει τα έξοδά της κι αυτή. Νέα της παντρειάς. Κάθε τόσο πάει στην Αθήνα. Την ξέρετε τη Μαύρα...»
   Και με κοίταξε πονηρά.
   «Όχι», είπα. «Δεν την ξέρω».
   Εκείνος με ξανακοίταξε σαν να μη μ' επίστευε. Ύστερα γύρισε και κάτι είπε σιγά στη χονδρή γυναίκα, που ήτανε πλάι του, κι εκείνη έγειρε μπροστά και με κοίταξε κι αυτή μ' επίμονη προσοχή. 
   «Πώς;» με ρώτησε ο άνθρωπος. «Δεν ξέρετε την οικογένεια του Ανδρέα;»
   «Τον κύριο Γεράκη», τού απάντησα, «τον γνώρισα προ ολίγων μηνών που βρισκόταν στην Αθήνα. Δεν ξέρω κανένα άλλο πρόσωπο της οικογένειας».
   Η γυναίκα εξακολουθούσε να με κοιτάζει με μια αλλόκοτη έκπληξη στα μάτια. Κάτι μασούσε. Η περιέργεια που υπήρχε στο βλέμμα της μ' ενοχλούσε, αλλά δε μπορούσα να πάψω να τη βλέπω. Μού φαινόταν πως με κοίταζε σαν να ήμουν κανένα πρόσωπο ύποπτο και προσπαθούσε κάτι να μαντέψει. Το στρογγυλό της πρόσωπο, το φουσκωτό στόμα, το πάχος που την έκανε να φαίνεται σαν να τής έλειπε ο λαιμός, ο όγκος του στήθους έδιναν στο εξωτερικό της κάτι το κτηνώδες. Και μασούσε ολοένα. Σάς έχει τύχει να σάς είναι αφόρητο ένα θέαμα και να σάς τραβάει το βλέμμα χωρίς να το θέλετε;
   «Μα σοβαρώς δεν ξέρετε τη Μαύρα;» μού είπε ο άνθρωπος.
   Και πάλι με κοίταξε γέρνοντας ολόκληρος μπροστά μου με τις κόρες στη μέση των ματιών.
   «Αυτή έχει μονάχα ο Ανδρέας», εξακολούθησε. «Είναι θαυμάσιο κορίτσι. Όποιος την πάρει, θα είναι τυχερός».
   Η γυναίκα τον σκούντησε από το πλάι με τον αγκώνα, αλλά την είδα.
   «Τέτοια κορίτσια», είπε κι εκείνη, «δε βρίσκονται σήμερα».
   Ώστε κορίτσι είναι το «παιδί» του Γεράκη κι εγώ νόμιζα πως πρόκειται γι' αγόρι.
   «Μπορεί να μην έχει μεγάλη προίκα», εξακολούθησε ο Βλασσόπουλος, «αλλά είναι σπάνιο πλάσμα. Για προίκα, σάς λέω, δεν ξέρω. Μπορεί να μην έχει και τίποτα πια. Η περιουσία του Γεράκη είναι μπλεγμένη. Αλλά τα χρήματα δεν κάνουν την ευτυχία. Και αν μού ζητούσε κανείς τη γνώμη μου για να την πάρει...»
   Η γυναίκα τον διέκοψε.
   «Πώς το λες ότι δεν έχει προίκα;» είπε. «Αυτό το χτήμα στο Γαλάζιο Νερό, όσο κι αν είναι επιβαρυμένο, πάντα λογαριάζεται. Έπειτα έχει κι άλλα...»
   «Βέβαια, φυσικά», εξακολούθησε εκείνος. «Η γυναίκα μου τα ξέρει. Είναι συγγενής του Γεράκη. Άλλωστε εγώ ήθελα να πω ότι δεν έχει την παλιά του περιουσία. Το ζήτημα είναι πως εκείνος που θα πάρει αυτό το κορίτσι πρέπει να 'χει πολλούς παράδες. Ξέρω πρόσωπα που χαλάσανε τον κόσμο να την πάρουν, και μάλιστα και παραλήδες, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Άλλα ονειρεύεται η Μαύρα: Αθήνα, ζωή σπουδαία. Είναι καμωμένη για μεγάλη κυρία».
   Κι εξακολούθησαν να μού μιλούν για τα χαρίσματα της κόρης του Γεράκη. Είχα μπει στο νόημα. Νόμιζαν πως πήγαινα για γαμπρός και μού εκθείαζαν το κορίτσι. Μού 'γιναν ενοχλητικοί. Φοβόμουν μήπως θα 'φτανα μαζί τους στο χτήμα του Γεράκη. Και με την υποψία που τους πέρασε, ποιος ξέρει τι θα τού 'λεγαν στο αυτί και θα 'βαζαν στο μυαλό του ανθρώπου ιδέες. Και δε θα μού ήταν καθόλου ευχάριστο ένα τέτοιο πράγμα. Πήγαινα να περάσω εκεί μια δυο μέρες, να δω έναν τόπο, που μού τον παρίσταναν για ενδιαφέροντα, και όχι να πέσω σε μια οικογένεια άγνωστη για γαμπρός.  
   Επιτέλους φτάσαμε εκεί που θα κατέβαιναν. Με αποχαιρέτησαν και η γυναίκα μού είπε:
   «Θα 'ρθουμε καμιά μέρα να σάς δούμε στου Αντρέα».
   «Μα σάς είπα, είμαι περαστικός», τής απάντησα. «Σε μια - δυο ημέρες το πολύ φεύγω».
   «Καλά, καλά», έκαμε με πονηρό ύφος ο άντρας που είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο ύστερα από τη γυναίκα του. «Δε μπορεί να φύγετε έτσι αμέσως - αμέσως. Θα σάς αρέσει στου Γεράκη. Είμαι σίγουρος. Θα ξαναϊδωθούμε και θα μού πείτε ότι είχα δίκιο».
   Τον κοίταξα τώρα κατά πρόσωπο. Η φάτσα του είχε κάτι από του ποντικού. Στενό κεφάλι, μικρά πονηρά μάτια, μεγάλη μύτη, λεπτό ατροφικό αψαλίδιστο μουστάκι και μυτερό σαγόνι.
   «Να πείτε χαιρετίσματα στη Μαύρα εκ μέρους μου», είπε η γυναίκα. «Από την Ευγενία πέστε της».
   Ήσαν σίγουροι πως το ήξερα το κορίτσι και πως τους το 'κρυβα.
   Εξακολουθήσαμε το δρόμο και σε λίγα λεπτά το αυτοκίνητο σταμάτησε. Είμαστε μπροστά στο χτήμα του Γεράκη. Ο ψηλός χωματένιος προς το δρόμο φράχτης κοβόταν από μια μικρή χτιστή πύλη με πόρτα από ξύλινα διαγώνια κάγκελα χρωματισμένα γαλάζια και από μέσα προχωρούσε ένα δρομάκι ολόισιο ανάμεσα στα κλήματα και κατέληγε σ' ένα φούντωμα από δέντρα. Διέκρινα, ανάμεσα από τους κλάδους, τη στέγη και τη μια πλευρά ενός σπιτιού. Στο βάθος απλωνόταν η θάλασσα.
   Ο σοφέρ με ρώτησε αν ήθελα να ξαναπεράσει να με πάρει και πότε.
   «Μα δεν περνάς από 'δω κάθε μέρα;» τού είπα. «Κάμε τον κόπο να ρωτήσεις αύριο και θα σού πω».
   Ήθελα να δω πρώτα πώς είναι τα πράματα στου Γεράκη. Μια φορά αυτή τη νύχτα ήμουν αναγκασμένος να μείνω στο σπίτι του, γιατί δεν υπήρχε ξενοδοχείο ούτε στο Φραγκόπυργο αν ήθελα να φύγω. Το λιγότερο έπρεπε να περιμένω να πάρω αύριο το τραίνο των Πατρών.
   «Μα ξέρετε», μού απάντησε ο σοφέρ, «πρέπει να το ξέρω αν θα φύγετε για να σάς κρατήσω θέση. Έρχομαι το πρωί πάντα σχεδόν γεμάτος από την Ποταμιά. Εκεί διανυκτερεύω».
   «Τότε θα φροντίσω να σού παραγγείλω στην Ποταμιά».
   «Όπως αγαπάτε».
   Προχώρησα προς το χτήμα με τη μικρή βαλίτζα μου στο χέρι. Το ένα φύλλο της πόρτας ήταν ανοιχτό. Μόλις είχα κάμει τρία βήματα μέσα, είδα ένα πελώριο σκύλο να πηδάει με γαυγίσματα και να 'ρχεται κατεπάνω μου. Αναγκάσθηκα να τραβηχτώ πίσω και να κλείσω την πόρτα για να ασφαλισθώ έξω, ενώ ο σκύλος με τα πόδια υψωμένα στα σανίδια έκανε από μέσα σαν δαιμονισμένος. Ένας άνθρωπος με πλατιά ψάθα ήρθε τότε και τού είπα ότι είμαι φίλος του κυρίου Γεράκη και ότι ήρθα να τον επισκεφθώ. Ο κύριος Λαζαράς από την Αθήνα. Εκείνος απομάκρυνε το ζώο και μού έκανε θέση να προχωρήσω. Ένα ξυπόλυτο παιδί φάνηκε τότε και ο άνθρωπος τού είπε να πάει να ειδοποιήσει τον αφέντη. Ήρθε ένας δικός του. Ο μικρός έτρεξε γρήγορα.
   Είδα σε λίγο το Γεράκη να προβάλει στο βάθος του δρομίσκου. Φορούσε λινό κουστούμι και η άσπρη λεπτή του σιλουέτα, μπροστά από το πράσινο βάθος των χαμηλών κλημάτων, τον έκανε να φαίνεται ψηλότερος από ό,τι τον ήξερα, αλλά διέκρινα την κουρασμένη του όψη κάτω από την πλατιά ψάθα παρ' όλη τη σκιά που έπεφτε στο πρόσωπό του. Προχωρούσε με υψωμένο το κεφάλι κοιτάζοντάς με καλά - καλά και δεν έδειξε πως με αναγνώριζε ούτε όταν απείχαμε ο ένας από τον άλλο είκοσι μόλις βήματα.
   «Κύριε Γεράκη», τού φώναξα. «Το φανταζόσαστε; Σάς ήρθα».
   Κι επειδή φαινόταν πως προσπαθούσε ακόμη να με θυμηθεί, τού πρόσθεσα:
   «Λαζαράς».
   Τότε χαμογέλασε και μού 'δωσε το χέρι.
   «Καλώς ήρθατε. Γύριζα στ' αλώνια και τα μάτια μου ήταν από τον ήλιο και δε μπορούσα να δω. Ύστερα, ο μικρός παραμόρφωσε τ' όνομά σας. Καλώς ήρθατε».
   Σφίξαμε τα χέρια και προχωρούσαμε μαζί. Εγώ κοίταζα δεξιά κι αριστερά, θαύμαζα το τοπίο, τού έκανα κομπλιμέντα για το χτήμα του. Τι βλάστηση, τι καλλιέργεια εδώ κάτω στην Πελοπόννησο. Εδέμ. Ευλογημένος τόπος.
   Εκείνος κουνούσε το κεφάλι σαν για να μ' ευχαριστήσει για τον ενθουσιασμό μου. Αλλά το χαμόγελό του ήταν παγωμένο και τα μάτια του κάθε τόσο έπεφταν στη βαλίτζα μου. Δεν τον βρήκα καθόλου θερμό. Και τι όψη που την είχε! Οι ρυτίδες του, καθώς ήταν μαυρισμένος από τον ήλιο και αξύριστος, ήταν βαθύτερες τώρα. Σαν να είχε γεράσει από την άνοιξη, που είχαμε συναντηθεί στην Αθήνα, για τρία - τέσσερα χρόνια.
   Καθώς γυρίζαμε προς την πρόσοψη του σπιτιού που ήταν από το αντίθετο μέρος της μπασιάς, είδα μια λεπτή γυναίκα που έτρεχε να εξαφανισθεί μέσα από την πόρτα. Θα ήταν η γυναίκα του Γεράκη. Δεν επερίμεναν ξένο, η κυρία δεν είχε ειδοποιηθεί φαίνεται καν ότι κάποιος ερχόταν, και δεν ήθελε να παρουσιασθεί όπως βρέθηκε. Ο Γεράκης μού έδειξε στο σκιερό μέρος μια καρέκλα που ήτανε με άλλες δύο κοντά σ' ένα τραπεζάκι ξύλινο, που φαινόταν πως είχε σκεβρωθεί από πολλές βροχές και πολλούς ήλιους, και μού είπε:
   «Καθίστε εδώ να ξεκουραστείτε. Τώρα θα 'παιρνα κι εγώ τον καφέ μου. Θα τον πάρουμε μαζί».
   Με ρώτησε πώς τον πίνω, τού απάντησα «όπως να 'ναι» και φώναξε:
   «Βασιλική, φτιάσε ακόμη έναν καφέ».
   Ύστερα με ρώτησε τι κάνει ο Μιχαηλίδης και τι γίνεται ο κόσμος στην Αθήνα, όχι όμως τόσο από ενδιαφέρον, αλλά μάλλον για να πει κάτι, γιατί ενώ τού απαντούσα, με διέκοψε:
   «Με συγχωρείτε μια στιγμή. Πάω να ειδοποιήσω τη γυναίκα μου».
   Μπήκε στο σπίτι, και όταν ξαναγύρισε το πρόσωπό του ήταν πιο συννεφιασμένο. Πήρε μια από τις καρέκλες και κάθισε σε μια θέση που για να τον βλέπω καλά έπρεπε να γυρίζω. Μετατόπισα λίγο την καρέκλα μου, και άρχισα να τον ρωτάω πάλι για το χτήμα, για τα χωριά που ήσαν εκεί κοντά, για τη συγκοινωνία, αν αυτή την εποχή γίνεται καλό ψάρεμα. Ο ίδιος δε μού είχε πει πως θα ψαρεύαμε όταν θα 'ρχόμουν; Εκείνος μού έδινε σύντομες απαντήσεις και κοίταζε άλλοτε προς τα κάτω, άλλοτε προς τα δεξιά πέρα προς στο χτήμα, σαν κάποιον να περίμενε και να ήθελε να διακρίνει μήπως έρχεται. Φαινότανε στενοχωρημένος.
   «Έλα λοιπόν, Αλεξάνδρα», είπε άξαφνα, ενώ τον ρωτούσα για το είδος των δένδρων που ήσαν ολόγυρά μας.
   Γύρισα και είδα μια πολύ αδύνατη κυρία. Ένα πρόσωπο πολύ ισχνό, με λεπτά χείλη. Είχε την έκφραση ανθρώπου που υπέφερε. Τα μεγάλα της μάτια ήσαν λίγο βαθουλωμένα. Κατάλαβα πως ήταν η γυναίκα του.
   Σηκώθηκα και ο Γεράκης με παρουσίασε.
   «Ο κύριος Λαζαράς. Γνωριστήκαμε στο τελευταίο μου ταξίδι στην Αθήνα. Είναι στενός φίλος του δικού μας του Μιχαηλίδη».
   Εκείνη μού έδωσε το χέρι και χαμογέλασε. Θεέ μου, πόσο ήταν αδύνατη. Τα μάγουλά της στο χαμόγελο ζάρωσαν πιο πολύ και τα μάτια της δεν έπαψαν να 'χουν την έκφραση του πόνου. Στη χειραψία αισθάνθηκα τα κόκκαλα του χεριού της κάτω από το άσπρο εκλεπτυσμένο της δέρμα.
   Η κυρία είπε δυο λόγια. Η φωνή της ήταν μεταλλική κι ευχάριστη. Έπειτα σώπασε, κι όπως έμενε αμίλητος κι ο Γεράκης κι επέδρασε και σε μένα η στενοχώρια που έδειχναν, μεσολάβησε γενική σιγή. Ήμουν σε αμηχανία. Η βαλίτζα ήταν εκεί μπροστά μου, στη θέση που την άφησα μόνος μου και κανείς δεν ήρθε να τη σηκώσει. Σαν να ήμουνα περαστικός και να μού πρόσφεραν μια καρέκλα κι έναν καφέ για λίγα λεπτά της ώρας και ύστερα να τραβήξω στο δρόμο μου. Μήπως ήθελαν να με κάμουν να καταλάβω ότι έπρεπε να φύγω; Μετάνιωσα γιατί έδιωξα το σοφέρ. Έκαμα μια γκάφα που θα την πλήρωνα. Μπορούσα να τού πω να με περιμένει, ώσπου να δω με ποιους είχα να κάμω στου Γεράκη και να κανονίσω αν θα 'μενα ή θα 'φευγα, και πότε. Στην ανάγκη θα τον έπαιρνα και θα ξαναγύριζα στο σταθμό, όπου θα πρόφταινα το τοπικό τραίνο ή εκείνο που θα πήγαινε στην Πάτρα, ή το άλλο που θα ερχόταν αντίθετα, και θα διανυκτέρευα στην πρώτη πόλη, ή κωμόπολη που θα είχε ένα ξενοδοχείο, για να συνεχίσω αύριο το ταξίδι μου. Και στάθηκα τόσο μπόσικος, που δεν τού δήλωσα καν ότι θα φύγω αύριο για να μού φυλάξει μια θέση όταν θα 'ρχόταν το πρωί από κείνο το χωριό που διανυκτέρευε, την, πώς την είπε, την Ποταμιά. Και όπως αυτές οι σκέψεις με είχαν κάμει άνω - κάτω, μού φαινόταν πως η κυρία με κοίταζε μ' έναν τρόπο σαν να με ρωτούσε πώς ξέπεσα εκεί, από πού βαστάει η σκούφια μου και πώς είχα την έμπνευση να πάω να τους γίνω φόρτωμα στο χτήμα τους. Αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω.
   «Ο κύριος Γεράκης», είπα στην κυρία, «είχε την ευγένεια να με καλέσει να σάς επισκεφθώ. Κάνω ένα ταξίδι στην Πάτρα και σκέφθηκα να 'ρθω να σάς δω. Δεν πειράζει αν χάσω λίγες ώρες από το δρομολόγιό μου. Έχω καιρό, φαντάζομαι, ως το βράδυ για να φύγω».
   «Δώσατε εντολή στο σοφέρ που σάς έφερε», είπε ο Γεράκης, «να περάσει να σάς πάρει για να προφτάσετε το τοπικό τραίνο;»
   «Όχι», απάντησα. «Δεν ήξερα. Αλλά φαντάζομαι πως θα περνούν από 'δω αυτοκίνητα. Δε θα είναι πάντα γεμάτα».
   «Πού να βρεθούν αυτοκίνητα», απάντησε εκείνος. «Δύο είναι όλα κι όλα. Αυτό που σάς έφερε κι ένα άλλο χαλασμένο που το φτιάνουν. Αλλά μην ανησυχείτε. Θα στείλουμε στην Ποταμιά απόψε ή αύριο πρωί πρωί να ειδοποιήσουμε το σοφέρ να σάς φυλάξει μια θέση».
   Κατάλαβα. Μ' έδιωχναν. Και θα τους ήταν ίσως βάρος που θα 'μενα στο σπίτι τους και για μια νύχτα. Καθόμουν στα καρφιά. Πώς θα περνούσα τόσες ώρες ως το πρωί μ' αυτούς τους ανθρώπους που μού το 'δειχναν σχεδόν καθαρά πως τους ήμουν ενοχλητικός;
   Άκουσα έξαφνα το σκύλο που γαύγιζε πάλι. Αλλά το γαύγισμά του αυτή τη φορά ήτανε χαρωπό. Σε λίγες στιγμές είδα μια νέα που ερχόταν από το μονοπάτι, από τα πλάγια του χτήματος, με ανοιχτό το ομπρελίνο της. Βγήκε στο ανοιχτό επίπεδο που ήσαν τ' αλώνια. Δεν έβλεπα παρά την κόκκινη ομπρέλα της που την κρατούσε γερμένη μπροστά, το κορμί της και τα σβέλτα πόδια της. Η φούστα της ήταν πολύ κοντή. Ίσως για να τη διευκολύνει στους δρόμους ανάμεσα από τις φυτείες.
   «Έρχεται και η Μαύρα», είπε η κυρία.
   «Η κόρη μας», είπε και ο Γεράκης. «Είχε πάει να κάμει μια επίσκεψη σε κάτι φίλες της εδώ σ' ένα γειτονικό χτήμα και δε θα τις βρήκε και γύρισε».
   Η νέα σήκωσε την ομπρέλα όταν έφτασε σε απόσταση είκοσι βημάτων. Με είδε αμέσως και η ξαφνική περιέργεια μπροστά σ' έναν ξένο που δεν περίμενε να τον βρει εκεί, την έκαμε να υψώσει το κεφάλι για να με δει καλύτερα. Ο πλατύς γύρος του καπέλου της και η σκιά που έριχνε μπροστά δε μ' άφηνε να δω το πρόσωπό της. Είχε ψηλό λαιμό, κορμί στημένο καλά, γάμπες μακριές. Ο ήλιος έπεφτε απάνω στο στήθος της κι έδινε όγκο στο διπλό του κύμα. Το σχεδόν τρεχάτο της βάδισμα έγινε βραδύτερο και σε λίγο στάθηκε μπροστά μας με κλειστό το ομπρελίνο της. Ο σκύλος έτρεξε απάνω της, τριβόταν γύρω της, πηδούσε μπροστά της, υψώνοντας τη μούρη του προς το πρόσωπό της, μ' ένα χαρωπό γρύλλισμα.
   «Κάθισε φρόνιμα, Λύκο», τού φώναξε και τον απομάκρυνε με το πόδι της.
   «Καλησπέρα», είπε.
   Έβγαλε με μια χειρονομία την ψάθα της, την πέταξε σε κάτι κομμένα κλαδιά στοιβαγμένα έξω από μια ξύλινη μπαράκα που σχημάτιζε γωνία με την πρόσοψη του σπιτιού, που τη χρησιμοποιούσαν, όπως κατάλαβα, για κουζίνα και αποθήκη, και με ξανακοίταξε. Ο πατέρας της με παρουσίασε και πρόσθεσε:
   «Είναι περαστικός από δω και είχε την καλωσύνη να 'ρθει να μάς δει. Πηγαίνει στην Πάτρα. Μόνο που δεν ήξερε τις αποστάσεις και τι συγκοινωνία υπάρχει και νόμιζε ότι μπορούσε να προφτάσει το απογευματινό τραίνο, και θέλοντας και μη θα μείνει εδώ απόψε. Δεν πειράζει. Θα πάρει αύριο το πρωινό».
   Αυτή τη φορά φουρκίστηκα. Τόσο χωριάτης ήταν ώστε να μού θυμίζει κάθε λίγο και λιγάκι πως έπρεπε να φύγω; Έπρεπε να τελειώσω μ' αυτή τη δυσάρεστη ιστορία.
   «Ο πατέρας σας», είπα στη δεσποινίδα, «είχε την ευγένεια προ μηνών, που έτυχε να συναντηθούμε στην Αθήνα, να με προσκαλέσει στο χτήμα σας. Πάντα είχα περιέργεια γι' αυτά τα μέρη και σκόπευα να κάμω ένα ταξίδι το καλοκαίρι τον καιρό που διακόπτω για λίγο την εργασία μου. Βρήκα λοιπόν την ευκαιρία και πέρασα από δω. Ο κύριος Γεράκης νόμιζε μάλιστα πως θα μπορούσα να 'μενα μαζί σας μια δυο βδομάδες, αλλά δυστυχώς δε διαθέτω τόσο καιρό. Έχω υποσχεθεί σ' ένα φίλο μου πως θα συναντηθούμε στην Πάτρα. Ήρθα εδώ για λίγες ώρες νομίζοντας πως θα μπορούσα να συνεχίσω το ταξίδι μου σήμερα κιόλας, αλλά την έπαθα. Φανταζόμουν πως υπήρχε τακτική συγκοινωνία και δεν ειδοποίησα το σοφέρ που μ' έφερε, να ξαναπεράσει σε λίγο».
   Και γυρίζοντας προς τον Γεράκη, πρόσθεσα:
   «Τώρα θα σάς παρακαλέσω να με διευκολύνετε. Δώστε μου κανέναν οδηγό, ή δείχτε μου το δρόμο να πάω στην Ποταμιά, κι αν δε μπορέσω να φύγω για να προφτάσω το απογευματινό τραίνο, μένω εκεί απόψε και φεύγω το πρωί».
   Κι έκαμα να σηκωθώ.
   «Να μείνετε στην Ποταμιά απόψε;» είπε ο Γεράκης σαν να ντράπηκε γιατί με ανάγκασε να ζητήσω να φύγω αμέσως. «Μα τι λόγια είναι αυτά! Εν πρώτοις απέχει κάμποσο από δω. Ύστερα δεν έχει μέρος να κοιμηθείτε. Δυο - τρεις σταφιδαποθήκες είναι, και κάτι μπαράκες για τους υπαλλήλους των εμπόρων που αγοράζουν εκεί σταφίδα, και για τους εργάτες...» 
   «Μια νύχτα είναι», είπα. «Δε με πειράζει. Θα περάσω όπως - όπως».
   «Μα γιατί να ταλαιπωρηθείτε», είπε και η κυρία. «Εκεί κάτω, άλλωστε, έχει πολύ κουνούπι. Για ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει, είναι μεγάλο βάσανο».
   «Εμάς κάνει να το μάτι μας για να δούμε έναν άνθρωπο εδώ κάτω και θα σάς αφήσουμε να φύγετε αμέσως - αμέσως;» είπε με τη σειρά της και η Μαύρα.
   Τα λόγια του κοριτσιού είχαν ένα τόνο ειλικρίνειας.
   «Έρχεσθε από την Αθήνα», πρόσθεσε, «και δεν μάς είπατε ακόμη ένα νέο».
   Και άρχισε να με ρωτάει για την αθηναϊκή κίνηση. Είχε να πάει στην πρωτεύουσα από πρόπερσι. Τι παίζουν στα θέατρα; Στην Κηφισιά χτιζόταν ένα μεγάλο ξενοδοχείο όταν είχε περάσει από κει. Τελείωσε; Τής απαντούσα. Τής μίλησα για την κίνηση που γίνεται το καλοκαίρι στα προάστια και τις εξοχές, και τις παραθαλάσσιες και τις άλλες, όπου έχουν αρχίσει στα τελευταία χρόνια να γίνονται παραθερισμοί. Τα περισσότερα από αυτά τα μέρη δεν τα ήξερε.
   «Τα έχω ακούσει πόσο ωραία είναι όλα αυτά», είπε. «Αλλά εγώ όταν πηγαίνω στην Αθήνα, προτιμώ την πόλη. Την εξοχή τη μπούχτισα. Θέλει κανείς και λιγάκι κίνηση, κόσμο».
   Και αρχίσαμε να μιλούμε για την Αθήνα. Η Μαύρα είχε τον πόθο της μεγάλης ζωής. Μιλούσε για τις ημέρες που είχε περάσει στα αθηναϊκά ξενοδοχεία, για τις βραδιές που είχε πάει στα θέατρα, στο Φάληρο, στην Κηφισιά, για πρόσωπα που έτυχε να γνωρίσει, για τόπους, για σκηνές που έτυχε να γίνουν μπροστά της, για τα ασήμαντα επεισόδια του ταξιδιού ενός κοριτσιού στην πρωτεύουσα, σαν για έναν κόσμο ευτυχισμένο, για μια ζωή με τις δυνατότερες συγκινήσεις, για γεγονότα αλησμόνητα.
   Στην αρχή μού φάνηκε ένα κορίτσι νόστιμο, χωρίς τίποτα εξαιρετικό που να προκαλεί το ενδιαφέρον. Τώρα η όψη της ακτινοβολούσε έναν παράδοξο πόθο, τα μάτια της με τις μεγάλες βλεφαρίδες έπαιρναν μια έκφραση ακτινοβολίας.
   «Σάς αρέσει η Αθήνα», τής είπα.
   «Είναι αλήθεια», απάντησε.
   «Μπορεί να είναι τυχερό», είπε η μητέρα της, «να πας να ζήσεις εκεί. Δεν το ξέρεις».
   «Μπα!» έκαμε εκείνη σαν για κάτι εντελώς απίθανο. 
   «Δεν το ξέρετε αυτό», είπα, «μην το λέτε».
   Έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλή και με τα μάτια προς τη θάλασσα είπε με μελαγχολική πεποίθηση:
   «Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ».
   Ήτανε κάτι που περνούσε από το μυαλό της και την κατέθλιβε.
   «Ας είναι», είπα για να δώσω έναν άλλο δρόμο στην κουβέντα. «Κάνω μια παρατήρηση αυτή τη στιγμή που πιστεύω πως θα τη βρείτε σωστή. Ποθεί κανείς εκείνο που δεν έχει. Εγώ, δεσποινίς, αντίθετα προς εσάς θα 'δινα κάτι για να μπορούσα να 'μενα σ' αυτή την εξαίσια ακρογιαλιά. Τι θεία γαλήνη!»
   «Μα εσείς χαλάσατε τον κόσμο για να φύγετε απόψε κιόλας», είπε γελώντας.
   «Αυτό είναι άλλο ζήτημα...»
   «Και θα θέλατε να μείνετε σε όλη τη ζωή σας εδώ;»
   «Δεν ξέρω αν θα ήταν για όλη μου τη ζωή», απάντησα. «Ίσως τότε θα σκεπτόμουν όπως εσείς. Δεν ξέρω. Αλλά τώρα είμαι μαγεμένος από ό,τι βλέπω, και δεν μετανοώ καθόλου γιατί έκαμα τη διακοπή του ταξιδιού μου και πέρασα από δω. Κυριολεκτικά μαγεμένος».
   «Από τι;» ρώτησε γελώντας πάλι.
   «Από το τοπίο, από τον κόσμο της εξοχής, από χίλια δυο πράματα, που δεν μπορεί να τα εκφράσει κανείς με λόγια. Τι θεία αυτή η λουρίδα της θάλασσας εκεί κάτω».
   Γύρισε και κοίταξε.
   «Εκεί είναι το Γαλάζιο Νερό;» ρώτησα.
   «Γαλάζιο Νερό λέγεται όλη αυτή η ακρογιαλιά», είπε. «Θέλετε να κάνουμε έναν περίπατο ως εκεί κάτω; Δεν είναι μακριά».
   «Θα τον κουράσεις τον κύριο», είπε ο Γεράκης. «Έρχεται από ταξίδι. Θα προτιμάει ν' αναπαυθεί».
   «Αν πρόκειται για μένα», είπα, «μια βόλτα θα μού ήταν εξαιρετικά ευχάριστη».
   Η νέα σηκώθηκε και τη μιμήθηκα κι εγώ.
   «Τότε ας πάμε», είπε ο Γεράκης.
   Ήθελε να 'ρθει κι αυτός μαζί, αλλά η κόρη του προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον πείσει να μείνει. Δεν υπήρχε λόγος να πάμε και οι τρεις.
   «Είσαστε κουρασμένος», τού είπε. «Όλη την ημέρα γυρίζατε στο χτήμα. Κι εκτός απ' αυτό, εδώ περιμένετε κάποια επίσκεψη. Δεν κάνει να μη σάς βρει εδώ πέρα ο φίλος σας».
   «Το σωστό δηλαδή είναι», είπε ο Γεράκης, «να μείνεις εσύ. Αν λείπω εγώ, δεν έχει και τόση σημασία. Άλλωστε δεν πρόκειται να κάνουμε καμιά εκδρομή. Να φτάσουμε ως τη θάλασσα και να γυρίσουμε».
   Αλλά εκείνη επέμεινε, είπε κάτι σιγά στον πατέρα της και στη μητέρα της σχεδόν θυμωμένα, και την άφησαν να με οδηγήσει μονάχη. Όταν απομακρυνθήκαμε λίγα βήματα, ο Γεράκης φώναξε στην κόρη του.
   «Να πάτε προς το δεξιό μέρος. Προς τ' αριστερά δεν είναι τόσο καλά. Με κατάλαβες, Μαύρα;» 
   «Κατάλαβα», απάντησε εκείνη.
    Και κίνησε με κατεύθυνση προς τη θάλασσα γρήγορα γρήγορα, χωρίς να κοιτάζει πίσω ούτε όταν απαντούσε στις συστάσεις που τής έκαναν σαν να φοβόταν μήπως ο πατέρας της μετανιώσει κι έρθει μαζί μας. Την ακολουθούσα. Αισθανόμουν ένα είδος ευγνωμοσύνης σ' αυτό το κορίτσι. Ο περίπατος που θα κάναμε μαζί θα ήταν η μόνη μου αποζημίωση. Κάτι θα 'βλεπα. Και θα 'λειπα κάμποση ώρα από το σπίτι του Γεράκη, με την ευχάριστη συντροφιά ενός κοριτσιού που μού φέρθηκε με λίγη θερμότητα.
 
 ................................
 
   Προχωρούσαμε σ' ένα μαίανδρο μονοπατιών μέσα στο χτήμα. Ο σκύλος ακολουθούσε. Μόλις μπορούσαμε να πηγαίνουμε ο ένας πλάι στον άλλο στο στενό μονοπάτι. Άρχισα πάλι την κουβέντα που τής άρεσε. Για την Αθήνα. Κι εκείνη με ρωτούσε ολοένα και περισσότερα. Η φωνή της, οι ερωτήσεις της, οι διακοπές της είχαν τον τόνο μιας νοσταλγίας, σαν να επρόκειτο για έναν τόπο που είχε περάσει τη ζωή της και που τον είχε εγκαταλείψει χωρίς να θέλει. Δυο φορές άφησε έναν ήσυχο στεναγμό.
   «Με την επιθυμία που έχετε», τής είπα στο τέλος, «δεν μπορεί παρά να καταλήξετε στην Αθήνα. Η μητέρα σας είπε ότι αυτό μπορεί να είναι τυχερό. Εγώ σάς λέω πως εκείνο που ποθεί κανείς πάρα πολύ, το κερδίζει στο τέλος. Θα το δείτε».
   «Όχι, όχι», απάντησε. «Το θέλω αυτό το πράμα, αλλά μ' ένα συνδυασμό, υπό όρους που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν».
   «Τίποτε δεν είναι αδύνατο», τής είπα. «Ο γάμος έχει απρόοπτα για τα κορίτσια».
   Αλλ' αντί να τής δώσουν κάποια αισιοδοξία τα λόγια μου, είδα την όψη της να γίνεται πιο μελαγχολική.
   «Όχι, σάς λέω!» ξαναείπε. «Ο γάμος σε μένα δεν πρόκειται να παίξει κανένα ρόλο. Γι' αυτό είμαι εντελώς σίγουρη».
   Έβγαλα το συμπέρασμά μου. Το κορίτσι είχε δώσει το λόγο του σε κάποιον εγκατεστημένο στον τόπο.
   Καθώς προχωρούσαμε, το μονοπάτι γινόταν στενότερο και αναγκασθήκαμε να πηγαίνουμε αυτή μπροστά κι εγώ πίσω. Σε μερικά μέρη που το δρομάκι κοβόταν οριζόντια από βαθιές τομές για να φεύγουν τα νερά στις βροχές, εκείνη πηδούσε γρήγορα και βρισκόταν μπροστά μου σε απόσταση τεσσάρων - πέντε βημάτων. Έτσι την έβλεπα ολόκληρη καθώς βάδιζε σβέλτα - σβέλτα. Μέσα από το λεπτό της φόρεμα φαινόταν το κύμα των τόξων του κορμιού της, πλάτες γερές, λαγόνες χυτές, γάμπες καλοκαμωμένες. Τα μαλλιά της που γύριζαν λίγο προς τα πίσω, κυμάτιζαν ως τη βάση του ψηλού τραχήλου της. Τι κορίτσι! Δεν είχε βρεθεί κανένας τόσα χρόνια να το πάρει αυτό το πλάσμα και να τού δώσει τη λίγη ευτυχία που ζητούσε; Δεν ήτανε και τόσο μικρή. Την υπολόγιζα για είκοσι πέντε χρονών κι απάνω. Ή μήπως είχε  κανένα μυστικό αρραβώνα από τα παιδικά της χρόνια με κάποιον που σπούδαζε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό και που την είχε ξεχάσει ποιος ξέρει με ποιες γυναίκες, ή για λόγους σχετικούς με το στάδιό του και τις φιλοδοξίες του, ενώ αυτή αγωνιούσε εδώ κάτω και είχε φθάσει πια από τη μάταιη αναμονή στην απελπισία;
   Κοντοστεκόταν κάθε τόσο για να τη φτάσω, ή για να μού δείξει κάτι από τα γύρω, τα απέναντι βουνά της Στερεάς, τη Βαράσοβα, κάτω προς τα δεξιά τη Ναυπακτία. Κοίταζα το τοπίο. Άξιζε τον κόπο να κάμει κανείς ταξίδι μόνο γι' αυτό. Μια γλώσσα από σταχτοκόκκινους βράχους προς τ' αριστερά προχωρούσε στη θάλασσα, και σε κάμποση απόσταση δεξιά μια άλλη προβολή από κοκκινωπή πετρωμένη γη κοφτή προς τη θάλασσα και με χαμηλούς βράχους πάλι στη ρίζα της, έκαναν να σχηματίζεται ένας μικρός όρμος. Το νερό εκεί είχε σκοτεινό χρώμα. Το πέλαγος πέρα ηρεμούσε ανοιχτογάλαζο με εναλλαγές τόνων σε ραβδώσεις φευγαλέες, σαν ατλάζι που το δονούσε ο άνεμος και έκανε να παίζουν απάνω του φώτα και σκιές. Τα πανιά ενός καραβιού που περνούσε στον κόλπο δεχόντουσαν το πορφύρινο φως του ήλιου που χαμήλωνε προς τη δύση.
   «Ας είναι», είπε εκείνη ύστερα από κάμποση σιωπή. «Ελπίζω πως θα κάμω ένα ταξιδάκι αυτό το χρόνο. Αν πράγματι τα καταφέρω, θα 'ρθω να σάς βρω».
   Αυτό είχε στο νου της τόση ώρα;
   «Και βέβαια να 'ρθετε», τής απάντησα. «Αυτό θα είναι μια πραγματική ευχαρίστηση για μένα. Δε σάς κάνω κομπλιμέντα. Μού φαίνεται σαν να σάς έχω ξαναδεί, σαν να σάς έβλεπα πολύ καιρό. Δεν είναι παράξενο;» 
   «Μπορεί», είπε. «Ποιος ξέρει. Ήμουν εσωτερική στο Αρσάκειο κάμποσα χρόνια. Αν έτυχε να με δείτε μια δυο φορές στο δρόμο, όταν μάς έβγαζαν περίπατο...» 
   «Δεν πιστεύω να είναι αυτό», τής απάντησα. «Δεν είναι βέβαια απίθανο, αλλά άλλο ήθελα να πω. Μού δίνετε την εντύπωση σαν να έχουμε πολλών χρόνων γνωριμία».
   Κοκκίνισε και χαμογέλασε και ύστερα είπε:
   «Μα γιατί θέλετε να φύγετε τόσο γρήγορα; Καθίστε δυο - τρεις μέρες».
   Ήσαν τόσο αυθόρμητα τα λόγια της, ώστε για μια στιγμή μού ήρθε να τής εξομολογηθώ τι μού συνέβη.
   «Δεν είναι δυνατό», τής απάντησα. «Κι αυτό που έκανα πάει πολύ».
   Φτάσαμε στην ακρογιαλιά. Ήταν αμμουδιά με λίγους βράχους εδώ κι εκεί. Η Μαύρα έστριψε προς τ' αριστερά και τής θύμισα τη σύσταση του πατέρα της. Μάς είχε πει να πάμε προς τα δεξιά.
   «Από 'δω είναι καλύτερα», μού είπε.
   Και πράγματι προς τα κει οι βράχοι ήσαν ψηλότεροι και κατέληγαν σε μια μονοκόμματη μάζα που απλωνόταν προς τη θάλασσα, σαν ένα μικρό ακρωτήριο με μικρούς κρημνούς και κουφάλες από την πλευρά που έβλεπα και με χτυπητές κόκκινες ραβδώσεις, σαν από μεταλλική οξείδωση. Μια άσπρη βάρκα ήταν μισοτραβηγμένη εκεί μπροστά στην αμμουδιά κοντά στη ρίζα του μεγάλου βράχου.
   «Ναι», είπα θαυμάζοντας το τοπίο. «Εδώ είναι ωραία».
  Αλλά εκείνη προχωρούσε χωρίς να δίνει πια καμιά απάντηση στα λόγια μου, με βήμα γρήγορο, σαν να πήγαινε για να φθάσει κάπου στην ώρα και όχι για περίπατο και μάλιστα μαζί μ' έναν ξένο που ήθελε να δει το κάθε τι. Άξαφνα, ενώ πλησιάζαμε προς το μέρος που ήταν η βάρκα τραβηγμένη, τινάχτηκε μπροστά μας, από τα πίσω ενός βράχου, ένας άνθρωπος με περασμένο στον ώμο ένα δίκαννο. Στεκόταν και μάς κοίταζε. Το βλέμμα του πέρασε πάνω μου από το κεφάλι ως τα πόδια μ' ένα αλλόκοτο ύφος, σαν να 'θελε να υπολογίσει πόσο ζυγιάζω και να με ρωτούσε τι ήθελα εκεί. Φορούσε σακάκι από γυαλιστερό ύφασμα, πλατιά εργατική ψάθα και το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό μπροστά στο λαιμό. Από τον ώμο είχε περασμένη προς το άλλο πλευρό μια τσάντα κυνηγιού. Ήτανε κυνηγός; Αλλά γιατί με κοίταζε έτσι βλοσυρά; Σκέφτηκα πως αν ήταν κακοποιός, είμαστε εντελώς στη διάθεσή του. Δεν είχα απάνω μου ούτε σουγιά.
   Η Μαύρα μ' έβγαλε αμέσως από την αμηχανία. Προχώρησε καταπάνω του με γρήγορα βήματα, τον πλησίασε και αφήνοντας ένα μικρό σκαστό γέλιο, τον χτύπησε δυο φορές με το χέρι στον ώμο κι ύστερα κάτι τού είπε. Εγώ στάθηκα στη θέση που βρέθηκα και τον κοίταζα. Ήταν ένας καλοκαμωμένος άντρας. Ανάστημα μέτριο προς το ψηλό, πλάτες τετράγωνες, κεφάλι αρμονικό, στημένο καλά σε γερό λαιμό, πηγούνι δυνατό, στόμα καλογραμμένο, μουστάκι λίγο ψαλιδισμένο στις άκρες και επιδερμίδα κεραμιδιά, ψημένη από τον ήλιο. Η Μαύρα μιλούσε μαζί του σιγά. Εκείνος τής απαντούσε και κάθε τόσο γύριζε και με κοίταζε.
   «Κύριε Λαζαρά», μού φώναξε σε λίγο η νέα, «ελάτε να σάς γνωρίσω τον ξάδερφό μου».
   Πλησίασα και μάς παρουσίασε τον ένα στον άλλο. Λεγόταν Γεράκης κι αυτός. Πανάγος Γεράκης. Ενώ μού έδινε το χέρι, κοκκίνισε σαν κορίτσι. Τώρα είχε ένα ύφος τόσο ήρεμο, που έκανε την έκφρασή του ν' αλλάξει και να πάρει κάτι το παιδικό.
   Προχωρούσαμε σιγά. Πλησιάσαμε κοντά στη βάρκα.
   «Πότε τη χρωμάτισες τη βάρκα;» τον ρώτησε. «Δεν είπαμε να μην την κάμεις άσπρη;» 
   «Τη χρωμάτισα άσπρη», απάντησε εκείνος με τόνο που φανέρωνε πείσμα, «και θα την πάω μπροστά στην Ποταμιά να την δει όλος ο κόσμος και να τη γνωρίζει μίλια μακριά πως είναι δική μου. Και όποιος θέλει, έρχεται μαζί μου».
   «Αυτό όμως εμένα δε μού αρέσει», απάντησε η Μαύρα. «Να την κάμεις πάλι σταχτιά, αν θέλεις, να μπαίνω μέσα καμιά φορά».
   «Όχι», είπε εκείνος. «Θα μείνει άσπρη. Αν δε θέλεις να 'ρχεσαι με τη βάρκα, δικαίωμά σου. Ίσως είναι καλύτερα να πηγαίνεις με το αυτοκίνητο του...»
   Και πρόσθεσε κάποιο όνομα που δεν το άκουσα καλά. Η Μαύρα φάνηκε να ταράχτηκε και τού απάντησε πολύ σιγότερα, ίσως για να μην ακούσω.
   «Αυτό που λες είναι γελοίο, πάρα πολύ γελοίο. Θα κάμεις εκείνο που σού λέω εγώ».
   Στάθηκε μαζί του λίγο πιο πέρα κι εξακολούθησαν να μιλάνε πολύ σιγά, αλλά με χειρονομίες που τους έδειχναν νευρικούς και τους δύο. Μού έκαναν την εντύπωση παιδιών που πείσμωναν μεταξύ τους για το χρώμα μιας βάρκας. Σκέφτηκα τότε πως η μονότονη ζωή δημιουργεί τέτοιες παιδαριωδίες. Και μού φάνηκε γελοίος όχι μόνο εκείνος, ένας άντρας, που δεν έκανε τη χάρη της ξαδέρφης του να βάψει τη βάρκα με το χρώμα που ήθελε, αφού τη χρησιμοποιούσε κι αυτή, αλλά κι εκείνη, που τσακωνόταν μαζί του γιατί τη χρωμάτισε άσπρη παρά τη θέλησή της. Αλλά αργότερα είδα πόσο είχα άδικο και τι ρόλο μπορεί να παίξει το χρώμα μιας βάρκας στην ακρογιαλιά του Γαλάζιου Νερού. Ας είναι.
   Όταν άρχισε η σιγανή νευρική τους κουβέντα, έκαμα μερικά βήματα προς τα πλάγια και απομακρύνθηκα λίγο για να τούς αφήσω να μιλήσουν ελεύθερα. Προχώρησαν προς τη ρίζα του βράχου. Στάθηκαν λίγες στιγμές μπροστά στη βάρκα. Άκουσα τη φωνή της που τού είπε δυνατά:
   «Όχι».
   Ύστερα εξακολούθησαν το δρόμο προς τη ρίζα του βράχου. Πηδούσαν από πέτρα σε πέτρα απάνω από τα νερά. Εγώ ακολουθούσα, αλλά πήγαινα δύσκολα γιατί σε μερικά μέρη χρειαζόταν πήδημα μεγάλο για να φτάσω από το ένα βραχάκι στο άλλο και να μην πέσω στη θάλασσα. Άλλωστε αυτές οι πέτρες, που μόλις εξείχαν από το νερό, γλιστρούσαν φοβερά. Η Μαύρα μού φώναξε:
   «Φυλαχτείτε να μην πέσετε. Δεν έχει βάθος πολύ το νερό, αλλά θα βραχείτε και μπορεί και να χτυπήσετε. Καλύτερα καθίστε λιγάκι ν' αναπαυθείτε. Μη με βλέπετε εμένα. Είμαι συνηθισμένη σ' αυτή τη γυμναστική από μικρό παιδί. Θα πάω ως την άκρη και θα γυρίσω». 
   Και προχώρησε μαζί με τον ξάδερφό της και σταμάτησαν στην άκρη της προεξοχής του μεγάλου βράχου. Εγώ έμεινα εκεί που βρέθηκα κατά τη σύστασή της και για λίγη ώρα δεν τους έβλεπα. Αλλά σε λίγο βαρέθηκα, ήτανε πολύ κλειστά άλλωστε εκεί και το θέαμα δε μ' ευχαριστούσε, και άρχισα να προχωρώ με κόπο σύρριζα προς το μεγάλο βράχο, πίσω από τις κομματιαστές προεξοχές και τους πέτρινους όγκους που είχαν τη ρίζα τους στη θάλασσα. Έφτασα έτσι σε απόσταση που άκουγα τη συνομιλία των δύο ξαδερφιών. Βρέθηκα σε λίγο μέσα σε δυο ψηλές πέτρες, που σχημάτιζαν κοίλωμα κατάλληλο για να καθίσει κανείς. Από εκεί το βλέμμα έφθανε πέρα από την αντικρινή άκρη του όρμου προς το πέλαγος, όπου διέκρινα ένα βαπόρι και στα πλάγια πλησιέστερα δυο ψαρόβαρκες. Έμεινα εκεί. Από αυτή τη θέση έβλεπα τα δυο ξαδέρφια σε μικρή απόσταση. Καθόντουσαν μπροστά από τη μεγάλη κουφάλα της άκρης του μεγάλου βράχου και μιλούσαν. Εκείνοι δεν είχαν ανησυχήσει καθόλου για μένα, δεν με είχανε δει καθόλου πως πλησίασα και τα λέγανε σαν να ήταν κατάμονοι. Στην αρχή μιλούσαν σιγά, αλλά ύστερα έγιναν πιο νευρικοί, οι φωνές τους είχανε λιγάκι υψωθεί, και όπως η θάλασσα ήτανε ήσυχη, δε μού ξέφευγε λέξη.
   «Τέτοια χατίρια εγώ δεν τα δέχομαι από τον Κουγιουκλή», άκουσα τον νέο να λέει. «Αν θέλει να βγάλει το χτήμα στον πλειστηριασμό, ας το κάμει. Εγώ είμαι εδώ και βλέπουμε».
   «Σού είπα», απάντησε εκείνη, «πως ήταν αποφασισμένος να το κάμει. Αν δεν τού το έδινα εγώ να καταλάβει πως αυτό θα με δυσαρεστούσε, το χτήμα θα το είχε κιόλας παρμένο».
   «Ώστε για σένα μού άφησε το χτήμα;»
   «Δεν ξέρω. Τον κατάφερα. Τι τα θέλεις τ' άλλα λόγια».
   «Δεν είναι λόγια. Γιατί σού 'καμε ένα τέτοιο χατίρι; Εγώ να στο πω. Γιατί σ' έχει στο μάτι. Θέλει να σε πάρει. Τέτοιο παζάρι όμως δε θα το κάμει ο Πανάγος ο Γεράκης».
   «Είσαι κουτός. Τι σε μέλει ό,τι ιδέα κι αν έχει για μένα ο Κουγιουκλής; Και ύστερα; Το ζήτημα είναι να γλιτώσεις εσύ το χτήμα. Ξέρεις ότι έχει την απόφαση στο χέρι. Μπορεί να κάνει τον πλειστηριασμό όποια στιγμή θέλει».
   «Αν τού βαστάει, ας έρθει. Τα χατίρια του τού τα στέλνω πίσω. Και θα τού παραγγείλω μάλιστα να μη σχετίζει τη δική μου υπόθεση με κανέναν άλλο. Θα τον κάμω να καταλάβει τι τού λέω. Αν θέλει ο πατέρας σου να πληρωθεί για να σε δώσει σ' αυτόν τον παλιάνθρωπο, ας το κάμει. Αλλά εμένα δε γεννήθηκε εκείνος που θα μ' αγοράσει».
   Η Μαύρα άρχισε να τού μιλεί σιγά και ύστερα η φωνή της έγινε δυνατότερη.
   «... Προσπαθώ να τα καταφέρω να σωθούμε», είπε, «και ίσως βρω τον τρόπο. Αλλά όσο για το άλλο που λες, δεν είμαι χωράφι για να με δώσουν. Πρέπει να θέλω...»
   «Μπορεί και να θελήσεις στο τέλος», είπε ο Πανάγος. «Δεν ξέρω...» 
   Εκείνη κάτι τού απάντησε. Οι φωνές τους έγιναν πάλι σιγανές, αλλά γρήγορες και νευρικές, και άξαφνα είδα τη νέα να υψώνει το χέρι και να το καταφέρνει στο πρόσωπο του ξαδέρφου της. Η Μαύρα είχε χτυπήσει τον Πανάγο.
   Κρύφτηκα αμέσως εντελώς πίσω από το βράχο για να μη φανεί πως είδα αυτό το πράμα. Γιατί τον χτύπησε; Ήταν αστείο; Δε μού φάνηκε και τόσο απ' όσο κατάλαβα. Εκείνος έφερε την παλάμη στο μάγουλό του και χαμήλωσε το κεφάλι. Μα τι μπορούσε να συμβαίνει μεταξύ τους; Ήσαν πρώτα ξαδέρφια. Μιλούσαν για υποθέσεις χτηματικές, για διαφορές, για παντρειές. Είχαν τα δικά τους. Αλλά αυτό το χαστούκι μού ήταν ανεξήγητο. Εκείνος μού είχε κάμει την εντύπωση ανθρώπου που δε θα δεχόταν να τον αγγίξει μύγα. Ή την είχαν όλοι τόσο χαϊδεμένη τη Μαύρα, ώστε εξακολουθούσε να παιδιαρίζει στο σημείο να χτυπάει τους άλλους, σαν τα κακομαθημένα παιδιά που τα κάνουν χάζι όταν τα βλέπουν να σηκώνουν το χέρι στους μεγάλους του σπιτιού; Είχα αντιληφθεί από τη λίγη ώρα που έμεινα μαζί τους όξω από το σπίτι, ότι η Μαύρα είχε πάρει τον αέρα και του πατέρα της και της μητέρας της. Είχε έρθει μαζί μου σ' αυτόν τον περίπατο χωρίς να θέλει ο Γεράκης. Τον είδα στενοχωρημένο γι' αυτό, αλλά η κόρη του δεν τον λογάριασε κι εκείνος δε μπόρεσε να τής επιβληθεί. Αλλά ίσως έδινα μεγάλη σημασία σ' ένα ασήμαντο επεισόδιο.
   Κρύφτηκα πάλι. Ύστερα που πρόβαλα το κεφάλι από το πλάι του βράχου, είδα τη Μαύρα με τα χέρια στους ώμους του ξαδέρφου της να σφίγγεται κοντά του. Τού μιλούσε με τρυφερή σιγανή φωνή. Για μια στιγμή μού φάνηκε πως τον φιλούσε, αλλά δεν ήμουν βέβαιος γι' αυτό. Μια φορά τα πρόσωπά τους έσμιξαν. Ίσως μετανοημένη γι' αυτό που έκανε, τον χάιδευε τώρα για να τον εξευμενίσει.
   Είχε αρχίσει να μουχρώνει. Κάτω από το μεγάλο βράχο, σ' όλο αυτό το τόξο του όρμου, η σκιά γινόταν ολοένα και πιο πυκνή.
   Σε λίγο άκουσα τ' όνομά μου.
   «Κύριε Λαζαρά!» 
   Άφησα και πέρασαν μερικές στιγμές για να μην καταλάβουν πως ήμουν τόσο κοντά, και ύστερα φώναξα:
   «Έρχομαι».
   Και προχώρησα σιγά - σιγά, σκαρφαλώνοντας στις πέτρες, και πήγα κοντά τους. Η Μαύρα είχε ανεβεί απάνω σ' ένα βράχο και με τα χέρια στη μέση και με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια προς τον ορίζοντα, μού είπε:
   «Κοιτάχτε. Δεν είναι ωραία;» 
   Στο μούχρωμα του δειλινού, η δαντέλα της ακρογιαλιάς με τους βράχους, τα νησιά προς το άνοιγμα του κόλπου, τα βουνά της Στερεάς, φάνταζαν πιο σκούρα στην επιφάνεια της θάλασσας, που έπαιρνε τις τελευταίες ανταύγειες από τη δύση και ήτανε όλη φως. Ήταν ένα πανόραμα. Αλλά το εξαίσιο θέαμα ήταν εκείνη. Ήμουν τρία βήματα πιο μπροστά και την έβλεπα. Απάνω στο βράχο ξεκοβόταν η σιλουέτα της με βάθος τη φωτεινή θάλασσα. Το κορμί της, μέσα από το στενό και κοντό της φόρεμα, καθώς ήταν τεντωμένο και λύγιζε ολοένα στη στροφή που έπαιρνε άλλοτε προς τα δεξιά και άλλοτε προς τ' αριστερά, χωρίς να μετακινούνται τα πόδια της, φανέρωνε όλες τις γραμμές του, το σφρίγος του, την ελαστική σάρκα. Τα μάτια της έπαιρναν μια αλλόκοτη έκφραση σαν να ονειροπολούσε και να συγκρατούσε έναν εσωτερικό πόνο, και το φουσκωτό της στόμα ήτανε μισάνοιχτο σαν να είχε ανάγκη από βαθιά αναπνοή.
   Φοβήθηκα πως την κοίταξα πολύ. Πλάι, απάνω στο βράχο, με τα πόδια τεντωμένα μπροστά, καθόταν ο ξάδερφός της. Είχε σκυμμένο το κεφάλι, με τα μάτια κάτω, ακίνητος, σαν ένας κατάκοπος άνθρωπος.
   «Από 'δω», είπε η Μαύρα, «είναι το χτήμα του Πανάγου».
   Και μού έδειξε προς τ' αριστερά. Είδα ένα μεγάλο σπίτι που διακρινόταν ανάμεσα από τις τούφες πολλών δέντρων.
   «Αυτό εκεί το σπίτι;» είπα.
   «Όχι. Αυτό είναι του κυρίου Κουγιουκλή», μού απάντησε.
   «Θα λέτε τότε εκείνο το άλλο σπίτι με τα δυο κυπαρίσσια».
   Κι έδειξα αυτό το δεύτερο που έβλεπα προς τ' αριστερότερα.
   «Κι αυτό είναι του Κουγιουκλή», είπε. «Του Πανάγου είναι εκεί κάτω στην άκρη, προς τη θάλασσα».
   Και μού έδειξε μακρύτερα ακόμα. Ο Κουγιουκλής αυτός ήταν εκείνος, για τον οποίο μιλούσαν πρωτύτερα και τσακωνόντουσαν. Όπως κατάλαβα από την έκταση που μού έδειξε η Μαύρα, ο άνθρωπος αυτός ήτανε μεγαλοκτηματίας.
   «Πηγαίνουμε τώρα», είπε εκείνη. «Νύχτωσε». 
   Για να περάσω αυτή τη φορά από τους βράχους, με βοηθούσε ο Πανάγος. Τι δυνατά χέρια που είχε! Όταν προσπεράσαμε από το μέρος που ήταν η βάρκα, η Μαύρα είπε στον ξάδερφό της:
   «Δε γυρίζεις τώρα, Πανάγο;»
   «Όχι», είπε εκείνος. «Πάμε παρά πέρα».
   Είχαμε πάρει γυρίζοντας τον ίδιο δρόμο. Το σκυλί πήγαινε μπροστά. Ο Πανάγος βάδιζε πλάι στη Μαύρα και κάθε τόσο μισοστεκόταν, ύψωνε το κεφάλι και το γύριζε δεξιά κι αριστερά σαν το λαγωνικό που αυτιάζεται και μυρίζεται τον αέρα. Σε λίγο, η Μαύρα στάθηκε και είπε στον ξάδερφό της:
   «Πήγαινε τώρα, παιδάκι μου».
   Και του 'σφιξε το χέρι. Ο Πανάγος στάθηκε μπροστά μου βγάζοντας το καπέλο του για να με αποχαιρετίσει.
   «Χάρηκα πάρα πολύ, κύριε Γεράκη», τού είπα.
   Κάτι είπε κι εκείνος. Είχε κατακοκκινίσει σαν κορίτσι. Και πρόσθεσε σε λίγο:
   «Ελπίζω να ξαναϊδωθούμε αύριο, μεθαύριο».
   «Δεν το πιστεύω», τού απάντησα. «Το πρωί φεύγω».
   «Αν, εννοείται, ειδοποιηθεί ο σοφέρ στην Ποταμιά», είπε η Μαύρα. «Εγώ θα φροντίσω να μην τον βρει ο άνθρωπος που θα στείλετε. Θα κάμω συνωμοσία μαζί του για να μείνετε. Σάς χρειάζομαι».
   «Σάς ευχαριστώ», τής απάντησα. «Είσαστε πολύ ευγενής. Αλλά αυτό θα με στενοχωρήσει. Δε μπορώ να σάς γίνω τόσο βάρος και ν' απασχολώ μια ολόκληρη οικογένεια».
   «Ελάτε αν θέλετε να μείνετε μαζί μου», είπε ο Πανάγος. «Είμαι κατάμονος. Ίσως δε θα βρείτε και τόση άνεση. Το σπίτι που είχα μού κάηκε πρόπερσι. Μια καλύβα έχω τώρα. Αλλ' αν μού κάμετε την τιμή να 'ρθείτε, θα προσπαθήσω να μη σάς λείψει τίποτα. Θα σάς γυρίσω παντού με τη βάρκα. Θα δείτε ωραία μέρη».
   Προ μιας ώρας με κοίταζε σαν εχθρό και τώρα με καλούσε στην καλύβα του με τα πιο θερμά λόγια. Τι αλλόκοτος άνθρωπος! Η φωνή του έπαιρνε τώρα τον εγκάρδιο τόνο της φωνής της Μαύρας. Μού προκαλούσε το ενδιαφέρον αυτός ο νέος.
   «Μην επιμείνετε περισσότερο», είπα γελώντας, «γιατί θα με κάμετε στο τέλος ν' αλλάξω πρόγραμμα. Όχι. Φεύγω. Μπορεί να ξαναπεράσω του χρόνου».
   «Πολύ τράτο δίνετε στα δρομολόγιά σας», είπε εκείνος. «Ποιος το ξέρει πού και πώς θα βρίσκεται σ' ένα χρόνο».
   Σφίξαμε τα χέρια και τον αφήσαμε. Όταν απομακρυνθήκαμε πέντε βήματα, η Μαύρα γύρισε και φώναξε στον ξάδερφό της:
   «Και τη βάρκα να τη χρωματίσεις σταχτιά».
   Προχωρήσαμε. Εκείνη δε μιλούσε. Πήγαινε γρήγορα - γρήγορα με το κεφάλι λίγο σκυφτό.
   «Αργήσαμε», είπε όταν φτάσαμε κοντά στο μέρος που άρχιζαν τα χτήματα. «Μην πείτε στον πατέρα μου ότι ήρθαμε σ' αυτό το μέρος. Μού είπε να πάμε δεξιά κι εμείς πήγαμε αριστερά. Το θυμόσαστε».
   «Ναι».
   Όταν φτάσαμε στη μπασιά του χτήματος, γύρισα και κοίταξα πίσω στη θάλασσα για τελευταία φορά. Ίσως αυτό το μέρος δε θα το ξανάβλεπα. Ο Πανάγος στεκόταν στη θέση που τον αφήσαμε, με το κεφάλι προς εμάς. Μάς παρακολουθούσε από κει με το βλέμμα.
   Μπήκαμε στο χτήμα.
   «Καλός νέος ο ξάδερφός σας», είπα στη Μαύρα. «Και τι παράστημα! Λεβέντης».
   «Είναι σπάνιο παιδί», μού απάντησε. «Χρυσή καρδιά. Άνθρωπος με χαρακτήρα. Ήτανε γεννημένος για καλύτερο κόσμο, αλλά εδώ που βρέθηκε και όπως ήρθαν τα πράματα, δεν ξέρω τι θ' απογίνει. Έπρεπε να έχει μεγάλη περιουσία. Το μερίδιο του πατέρα του. Τόσο όσο και το δικό μας. Αλλά τα χτήματα αυτά ήσαν χρεωμένα, και τώρα το μεγαλύτερο μέρος τους το 'χει εκείνος που σάς έδειξα το σπίτι του πρωτύτερα. Ο Κουγιουκλής. Ο άνθρωπος αυτός πήρε στον πλειστηριασμό από την Τράπεζα τα μισά, ύστερα συγκέντρωσε και κάτι άλλα γραμμάτια του πατέρα του Πανάγου, τον εδάνεισε ακόμα ένα ποσόν, και στο τέλος όλα αυτά βρεθήκαν στα χέρια του. Έμεινε μονάχα ένα μικρό κομμάτι στον Πανάγο, αλλά κι αυτό χρεωμένο στον Κουγιουκλή. Τού το παίρνει όποια ώρα θελήσει. Το χρέος με τους τόκους εδώ και κάμποσα χρόνια είναι απάνω από την αξία του. Γι' αυτό ο Πανάγος δεν έχει μάτια να δει τον Κουγιουκλή. Δεν έχει όμως και τόσο δίκιο. Δε λέω. Δε μπορεί να χωνέψει κανείς έναν άλλο, να τον βλέπει κύριο στο πατρικό του χτήμα, αλλ' αν δεν ήταν ο Κουγιουκλής, θα ήταν άλλος. Πράματα χρεωμένα κάποιος θα τα πάρει στο τέλος. Είναι φοβερό να 'χει κανείς την περιουσία του, τη μόνη του μάλιστα περιουσία, βυθισμένη στο χρέος... Δεν ξέρετε, κύριε Λαζαρά... Δε μπορείτε να φαντασθείτε... Είναι σαν να μην υπάρχει κανείς. Σαν να τον αφήνει ένας άλλος να ζει έτσι από έλεος... Ήταν άτυχος ο κακομοίρης ο Πανάγος. Το χρέος δεν το 'βαλε αυτός. Μόνο που δεν έκαμε τίποτα για να το αλαφρώσει. Ούτε εκείνος, ούτε ο πατέρας του πίστευαν ότι στο τέλος θα τα χάνανε... Και αν τού το πάρουν στο τέλος, τι θα γίνει αυτό το παιδί... Εσπούδαζε στην αρχή στην Αθήνα, αλλά ύστερα αναγκάστηκε να διακόψει... Δεν έχει για να ζήσει τίποτ' άλλο εκτός από τα λίγα στρέμματα που τού αφήνει ο Κουγιουκλής». 
   Και η Μαύρα στέναξε. Ύστερα από μικρή σιωπή, πρόσθεσε:
   «Είμαστε πρώτα ξαδέρφια, όπως σάς είπα, αλλά εγώ τον γνώρισα όταν μεγαλώσαμε. Δεν είναι τρία χρόνια». 
   «Έλειπε;» 
   «Όχι... Οι γονείς μας είχανε παλιά έχθρα από περιουσιακά ζητήματα. Και τι έχθρα: Ως τον τάφο. Γιατί να μισιούνται έτσι τ' αδέρφια, κι όταν μάλιστα δε στέκονται καλά στα πόδια τους και έχουν ανάγκη να προσέχουν ο ένας τον άλλο; Ίσως, αν ήσαν ενωμένοι οι δυο αδερφοί, να μετριαζόντουσαν κάπως μερικές συμφορές. Αλλά είχε πέσει κατάρα. Στο σπίτι μας δεν τολμούσε κανείς να μιλήσει για το θείο και το σπίτι του. Ο πατέρας μου, όταν επρόκειτο για τον αδερφό του, δεν τον έλεγε ποτέ με τ' όνομά του. Όλο: “Εκείνος... εκείνος...” Κι εγώ μεγάλωσα μέσα σ' αυτόν τον πάγο για την οικογένεια εκείνη. Προ τριών όμως χρόνων συναντηθήκαμε τα παιδιά σ' ένα συγγενικό σπίτι. Εκεί γνώρισα από κοντά τον Πανάγο και την αδερφή του την Αγγελική. Εκείνη η καημένη παντρεύτηκε, κάπως καλά, δε λέω, αλλά όχι με την καρδιά της. Πήρε άνθρωπο που ούτε τον παραήθελε, ούτε ήτανε της σειράς της. Ένας χωριάτης που είχε μπακάλικο στην αρχή στο Φραγκόπυργο και ύστερα έκαμε χτηματική περιουσία. Άνθρωπος καλός, την έχει μη στάξει και μη βρέξει, αλλά εκείνη είχε άλλα όνειρα. Ας είναι. Από τότε, βλεπόμαστε. Ύστερα το 'μαθε ο πατέρας. Στην αρχή δεν έλεγε τίποτα. Ο αδερφός του είχε πεθάνει, και το παλιό μίσος είχε λιγάκι πέσει. Αλλά όταν τού είπαν πως βλεπόμαστε συχνά με τον Πανάγο και πάμε μάλιστα και περίπατο εδώ στην ακρογιαλιά, μού έδειξε καθαρά πως αυτό δεν τον ευχαριστούσε καθόλου. Στενοχωριέται πολύ όταν μαθαίνει πως τον είδα. Αλλά εγώ τον Πανάγο τον θεωρώ αδερφό μου. Και μάλιστα όχι απλώς αδερφό. Φίλο. Είναι άνθρωπος δικός μου. Ίσως σ' έναν αδερφό να μη μπορούσα να εμπιστευθώ όπως σ' αυτόν. Μπορεί να πέσει στη φωτιά για μένα. Μού είναι αδύνατο να μην τον βλέπω. Χωρίς αυτόν θα ένιωθα σαν να ήμουν κατάμονη. Κι εκείνος έχει για μένα τα ίδια αισθήματα. Αλλά ο πατέρας άρχισε τώρα τελευταία να επεμβαίνει πάρα πολύ σ' αυτή την επικοινωνία. Θέλει να μάς κόψει κάθε επαφή. Μού τον βρίζει, τον θεωρεί εχθρό, νομίζει πως είναι ικανός για κάθε κακό. Ποιος; Ο Πανάγος. Αχ, Θεέ μου! Γι' αυτό, όταν ξεκινήσαμε για εδώ, μάς είπε να πάμε προς τα δεξιά. Γιατί έχει μάθει πως τον συναντώ προς το άλλο μέρος, που είναι γειτονικό προς το χτήμα του και όπου μπορεί να πλησιάζει η βάρκα του. Αυτός είναι ο λόγος που σάς παρακάλεσα να τού πείτε ότι πήγαμε προς το μέρος της Ποταμιάς. Δε θέλω να μάθει πως συναντηθήκαμε με τον Πανάγο. Αλλά κι αυτός έχει πείσμα διαολεμένο. Αφού ξέρει τις διαθέσεις του πατέρα, αντί να μ' ευκολύνει, κάνει ό,τι μπορεί για να δείχνει πως δεν τον λογαριάζει. Ξέρετε τι είναι αυτό το ζήτημα για το χρώμα της βάρκας του Πανάγου; Ο πατέρας έμαθε πως πηγαίνω μαζί του περίπατο μ' αυτή τη βάρκα, και μού το απαγόρευσε. Εννοείται ότι εγώ δεν έπαψα. Αλλά παρακάλεσα τον Πανάγο να βάψει τη βάρκα σταχτιά για να μη φαίνεται. Ο πατέρας ήξερε πως η βάρκα ήτανε άσπρη. Κι εκείνος την ξαναχρωμάτισε άσπρη επίτηδες, για να φαίνεται καλύτερα, γιατί η παλιά μπογιά είχε ξεθωριάσει. Τι θα γίνει μ' αυτούς τους ανθρώπους; Με συγχωρείτε που σάς ζαλίζω τόση ώρα με τέτοια οικογενειακά ζητήματα...» 
   «Τουναντίον, σάς ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη», τής είπα. «Αυτό με συγκινεί».
   Με κοίταξε, φάνηκε ευχαριστημένη και είπε:
   «Δε θα φύγετε αύριο. Γιατί βιαζόσαστε; Μείνετε τουλάχιστον δυο ημέρες».
   «Αυτό», τής απάντησα, «δε μπορεί να γίνει. Ο πατέρας σας, καθώς σάς είπα, με είχε προσκαλέσει για κανά δυο βδομάδες, αλλά μόλις ήρθα, είδα ότι έπεσα σε ακατάλληλη εποχή».
   Δε μπορούσα να τής πω περισσότερα χωρίς να θίξω το Γεράκη για την ψυχρή υποδοχή που μού έκαμε.
   «Δεν επέσατε σε ακατάλληλη εποχή», είπε εκείνη, «αλλά σε ακατάλληλη ημέρα για τον πατέρα μου και τη μητέρα μου. Δε μπορώ να σάς πω περισσότερα τώρα. Αλλά αν μείνετε, θα μού κάμετε μεγάλο καλό. Σε μένα προσωπικώς. Όταν θα φύγετε, θα σάς το πω. Είναι ένα μυστικό. Είναι τόση ώρα που σκέπτομαι με τι τρόπο να μπορέσω να σάς κρατήσω. Σάς έστειλε εδώ ο Θεός. Δεν ξέρω τι άλλο να σάς πω. Δε μπορώ να σάς μιλήσω. Πέστε μου πως θα μείνετε, αν σάς το πει κι ο πατέρας μου. Σάς παρακαλώ...»
   Και μού έπιασε τα χέρια και τα 'σφιγγε. Αυτό ήτανε για μένα απρόοπτο. Τι με ήθελε; Γιατί επέμενε έτσι αυτό το κορίτσι να μείνω;
   «Στο σπίτι σας συζητείται», τής είπα, «αν θα φύγω το πρωί στις εφτά ή στις δέκα, και μού λέτε να μείνω; Ξεχνάτε πως όταν φύγαμε για τη θάλασσα, επρόκειτο να στείλουν άνθρωπο στην Ποταμιά να ειδοποιήσει το σοφέρ να μού κρατήσει μια θέση το πρωί για το Φραγκόπυργο». 
   Εκείνη εξακολουθούσε να μού κρατεί τα χέρια και με τα μάτια βυθισμένα στα δικά μου και το πρόσωπο εμψυχωμένο από πραγματική επιθυμία γι' αυτό που με παρακαλούσε, είπε με ζωηρή φωνή:
   «Καλά, καλά. Ας έστειλαν στην Ποταμιά. Θα σάς παρακαλέσει ο ίδιος ο μπαμπάς να μείνετε. Θα βρω τον τρόπο. Θα πω ένα ψέμα, θα κάμω κάτι, δεν ξέρω κι εγώ τι... Το μυαλό μου έχει σταματήσει αυτή τη στιγμή και δε μπορώ να σκεφθώ τίποτα... Αλλά να δείτε που θα γίνει έτσι. Μόνο να μην επιμείνετε εσείς...» 
   «Κάμετε ό,τι νομίζετε καλύτερο», τής απάντησα. «Αλλά αν θα μείνω, θα είναι για σας. Θέλω να το ξέρετε».
   Ετίναξε τα χέρια μου με χαρά και μόλις αυτή τη στιγμή τ' άφησε. Οι σκέψεις μου τότε πήραν ένα δρόμο, που και σήμερα ακόμη που τα θυμάμαι όλα αυτά, δεν ξέρω αν ήτανε παράλογος. Ένα κορίτσι όμορφο, που φαινόταν πως ασφυχτιούσε στη μονοτονία της εξοχής, που μου 'δειξε με τα λόγια του και τα φερσίματά του πως λαχταρούσε για μια πιο ευχάριστη ζωή, μού ζητούσε με τόσο ζωηρό τρόπο λίγη συντροφιά. Τι μπορούσα να σκεφθώ απάνω σ' αυτό; Με την παρουσία μου έκαμα να κινηθεί κάτι για τη Μαύρα μέσα στη νέκρα αυτής της ερημιάς. Έδωσα ένα παλμό ζωής σ' αυτά τα αδρανή νιάτα. Οι άλλοι που υπήρχαν γύρω της θα ήταν γι' αυτήν όπως τα λατινικά γράμματα των ρολογιών, που τα ξαναβλέπει κανείς στην ίδια ώρα, απαράλλαχτα, στην ίδια μοίρα της γωνίας των δεικτών, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι πέρασαν τόσα λεπτά, τόσα τέταρτα, τόσες ώρες. Αλλόκοτες ιδέες άρχισαν να κινούνται στο μυαλό μου. Έβλεπα πια τη Μαύρα με άλλα μάτια. Σαν να 'πεσε απάνω της, ένα μαγικό φως από εκείνα που κάνουν ένα εξαιρετικό πλάσμα ν' ακτινοβολεί στην ψυχή μας όλη του τη γοητεία, σαν μια ξαφνική αποκάλυψη, σαν ένα σώμα που το βλέπουμε σε μια λοξή δέσμη ηλιακών ακτίνων ν' αποκαλύπτει μέσ' από το φόρεμα το εξαίσιο σχήμα του. Ήμουν σε μια κατάσταση ζάλης.
   Εξακολουθήσαμε το δρόμο. Πήγαινα σκυφτά, σαν να μην τολμούσα να τη δω. Τα πιο παράξενα συναισθήματα κυρίευαν την ψυχή μου, και το κεφάλι μου δούλευε ολοένα μ' αυτόν τον πυρετό. Είχα έρθει σ' αυτή την απομακρυσμένη εξοχή, βρήκα σε μια άγνωστή μου οικογένεια ένα κορίτσι που στάθηκε μπροστά μου σαν ένα θαύμα, λίγη ώρα έφτασε για να μ' αιχμαλωτίσει, μ' άρπαξε κυριολεκτικά, ίσως χωρίς να το καταλάβει κι αυτή η ίδια, ίσως γιατί και σ' αυτήν επενήργησε η ίδια κεραυνοβόλος δύναμις, θα τα πούμε όλα σε λίγο, καθώς φαίνεται πως δε μπορεί να κρατηθεί να μού ανοίξει την ψυχή της, και σε λίγες ημέρες την αρραβωνιάζομαι, την παντρεύομαι και γυρίζω μαζί της στην Αθήνα και την παρουσιάζω στους δικούς μου, σαν τον απρόοπτο θησαυρό που μού 'τυχε σ' αυτό το χωρίς πρόγραμμα ταξίδι αναψυχής. Είναι η μοίρα που μ' έστειλε να 'ρθω να τη βρω στο Γαλάζιο Νερό, σαν τους ανθρώπους των παραμυθιών, που ξεκινούν γι' άγνωστους τόπους και βρίσκουν άξαφνα εκεί που πλανώνται τα εξωτικά πλάσματα.
   Ναι, πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό μου αυτή η τρέλα. Φαίνεται πως μια ώρα είναι αρκετή για να κάμει κανείς εκείνο που το φαντάζεται σε όλη του τη ζωή έξω από την ιδιοσυγκρασία του, ακόμη και να παντρευτεί ένας άνθρωπος σαν και μένα, που θεωρώ το γάμο μια ανόητη υποδούλωση, και ν' αλλάξει ρυθμό η ύπαρξή του, να βρεθεί σε μια καμπή του δρόμου μπροστά σ' έναν υπέροχο κόσμο. Η λογική ωστόσο αντέδρασε για λίγο σ' αυτή τη φαντασίωση, που τη θέρμαινε ο αλλόκοτος πόθος μιας νέας ζωής. Τι μπορούσα να ζητήσω από αυτό το κορίτσι; Μάς χώριζαν είκοσι σχεδόν χρόνια, είμαστε άγνωστοι ο ένας στον άλλο, σε λίγο, αύριο, μεθαύριο το πολύ, θα 'φευγα. Ήθελα έρωτα; Ήτανε πράγματι πιθανό να την παντρευτώ, όπως το σκέφτηκα την πρώτη στιγμή; Αλλά σε λίγο δε μπορούσε πια να λειτουργήσει το μυαλό μου. Η λογική δε μού χρησίμευε παρά για να με βασανίζει και να μού δείχνει τα παράξενα δεσμά με τα οποία ήθελα να δέσω εκεί τη ζωή μου,  χωρίς και να κατανικά τη διάθεσή μου. Και σιγά σιγά έπαψα να σκέπτομαι. Αισθανόμουν μόνο.
   Η Μαύρα πλάι μου εξακολουθούσε να μιλεί. Φαινόταν χαρούμενη. Μού μιλούσε για την Ποταμιά, για να είμαι κατατοπισμένος, αφού θα λέγαμε ψέματα πως πήγαμε εκεί, φώναζε το σκύλο της, άπλωνε το μακρύ της χέρι στη ράχη του και τον χάιδευε, έλεγε ένα σωρό πράγματα που δε μπορούσα να τα προσέξω. Από την κρυστάλλινη φωνή της έφθανε στην ψυχή μου μόνο η μουσική της.
   Το μυαλό μου στριφογύριζε τώρα σ' ένα σημείο. Ήτανε δυνατό η Μαύρα να μην είχε προκαλέσει κάποιου την προσοχή; Τόσα χρόνια έμεναν σ' αυτή την εξοχή, ήταν απομονωμένη από τον κόσμο, αλλά υπήρχαν κι εδώ άνθρωποι, τόσοι είχαν τα χτήματά τους σ' αυτή την περιοχή, θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Και ύστερα, μια νέα με τόση ζωή, με τόσες επιθυμίες, μπορεί να μην είχε ρίξει κάπου τα μάτια της; Ο τρόπος που μιλούσε για το γάμο της ξαδέρφης της της Αγγελικής, έδειχνε πως δεν είχε τη διάθεση ν' αφεθεί παθητικά στην τύχη της. Ποιος είναι αυτός ο Κουγιουκλής που εκείνη είχε τόση επιρροή επάνω του, ώστε να τής είναι εύκολο να τού ζητήσει να ματαιώσει τον πλειστηριασμό της περιουσίας του Πανάγου και να το πετύχει; Κάπως ύποπτο μού φάνηκε αυτό και τη ρώτησα χωρίς να το πολυσκεφτώ.
   «Αυτός ο γείτονάς σας ο Κουγιουκλής είναι φίλος σας;»
   «Ναι. Φίλος του μπαμπά».
   «Είπατε πως θα τον παρακαλούσατε για το χτήμα του ξαδέρφου σας».
   Η Μαύρα μού 'ριξε ένα λοξό βλέμμα. Ήταν έξυπνο κορίτσι. Μπήκε αμέσως στο νόημα, αλλά μού απάντησε χωρίς δυσκολία.
   «Ναι. Μπορώ να τον παρακαλέσω».
   Επέμεινα στον υπαινιγμό μου.
   «Ευτυχώς είσαστε σίγουρη ότι θα το κάμει».
   Με ξανακοίταξε πάλι και μού απάντησε:
   «Με ακούει. Είναι του σπιτιού μας».
   Έβγαλα το συμπέρασμά μου. Κάτι υπήρχε μεταξύ της Μαύρας και του Κουγιουκλή. Ήταν ειδύλλιο; Αλλά τότε τι ήθελε από μένα; Δεν κρατήθηκα, και ρώτησα:
   «Είναι νέος, γέρος, ανύπαντρος, χήρος;»
   Όταν τα είπα αυτά τα λόγια, μού φάνηκε πως δεν έκανα τίποτε λιγότερο από το Βλασσόπουλο και τη γυναίκα του, που με ζάλισαν με τις πιο αδιάκριτες ερωτήσεις μέσα στο αυτοκίνητο που ερχόμαστε μαζί στο Γαλάζιο Νερό, περνώντας με για γαμπρό. Ντράπηκα για ό,τι είπα. Εκείνη στάθηκε, μ' έκαμε και μένα να σταθώ, ήρθε πιο κοντά μου κοιτάζοντάς με κατάματα, τόσο κοντά ώστε ένιωθα την ανάσα της, και πιάνοντάς με από τον αγκώνα, μού είπε με σοβαρή φωνή:
   «Θα σάς εμπιστευτώ κάτι. Ο Κουγιουκλής θέλει να με παντρευτεί. Θα σάς μιλήσω ύστερα γι' αυτό. Εκείνο που θέλω να σάς παρακαλέσω τώρα άλλη μια φορά, είναι να μη φέρετε δυσκολίες αν σάς πουν να μείνετε. Έχω το λόγο σας;»
   Αλλ' αυτή η αποκάλυψη  για τον Κουγιουκλή με είχε παγώσει και αντί ν' απαντήσω στην παράκλησή της, είπα:
   «Α, έτσι; Φαντάζομαι πως θα είναι περίφημος γαμπρός. Άλλωστε, για να τον διαλέξετε εσείς...» 
   «Μα δεν τον διάλεξα εγώ», είπε εκείνη. «Αν ήταν αυτό, δεν υπήρχε λόγος να σάς πω τίποτε. Δεν καταλάβατε από τον τρόπο που σάς μιλώ τι συμβαίνει; Είναι μια ιστορία που με ζαλίζει. Δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω. Μού είναι αδύνατον να τον πάρω».
   Ήτανε φανερό. Επαναλαμβανόταν και σ' αυτήν η ιστορία της ξαδέρφης της, κάπως καλύτερα, αφού ο Κουγιουκλής ήτανε πολύ πλουσιότερος, αλλά εκείνη δεν τον ήθελε. Εγώ όμως ήθελα να προχωρήσω στις εξακριβώσεις μου και τής είπα πρώτα - πρώτα ένα ηλίθιο:
   «Γιατί;» 
   «Γιατί δεν τον θέλω. Δε μού αρέσει».
   Εγώ επέμεινα για να την κάμω να μιλήσει περισσότερο.
   «Οι άνθρωποι δεν παντρεύονται πάντοτε από κοινό αίσθημα. Φτάνει να είναι ερωτευμένος ο ένας. Σιγά - σιγά αναπτύσσεται και στον άλλο η στοργή. Αυτό είναι το παν. Και για να θέλει η οικογένειά σας τον Κουγιουκλή....»
   «Ναι, αλλά δεν θα τον παντρευτεί η οικογένειά μου... Τέλος πάντων, αυτά αφήστε τα. Εκείνο που μπορώ να σάς πω είναι ότι δεν είμαι για τον Κουγιουκλή. Αυτό σάς το δίνω γραφτό. Αλλά είμαι ολομόναχη απέναντί τους. Δε μπορώ να τους πείσω. Δε θέλουν να καταλάβουν ότι αυτό είναι σαν να με θάψουν. Είμαι σε απόγνωση. Προ ολίγου όμως που κατεβαίναμε μαζί προς τη θάλασσα και ένιωσα κάπως τι άνθρωπος είσαστε, μού ήρθε μια ελπίδα. Ίσως εσείς μπορέσετε να με σώσετε».
   «Εγώ;...» 
   «Αύριο θα βρεθεί μια ώρα να μιλήσετε του πατέρα μου. Θα προσπαθήσετε να τον πείσετε».
   «Μα δεν είμαστε τόσο φίλοι, ώστε να επέμβω στα οικογενειακά του. Δεν το συλλογιζόσαστε;»
   «Θα βρω εγώ τον τρόπο να γίνει λόγος μπροστά σας. Ίσως κι εκείνος ο ίδιος θελήσει να σάς τα πει για να σάς βάλει να μού μιλήσετε. Το έχει κάμει και με άλλους. Και όλοι παρασύρονται και πάνε με το μέρος τους. Εσείς όμως είσαστε άλλο πράμα. Δεν έχω δίκιο; Έχετε μυαλό ακονισμένο, έχετε ζήσει σε μεγάλη κοινωνία, βλέπετε τα πράματα αλλιώς. Έτσι δεν είναι; Εκείνο που πρέπει να τον κάμετε να νιώσει, είναι ότι με την επιμονή του θα γίνει μεγάλο, αφάνταστο κακό. Σάς ανοίγω την ψυχή μου, κύριε Λαζαρά».
   Για ν' απαντήσω δεν ευρήκα στην έκπληξη και στη συγκίνηση που μού προκαλούσε παρά λίγα αβέβαια λόγια.
   «Δεν ξέρω τι να σάς πω... Όσο εξαρτάται όμως από μένα...»
   «Αυτό θέλω», εξακολούθησε εκείνη. «Και να το δείτε... Θα τα καταφέρουμε μαζί... Αύριο θα τα ξαναπούμε. Λένε να κάμουν τους αρραβώνες την άλλη βδομάδα. Ως τότε, έχουμε καιρό...» 
   Και πρόσθεσε σε λίγο:
   «Αύριο το μεσημέρι ο Κουγιουκλής θα φάει στο σπίτι μας. Ευτυχώς θα έχω εσάς πλάι μου».
   Όλη αυτή την ώρα που μού μιλούσε, εστεκόταν μπροστά μου, όπως από την πρώτη στιγμή που άρχισε την εμπιστευτική της αποκάλυψη, με τα δάχτυλα του ενός της χεριού σφιγμένα στον αγκώνα μου, με τα μάτια της προσηλωμένα στα δικά μου, τόσο κοντά όλη, ώστε μια - δυο φορές, στην ταραχή που δονούσε το σώμα της από τα ίδια της τα λόγια, ένιωσα το στήθος της ν' αγγίζει το δικό μου. Τότε εξήγησα γιατί ο Γεράκης δε φάνηκε πολύ ενθουσιασμένος για την επίσκεψή μου και μού φέρθηκε έτσι, ώστε ν' αναγκαστώ να φύγω αύριο το πρωί. Το μεσημέρι θα έκανε γεύμα σ' εκείνον που προόριζε για την κόρη του, σ' έναν άνθρωπο που με το δίκιο του τον θεωρούσε σπουδαίο γαμπρό, και δε θα τού ήταν ευχάριστο να 'χει και ξένους στο τραπέζι. Αλλά εκείνο κυρίως που κατάλαβα και που μ' ενδιέφερε περισσότερο, ήταν η ψυχολογία της Μαύρας, η θέση της απέναντί μου. Απάνω στη στενοχώρια που τής προκαλούσε αυτό το αποκρουστικό συνοικέσιο, βρέθηκα εγώ μπροστά της. Αρπάχτηκε από μένα σαν από σανίδα σωτηρίας και αυτό, ενώ από το ένα μέρος την ενίσχυε στην άρνησή της να πάρει τον Κουγιουκλή, από το άλλο την έριχνε σε μένα, στη διάθεσή μου, μού το 'δειχνε πως με ήθελε και η τρομαγμένη ύπαρξή της έπεφτε απάνω μου με όλες τις εκδηλώσεις της γοητείας για να μού προκαλέσει το αίσθημα που θα με ωθούσε στη μεγάλη χειρονομία.
 
...........................
 
   Όταν φτάσαμε στο άνοιγμα των αλωνιών, μπροστά στο σπίτι, είχε σχεδόν σουρουπώσει. Ο Γεράκης καθόταν εκεί που τον είχαμε αφήσει μαζί μ' έναν άλλο. Μιλούσαν και κάπνιζαν. Η Μαύρα αναγνώρισε αμέσως τον ξένο παρ' όλη την απόσταση, γιατί είπε:
   «Α, ήρθε κιόλας;... Ελάτε».
   Τάχυνε το βήμα της και όταν φτάσαμε στην αυλή, είπε:
   «Εδώ είσαστε; Καλησπέρα».
   Κι έδωσε το χέρι στον κύριο που μιλούσε με τον πατέρα της.
   «Λογάριαζα πως θα γυρίσω αργά από τη δουλειά μου», είπε εκείνος, «αλλά ξεμπέρδεψα νωρίς και μια φορά και είχα τόση ώρα στη διάθεσή μου, πέρασα να σάς δω».
   Πρόσθεσε και κάτι άλλα που δεν τα άκουσα.
   «Να σού γνωρίσω, κύριε Κουγιουκλή», είπε ο Γεράκης, «ένα φίλο μου. Τον κύριο Λαζαρά».
   Αυτός λοιπόν ήταν ο Κουγιουκλής; Ένας άνθρωπος χοντρός, που καθώς ήτανε και ψηλός, φαινόταν πελώριος. Μισοσηκώθηκε και δώσαμε τα  χέρια.  
   Ο Γεράκης είπε και στον Κουγιουκλή ότι πέρασα από το χτήμα του για μια επίσκεψη, για καμιά ώρα, αλλά επειδή δε συνενοήθηκα καλά με τον σοφέρ, θα έμενα απόψε τη νύχτα στο σπίτι του και θα 'φευγα πρωί - πρωί. Μ' έδιωχνε άλλη μια φορά.
   «Έχετε ξανάρθει εδώ;» με ρώτησε ο Κουγιουκλής.
   «Όχι, είναι η πρώτη φορά», απάντησα.
   «Ούτε τον περιμέναμε μάλιστα», εξήγησε ο Γεράκης. «Μάς ήρθε ξαφνικά. Ήθελε να δει λιγάκι τον τόπο, αφού έτυχε να περάσει, και τον επήρε η Μαύρα και πήγαν προς το μέρος της Ποταμιάς».
   «Είσαστε εκεί;» ρώτησε ο Κουγιουκλής. «Από την Ποταμιά έρχομαι. Δεν σάς είδα».
   «Μα δε μείναμε καθόλου», είπε εκείνη. «Περάσαμε, βγήκαμε μια στιγμή και φύγαμε. Αλήθεια, μπαμπά, στείλατε τον άνθρωπο για τον σοφέρ;» 
   «Όχι», είπε εκείνος. «Θα πήγαινε ο Βλάσης με το άλογό του, αλλά δε γύρισε ακόμη από το Φραγκόπυργο. Σε λίγο που θα 'ρθει, πηγαίνει».
   «Είναι περιττό», είπε η Μαύρα. «Είδαμε εμείς το σοφέρ. Αλλά χάλασε η μηχανή του και θέλει, λέει, δυο μέρες να τη φτιάσει. Ο κύριος Λαζαράς, θέλοντας και μη, θα μείνει εδώ».
   «Για στάσου, αδερφέ», είπε ο Γεράκης. «Θα βρεθεί ένας τρόπος να βοηθήσουμε τον κύριο Λαζαρά. Δε θα κρεμαστούμε στο αυτοκίνητο αυτού του βλάκα. Μπορεί να μη το φτιάσει ούτε σε δέκα μέρες. Και δε θ' αφήσει τις δουλειές του ο άνθρωπος στο έλεος του Κυρίου γιατί χάλασε ένα αυτοκίνητο! Δόξα σοι ο Θεός, δεν είμαστε στην εξορία. Θα μάς κάμει τη χάρη ο κύριος Κουγιουκλής να διαθέσει το αυτοκίνητό του κατά τα χαράματα για να προφτάσει ο κύριος Λαζαράς το πρωινό τρένο».
   Ο Γεράκης εννοούσε με κάθε τρόπο να με διώξει. Ήθελε ν' αποφύγει κάθε υποψία του υποψηφίου γαμπρού του για την παρουσία μου στο σπίτι του. Τον καταλάβαινα.
   «Ησυχάστε», γύρισε και μού είπε ο Κουγιουκλής. «Έχω ένα αυτοκινητάκι. Το οδηγώ μόνος μου. Αύριο το πρωί σάς πηγαίνω εγώ στο σταθμό».
   Ένιωθα το αίμα μου να 'χει μαζευτεί στην καρδιά μου. Μ' έδιωχναν με όλες τις τιμές.
   «Είσαστε πολύ υποχρεωτικός, κύριε Κουγιουκλή», είπα.
   «Για σταθείτε», είπε η Μαύρα γελαστά, σαν ν' αστειευόταν. «Μού φαίνεται πως μ' αυτά σαν να λέμε στον κύριο να φύγει το γρηγορότερο. Στην Ποταμιά, αφού είδα το σοφέρ, ο κύριος Λαζαράς μού είπε: “Τόσο το καλύτερο. Αυτό το ατύχημα θα με βοηθήσει ν' αναπαυθώ λιγάκι και να περάσω κοντά σας δυο ωραίες ημέρες”. Προτιμάει να μείνει. Δεν μού το είπατε, κύριε Λαζαρά;»
   Μ' αυτό τον τρόπο ήθελε να με κάμει να μείνω, ενώ όλοι οι άλλοι δεν έβλεπαν την ώρα να τους αδειάσω τη γωνιά. Το απρόοπτο ψέμα της αύξησε την αμηχανία μου.
   «Ναι», είπα, «αλλά αφού έτυχε να βρεθεί τρόπος να φύγω, δεν υπάρχει λόγος να χάσω την ευκαιρία».
   «Όχι, όχι», είπε εκείνη. «Ο μπαμπάς είπε για το αυτοκίνητο του κυρίου Κουγιουκλή, γιατί νόμιζε πως έχετε μεγάλη βία να φύγετε. Αλλά εσείς δεν έχετε κανένα τέτοιο λόγο. Μόνος σας μού το είπατε. Παρακαλέστε τον λοιπόν κι εσείς, κύριε Κουγιουκλή, να μείνει».
   Η φωτιά του τσιγάρου του Γεράκη άναβε κι έσβηνε γρήγορα - γρήγορα μπροστά στο στόμα του. Ήτανε νευρικός.
   «Αφού επιμένει τόσο η δεσποινίς», είπε ο Κουγιουκλής, «μείνετε. Χάστε τις δύο ημέρες. Δεν πειράζει. Εδώ είναι ωραία. Βρήκατε τόσο καλή συντροφιά. Η δεσποινίς Μαύρα, καθώς βλέπω, είναι ενθουσιασμένη μαζί σας. Μην τής χαλάτε το χατήρι».
   «Ωραία, ωραία», είπε εκείνη. «Πέστε τού τα».
   Ο Γεράκης σηκώθηκε και πήγε μέσα. Για λίγες στιγμές μεσολάβησε σιγή. Η Μαύρα μίλησε πρώτη:
   «Ο κύριος Λαζαράς», είπε, «είναι αρχιτέκτων. Μπορεί, κύριε Κουγιουκλή, να σάς κάμει σχέδια για το σπίτι που λογαριάζετε να χτίσετε».
   «Α, είστε αρχιτέκτων», έκαμε εκείνος. «Μπράβο. Λοιπόν, κύριε Λαζαρά, είναι δύσκολο να συνεννοηθεί κανείς με τους συναδέλφους σας. Έβαλα και μού έφτιασαν μερικά σχέδια, τούς είπα πως το φαντάζομαι το χτίριο, αλλά μού έκαμαν άλλο πράμα ο καθένας τους. Όλοι τους. Τρεις μεταχειρίστηκα ως τα τώρα. Αρχιτέκτονες με όνομα, με σπουδές στην Ευρώπη, αλλά τι έχει να κάμει; Δε μπορούν να μπουν στο πνεύμα του άλλου. Τι ωφελούν, σάς παρακαλώ, τα διπλώματα και οι ρεκλάμες, όταν δεν καταλαβαίνουν τι θέλει εκείνος που τους δίνει την παραγγελία; Σού λένε, αυτό είναι το σωστό. Αλλά το σωστό το ξέρω εγώ που θα ξοδέψω το χρήμα μου και που θα καθίσω στο σπίτι... Τέλος πάντων. Αφού θα μείνετε δυο ημέρες εδώ, αν σάς περισσέψει καιρός από τους περιπάτους που θα κάνετε με τη δεσποινίδα, φτιάστε μου μερικά σχέδια. Με το αζημίωτο. Θα σάς πω πώς το θέλω να γίνει. Αλλά αν δεν πετύχετε αυτό που φαντάζομαι, να το ξέρετε, θα τα απορρίψω. Δεν εννοώ φυσικά να πάει ο κόπος σας χαμένος. Και αν δεν μού αρέσουν, θα σάς πληρώσω».
   Ο Κουγιουκλής φαινόταν πειραγμένος. Ήτανε φανερό πως η στάση της Μαύρας τού προκάλεσε υποψίες και ζήλεια. Τα λόγια του ήσαν γεμάτα υπαινιγμούς. Φοβόμουν πως ήθελε να μού αναθέσει να κάμω σχέδια για το σπίτι του για να έχει την ευχαρίστηση να τα απορρίψει. Και για να με ταπεινώσει, μού έλεγε πως θα με αποζημιώσει. Αλλά θα τον πλήρωνα πρωτύτερα εγώ.
   «Κάνω ταξίδι αναψυχής», τού είπα. «Δεν εργάζομαι, ούτε έχω μαζί μου υλικά για τέτοιες δουλειές. Αν θέλετε, όταν θα 'ρθετε στην Αθήνα, περάστε από το γραφείο μου. Θα σάς δώσω τη διεύθυνσή μου. Και αν δεν είμαι εγώ εκεί, θα βρείτε τους βοηθούς μου. Είναι το ίδιο». 
   «Εγώ σάς το πρότεινα», είπε ο Κουγιουκλής, «επειδή με παρακάλεσε η δεσποινίς Μαύρα να σάς αναθέσω την εργασία».
   «Δεν ήξερα», είπε εκείνη. «Βέβαια, ο κύριος Λαζαράς έχει δίκιο. Αυτά τα πράματα δε γίνονται στο γόνατο. Αλλά μια γνώμη μπορεί να σάς δώσει».
   Ακούστηκε από μέσα η φωνή του Γεράκη. 
   «Μαύρα».
   Την καλούσε. Η νέα σηκώθηκε και μπήκε στο σπίτι κι εμείς επάψαμε. Σε λίγο ακούστηκε από μέσα κουβέντα γρήγορη, αλλά σε χαμηλό τόνο. Δυο τρεις φορές μόνο υψώθηκε η φωνή της Μαύρας και έπειτα του πατέρα της, και ύστερα μιλούσαν σχεδόν δυνατά και οι δυο μαζί. Ο Γεράκης μάλωνε με την κόρη του. Δεν ξεχώρισα τα λόγια, αλλά ήμουν βέβαιος για την αιτία του καυγά. Ο Γεράκης τα 'βαλε χωρίς άλλο με τη Μαύρα γιατί τούς προκάλεσε να με προσκαλέσουν να μείνω, πράγμα που έκαμε τον υποψήφιο γαμπρό του να με κοιτάζει περίεργα από εκείνη τη στιγμή.
   Ο Κουγιουκλής άρχισε πάλι να μού μιλεί για τα σπίτια του, για τα χτήματά του, για τα λεφτά που ξόδευε για να φτιάσει άλλοτε τούτο και ύστερα το άλλο. Έφεραν μια λάμπα από εκείνες που μεταχειρίζονται στα υπόστεγα των εξοχικών μαγαζιών και την κρέμασαν από ένα σύρμα. Μόλις τώρα βλεπόμαστε στο φως. Εκείνος σταμάτησε μια στιγμή την κουβέντα του και με κοίταζε. Με ζύγιζε με το μάτι. Ήτανε ογκώδης, καθώς είπα, ψηλός και αρκετά χοντρός, είχε πελώριες παλάμες, κεφάλι ολοστρόγγυλο με μάτια που τα μίκραιναν τα κουκουλωτά του βλέφαρα. Τα φουσκωτά του χείλη είχαν κάτι το γυναικείο. Η όψη του ανταποκρινόταν στη χοντροκοπιά της κουβέντας του. Άξαφνα, με ρώτησε:
   «Πρόκειται να μείνετε ημέρες;»
   «Μα δεν ακούσατε, κύριε Κουγιουκλή», τού απάντησα, «ότι πρόκειται να φύγω αύριο το πρωί;»
   «Ναι, αλλά άκουσα τη Μαύρα που σάς είπε να μείνετε. Κι αν φύγετε, τέλος πάντων, για την Πάτρα, θα ξαναγυρίσετε εδώ;»
   «Τι να κάμω να ξαναπεράσω; Είμαι εντελώς διαβατικός, καθώς σάς το είπε πρωτύτερα ο κύριος Γεράκης. Είναι μάλιστα ζήτημα αν θα μείνω και στην Πάτρα. Αρχίζω να σκέπτομαι πως είναι προτιμότερο να γυρίσω. Λίγες ημέρες που έχω διαθέσιμες, θα τις περάσω στο Λουτράκι».
   «Τη δεσποινίδα Μαύρα θα την είχατε γνωρίσει πέρυσι που είχε έρθει στην Αθήνα», είπε.
   Είχα καταλάβει τις πονηρές ερωτήσεις του. Με ψάρευε. Ήθελε να μάθει γιατί ήρθα, αν η γνωριμία μου με την κόρη ήταν από πολύν καιρό. Τού είχανε περάσει υποψίες από τη θερμή συμπεριφορά της Μαύρας απέναντί μου, ίσως για τον περίπατό μας. Τού απάντησα:
   «Όχι. Και τον κύριο Γεράκη ακόμη μόλις προ ολίγων μηνών τον γνώρισα στο ταξίδι του, και κάναμε παρέα μια και μόνη βραδιά. Τη δεσποινίδα σήμερα την πρωτοείδα. Δεν ήξερα μάλιστα καν πως ο φίλος μας εδώ έχει μεγάλη κόρη».
   Δεν είχα καμιά διάθεση να τού παραδοθώ. Άλλωστε, δεν τού έλεγα και ψέματα.
   «Καλό κορίτσι», είπε.
   «Ναι», τού απάντησα, προσπαθώντας να πάρω ύφος όσο μπορούσα πιο αδιάφορο. «Είναι χαριτωμένη».
   Φάνηκε πως ησύχασε εντελώς. Βέβαια, τώρα δε μπορούσε πια να υποπτεύεται τίποτα. Πώς ήτανε δυνατόν να φανταστεί αυτό που μού είχε συμβεί και που είχε αναστατώσει, όπως το πίστευα, και τη Μαύρα μέσα σε λίγες ώρες; Ήτανε κάτι που υπήρχε μόνο στα βάθη της ψυχής μας χωρίς καν να το 'χουμε εξομολογηθεί με λόγια ο ένας στον άλλο. Και ο Κουγιουκλής άλλαξε ύφος απέναντί μου.
   «Σάς ρώτησα», είπε εντελώς ήρεμα τώρα, «γιατί αφού έτυχε να γνωριστούμε ήθελα να σάς συμβουλευτώ. Πρόκειται πράγματι να χτίσω».
   Ήθελε μια γνώμη και για το μεγάλο σπίτι που είχε στην Πάτρα, στην πλατεία Γεωργίου -έπρεπε να κάμει μια νέα διαρρύθμιση στο εσωτερικό του- αλλά κυρίως ενδιαφερόταν αμέσως τώρα γι' αυτό που είχε εδώ στην εξοχή. Είχε σκοπό να το κατεδαφίσει και να χτίσει ένα άλλο. Εννοούσε, έλεγε, τα σπίτια που κατοικούσε, να τα φτιάσει αυτός, με τα γούστα του. Αυτό εδώ δεν είναι το πατρικό του χτήμα. Το είχε πάρει από άλλον, από τον μακαρίτη τον αδερφό του Γεράκη. Εκείνος το είχε χρεωμένο κι αυτός επήρε τα χαρτιά,  και στο τέλος τού έμεινε... Ας είναι. Αυτό είναι άλλη υπόθεση. Επειδή λοιπόν ήτανε αποφασισμένος να μένει εδώ για να κάνει εξοχή, μολονότι είχε και άλλα σε πολύ καλά μέρη, ήθελε να γίνει ένα σπίτι που ν' αξίζει τον κόπο. Άλλωστε, ίσως θα έκανε και οικογένεια. Και μού πρόσθεσε στο τέλος:
   «Αν θέλετε, αύριο έρχεσθε από κει... Μη μού πείτε όχι... Ούτε πρόκειται να φύγετε, αφού σάς παρακάλεσαν... Ελάτε να τα πούμε. Να δείτε και το χτηματάκι μου τι όμορφο που είναι...»
   «Χτηματάκι το λέτε;» τού είπα. «Μού φαίνεται πως είναι απέραντο».
   Αυτό τον κολάκεψε.
   «Όχι και τόσο», μού είπε. «Ένα άλλο που έχω στο Μιντιλόγλι είναι πολύ μεγαλύτερο. Αυτό εδώ είναι καμιά διακοσαριά στρέμματα. Πέστε διακόσια πενήντα».
   «Το λογάριαζα για μεγαλύτερο».
   «Μα πού το ξέρετε εσείς;»
   «Μού το έδειξε η δεσποινίς Γεράκη», τού απάντησα. «Μού άρεσε το τοπίο που σχηματίζεται από τα δέντρα εκεί που είναι το σπίτι και με το λόφο προς τ' αριστερά, και μού έδειξε όλη την περιοχή. Μού ανέφερε τ' όνομά σας. Γι' αυτό όταν σάς γνώρισα προ ολίγου, κάτι ήξερα για σας».
   Αυτή η λεπτομέρεια τον ευχαρίστησε ακόμη περισσότερο.
   «Α, σάς το είπε η Μαύρα;» μ' ερώτησε. «Τής αρέσει το χτήμα. Είναι καλό. Έχει δίκιο. Ελπίζω να το στρογγυλέψω. Είναι ένα άλλο μικρό πλάι μου που μού κόβει ένα τρίγωνο προς τη θάλασσα. Θα το πάρω κι αυτό. Δεν είναι δύσκολο. Μπορούσα να το είχα, δηλαδή, αλλά δεν ήθελα να ζορίσω κάποιον. Αλλά θα 'ρθει η ώρα του. Πρέπει να ξέρει κανείς να περιμένει. Γιατί να τα μπρουσκάρουμε τα πράματα όταν μπορούμε να τα βολεύουμε». 
   Συνδυάστηκαν στο μυαλό μου αυτά τα τελευταία με όσα μού είχε πει η Μαύρα για το μικρό χτήμα του Πανάγου. Χωρίς άλλο, θα ήταν εκείνο. Ήξερα πούθε έπεφτε και προσπάθησα να εξακριβώσω αν εννοούσε αυτό ο Κουγιουκλής.
   «Αυτό το κομμάτι είναι ανάμεσα στο χτήμα του κυρίου Γεράκη και το δικό σας;» 
   «Όχι. Πέφτει από κει προς τ' αριστερά του δικού μου. Είναι ενός ξαδέρφου της Μαύρας, του γιου του αδερφού του Γεράκη. Και θα το είχα πάρει κι αυτό μαζί με τούτο, γιατί μού το 'χουν υποθήκη, αλλά είχε χωριστά χαρτιά. Προέρχεται από το μερίδιο του τρίτου αδερφού των Γεράκηδων, που πέθανε νέος και τον εκληρονόμησε ο άλλος, ο παλιός ιδιοκτήτης του δικού μου. Ας είναι. Αυτό είναι άλλη κουβέντα.  Θα μού πείτε τι να το κάμω, αφού έχω τόσα άλλα. Εν πρώτοις, δεν υπάρχει λόγος να μπαίνει μια σφήνα στο χτήμα μου και να μού φράζει τη θάλασσα. Όταν το προσθέσω σ' αυτό που έχω τώρα, το χτήμα μου θ' ανοίγεται από κείνο το βουναλάκι που βλέπετε εκεί πάνω ως κάτω στην ακρογιαλιά σαν μια βεντάλια. Κι έπειτα, πρέπει να σάς το πω, είμαι κατ' αρχήν υπέρ της μεγάλης ιδιοκτησίας. Μόνο μεγάλα χτήματα πρέπει να υπάρχουν. Έτσι εξασφαλίζεται η πραγματική καλλιέργεια και υπάρχει ελπίς να δει μια προκοπή αυτός ο τόπος. Αλλιώς θα περιποιηθώ εγώ το χτήμα μου κι αλλιώς ο φτωχός, που έχει λίγα στρέμματα και δανείζεται για την καλλιέργεια και δε μπορεί να κινηθεί. Συμφωνείτε;»
   «Προσπαθώ να σάς παρακολουθήσω».
   «Θα σάς δείξω αύριο το χτήμα μου. Είναι μια χαρά. Και θα σάς πάρω να κάνουμε ένα γύρο για να δείτε και τα άλλα, τα πλαϊνά, τις μικρότερες ιδιοκτησίες. Αρρωστιάρικα, συφοριασμένα. Νομίζει κανείς πως είναι άλλη γη. Τι τα θέλουν αυτοί οι άνθρωποι; Δε μπορούν να τα σκάψουν καλά - καλά όπως πρέπει, να τα κλαδέψουν στην ώρα τους, να τα ραντίσουν αρκετά. Η κυβέρνηση που θα υποστήριζε το μεγάλο γαιοκτήμονα, που θα έκανε ένα νόμο να μην επιτρέπει την ιδιοκτησία κάτω από έναν ικανοποιητικό αριθμό στρεμμάτων, θα πρόσφερε πραγματική υπηρεσία στην ανάπτυξη της γεωργίας. Μόνο μεγάλο χτήμα. Αυτό έπρεπε να είναι ένα κυβερνητικό πρόγραμμα και να εφαρμοστεί αμέσως. Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Ιδιωτικά κεφάλαια υπάρχουν για να αγοράσουν αμέσως τα μικρά χτήματα. Τότε θα δείτε παραγωγή! Τα ανέπτυξα όλα αυτά σε δυο βουλευτάς της επαρχίας μας, αλλ' αυτοί δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Είναι μικροπολιτικοί, προτιμούν να κοροϊδεύουν το μικρό λαό με κούφια λόγια, και με μικρορουσφετάκια, δε μπορούν να συλλάβουν μεγάλες γραμμές. Πρέπει να γίνει κανείς βουλευτής, να πάει να τα φωνάξει από το βήμα, μήπως ξυπνήσουν αυτοί οι ψιλικατζήδες της πολιτικής. Δεν αποκλείεται κι αυτό. Τις άλλες με παρακαλούσαν να μπω σ' ένα συνδυασμό».
   Δε μπόρεσα να μη χαμογελάσω μ' αυτές τις θεωρίες.
   «Τι; Δεν τα εγκρίνετε;» μ' ερώτησε.
   «Δεν έχω σκεφθεί σε τέτοια ζητήματα», τού απάντησα, «αλλά νομίζω πως ζούμε στην εποχή που τα μεγάλα χτήματα κομματιάζονται. Τα τσιφλίκια όλα έχουν απαλλοτριωθεί. Οι παλαιοί καλλιεργηταί έγιναν κύριοι της γης».
   «Κακά... πολύ κακά», είπε. «Μήπως έχετε κομμουνιστικές ιδέες;»
   Και με κοίταξε ειρωνικά με το λοξό βλέμμα του. Δεν ήθελα να τον δυσαρεστήσω, είχα κάθε λόγο να τον ευχαριστήσω μάλιστα, παρ' όλη την αντιπάθεια που μού προκαλούσε, για να μπορέσω να μείνω και να φτάσω στο σκοπό μου, και τού απάντησα με ύφος σαν να μην ήξερα καλά από αυτά τα πράματα.
   «Τα δέχομαι αυτά που μού λέτε. Αλλά τι θα γίνουν οι κακόμοιροι οι μικρογαιοκτήμονες; Δε μπορείτε ν' αρνηθείτε πως είναι κι αυτό μια άποψις. Σε τι θα μπορέσουν να μεταχειρισθούν το μικρό κεφάλαιο που θα τούς δώσει αυτή η αναγκαστική απαλλοτρίωσις;»
   «Αυτό είναι δική τους δουλειά. Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι τότε θα υπάρξει καλλιέργεια. Τι θα γίνουν, λέει; Μα και τι γίνονται σήμερα εδώ, παρακαλώ; Ρέβουν, κύριε Λαζαρά, ρέβουν. Άλλωστε, η πρόοδος έχει και τα θύματά της. Πρέπει, σάς λέω, να πιάνετε τα ζητήματα στις μεγάλες τους γραμμές. Ας είναι. Δε τα ξέρετε και τόσο αυτά τα προβλήματα. Δεν έχουνε σχέση με την αρχιτεκτονική. Και αυτό μάς ενδιαφέρει τώρα...»
   Σώπασε για μια στιγμή και πρόσθεσε:
   «Θα 'ρθείτε λοιπόν αύριο στο χτήμα. Πάρτε και τη δεσποινίδα Μαύρα. Θέλω να πει κι αυτή τη γνώμη της για το σπίτι. Έχει λιγάκι γούστο».
   Βγήκε από μέσα ο Γεράκης. Η κόρη του τον ακολουθούσε.
   «Ελάτε, λοιπόν», φώναξε ο Κουγιουκλής. «Άργησα. Είναι ώρα να πηγαίνω».
   «Η Μαύρα σάς παρακαλεί», τού είπε ο Γεράκης, «να μάς κάμετε συντροφιά απόψε στο τραπέζι».
   «Μα δεν είπαμε ότι θα 'ρθω αύριο το μεσημέρι;» είπε εκείνος. «Να καθίσω κι απόψε; Πάει πολύ. Θα σάς βάλω σε φασαρία».
   «Καμιά φασαρία. Θα φάμε ό,τι βρεθεί. Είπα να ετοιμάσουν και κάτι περιστέρια. Θα κοντεύουν να γίνουν κιόλας. Άλλωστε, δε μπορείτε να χαλάσετε το χατήρι της Μαύρας».
   Είχα δει πρωτύτερα τέσσερα πέντε περιστέρια στη στέγη της μπαράκας. Ραμφιόντουσαν ήσυχα σαν να 'καναν έρωτα. Αυτά ήσαν που είχανε θυσιασθεί τώρα για τον υποψήφιο γαμπρό;
   Η κόρη πλησίασε και ο Κουγιουκλής την κοίταζε σαν να ήθελε να τού επαναλάβει κι εκείνη την πρόσκληση. Συνέλαβα το Γεράκη, που είχε περάσει τώρα στο πλάι και ένευε στην κόρη του να μιλήσει.
   «Καθίστε, κύριε Κουγιουκλή», είπε η Μαύρα. «Αφού σάς το λέει ο μπαμπάς».
   «Ας μείνουμε λοιπόν», είπε εκείνος, «να δοκιμάσουμε και τα περιστέρια. Πιάσαμε καλή κουβέντα με τον κύριο Λαζαρά. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που τον γνώρισα. Αύριο θα 'ρθει στο χτήμα μου. Θα τον κρατήσω μάλιστα λίγο περισσότερο, για να τελειώσουμε τη δουλειά του σπιτιού. Δε θα φύγετε, που λέτε, ούτε σε δυο ημέρες. Πού να σάς αφήσω, τώρα που σάς βρήκα! Τι να κάμετε στο Λουτράκι; Εδώ είναι ωραιότερα. Θα παραγγείλω σε κάποιον δικό μου να μού στείλει το κανό του να σάς γυρίσω στη θάλασσα. Μ' αυτό τον ήσυχο καιρό θα δείτε τι μαγεία είναι οι ακτές του Κορινθιακού, όταν η βενζίνα τραβάει εκατό χιλιόμετρα. Θα δείτε τι καλά θα περάσουμε. Μού φαίνεται πως θα γίνουμε καλοί φίλοι».
   Και αφήνοντας ένα πλατύ γέλιο, με χτύπησε με οικειότητα στο γόνατο με τη μεγάλη του παλάμη. Πόνεσα.
   Αυτές οι διαχυτικές εκδηλώσεις του Κουγιουκλή έκαμαν το Γεράκη να γίνει θερμότερος μαζί μου. Μού είπε κι αυτός ότι αφού ήτανε γενική η απαίτηση, έπρεπε να μείνω μερικές ημέρες. Και η Μαύρα, που φαινόταν στενοχωρημένη ως τη στιγμή εκείνη, φάνηκε ηρεμότερη και κάθισε κοντά μας γελαστή.
   Στο γεύμα όλοι ήσαν εύθυμοι. Ακόμη και η κυρία Γεράκη, που το πρόσωπό της ήταν η μάσκα του καρτερικού πόνου, χαμογελούσε κάθε τόσο, περιποιητική σ' όλους, αλλά περισσότερο στον Κουγιουκλή.
   Εκείνος ρίχτηκε στα περιστέρια με τη βουλιμία θαλασσοπουλιού καταβροχθίζοντας στην αρχή ό,τι ήταν μπροστά του χωρίς να σηκώνει το κεφάλι, και ύστερα άρχισε πάλι να μιλεί ενώ έτρωγε ακόμη, με την όψη του ανθρώπου του ευχαριστημένου από τον εαυτό του, αφήνοντας κάθε τόσο και από ένα σκαστό γέλιο για τ' αστεία που έλεγε ο ίδιος. Ο Γεράκης τον κοίταζε στα μάτια ενώ μιλούσε, όπως παρακολουθεί κανείς έναν άνθρωπο που τον γοητεύει το δυνατό μυαλό του, και γελούσε κι αυτός μ' εκείνα που έλεγε γι' αστεία ο Κουγιουκλής. Τότε προσπαθούσε να γελάσει και η κυρία Γεράκη μ' έναν τρόπο που έκανε πιο θλιβερές τις σκληρές γραμμές που ήσαν γύρω από τα χείλη της. Ήθελαν να φανούν ευχάριστοι στον υποψήφιο γαμπρό. Η Μαύρα γελούσε κι εκείνη κάθε τόσο, αλλά το γέλιο της μού φαινόταν, με τον τρόπο που κουνούσε τους ώμους και κοίταζε λοξά, περισσότερο κοροϊδευτικό παρά φυσικό. Δυο φορές αναγκάστηκα να γελάσω κι εγώ, γιατί ο Κουγιουκλής με κοίταζε σαν να με ρωτούσε αν μού φαίνεται έξυπνο εκείνο που είπε. Γέλασα από λεπτότητα, για να μη φανώ ψυχρός. Μάς έκανε δηλαδή ό,τι ήθελε αυτός ο άνθρωπος. Το πράμα άρχισε να με στενοχωρεί. Επιτέλους ο Κουγιουκλής σηκώθηκε να φύγει. Έγινε τότε ολόκληρη ιστορία. Ο Γεράκης είπε ότι θα τού έδινε δυο ανθρώπους του χτήματος για να τον συνοδεύσουν. Θα πήγαινε εκείνος που επρόκειτο να τον στείλουν στην Ποταμιά για να ειδοποιήσουν το σοφέρ για μένα, και που μόλις είχε έρθει από το Φραγκόπυργο, και ένας άλλος που 'χε κιόλας πέσει να κοιμηθεί στο μικρό καλυβάκι του στην πέρα μεριά των αλωνιών. Αυτόν τον δεύτερο ξεκίνησε να πάει ο ίδιος ο Γεράκης για να τον σηκώσει.
   «Μα δεν είναι ανάγκη», έλεγε ο Κουγιουκλής. «Πηγαίνω και μόνος μου. Μήπως είναι μακριά; Έπειτα εδώ βρίσκεται η λεγάμενη».
   Και χτύπησε με την πλατιά του παλάμη την πίσω τσέπη του πανταλονιού του κι έσκασε πάλι στα γέλια. Είχε πιστόλι. Και όμως δεν έφυγε, αλλά δέχτηκε να πάρει μαζί του τον άνθρωπο που μόλις είχε γυρίσει από τόσο δρόμο κατακουρασμένος και νηστικός ακόμη, και άφησε να ξυπνήσουν τον άλλο που κατάκοπος από τη δουλειά της ημέρας κοιμόταν νωρίς για να ξυπνήσει πάλι αύριο στα χαράματα. Οι συνοδοί ήρθαν. Ο ένας από αυτούς είχε κι ένα δίκαννο στον ώμο κι ο άλλος θα είχε σίγουρα κι αυτός το πιστόλι του.
   Ο Κουγιουκλής μάς καληνύχτισε και μού είπε ότι αύριο με περιμένει.
   «Θα 'ρθω», τού απάντησα.
   «Μόνος σας δε μπορείτε βέβαια να 'ρθείτε», είπε. «Θα σάς συνοδεύσει η δεσποινίς Μαύρα. Σύμφωνοι;»
   «Θα 'ρθουνε, θα 'ρθουνε», είπε ο Γεράκης.
   Κι έφυγε για να τον συνοδεύσει κι αυτός μαζί με τους δυο ανθρώπους. Αφού απομακρυνθήκανε, η Μαύρα δήλωσε:
   «Για να είμαστε εξηγημένοι από απόψε, μαμά, εγώ δεν πρόκειται να πάω αύριο στου Κουγιουκλή».
   Η κυρία Γεράκη, ήσυχη κι ευχαριστημένη ως τη στιγμή εκείνη, ξαφνιάστηκε.
   «Μα εσύ η ίδια δεν τού είπες του ανθρώπου πως θα πάτε αύριο μαζί με τον κύριο;»
   «Μού ξέφυγε», απάντησε. «Δεν το σκέφτηκα. Ούτε είναι η πρώτη φορά που τον κορόιδεψα. Τού είπα κι άλλοτε πως θα πάω και δε με είδε στο χτήμα του παρά μόνο μια φορά. Κι εκείνο πολύ τού ήτανε. Έχουμε εδώ ανθρώπους για να συνοδεύσουν τον κύριο Λαζαρά. Όχι πως δε θα βρει εύκολα το δρόμο, αλλά για να μην τον πειράξει κανένα σκυλί».
   Το πρόσωπο της μητέρας της ξαναπήρε τη θλιβερή έκφραση που είχε την πρώτη ώρα που ήρθα.
   «Δε θα ησυχάσεις πια, παιδάκι μου;» είπε. «Γιατί με βασανίζεις; Δε με βλέπεις πώς έγινα;» 
   Και η κυρία Γεράκη με κοίταξε σαν να μετάνιωσε γι' αυτό που είπε μπροστά μου.
   Μού ετοίμασαν για να κοιμηθώ ένα δωμάτιο στο απάνω πάτωμα. Με συνόδευσαν ύστερα και η μητέρα και η κόρη. Μόλις μπήκα, κατάλαβα πως ήταν η κρεβατοκάμαρα του κοριτσιού.
   «Σάς πήρα το δωμάτιό σας», τής είπα. «Σάς έκαμα άνω κάτω. Αυτό με στενοχωρεί».
   «Εδώ θα είσαστε καλά», μού απάντησε εκείνη. «Εγώ μπορώ να πέσω όπου να 'ναι. Δε με δυσκολεύει ποτέ στον ύπνο η αλλαγή, ούτε το σκληρό κρεβάτι, αν μού τύχει τέτοιο. Άλλα είναι που με κάνουν καμιά φορά να μην κλείνω μάτι. Το ζήτημα τώρα είναι να ευχαριστηθείτε εσείς. Ελπίζω να το βρείτε υποφερτό αυτό το κρεβάτι. Καληνύχτα».
   Έφυγαν. Θα μπορούσα να κοιμηθώ καλά εκεί μέσα; Το περιβάλλον, τα λίγα έπιπλα, το τραπεζάκι της τουαλέτας της, δυο τρεις φωτογραφίες της στηριγμένες στην κορνίζα του καθρέφτη, η ατμόσφαιρα του δωματίου μ' έκαναν να σκέπτομαι διαρκώς. Λίγες ώρες είχα εκεί, και μού φαινόταν σαν να ήμουν παλιός γνώριμος του τόπου κι αυτής της οικογένειας, σαν να είχα ζήσει εκεί άλλοτε και να ξαναγύριζα.
   Ξαπλώθηκα στο κρεβάτι χωρίς να γδυθώ και άνοιξα μια εφημερίδα που είχα μαζί μου από το πρωί και δεν την είχα διαβάσει. Δε μπορούσα να δω τίποτα. Όταν άρχιζα να διαβάζω, τα μάτια μου περνούσαν μηχανικά απάνω στις γραμμές, χωρίς να μπορώ να θυμηθώ τι είχα δει ένα στίχο πιο πάνω. Άφησα την εφημερίδα. Κάπνισα τέσσερα τσιγάρα το ένα ύστερ' από το άλλο με τα μάτια προς την οροφή. Συλλογιζόμουν τη Μαύρα.
   Σε κάμποση ώρα μού φώναξε κάποιος όξω από το σπίτι:
   «Δεν κοιμηθήκατε ακόμη, κύριε Λαζαρά;»
   Αναγνώρισα τη φωνή του Γεράκη. Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Τα μάτια μου ήσαν από το φως, και μόλις διέκρινα κάτω στην αστροφεγγιά τη σιλουέτα του.
   «Διάβαζα εφημερίδα», είπα. «Τώρα γυρίσατε;» 
   «Ναι», μού απάντησε. «Το χτήμα του κυρίου Κουγιουκλή δεν είναι μακριά. Αλλά πηγαίναμε κουβεντιάζοντας κι αργήσαμε λιγάκι».
   «Ώστε εδώ τη νύχτα», είπα, «δε μπορεί να γυρίζει κανείς παρά με συνοδεία».
   Εκείνος μού απάντησε με χαμηλωμένη φωνή:
   «Α, όχι. Δεν είναι κανένας κίνδυνος. Στις ημέρες μου τουλάχιστον δε θυμάμαι να 'γινε το παραμικρό. Κι εγώ γυρίζω ολοένα στα πιο ακρινά μέρη».
   Και χαμηλώνοντας πιο πολύ τη φωνή του, πρόσθεσε:
   «Άνθρωποι όμως σαν τον Κουγιουκλή πρέπει να προσέχουν. Έχει δούναι και λαβείν μ' ένα σωρό κόσμο. Τού χρωστάνε πολλοί. Είναι φυσικό να τον έχουν στο στομάχι άνθρωποι που δεν τούς φαντάζεται. Πρέπει να 'χει το νου του... Και όμως είναι λαμπρός άνθρωπος. Τι εντύπωση σάς έκανε;»
   «Ναι, φαίνεται πολύ καλός», είπα.
   Σκέφτηκα να τον καλέσω απάνω, ή να κατεβώ κάτω και να τού μιλήσω για το συνοικέσιο που ετοίμαζε για την κόρη του, όπως με είχε παρακαλέσει εκείνη, αλλά δεν τόλμησα. Αυτό που συνέβαινε μέσα μου αντί να με παρωθήσει στην επέμβαση, μ' έκανε δειλό. Άλλωστε, εκείνος δε με άφησε να σκεφθώ περισσότερο και να πάρω θάρρος.
   «Αύριο», μού είπε, «να πάτε στο χτήμα του. Μού το επανέλαβε και τώρα προ ολίγου που χωρίσαμε. Τού κάνατε εξαιρετική εντύπωση. Φτιάστε του τα σχέδια που θέλει για το σπίτι του. Θα με υποχρεώσετε και μένα. Δεν πειράζει αν μείνετε μερικές ημέρες παραπάνω. Εδώ έχουμε όλες τις ευκολίες για να περάσετε καλά και μια βδομάδα και δυο, αν θέλετε. Για μάς θα είναι πραγματική ευχαρίστηση. Σάς παρακαλώ μάλιστα να μείνετε. Καληνύχτα σας».
   «Καληνύχτα, κύριε Γεράκη».
   Κατάλαβα γιατί με ήθελε τώρα. Αυτό σήμαινε πως άρεσα στον Κουγιουκλή. Δε μού το είπε προ ολίγου;
   Έσβησα το φως και πήρα την καρέκλα και κάθισα κοντά στο παράθυρο. Κάπνιζα. Πρώτη φορά στη ζωή μου έμεινα τόση ώρα με τα μάτια υψωμένα προς τα λαμπρά άστρα. Όταν σηκώθηκα, η Μεγάλη Άρκτος είχε γυρίσει πια κάτω, ακουμπούσε σχεδόν στον ορίζοντα προς τα βουνά της Αχαΐας. Απάνω ψηλά ο Πολικός έλαμπε. Δεν κουνιόταν φύλλο όταν κάθισα, και τώρα τα κλαδιά της καρυδιάς, που υψωνόταν θεόρατη προς τ' αριστερά του παραθύρου μου, σάλευαν στο ελαφρό αεράκι και μού έστελναν το ευχάριστο άρωμά τους.
 
.............................
 
   Το πρωί έγινε ζήτημα. Η Μαύρα δεν ήθελε να πάει στου Κουγιουκλή. Είχα κατέβει για να πάρω το πρωινό στο τραπέζι που ήταν στην αυλή και έτυχα μπροστά σε μια ολόκληρη οικογενειακή σκηνή.  Η νέα βγήκε από το σπίτι και φώναξε προς τον πατέρα και τη μητέρα της που ήσαν ακόμη μέσα:
   «Σάς το δήλωσα. Δεν πηγαίνω. Τελείωσε».
   Ήταν συνέχεια κουβέντας που είχε αρχίσει μεταξύ τους μέσα στο σπίτι. Βγήκαν έξω ο Γεράκης και η γυναίκα του και από το ύφος τους φαινόντουσαν στενοχωρημένοι γιατί η κόρη τους τα είπε αυτά χωρίς να λογαριάσει την παρουσία μου.
   «Είδατε πώς είναι τα παιδιά σήμερα;» είπε ο Γεράκης. «Δεν ακούνε τους μεγαλύτερους. Εννοούν να κάνουν του κεφαλιού τους. Και όχι πως έχει κανένα σοβαρό λόγο να μην πάει, αλλά έτσι τής ήρθε η ιδέα πως δεν είναι σωστό».
   Και γυρίζοντας προς την κόρη του πρόσθεσε:
   «Αλλά το σωστό το ξέρω εγώ και όχι εσύ, που όταν σε πιάσει αυτό το μουλαρίσιο πείσμα δεν ξέρεις τι κάνεις. Μάλιστα, το επαναλαμβάνω, μουλαρίσιο. Και γύρευε τι θα βάνει στο νου του ο κύριος Λαζαράς που σε βλέπει να κάνεις σαν να πρόκειται να χαλάσει ο κόσμος. Θα λέει ότι κάτι τρέχει. Πού να φαντασθεί ότι όλ' αυτά είναι αέρας φρέσκος».
   Ο Γεράκης ήθελε να μού δημιουργήσει την εντύπωση πως η κόρη του επέμενε να μην πάει στου Κουγιουκλή από απλή ιδιοτροπία. Η γυναίκα του στέναζε. Η Μαύρα είχε καθίσει και κρατούσε το κεφάλι της γυρισμένο αντίθετα από κει που βρισκόταν ο πατέρας της, που εξακολουθούσε να στέκεται όρθιος ακουμπώντας με σφιγμένη γροθιά απάνω στο τραπέζι. Ήτανε κατάχλωμη και με τα δάχτυλα τεζάρωνε και τσαλάκωνε νευρικά το φόρεμά της στο πλάι κάτω από το στήθος, τόσο, ώστε χωρίς να το καταλαβαίνει, έκανε να φορμάρεται η λεπτή μπατίστα απάνω στην αριστερή σφιχτή κούπα της σάρκας της και να δείχνει τη σκληρή αιχμή της. Ήτανε τέτοιο αυτό το θέαμα ώστε, αν δεν την έβλεπα να τα 'χει εντελώς χαμένα και να είναι έξω από τον εαυτό της, θα έπαιρνα αυτές τις κινήσεις της για μια κοκεταρία διαβολική, μια χειρονομία δήθεν από μια νευρική έξαψη, αλλά πράγματι σκόπιμη και μελετημένη. Αλλά η Μαύρα ήτανε ανώτερη από τέτοιες πονηριές. Ήτανε απλώς ένα δυστυχισμένο πλάσμα και αυτό το 'νιωσα σε όλο του το δραματικό βάθος κάμποσες ώρες αργότερα.
   «Και αν ακόμη», εξακολούθησε ο πατέρας της, «σού ήρθε έξαφνα να μην πας, δεν έπρεπε ν' αρνηθείς για το χατήρι του κυρίου Λαζαρά. Πρέπει να τον συνοδεύσεις. Μπορεί να λέει ο άνθρωπος ότι δε θέλεις να πας μαζί του».
   Πού να ήξερε ο Γεράκης ότι αυτή η άρνηση της Μαύρας εμένα μ' ευχαριστούσε. Γιατί εγώ τα εξηγούσα αυτά με τη δική μου άποψη. Έκρινα ότι δεν ήθελε να πάει για να μού δείξει την προτίμησή της.
   «Αν πρόκειται για μένα», είπα, «δεν υπάρχει ζήτημα. Πηγαίνω και μόνος μου».
   «Με συγχωρείτε», είπε ο Γεράκης. «Δεν είναι έτσι. Ο κύριος Κουγιουκλής σάς κάλεσε. Και κάλεσε και τη Μαύρα. Πρέπει να πάτε μαζί. Αλλιώς ποιος ξέρει τι θα φανταστεί ο άνθρωπος. Εμείς οι επαρχιώτες, ξέρετε, τα παρεξηγούμε εύκολα κάτι τέτοια. Ο κύριος Κουγιουκλής είναι καλός φίλος. Δε μπορούμε να τον ψυχράνουμε».
   Η κυρία Γεράκη, ακουμπώντας με τον αγκώνα στο τραπέζι, εξακολουθούσε να στενάζει και κάτι σιγοψιθύριζε. Τα μάτια της είχανε βουρκώσει. Ένιωσα το Γεράκη να μού ψιθυρίζει στ' αυτί:
   «Πέστε της, σάς παρακαλώ, κι εσείς να σηκωθεί να πάει».
   Δε μπορούσα ν' αρνηθώ. Άλλωστε τι σημασία είχε πια αν πηγαίναμε; Έφτανε που μού είχε δείξει τη διάθεσή της.
   «Αφού είναι έτσι τα πράγματα», τής είπα, «ας πάμε. Ελάτε. Δε μπορείτε να μού αρνηθείτε. Σάς παρακαλώ, σηκωθείτε».
   Εκείνη με κοίταξε σαν να μού 'λεγε: «Μα δεν καταλαβαίνεις για ποιο λόγο αρνούμαι;» Και δε φάνηκε ν' άλλαξε γνώμη. Ο Γεράκης άρχισε να μού μιλεί για τον Κουγιουκλή. Τον εξεθείαζε, έλεγε πως είναι υπέροχος άνθρωπος, ότι τον θεωρεί δικό του και ότι μια παρεξήγηση όπως αυτή μπορεί να τού στοιχίσει το παν. 
   «Δε μπορώ να πω τίποτα περισσότερο», πρόσθεσε, «αλλά η γυναίκα μου και η κόρη μου νιώθουν πολύ καλά τι λέω».
   Ούτε τώρα κουνήθηκε από τη θέση της η Μαύρα. Την παρακάλεσα άλλη μια φορά, αλλά δεν έδειξε καν πως με άκουσε.
   «Κι εγώ δε μπορώ να πω τίποτα περισσότερο», φώναξε απαντώντας στα λόγια του πατέρα της, «αλλά ο μπαμπάς και η μαμά ξέρουν πολύ καλά γιατί δεν πηγαίνω».
   Ο Γεράκης δε μπόρεσε να κρατηθεί. Χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και είπε θυμωμένα μέσα απ' τα δόντια του:
   «Το ζήτημα θα τελειώσει σήμερα. Θα κριθεί εντός της ημέρας αν θα ζήσουμε ή αν θα πεθάνουμε».
   Εγώ έκαμα πως δεν άκουσα αυτά τα λόγια, αλλά επακολούθησε μια δραματική σκηνή. Η κυρία Γεράκη έκανε σαν να προσπαθούσε να καταπνίξει ένα λυγμό και σηκώθηκε αμέσως και πήγε μέσα. Μού φάνηκε σαν ν' άκουσα κλάμα. Η Μαύρα έτρεξε πίσω της, και ο Γεράκης έκοβε βόλτες στην αυλή με τα χέρια στις τσέπες, σκυφτός, θλιβερός. Ύστερα μπήκε κι αυτός μέσα. Σε λίγο ξαναβγήκε και μού είπε:
   «Η γυναίκα μου αδιαθέτησε. Πολύ συχνά τής έρχεται ένας κόμπος στο λαιμό σαν ασφυξία. Υποφέρει και από την καρδιά της. Αφήστε τα. Συνήλθε όμως αμέσως, δόξα σοι ο Θεός. Να μάς συγχωρήσετε γι' αυτά που έγιναν μπροστά σας, αλλά το ζήτημα δεν είναι τόσο μικρό όπως φαίνεται. Είναι ανάγκη με κάθε τρόπο να πάτε με τη Μαύρα στου Κουγιουκλή. Ευτυχώς άρχισε να το καταλαβαίνει τώρα κι αυτή πως έτσι πρέπει να γίνει. Όταν γυρίσετε, θα σάς πω κάτι και τότε θα τα εξηγήσετε όλα. Και θα μάς βοηθήσετε κι εσείς μιας κι ετύχατε εδώ πέρα».
   Σε λίγο η Μαύρα βγήκε. Φορούσε το καπέλο της.
   «Αν θέλετε, κύριε Λαζαρά», μού είπε με ξέψυχη φωνή, «μπορούμε να πάμε». 
   Τα μάτια της ήσαν λίγο θολά. Είχε κλάψει.
   «Ξέρετε γιατί πηγαίνω;» μού είπε όταν απομακρυνθήκαμε. «Λυπήθηκα τη μητέρα μου. Είναι σε θλιβερή κατάσταση. Καταλαβαίνετε γιατί έγιναν όλα αυτά».
   «Ναι», τής είπα, «αλλά γιατί να προκαλείτε τέτοιες σκηνές χωρίς σοβαρό λόγο; Δεν πρόκειται να γίνει σήμερα τίποτα τελειωτικό για να θέλετε να το ματαιώσετε. Δε θα χαλάσει ο κόσμος γιατί πάτε στο χτήμα του Κουγιουκλή».
   Κούνησε το κεφάλι της.
   «Δεν ξέρετε εσείς», μού είπε. «Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί. Να χαλάσει ο κόσμος».
   Έπειτα από μικρή σιωπή, εξακολούθησα:
   «Δε λέω ότι όλα αυτά που γίνονται γύρω σας δεν είναι σοβαρά. Αλλά φοβούμαι πως είσαστε λιγάκι υπερβολική. Άλλωστε μπορεί στο μεταξύ -δε θα παντρευτείτε αύριο, ακόμη γίνονται απλές κουβέντες- να 'ρθει κάτι, που προκειμένου για σάς δεν είναι καθόλου παράξενο. Μια άλλη τύχη. Να παρουσιασθεί ένας άλλος άνθρωπος που να σάς ταιριάζει και να τον θέλετε. Ίσως υπάρχει μάλιστα κάποιος...»
   «Α, όχι», μού απάντησε ξεκοφτά. «Όσο γι' αυτό, δεν υπάρχει κανείς, ούτε πρόκειται να 'ρθει ποτέ τέτοια τύχη».
   Απέδωσα αυτά τα λόγια στη συνηθισμένη απαισιοδοξία των κοριτσιών, ως την ώρα που θα παρουσιαστεί ο άντρας που θέλουν, και την οποία μάλιστα μερικές μεταχειρίζονται ως τακτική για να προκαλέσουν εξομολογήσεις. Και άρχισα να τής μιλώ για την τύχη αυτή που τής ανέφερα. Ίσως ο άνθρωπος που θα την έβγαζε από το αδιέξοδο ήτανε κιόλας στο δρόμο. Ποιον άλλο είχα υπόψιν παρά τον εαυτό μου; Τής μιλούσα με τη δειλία που ήτανε φυσική για μια τέτοια εξομολόγηση σε μια κόρη που μόλις προ μιας ημέρας την είχα γνωρίσει και που την εξεβίαζαν τα ραγδαία εκείνα γεγονότα του συνοικεσίου της με τον Κουγιουκλή. Πώς μπορούσα να τής τα πω πιο καθαρά; Δε θα 'πρεπε μάλιστα να τής μιλήσω καν ακόμη για τέτοια πράγματα, έπρεπε ν' αφήσω ν' αναπτυχθεί αυτό που αισθανόμαστε κι οι δυο, ο ένας για τον άλλο, όπως το πίστευα, αλλά έβλεπα ότι δε μού έμενε καιρός. Έπρεπε να τα πούμε όλα, να συνεννοηθούμε, να παρασκευαστούμε για την αντιμετώπιση του εχθρού. Κι εξακολούθησα, για να κάμω τουλάχιστον μια προεισαγωγή, να τής μιλώ για τον άνθρωπο που ερχόταν όχι μόνο να τη σώσει από το σημερινό κίνδυνο, αλλά και να την κάμει ευτυχισμένη. Η φωνή μου παλλόταν από πραγματική συγκίνηση. Αυτή η κοπέλα φάνταζε μπροστά μου σαν το γαλάζιο πουλί της ευτυχίας που το βρήκα σ' ένα κλουβί και ήθελα να το απελευθερώσω για να το πάρω μαζί μου.
   Αλλά όλη αυτή την ώρα δε φάνηκε ούτε για μια στιγμή ν' απασχολείται μ' αυτά που τής έλεγα με υπαινιγμούς, που δεν ήτανε δύσκολο να τους αντιληφθεί ένα κορίτσι έξυπνο όπως εκείνη, και που είχε τις μυστικές του σκέψεις στο ίδιο ζήτημα. Προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά, ωχρή, με τα μάτια προς το βάθος του ορίζοντα. Με άκουγε ή είχε στο νου της άλλα πράγματα σοβαρότερα; Ή δεν καταλάβαινε τι υπονοούσα κι έπαιρνε όσα τής έλεγα για λόγια του ανέμου μόνο για να την παρηγορήσω; Θέλησα να τής μιλήσω σαφέστερα:
   «Υπάρχουν», είπα, «γεγονότα στη ζωή μας, που φαίνονται τυχαία και όμως έχουνε ρυθμιστεί από τη μοίρα μας, αυτή που μάς κυβερνάει χωρίς να το ξέρουμε, χωρίς να μαντεύουμε τίποτα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ήρθα εδώ και ότι σάς γνώρισα. Από χθες που σάς είδα πρώτη φορά, που δεν ήξερα καν πως υπήρχε μια κόρη όπως εσείς, αισθάνθηκα ν' ανοίγεται μπροστά μου ένας καινούριος κόσμος, και ν' αρχίζει μια νέα ζωή. Συγχωρήστε με που σάς λέω τόσο σοβαρά πράγματα έτσι αμέσως αμέσως... Αλλά ο πατέρας σας και ο Κουγιουκλής βιάζονται... Στην απελπισία που σάς βύθισαν είναι ανάγκη να ξέρετε ότι υπάρχει κάποιος που μπορείτε να τού έχετε εμπιστοσύνη. Το ξέρετε ποιος είναι αυτός. Στηριχτείτε απάνω μου, και όλα θα πάνε καλά. Μόνο θέλω να ξέρω αν πράγματι, όπως τόλμησα να το φαντασθώ, έχετε για μένα τα ίδια αισθήματα που τρέφω εγώ για σας».
   Είχε σταθεί και με κοίταζε σαν κατάπληκτη.
   «Τι λέτε;» μού είπε. «Δε σάς καταλαβαίνω».
   Μάσησα λίγα λόγια ακόμη. Τη διαβεβαίωσα για τη σοβαρότητα αυτών που τής είπα, και τής ζήτησα να μού απαντήσει. Εκείνη εξακολουθούσε ακόμη να με κοιτάζει με το ίδιο κατάπληκτο ύφος.
   «Απορώ», είπε σε λίγο. «Αυτό δεν το περίμενα».
   Το βλέμμα της ήταν παγερό και η ταραχή που αλλοίωνε το πρόσωπό της ήταν περισσότερο από δυσάρεστη κατάπληξη παρά από τη συγκίνηση που περίμενα. Δε μπορούσα όμως πια ούτε να σκεφτώ όπως έπρεπε, ούτε να σταματήσω.
   «Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω», τής είπα. «Ήτανε ξαφνικό. Δε μπορείτε να μού απαντήσετε αμέσως. Αλλά ύστερα από την ευνοϊκή διάθεση που δείχνουν τώρα απέναντί μου όλοι τους εδώ, θα μείνω και θα βρούμε μαζί τι πρέπει να γίνει. Αφήστε προς το παρόν τον πατέρα σας να φαντάζεται πως θα πάρετε τον Κουγιουκλή για να κερδίσουμε λίγο καιρό. Τώρα κι εγώ είμαι απροετοίμαστος. Δεν ξέρω ακόμα τι να σάς πω. Δε μπορώ ακόμα να σάς δώσω μια συγκεκριμένη υπόσχεση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αισθάνομαι πως είσαστε η μόνη γυναίκα για την οποία μπορώ να κάμω κάθε θυσία. Σε καμιά ως τώρα δε μίλησα έτσι. Εσείς θα με οδηγήσετε τι πρέπει να κάμω. Από χτες ένα σωρό πράματα γυρίζουν στο μυαλό μου. Αν θέλετε, το απόγευμα κάνουμε πάλι έναν περίπατο όπως χτες, και τα λέμε. Αλλά όχι προς το μέρος που μπορεί να συναντήσουμε τον ξάδερφό σας. Από την άλλη πλευρά. Να είμαστε μόνοι...»
   Με άκουγε ώσπου τελείωσα. Φαινόταν σαν να ήθελε να καταλάβει εντελώς τι τής έλεγα, πώς ήρθε αυτό το απρόοπτο, και μού απάντησε:
   «Με φέρνετε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Αυτά όλα που μού είπατε θα σάς παρακαλέσω να τα ξεχάσετε. Σαν να μην έγιναν καθόλου».
   Και προχώρησε με πιο γρήγορο βήμα, πιο νευρική. Βάδιζα πλάι της και προσπαθούσα να βρω τι να τής πω. Αλλά αντί να καταλάβω αμέσως απ' αυτή τη στιγμή ότι με τη στάση της μού το ξέκοψε εντελώς και ότι είχα κάμει μια ανοησία, ότι την έπαθα τέλος πάντων, γλίστρησα περισσότερο. Συνηθισμένος από άλλες γυναίκες που σε μια εξομολόγηση κάνουν πως αρνούνται για να προκαλέσουν ορμητικότερη επίθεση, χωρίς να το σκεφτώ καθόλου, την άρπαξα από το μπράτσο και χωρίς να την αφήσω, τής φώναξα:
   «Πρέπει να με ακούσετε!»
  Ίσως έκαμα και καμιά άλλη κίνηση. Ούτε μπορώ να ξέρω τι διάθεση εξέφραζε το πρόσωπό μου στην αναστάτωση που βρισκόμουν. Η Μαύρα φάνηκε τρομαγμένη για μια στιγμή, και αμέσως μ' έσπρωξε με δύναμη και αφού στάθηκε τρία βήματα πιο πέρα, μού φώναξε: 
   «Αν δε γυρίσω πίσω μονάχη, είναι γιατί έχω πολλές άλλες φουρτούνες στο κεφάλι και δε μπορώ να δημιουργήσω κι άλλη. Άλλωστε δε θέλω να σάς κάμω κακό. Το ξέρετε ότι μπορούσαν να δουν κι άλλοι αυτό που κάνατε, και να 'χετε συνέπειες; Ευτυχώς είμαστε σε χαμήλωμα».
   «Με παρεξηγήσατε», τής είπα μετανιωμένος γι' αυτό που τόλμησα. «Ήθελα απλώς...»
   Αλλά δε μ' άφησε να συνεχίσω και να τής δικαιολογηθώ.
   «Δεν έχω συνηθίσει να μού ρίχνονται έτσι», μού απάντησε. «Κι ύστερα, πώς πήρατε αυτό το θάρρος;»
   «Έκαμα μια κουταμάρα», τής απάντησα ταπεινωμένος. «Γελάστηκα. Αλλά αυτά που σάς εξομολογήθηκα, τα αισθάνομαι».
   Θα ήταν τέτοια η όψη μου, τόσο αξιοθρήνητη, ώστε η έκφραση της Μαύρας άλλαξε. Με κοίταζε σαν να με λυπόταν. Ίσως θα είχε πειστεί για την ειλικρίνειά μου, αλλά αυτό δεν ήτανε φαίνεται λόγος ν' αλλάξει στάση.
   «Ας μη συνεχίσουμε αυτή την κουβέντα», είπε. «Κι εσείς κι εγώ θα το ξεχάσουμε αυτό το επεισόδιο. Και αν καμιά φορά αργότερα συναντηθούμε, να είμαστε φίλοι. Πάμε τώρα». 
   Χτες μ' άφησε να φανταστώ ένα σωρό πράγματα. Μού είχε φερθεί μ' έναν τρόπο που έκαμε να ξαναφουντώσουν μέσα μου τα νιάτα και οι πιο τρυφερές διαθέσεις. Μού εμπιστεύτηκε τα βάσανά της, τους κινδύνους της. Δημιούργησε γύρω μου μια αλλόκοτη θερμή ατμόσφαιρα, μ' έφερε στο σημείο να τής κάμω μια ηλίθια εξομολόγηση, και σήμερα με πάγωσε δια μιας, έκανε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μού έλεγε πως τής ρίχτηκα βάναυσα γιατί τής έπιασα σε μια στιγμή παραφοράς το μπράτσο, αυτή που χτες κρατούσε τα χέρια μου μέσα στα δικά της κάμποσα λεπτά της ώρας και είχε πλησιάσει τόσο κοντά μου ώστε να νιώσω την επαφή της σάρκας της!
   Τι αίνιγμα ήταν αυτή η γυναίκα; Δεν καταλάβαινε χτες τι έκανε, δεν ένιωθε τι προκαλούσε, ή ήσαν όλα σκόπιμα για να μπορέσει να με μεταχειριστεί για όργανό της; Αλλά για ποιο λόγο; Για να μην πάρει τον Κουγιουκλή; Και γιατί δεν τον ήθελε; Είχε κάποιον άλλο υπόψιν της; Τι σημασία είχαν όλα αυτά! Το ζήτημα ήτανε ότι πρώτη φορά ταπεινώθηκα έτσι μπροστά σε μια γυναίκα. Μού φαίνεται πως στα μάτια της ήμουν ο πιο κουτός άνθρωπος του κόσμου.
   Ανεβήκαμε σ' ένα επίπεδο που ήταν εικοσιπέντε εκατοστά ψηλότερα. Βάδιζα πια με κόπο. Αν μπορούσα, θα γύριζα πίσω και θα 'φευγα αμέσως. Δυο τρεις φορές σκόνταψα σαν παλιάλογο. Άξαφνα είδα σε μια κατωφέρεια προς τα δεξιά κάποιον που αμέσως κρύφτηκε πίσω από τον κορμό μιας ελιάς. Είχε ένα όπλο στον ώμο. Σε λίγο διέκρινα μια κάνη τουφεκιού που κουνιόταν απάνω από τα φυλλώματα, ώσπου σε λίγο εξαφανίστηκε κι αυτή. Ο άνθρωπος που κρύφτηκε μόλις μάς είδε, έφευγε γονατισμένος και σκυμμένος κάτω από το ύψος των κλημάτων για να μην τον δούμε. Έβλεπα τα φύλλα να κινούνται προς τη διεύθυνση που είχε πάρει. Αυτό μού φάνηκε ύποπτο. Σταμάτησα αμέσως και κοίταζα κάνοντας πιο πίσω και πιο μπροστά και από τα πλάγια μερικά σβέλτα βήματα για να τον δω. Οι κινήσεις μου κάμανε τη Μαύρα ν' ανησυχήσει.
   «Τι είναι;» με ρώτησε κοιτάζοντας προς το μέρος που έβλεπα κι εγώ.
   «Κάποιος κρύφτηκε μέσα στα κλήματα», τής είπα. «Είχε όπλο. Διέκρινα καλά την κάνη του».
   Το πρόσωπό της πήρε για δυο στιγμές μια έκφραση τρόμου. Κοίταζε κι αυτή ψάχνοντας με το βλέμμα προς το ίδιο μέρος. Έπειτα γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω σαν να είχε διάθεση να ξαναγυρίσει στο σπίτι της.
   «Φαντάζεσθε να είναι κανένας κακοποιός;» τη ρώτησα.
   Προσπάθησε να πάρει ύφος ήρεμο και μού απάντησε με ψεύτικο χαμόγελο:
   «Μπα! Τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν εδώ. Θα είναι κανένας γείτονας, που για να μην πάει από το δρόμο και κάμει ολόκληρο γύρο, περνάει μέσα από τα χτήματα και δεν ήθελε να τον δούμε. Γύρευε για ποιο λόγο. Μπορεί να έχει καμιά διαφορά με τον πατέρα μου και ξέρει πως δεν μάς είναι ευχάριστο να τον βλέπουμε μέσα στη σταφίδα μας».
   «Εδώ είναι δικά σας;»
   «Ναι. Ως εκεί που βλέπετε αυτό το όριο».
   Βάδιζε τώρα πολύ γρήγορα. Σχεδόν έτρεχε. Κι εγώ που δεν ήμουν εξοικειωμένος όπως αυτή να πηγαίνω μέσα από κλήματα με τόσο πυκνές τις βέργες αυτή την εποχή, την ακολουθούσα με κόπο. Ύστερ' από λίγο δρόμο διέκρινα σε μικρή απόσταση τη σιλουέτα του Κουγιουκλή. Μάς είχε δει κι ερχόταν να μάς υποδεχτεί.
   «Να ο φίλος μας», τής είπα.
   Τον είδε κι αυτή, αλλά δεν είπε τίποτα. Γύρισε μόνο πίσω και κοίταξε σαν κάποιον ν' αναζητούσε με το βλέμμα, και ξακολούθησε το δρόμο, αλλά με αργά βήματα τώρα. Είχε κουραστεί. Σε λίγο είμαστε μπροστά στον Κουγιουκλή. Μάς χαιρέτισε γεμάτος κέφι. Ήτανε φανερή η ευχαρίστησή του που έβλεπε τη Μαύρα. Και άρχισε πάλι, ενώ πηγαίναμε κι οι τρεις, να μάς μιλεί για τα σπίτια του και για τα σχέδια των αγορών του σαν να μην είχε διακοπεί καθόλου η χθεσινή κουβέντα και να τη συνέχιζε.
   Φτάσαμε. Γύρω από το σπίτι, εκτός από τους ψηλούς ευκαλύπτους και δυο θεόρατες λεύκες που ήσαν στην πλατιά του αυλή, ήταν ένας θαυμάσιος κήπος. Καρποφόρα δέντρα και άνθη. Όλα ήσαν περιποιημένα, ψαλιδισμένα, με στηρίγματα, με μικρές διχάλες. Άκουσα το μάγκανο ενός πηγαδιού. Και τι πάστρα παντού. Τα αλώνια πιο πέρα ήσαν πεντακάθαρα. Πρόσεξα πως και τα κλήματα της σταφίδας του Κουγιουκλή ήσαν ψηλότερα από του Γεράκη, τα φύλλα φαινόντουσαν θαλερότερα, και οι σταφίδες που είχαν αρχίσει να μαυρίζουν ήσαν μεγαλύτερες. Εκεί το χτήμα ήταν σαν να είχε εγκαταλειφθεί, στα αλώνια ήταν στις άκρες χορτάρι ξερό, ξύλα σκεβρωμένα ήσαν σκορπισμένα παντού, μια μάκενα ξεχαρβαλωμένη ακουμπούσε στη μπαράκα, υπήρχαν ένα δυο καλύβια για τους φύλακες με πρωτόγονη κατασκευή από άχυρο, στο σπίτι από τις δυο πλευρές είχε φύγει σε μεγάλο μέρος το ασβέστωμα, ανάμεσα στα κούρβουλα ήσαν κενά σε πολλά σημεία. Εδώ νόμιζες πως ήτανε άλλη γη. Ο Κουγιουκλής μάς τα έδειχνε όλα, μιλούσε για τα δέντρα του, από πού είχε φέρει τις μηλιές του, τι περιποίηση ήθελαν οι αχλαδιές και τι προσοχή οι κερασιές, πόσα είδη σταφυλιών είχαν οι κληματαριές.
   Γρήγορα βαρέθηκα να τον ακούω. Συλλογιζόμουν με τι τρόπο θα τα κατάφερνα να φύγω το γρηγορότερο από το Γαλάζιο Νερό. Κι αν δε φοβόμουν πως θα προκαλούσα υποψίες για την ξαφνική μου απόφαση, θα γύριζα αμέσως στου Γεράκη, θα 'παιρνα τη βαλίτζα μου και θα 'φευγα με ό,τι μέσο θα 'βρισκα. Έπρεπε όμως να μείνω τουλάχιστον στο γεύμα, και το απόγευμα, αν δε θα 'βρισκα αυτοκίνητο να πάω στο Φραγκόπυργο, θα τραβούσα προς την Ποταμιά. Θα περνούσα πιο ήσυχη νύχτα κοντά στους υπαλλήλους και στους εργάτες των σταφιδαποθηκών, παρά σ' εκείνο το σπίτι, κάτω από την ίδια στέγη μ' αυτή την κοπέλα που μ' είχε αναστατώσει για να μού δώσει ύστερα εκείνη την ψυχρολουσία. Και το πρωί θα 'παιρνα το αυτοκίνητο.
   Ο Κουγιουκλής πρότεινε ν' ανεβούμε στο σπίτι για να δούμε αν μπορεί να γίνει διαρρύθμιση όπως την ήθελε, ή έπρεπε να χτιστεί άλλο. Και ήθελε και τη γνώμη της Μαύρας. Εκείνη, ενώ τον κοίταζε, τον ρώτησε:
   «Τι είπατε; Δεν κατάλαβα».
   Ήτανε αλλού ο νους της και ούτε τον άκουσε. Ο Κουγιουκλής το ξαναείπε.
   «Τι σημασία μπορεί να έχει η δική μου γνώμη», είπε εκείνη.
   «Αμ αν δε μιλήσετε εσείς, τότε ποιον θ' ακούσουμε», απάντησε εκείνος.
   «Άλλωστε», είπε η Μαύρα, «πρέπει να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι. Ήρθα για να συντροφέψω τον κύριο Λαζαρά. Τώρα θα τον φέρετε πίσω εσείς. Άφησα τη μαμά μονάχη. Με περιμένει».
   Και σηκώθηκε. Από λεπτότητα σηκώθηκα κι εγώ.
   «Εσείς δε θα φύγετε», είπε ο Κουγιουκλής. «Αφήστε τη δεσποινίδα. Δεν πειράζει αν δεν μάς πει τίποτα σήμερα για το σχέδιο του σπιτιού. Μάς το λέει αύριο, μεθαύριο. Δεν το καταλαβαίνετε λοιπόν γιατί βιάζεται να πάει; Σήμερα έχουνε μεγάλη δουλειά στην κουζίνα. Θέλουν να μάς περιποιηθούν. Εμένα έτσι μού αρέσουν τα κορίτσια. Νοικοκυρές. Εμείς έχουμε να δούμε μερικά πράματα και το μεσημέρι θα πάμε μαζί».
   Είπα ότι θα 'πρεπε κάποιος να τη συνοδεύσει, αλλά εκείνη διαμαρτυρήθηκε.
   «Μού αρέσει να πηγαίνω μονάχη», είπε. «Όταν έχω καλή παρέα, μάλιστα. Αλλά συνοδείες δε θέλω. Για μένα δεν υπάρχουν κίνδυνοι».
   Κι έφυγε. Έμεινα ευχαριστημένος. Δεν είχα καμιά διάθεση να γυρίσω μαζί της ύστερ' απ' όσα έγιναν. Στο δρόμο, από τη στιγμή του επεισοδίου ώσπου φτάσαμε και μπήκε ανάμεσά μας κι ένας τρίτος, μού φαινόταν πως περπατούσα απάνω σε καρφιά. Όσο και να με τρέλαινε με τη φλυαρία του αυτός εδώ ο άνθρωπος, μού ήτανε προτιμότερος από τη συντροφιά της.
   Μια ολόκληρη ώρα μού μιλούσε ο Κουγιουκλής για τις ανοικοδομήσεις που λογάριαζε να κάμει, αλλά δεν κατόρθωνα να τον προσέξω. Στο μυαλό μου περπατούσαν μυρμήγκια. Ανεβήκαμε και στο σπίτι, μού έδειξε όλα τα διαμερίσματα, μού έλεγε τούτο και το άλλο, και σε όλα τού απαντούσα: «Ναι, ναι, μάλιστα, βέβαια». Συμφωνούσα μαζί του μόνο για ν' αποφύγω την κουβέντα. Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα.
   «Θα προτιμούσα να μού λέγατε τη γνώμη σας άσχετα προς τη δική μου».
   «Χρειάζεται μελέτη», τού απάντησα. «Δε μπορεί ν' αποφανθεί κανείς αμέσως».
   «Ας είναι», είπε. «Θα 'ρθετε αύριο να βάλουμε κάτω τα σχέδια που μού έχουν φτιάσει κι αν δεν εγκρίνετε κανένα, θα μού κάμετε εσείς ένα δικό σας. Αλλά θα σάς περιμένω λίγο νωρίς για να προφτάσουμε. Τώρα πρέπει να πάμε στου Γεράκη. Είναι μία η ώρα».
   Τού υποσχέθηκα πως θα πάω, για να μην αρχίσει πάλι τα ίδια, μολονότι ήμουν αποφασισμένος να φύγω. Όταν σε λίγο πηγαίναμε στου Γεράκη, μού φάνηκε πως διέκρινα από το μέρος της θάλασσας να τραβάει προς το σπίτι η Μαύρα. Δεν ήμουν βέβαιος, γιατί λοξοδρόμησε σ' ένα δρομάκι με κερασιές προς το απέναντι μέρος και δεν την είδα πια. Αλλά έμεινα με την εντύπωση ότι παρ' όλα όσα είχε πει πρωτύτερα πως βιαζόταν να πάει για να βοηθήσει τη μητέρα της, τώρα μόλις ερχόταν. Θα 'τρεξε χωρίς άλλο για να τη βρούμε εκεί. Ο Θεός το ξέρει πού γύριζε τόσες ώρες.
 
..............................
 
   Στο γεύμα πριν από τα φρούτα με περίμενε μια άλλη έκπληξη. Ο Γεράκης έβαλε κρασί σε όλα τα ποτήρια και είπε:
   «Πάρτε τα ποτήρια σας. Αυτό το κρασί θα το πιούμε στην υγεία του κυρίου Κουγιουκλή και της Μαύρας».
    Η νέα που καθόταν ανάμεσα σε μένα και τον Κουγιουκλή κοίταξε τον πατέρα της παράξενα σαν να τον ρωτούσε τι σήμαινε αυτή η απρόοπτη πρόποση. Εκείνος φαινόταν συγκινημένος. Μόλις τής έριξε μια ματιά, και γυρίζοντας σε μένα σαν να 'θελε να μού εξηγήσει τι εννοούσε, πρόσθεσε με αλλοιωμένη φωνή, προσπαθώντας να τής δώσει επίσημο τόνο.
   «Ο κύριος Κουγιουκλής μού έκανε την τιμή να μού ζητήσει την κόρη μου. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να τού απαντήσω εκ μέρους του παιδιού μου και της γυναίκας μου, ότι θεωρούμε και μεις αυτή την ένωση μια πραγματική ευτυχία».
   Τα είπε αργά, σταματώντας κάθε τόσο, προσπαθώντας να βρει τα δύσκολα λόγια. Και στο τέλος έμεινε με το πρόσωπο σοβαρό και τα μάτια προς το τραπέζι, σαν να 'θελε να προσθέσει κι άλλα ακόμη, αλλά δε μπόρεσε να πει παρά μόνο:
   «Με την ευχή μου, λοιπόν, παιδιά. Να μάς ζήσετε».
   Και τσίγκρισε με το ποτήρι του Κουγιουκλή που είχε γυρίσει προς τη Μαύρα ελαφρά γερμένος προς το πλάι της και κάτι τής ψιθύριζε.
   Αλλά εκείνη διαμιάς έσκυψε μπροστά στο τραπέζι με το πρόσωπο ανάμεσα στα δυο της μπράτσα. Το κορμί της αναταραζόταν. Έκλαιγε.
   Η μητέρα σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Κάτι τής ψιθύριζε στο αυτί. Κι έπειτα είπε στον Κουγιουκλή με στενοχωρημένο χαμόγελο:
   «Συγκινήθηκε το καημένο».
   Τής χάιδευε τα μαλλιά και τα χέρια και την παρακαλούσε να σηκώσει το κεφάλι. Αλλά εκείνη σηκώθηκε, και με το πρόσωπο γυρισμένο στο άλλο μέρος, ώστε να μη βλέπει τον Κουγιουκλή, έτρεξε γρήγορα μέσα στο σπίτι. Η μητέρα της την ακολούθησε. Ο Γεράκης τα 'χασε για δυο στιγμές, κοίταξε με αμηχανία προς την πόρτα του σπιτιού και το γαμπρό του.
   «Δεν το ήξερε πως θα το λέγατε;» τον ρώτησε ο Κουγιουκλής.
   «Πώς όχι, αδερφέ», απάντησε, προσπαθώντας να χαμογελάσει και να φανεί ψύχραιμος. «Ημέρες τώρα τα λέμε. Αλλά έτσι τής ήρθε. Οι γυναίκες τα δάκρυα τα 'χουν στο μαντήλι. Δεν τα ξέρεις; Άλλωστε γάμος χωρίς κλάματα δεν έχει νοστιμάδα».
   Εγώ όμως θα στοιχημάτιζα ότι η Μαύρα δεν ήξερε τίποτα. Το πρωί ακόμη δε μού είχε μιλήσει γι' αυτή την υπόθεση και δε μού δήλωσε ότι με κανένα τρόπο δε θα 'παιρνε τον Κουγιουκλή; Έπειτα, ο Γεράκης άρχισε να μού μιλεί για την ανατροφή που είχανε δώσει στην κόρη τους και για το χαρακτήρα της. Ήτανε πλασμένη, έλεγε, για έναν άνθρωπο με αξία και τίμιο. Και χτύπησε χαϊδευτικά το γαμπρό του στον ώμο και άρχισε να μού τον εκθειάζει. Έβρισκε ότι κι αυτός κι εκείνη συμφωνούσαν στις ιδέες και στα αισθήματα. Πιο ταιριαστό ζευγάρι δε μπορούσε να γίνει. Τα έλεγε σε μένα, αλλά για ν' ακούει ο Κουγιουκλής. Εκείνος όμως φαινόταν συλλογισμένος. Όσο κι αν ήθελαν να τού εξηγήσουν την ταραχή και το κλάμα της Μαύρας και να τ' αποδώσουν σε συγκίνηση κοριτσίστικη, θα τα έβρισκε υπερβολικά. Είχαμε περάσει έτσι μισή ώρα. Ο Κουγιουκλής σηκώθηκε.
   «Ας πάμε να αναπαυθούμε λιγάκι», είπε. «Μην τής μιλάτε της Μαύρας. Αφήστε τη να συνέλθει. Θα σάς έλεγα να 'ρθείτε απόψε όλοι να φάμε στο σπίτι μου...»
   «Γιατί σπίτι σου», τον διέκοψε ο Γεράκης, «οι αρραβωνιαστικοί τρώνε στις νυφάδες. Θα 'ρθεις εδώ...» 
   «Εδώ δε θα κρατήσουμε τέτοιους τύπους», είπε εκείνος. «Θα σάς έλεγα λοιπόν να 'ρθείτε απόψε στο σπίτι, αλλά περιμένω από την Πάτρα το γραμματέα του αγγλικού προξενείου που θα 'ρθει να με πάρει να πάμε μαζί στην Ποταμιά να συναντήσουμε έναν πράκτορα, που σε λίγες βδομάδες θα φέρει εκεί ένα βαπόρι της εταιρείας του για να φορτώσει πριμαρόλι για την Αγγλία. Ενδιαφέρομαι να φορτώσω πρώτος. Θα γυρίσω αργά. Αύριο το μεσημέρι όμως, αν θέλετε, θα 'ρθείτε να φάμε στο σπίτι. Μόνο ειδοποιήστε με το πρωί».
   Ετόνισε το «αν θέλετε». Ο Γεράκης καταλάβαινε ότι ο Κουγιουκλής έφευγε κάπως δυσαρεστημένος.
   «Στάσου μια στιγμή, σε παρακαλώ», είπε. «Κάθισε λίγο. Έφτασα».
   Κι έτρεξε στο σπίτι. Άργησε μέσα πέντε λεπτά τουλάχιστον. Όταν βγήκε, ήτανε γελαστός και είπε:
   «Τώρα έρχεται κι η Μαύρα. Τής είπα πως θέλεις να φύγεις και μού είπε να μην το κουνήσεις. Ντράπηκε λιγάκι που έκλαψε χωρίς να το θέλει. Έφτασε. Δε θα πιούμε λίγο ακόμη;»
   Κι έβαλε κρασί στα ποτήρια κι άρχισε πάλι να μιλεί.
   «Συμφωνώ», είπε στον Κουγιουκλή, «σ' αυτό που μού έλεγες προχθές. Να γίνει ο γάμος γρήγορα. Τι μάς εμποδίζει; Σε κανένα μήνα μπορούμε να κάμουμε τα στέφανα».
   «Όπως θέλετε», απάντησε εκείνος. «Ρωτήστε και τη Μαύρα. Τα κορίτσια σ' αυτά έχουν τις ιδέες τους. Εγώ θέλω να γίνουν όλα όπως ορίσει εκείνη».
   «Όσο γι' αυτό, έννοια σου. Είναι σύμφωνη σε ό,τι αποφασίσουμε εμείς».
   Επιτέλους η Μαύρα βγήκε. Τα μάτια της ήσαν θολά και το πρόσωπό της κατάχλωμο. Προχώρησε με χαμόγελο, που σε μένα τουλάχιστον φάνηκε πολύ λυπημένο, και κάθισε κοντά στον Κουγιουκλή όπως πρωτύτερα. Εγώ είχα τραβηχτεί πιο πέρα, κι έτσι από το άλλο της πλάι κάθισε η μητέρα της. Ο Γεράκης προσπάθησε να δώσει εύθυμο τόνο στη συντροφιά. Άρχισε να μιλεί για τους δικούς του αρραβώνες, θύμιζε στη γυναίκα του λεπτομέρειες και ύστερα πρόσθεσε, γυρίζοντας προς στη Μαύρα:
   «Λέγαμε, όπως το είχαμε πει κι εμείς στο σπίτι, ότι το καλύτερο είναι να γίνει το γρηγορότερο ο γάμος».
   Η Μαύρα σιωπούσε.
   «Τι λες τώρα;» τη ρώτησε πάλι.
   Ο Κουγιουκλής γύρισε και την κοίταζε περιμένοντας την απάντησή της.
   «Κανονίστε τα όπως νομίζετε καλύτερα», απάντησε εκείνη.
   Η φωνή της ήτανε αδύνατη, αλλά σταθερή. Είχε υποκύψει λοιπόν; Ποιος ξέρει τι σκηνή έγινε μέσα στο σπίτι και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Μού προκαλούσε τον οίκτο. Αυτή η ατίθαση, η αποφασιστική, ήτανε τώρα αφοπλισμένη και αλυσόδετη. Έβλεπα την απελπισία στην έκφρασή της παρ' όλο το πλαστό της χαμόγελο. Άλλωστε αυτό ήτανε φανερό από τη στάση της. Δε ζητούσε καν να κερδίσει καιρό, αλλά δεχόταν να γίνει ο γάμος το ταχύτερο.
   Πέρασε καμιά ώρα ακόμη. Όλοι φαινόντουσαν ευχαριστημένοι. Και η Μαύρα σιγά - σιγά είχε μπει στην κουβέντα και κάτι έλεγε κάθε τόσο με την ήσυχη και θλιμμένη φωνή της. Άξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Όλοι αναταραχτήκανε, και σηκώθηκαν απάνω.
   «Αυτό είναι γκρας», είπε ο Κουγιουκλής. «Δεν είναι όπλο κυνηγού. Πυροβόλησαν μέσα στο χτήμα σας. Εδώ κοντά...»
   Το σκυλί που το είχανε δεμένο, γαύγιζε και έκανε να ορμήσει προς τα κάτω, προς το μέρος που ακούστηκε ο πυροβολισμός, και γύριζε σαν μανιασμένο και δάγκωνε την αλυσίδα του που δεν το άφηνε να τρέξει. Η Μαύρα είχε ανεβεί στην καρέκλα της και κοίταζε προς τα κάτω. Ήτανε η πιο ταραγμένη απ' όλους.
   «Είναι από τη θάλασσα», είπε.
   «Δεν το πιστεύω», ξαναείπε ο Κουγιουκλής. «Στοιχηματίζω πως δεν είναι ούτε εκατόν πενήντα μέτρα μακρύτερα από 'δω. Αυτός που πυροβόλησε κρύβεται μέσα στα κλήματα. Καταπληκτική θρασύτης».
    Ο Γεράκης πήγε κι έλυσε την αλυσίδα του σκυλιού, κι έκαμε μια χειρονομία προς το ζώο δείχνοντάς του προς τα κάτω. Εκείνο άρχισε να τρέχει αμέσως.
   «Έννοια σας», είπε ο Γεράκης. «Το σκυλί θα μάς τον βρει. Όποιος κι αν είναι, θα τον βγάλει σαν λαγό. Και τότε λογαριαζόμαστε».
   «Αυτό μην το περιμένετε», είπε ο Κουγιουκλής. «Οι άνθρωποι που τολμούν να πυροβολούν έτσι μέσα στα χτήματα, είναι γνωστοί. Είναι γείτονες. Τα σκυλιά τους ξέρουν και δεν τους πειράζουν».
   Και κοίταζαν όλοι προς τη διεύθυνση που είχε πάρει το σκυλί. Στην αρχή τα φύλλα σάλευαν στο πέρασμα του ζώου κι έπειτα δε φαινόταν τίποτα. Η Μαύρα ισχυρίστηκε όμως ότι διέκρινε τη γραμμή που είχε πάρει το σκυλί. Τώρα ήτανε πολύ κάτω. Πλησίαζε προς τη θάλασσα. Σίγουρα τίποτα παλιόπαιδα, που θα γύριζαν με καμιά βάρκα, θα βάζανε σημάδι τους βράχους, και όπως ο άνεμος ήτανε από κάτω, έκαμε τον πυροβολισμό να φανεί πως ήτανε από πολύ κοντά. Σ' αυτό συμφώνησε και η μητέρα της και ο πατέρας της. Εγώ πίστευα πως ο Κουγιουκλής είχε δίκιο, αλλά δε μιλούσα.
   «Μα βέβαια», είπε ο Γεράκης, «γελιέται κανείς από τον ήχο. Ποιος θα τολμούσε να πυροβολήσει μέσα σε ξένο χτήμα. Και ούτε θα ήτανε γκρας. Είναι κάτι δίκαννα που ξεκουφαίνουν».
   Η υπηρέτρια έφερε καφέδες.
   «Ας καθίσουμε να πιούμε τον καφέ. Δεν είναι τίποτα».
   Κάθισαν πάλι όλοι.
   «Ήτανε γκρας, σάς λέω», επέμεινε ο Κουγιουκλής. «Τον άκουσα σαν να ήταν απάνω από το αυτί μου. Και μη σάς φαίνεται απίθανο να ρίχνουν τουφεκιές μέσα στα χτήματα. Προχθές κάποιος πυροβόλησε, και μάλιστα δυο φορές, σε μικρή απόσταση από το σπίτι μου, από το απάνω σύνορο το χτήματος. Εγώ τον ανακάλυψα. Τον ξέρω. Δεν τον είπα, για να μη βάλω σε μπελάδες τον επιστάτη μου που ζητούσε να τον βρει και θα γινόντουσαν κομμάτια. Ήταν ο ξάδερφος της Μαύρας».
   Ο Γεράκης έκαμε σαν να τον χτύπησαν.
   «Αυτό το παλιόσκυλο;» φώναξε θυμωμένα.
   Η Μαύρα όμως διαμαρτυρήθηκε.
   «Αδύνατο», είπε. «Ο Πανάγος; Αδύνατο».
   «Δε λέω ψέματα», είπε ο Κουγιουκλής. «Και μάλιστα για ένα τέτοιο πράμα και γι' αυτό το πρόσωπο».
    «Όχι», είπε εκείνη. «Αλλά μπορεί να μη σάς έδωσαν σωστές πληροφορίες. Κάποιος θα ήθελε να τον κατηγορήσει. Ο Πανάγος δεν είναι κανένα παιδί. Για ποιο λόγο να πυροβολεί;»
   «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια», απάντησε ο Κουγιουκλής. «Βγήκα με προφύλαξη και πήγα σκύβοντας μέσα στα κλήματα, προς το μέρος που άκουσα τον πυροβολισμό. Τον βρήκα εκεί που συνορεύουν τα χτήματά μας. Καθόταν χάμω και καθάριζε το όπλο του. Ένα γκρα. Μάλιστα, ένα γκρα. Τον είχα δει πολλές φορές με το δίκαννό του. Τώρα τι το ήθελε αυτό το όπλο; Ήτανε δραγάτης;... “Γιατί πυροβολείς;” τον ρώτησα. Στην αρχή δε μού απάντησε. Κι αν ήθελε να το διαψεύσει πως ήτανε αυτός, δε μπορούσε. Οι δυο κάλυκες που φανέρωναν τους δύο πυροβολισμούς ήσαν χάμω μπροστά του. Μού είπε τότε: “Κάνω γυμνάσια σκοποβολής. Μπορεί να χρειαστεί να χτυπήσω σε κάποιο σημάδι και δε θέλω να χάσω τη σφαίρα”. -“Αυτά δεν είναι αστεία”, τού είπα. “Δε βαράνε γκραδιές μέσα σε μια περιοχή που υπάρχει τόσος κόσμος. Μπορεί να χτυπήσεις κάποιο χριστιανό χωρίς να το φαντάζεσαι”. -“Προς το παρόν” μού είπε, “πυροβολώ ψηλά. Ούτε θα χτυπήσω κανένα ποτέ στην τύχη”. Σηκώθηκε, κρέμασε το όπλο του στον ώμο και μού πρόσθεσε με αναίδεια: “Χρειάζεται και καμιά τουφεκιά, κυρ γείτονα. Έτσι για ν' ακούνε κάτι λύκοι που έχω υπόψιν μου και να ξέρουν πως είμαι εδώ”. Σάς λέω τα λόγια του επί λέξει».
   Η Μαύρα τον κοίταζε ενώ μιλούσε με τα μάτια ολάνοιχτα. Το πρόσωπό της είχε γίνει κέρινο.
   «Έπρεπε να τον καταγγείλεις», φώναξε με θυμό ο Γεράκης.
   Η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι της και κάτι είπε σιγά τής κόρης της.
   «Δεν ήθελα», είπε ο Κουγιουκλής. «Είναι συγγενής σας. Παιδί του αδερφού σας. Δε θέλω ν' αρχίσει τέτοια γκρίνια».
   «Δεν ξέρω κανένα παιδί αδερφού μου», είπε ο Γεράκης. «Τέτοιοι συγγενείς είναι σβησμένοι από τα χαρτιά μου. Έπρεπε να τύχω εγώ εκεί, να τού σπάσω το κεφάλι με τη μαγκούρα, και να μού πει ύστερα ποιοι είναι οι λύκοι που θέλει να τον ακούνε. Ακούς συγγενής μου! Ούτε τού 'χω μιλήσει ποτέ, ούτε θέλω να τον βλέπω στα μάτια μου. Είναι χειρότερος από τον πατέρα του. Ξεροκέφαλος. Άμυαλος. Ακαμάτης. Αν είχε μυαλό, θα κοίταζε να διορθώσει τις δουλειές του. Κάτι θα 'φτιανε. Αλλά αυτός γυρίζει από το πρωί ως το βράδυ με το όπλο στον ώμο, λες κι είναι φυγόδικος. Θα καταντήσει στη φυλακή, ή δραγάτης στην ίδια του τη σταφίδα. Δεν το βλέπει πως δεν ορίζει πια καλά - καλά το χτήμα του».
   «Βέβαια, αν ήθελα», εξακολούθησε ο Κουγιουκλής, «θα τον είχα πετάξει από το Γαλάζιο Νερό. Το χτήμα του, καθώς το ξέρετε, είναι στη διάθεσή μου. Όποια ώρα θέλω, τού το παίρνω. Κι αν δε το 'καμα, δεν είναι γιατί τον φοβάμαι, αλλά γι' αυτό που σάς είπα. Είναι ανιψιός σας. Έχει το ίδιο το όνομα με σας. Βρίσκω ότι δε στέκει».
   «Σού είπα ότι δεν αναγνωρίζω κανένα τέτοιο ανιψιό», είπε πάλι ο Γεράκης. «Ένας τραμπούκος».
   «Ξέρω ότι βρίσκεστε σε διάσταση», είπε ο Κουγιουκλής, «και ότι με κανένα σας δε λέει καλημέρα εκτός από τη Μαύρα...»
   «Είναι ξάδερφός μου», τον διέκοψε εκείνη. «Εγώ δεν έχω τη γνώμη του μπαμπά. Ο Πανάγος μπορεί να φαίνεται δύσκολος και ασυμβίβαστος, αλλά στο βάθος είναι καλός. Δεν υπάρχει ευγενέστερη ψυχή».
   «Τέλος πάντων», είπε ο Κουγιουκλής. «Εγώ ήξερα τι γνώμη έχει η Μαύρα γι' αυτόν και το 'λαβα υπόψιν. Δε σάς κρύβω πως είχα σκεφτεί ότι ο Πανάγος έπρεπε να φύγει από το Γαλάζιο Νερό, όχι γι' άλλο λόγο, αλλά γιατί ούτε αυτός θα μπορέσει ποτέ να ζήσει σαν άνθρωπος με το μικρό κομμάτι που του 'μεινε, ούτε είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς πλάι του ένα συγγενή ξεπεσμένο, με μούτρα που δείχνουν διαρκώς πως είναι δυσαρεστημένος. Τού πρότεινα να μού δώσει το χτήμα και να το πληρώσω στην τιμή του, τοις μετρητοίς ολόκληρο, χωρίς να λογαριάσω καθόλου το χρέος. Με αυτά τα χρήματα μπορούσε να κάμει καμιά δουλειά, ένα μικρό εμπόριο, ό,τι ήθελε. Αλλά ούτε αυτό το δέχτηκε».
   «Πώς να φύγει από το χτήμα του», είπε η κυρία Γεράκη. «Πονάει κανείς τη γη που τον έζησε».
   «Ας είναι», είπε ο Κουγιουκλής. «Σάς το είπα για να δείτε τι άνθρωπος είμαι».
   Και σηκώθηκε για να φύγει, αφού τούς θύμισε άλλη μια φορά το αυριανό γεύμα στο σπίτι του. Ο Γεράκης φώναξε πάλι τους ανθρώπους του. Δεν ήτανε νύχτα, κι όμως εννοούσε να δώσει συνοδεία στο γαμπρό του. Αλλά σήμερα ήθελε να γίνουν κάπως διαφορετικά τα πράματα. Τον άκουσα που έδινε οδηγίες σ' έναν από τους ανθρώπους. Δεν έπρεπε να πηγαίνουν από πολύ κοντά. Δεν ήτανε σωστό να φανεί πως τον πήγαινε με ολόκληρη φρουρά μέρα μεσημέρι. Θ' ακολουθούσαν από κάμποση απόσταση, από πίσω. Ο Κουγιουκλής με είχε αποχαιρετίσει και είχε προχωρήσει με την κυρία Γεράκη και τη Μαύρα και στεκόντουσαν στον ίσκιο ενός δέντρου μπροστά από τ' αλώνια. Ο Γεράκης, αφού τα κανόνισε όλα, ήρθε κοντά μου ενώ στεκόμουν μπροστά στη σκάλα που ανέβαινε στο απάνω πάτωμα, τη στιγμή ακριβώς που ήμουν έτοιμος να τού φωνάξω για να τού πω πως σε λίγη ώρα έπρεπε να φύγω, και μού είπε:
   «Δε θ' αργήσω και πολύ να γυρίσω. Όταν θα 'ρθω, θ' ανεβώ απάνω να σάς πω κάτι. Αναπαυτείτε λιγάκι τώρα».
   Τού απάντησα πως ήταν αδύνατο να μείνω περισσότερο και τον παρακάλεσα να με διευκολύνει να πάω ή στο Φραγκόπυργο μ' έναν από τους ανθρώπους του και με το άλογο, ή στην Ποταμιά. Και τού πρόσθεσα ότι δεν το είπα μπροστά στους άλλους και κυρίως στον Κουγιουκλή, για να μη γίνει πάλι ζήτημα και μού δυσκολέψουν την αναχώρησή μου.
   «Αδύνατο τώρα», μού είπε. «Μα γιατί να φύγετε; Αν πάτε στο Φραγκόπυργο με άλογο θ' αργήσετε και δε θα προφτάσετε το τρένο. Μόνο που θα σκονιστείτε στο δρόμο. Στην Ποταμιά πάλι, μη νομίζετε πως έχετε πού να ξενυχτήσετε. Δεν υπάρχει ξενοδοχείο του ύπνου, ούτε έχω τώρα άνθρωπο για να σάς πάει εκεί».
   «Τότε θ' αναγκαστώ να πάρω τη βαλίτσα μου στο χέρι και θα πάω μόνος μου».
   «Μα γιατί κάνετε έτσι;» μού είπε. «Έχετε κανένα λόγο να βιάζεστε τόσο πολύ; Εσείς είπατε πως θα μείνετε. Άλλωστε, σάς παρακαλώ. Σάς χρειάζομαι. Δε θα μού χαλάσετε το χατήρι. Γι' απόψε μονάχα. Αν φύγετε στο διάστημα που θα λείπω, θα το πάρω για προσβολή. Και αύριο σάς δίνω το λόγο μου πως θα σάς διευκολύνω την αναχώρηση. Σάς θέλω, σάς λέω. Είναι ανάγκη».
   Φαινόταν πράγματι πως κάτι με ήθελε. Δεν ήτανε κομπλιμέντο. Με παρακαλούσε με την καρδιά του. Έτσι έμεινα κι αυτή τη φορά. Τραβήχτηκα απάνω στο δωμάτιό μου αμέσως, γιατί δεν είχα καμιά διάθεση για κουβέντα με τη Μαύρα. Τι μπορούσαμε να πούμε; Όλα όσα είχαν γίνει από το πρωί ήσαν τόσο δυσάρεστα και για κείνη και για μένα, και, το κυριότερο, ο καθένας είχε τις δικές του στενοχώριες. Ξαπλώθηκα στο κρεβάτι μου κι ευτυχώς κάποιος είχε φέρει εφημερίδες και μπόρεσα να σκοτώσω για κάμποσο την ώρα μου. Αλλά ο Γεράκης άργησε πολύ. Θα είχε στήσει με το γαμπρό του μακριά κουβέντα, ή θα 'μεινε μαζί του για να τον ξεπροβοδίσει όταν θα 'φευγε με τον Εγγλέζο για την Ποταμιά και ίσως θα τού 'δωσε συνοδεία στο αυτοκίνητο τους δυο ανθρώπους που είχε πάρει μαζί του. Έτρεμε για τη ζωή του Κουγιουκλή.
   Είχε δύσει ο ήλιος όταν άκουσα το Γεράκη ν' ανεβαίνει τη σκάλα μου. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα.
   «Άργησα κομμάτι», μού είπε, «αλλά τι να κάμω. Είναι κάτι πράματα που πρέπει να τα προσέχω. Τώρα μόλις ήρθαν από την Πάτρα και τον πήραν... Πώς σάς φάνηκε λοιπόν αυτό;... Οι αρραβώνες της κόρης μου με τον Κουγιουκλή».
   Με ρωτούσε σαν να ήμουν μέσα στα οικογενειακά τους, σαν να τους ήξερα καλά και να μπορούσα να τού δώσω γνώμη. Τού απάντησα ό,τι μπορούσα για να τον ευχαριστήσω. Ύστερα με ρώτησε αν είδα τη Μαύρα και αν μίλησα μαζί της. Τού είπα, όχι. Σώπασε για λίγη ώρα κοιτάζοντας το πάτωμα και ύστερα με ρώτησε:
   «Τι λέτε εσείς γι' αυτό το επεισόδιο;»
   «Για τον πυροβολισμό;»
   «Αφήστε το αυτό. Δεν έχει σχέση με το συνοικέσιο. Αυτά είναι, φαντάζομαι, ατιμίες, εκβιασμοί εκείνου του παλιανθρώπου του ανιψιού μου για να πάρει από τον Κουγιουκλή όσα περισσότερα μπορέσει και να τραβηχτεί από το χτήμα. Για άλλο πράμα σάς ρωτώ. Τι εξήγηση δώσατε στην ταραχή της Μαύρας όταν ανάγγειλα τους αρραβώνες».
   Επανέλαβα εκείνο που είχε πει κι αυτός.
   «Συγκινήθηκε. Τα κορίτσια τα 'χουν αυτά».
   Με κοίταξε σαν να 'θελε να διαβάσει στην όψη μου εκείνο που σκεπτόμουν πράγματι, και μού είπε:
   «Ας είναι, είσαστε άνθρωπος έξυπνος... Εγώ θα σάς εμπιστευτώ την υπόθεση. Κάτι θα μυριστήκατε άλλωστε... Και θα μού φανείτε χρήσιμος. Λοιπόν δεν τον θέλει, φίλε μου... Σάς έχω πει τι άνθρωπος είναι ο Κουγιουκλής. Αγάπησε τη Μαύρα και μάς τη ζήτησε. Δε μπορούσα να περιφρονήσω αυτή την πρόταση. Γιατί αυτό για μάς ήτανε σωτηρία. Είχα ατυχίες τα τελευταία χρόνια, δε στέκομαι καλά. Ο Κουγιουκλής έχει δεύτερη υποθήκη στο χτήμα μου. Την πρώτη την έχει η Τράπεζα. Και τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτή τη σταφίδα δεν έχω. Θα μού πείτε, δίνεις την κόρη σου σ' ένα που δεν τον θέλει για να γλιτώσεις μια υποθήκη; Όχι. Το κάνω για να τη σώσω αυτή πρώτα - πρώτα. Επιτέλους, εγώ μπορεί να ψοφήσω. Δε με μέλει. Και η γυναίκα μου στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν ξέρω πόσα χρόνια θα ζήσει ακόμη. Αλλά τι θα γίνει η Μαύρα αν βαρέσουν το χτήμα στο σφυρί; Ο Κουγιουκλής τη λατρεύει. Μαζί του θα είναι ασφαλισμένη. Τα μυαλά όμως των σημερινών κοριτσιών είναι γεμάτα καπνούς. Γιατί δεν τον θέλει; Νομίζετε πως έχει και κανένα σοβαρό λόγο, πως υπάρχει κανένας τρίτος στη μέση; Μακάρι να ήταν αυτό. Και όπως την έχω συνηθίσει εγώ, θα μού το 'λεγε. Εγώ δεν θα ήθελα τίποτ' άλλο παρά να ξέρω πως θα ζήσει καλά. Γιατί λοιπόν χαλάει τον κόσμο; Έτσι, γιατί περιμένει να 'ρθει να την πάρει κάποιος απ' αυτούς τους φανταστικούς τύπους που βρίσκει στα μυθιστορήματα. Α, αν μπορούσα, θα τα 'καιγα όλα και θα 'κανα νόμο με ποινή φοβερή... Απαγορεύεται να γράφονται μυθιστορήματα... Αλλά εγώ δε θα την αφήσω να κάμει του κεφαλιού της. Αυτή η ίδια μια μέρα, όταν μείνει στο ράφι -ποιος την παίρνει δίχως προίκα- θα με κατηγορήσει γιατί δεν επέμεινα. Θέλω λοιπόν να προλάβω κανένα απευκταίο. Μη μού τα κάνει θάλασσα πριν γίνει ο γάμος. Άλλο ένα επεισόδιο τέτοιο, και πάει, είμαστε χαμένοι. Τον Κουγιουκλή τον κατάφερα, τον έπεισα πως το πράγμα δεν είχε καμιά σημασία. Με πίστεψε. Όχι πως είναι κουτός. Αλλά την αγαπάει, κι οι άντρες το 'χουμε αυτό. Εκείνο που μάς ευχαριστεί το πιστεύουμε εύκολα. Εκείνη όμως, τη φοβάμαι. Κάνει τρέλες, μπορεί να επαναστατήσει. Γι' αυτό σάς ήθελα, μια φορά και τύχατε εδώ. Είσαστε από τους ανθρώπους που η Μαύρα τους προσέχει. Δυο λόγια να τής πείτε, βαραίνουν. Θα γυρίσετε τα μυαλά της στον ίσιο δρόμο. Αυτό ήθελα να σάς παρακαλέσω, κύριε Λαζαρά».
   Τον διαβεβαίωσα ότι θα 'κανα ό,τι μπορούσα, και κυρίως τον καθησύχασα. Είχα την εντύπωση ότι η Μαύρα είχε πάρει πια την απόφασή της γι' αυτό το γάμο.
   Ύστερα μού είπε ότι φρόντισε και για την αναχώρησή μου. Ένας άνθρωπός του συνόδευσε με το αυτοκίνητο τον Κουγιουκλή στην Ποταμιά, και θα ειδοποιούσε το σοφέρ, όταν θα περνούσε αύριο στις έντεκα για το Φραγκόπυργο, να 'ρθει εδώ να με παραλάβει. Και με ρώτησε στο τέλος αν ήθελα να μού στείλει τη Μαύρα επάνω.
   «Όχι απόψε», τού είπα. «Την ώρα που θα φεύγω αύριο, θα βρω λίγη ώρα να τής μιλήσω. Καλύτερα να είναι πιο ήσυχη. Σήμερα θα είναι ζαλισμένη κι αυτή».
   Με παρακάλεσε ακόμη να μην παραλείψω να περάσω το πρωί από του Κουγιουκλή. Ο γαμπρός του τού ανέθεσε να μού το θυμίσει. Τού υποσχέθηκα ότι θα το κάμω κι αυτό.
   Στο τραπέζι, όπου καθίσαμε σε καμιά ώρα για να φάμε, ήσαν όλοι σιωπηλοί. Φαινόντουσαν συλλογισμένοι, σαν να είχε συμβεί κάτι κακό και να μην ήταν γι' αυτούς μέρα χαράς. Άρχισα να μιλώ μ' εύθυμο τρόπο για όσα διάβασα στις εφημερίδες. Ούτε εγώ είχα κέφι, αλλά το έκανα από φυσική αντίδραση, για να πάψει αυτή η στενόχωρη σιωπή. Έδειχναν πως με παρακολουθούσαν, χαμογελούσαν στ' αστεία μου, αλλά ήτανε φανερό πως ο νους τους έτρεχε αλλού. Αγωνία τούς κατείχε όλους και στο τέλος μετέδωσαν και σε μένα αυτό το συναίσθημα.
   Τραβηχτήκαμε νωρίς για ύπνο. Ένιωθα το κορμί μου στο κρεβάτι όλη τη νύχτα μολύβι. Πολύ λίγο μπόρεσα να κοιμηθώ. Δεν ξέρω ποιος άλλος θα 'κλεισε μάτι σ' αυτό το σπίτι αυτή τη νύχτα.
 
....................................
 
   Πήγα στου Κουγιουκλή πολύ πρωί για να ξεμπερδεύω. Τού 'καμα ένα σχέδιο και τού άρεσε, αλλά ήθελε να το δει και η Μαύρα για να το εγκρίνει και να μού πει κι αυτή τη γνώμη της. Το μεσημέρι μετά το γεύμα θα το μελετούσαμε και οι τρεις μαζί. Τότε τού είπα ότι φεύγω και ότι ο σοφέρ θα περάσει στις έντεκα να με παραλάβει. Αν ήθελε τίποτα άλλο, ή να μού ζητήσει καμιά συμβουλή, αν θα 'θελαν να τροποποιήσουν αυτό που τού έκαμα, μπορούσε να μού γράψει στο γραφείο μου στην Αθήνα.
   «Πολύ καλά», είπε. «Αλλά ήθελα τουλάχιστον, πριν φύγετε, να περάσουμε μαζί όλη την έκταση της ιδιοκτησίας μου μήπως βρείτε καταλληλότερο για σπίτι κανένα άλλο μέρος. Ίσως κοντά στη θάλασσα θα είναι καλύτερα. Έχουμε ώρα, θέλετε να κάνουμε ένα μικρό περίπατο ως κάτω στην ακρογιαλιά;»
   Δέχτηκα και ξεκινήσαμε αμέσως. Πράγματι προς τα κάτω ήτανε μια μικρή ανωφέρεια με δέντρα στη μια της πλευρά όσο ήτανε μέσα στο χτήμα και που χαμήλωνε και κατέληγε στο βράχο του όρμου του Γαλάζιου Νερού όπου με είχε οδηγήσει προχθές η Μαύρα. Εκεί προς τα δέντρα υπήρχε μια καλή θέση για σπίτι. Θα είχε μπροστά, καθώς ήταν κάπως ψηλά, όλη την ακρογιαλιά κι έναν θαυμαστό ορίζοντα. Τού μίλησα γι' αυτό κι εκείνος ενθουσιάστηκε. Προχωρήσαμε προς τα κάτω και όταν φτάσαμε εκεί που τελειώνει το χτήμα προς τη θάλασσα, διέκρινα, σε απόσταση, τον Πανάγο Γεράκη. Στεκόταν και μάς κοίταζε. Είχε πάλι το όπλο του στον ώμο.
   «Εδώ έχετε τη συνήθεια να γυρίζετε ένοπλοι», είπα στον Κουγιουκλή.
   Είχε δει κι εκείνος τον νέο.
   «Το λέτε γι' αυτόν εκεί;» είπε. «Είναι ένα παλιόπαιδο. Ο ανιψιός του Γεράκη για τον οποίο μιλούσαμε χτες στο τραπέζι. Αντί να δει τι θα γίνει, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, παίρνει ένα όπλο και γυρίζει διαρκώς και τού φαίνεται πως κάτι κάνει. Είναι κι άλλοι τέτοιοι. Παιδιά ξεπεσμένων σπιτιών, ανίκανοι να δουλέψουν, χαραμοφάηδες, βάρη της γης. Τον βλέπετε; Όχι δουλειά δε μπορεί να κάνει, αλλά ούτε μια ευνοϊκή ευκαιρία δε μπορεί να εκμεταλλευτεί. Εκτός από άλλες καλές προτάσεις που τού είχα κάμει ως τώρα για να ευχαριστήσω τη Μαύρα, χτες ακόμα, όταν γύρισα στο σπίτι μου από του Γεράκη, τού παράγγειλα πως μπορώ να τού δώσω γι' ανταλλαγή, γι' αυτό το κομμάτι που έχει εδώ, και που τού έχω αφήσει την κυριότητά του μόνο από γενναιοδωρία, ένα άλλο πέντε φορές περισσότερο προσοδοφόρο από τούτο, και που είναι κοντά στο Φραγκόπυργο. Δε θέλησε να δεχτεί. Ύστερα τού παράγγειλα πως δε θέλω καμιά ανταλλαγή, αλλά ότι, αν θέλει, μπορώ να τού παραχωρήσω για καλλιέργεια εκείνο το καλό χτήμα και να μού δίνει από το καθαρό κέρδος του εισοδήματος ένα ελάχιστο τοις εκατό. Για δέκα χρόνια, για όσο ήθελε, και με συμβόλαιο. Δηλαδή μια σωστή δωρεά. Τι λέτε πως μού απάντησε; “Ότι τέτοια νταραβέρια δεν τα θέλει μαζί μου”. Είναι για να τον μουτζώσει κανείς».
   Είχαμε φτάσει κοντά στο βράχο του όρμου.
   «Από 'δω», μού είπε, «είσαστε πιο κοντά στο χτήμα του πεθερού μου, αν θέλετε να γυρίσετε από την ακρογιαλιά. Αν το προτιμάτε, για να μην κουραστείτε ξαναγυρίζοντας από το δικό μου μέρος, πάμε ως εκεί που στρίβει ο δρόμος προς του Γεράκη. Εκεί μπορώ να σάς αφήσω».
   Κατεβήκαμε στην ακρογιαλιά. Ο νέος στεκόταν ακόμη στη ρίζα του βράχου όπου τον είχαμε δει πρωτύτερα. Περνώντας από μπροστά του, ο Κουγιουκλής τον χαιρέτισε.
   «Καλημέρα, Πανάγο».
   Εκείνος μόλις απάντησε. Ήταν κατακόκκινος και κοίταζε τον Κουγιουκλή κατάματα.
   «Αν θέλεις», τού είπε πάλι ο Κουγιουκλής γυρίζοντας το κεφάλι του όταν προσπεράσαμε, «έλα το απόγευμα από το χτήμα να πάρουμε έναν καφέ και να τα πούμε».
   Ούτε αυτή τη φορά απάντησε ο Πανάγος. Όταν φτάσαμε στην αρχή του χτήματος του Γεράκη, σταθήκαμε. Ο Κουγιουκλής θα γύριζε από το δρόμο στο σπίτι του. Μού 'σφιξε το χέρι και με διαβεβαίωσε ότι όταν θα 'ρχόταν κατά το Νοέμβριο στην Αθήνα, θα με ζητούσε.
   «Καλή αντάμωση».
   «Καλή αντάμωση».
   Προχωρώντας προς τ' απάνω, βρέθηκα μπροστά στο Γεράκη. Μάς είχε δει όταν στεκόμαστε στο ύψωμα πριν φτάσουμε κάτω στον παραθαλάσσιο βράχο κι ερχόταν να μάς συναντήσει. Τού είπα πως ο Κουγιουκλής είχε τραβήξει προς το σπίτι του και ο Γεράκης γύρισε μαζί μου. Ήταν ευχαριστημένος. Ήταν αρκετά νωρίς ακόμη, ούτε δέκα η ώρα, και θα είχα καιρό να μιλήσω με τη Μαύρα. Αλλά δεν είχαμε προχωρήσει μαζί ούτε πενήντα μέτρα, όταν ακούσαμε μια τουφεκιά προς τη θάλασσα. Σταθήκαμε κι οι δυο και κοιτάζαμε πίσω.
   «Μαζί με την τουφεκιά ακούστηκε και μια φωνή», είπε ο Γεράκης. «Χτύπησαν άνθρωπο. Εδώ... προς τη θάλασσα».
   Και άρχισε να τρέχει προς τα κάτω. Τον ακολούθησα τρέχοντας κι εγώ. Όταν γυρίσαμε προς την ακρογιαλιά, διέκρινα προς τη ρίζα του βράχου έναν άνθρωπο πεσμένο χάμω.
   «Α, τους φονιάδες!» φώναξε ο Γεράκης που έφτασε εκεί πρώτος. «Μού τον σκότωσαν τα θηρία!»
   Ύστερα από τρία βήματα βρέθηκα κι εγώ μπροστά στο χτυπημένο. Ήταν ο Κουγιουκλής. Πεσμένος ανάσκελα, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από αίμα, δεν κουνιόταν καθόλου. Είχε μια πληγή απάνω από το αριστερό φρύδι. Ο Γεράκης είχε γονατίσει μπροστά του και πιάνοντας ελαφρά το κεφάλι του τού φώναζε να κάμει κουράγιο και τον ρωτούσε ποιος τον βάρεσε. Έσκυψα κι έπιασα το χέρι του ζητώντας τον παλμό του. Ο Κουγιουκλής ήτανε νεκρός. Ο Γεράκης έμεινε εκεί κι εγώ έτρεξα απάνω κι έστειλα ανθρώπους στην ακρογιαλιά να μεταφέρουν το πτώμα. Η κυρία Γεράκη άκουσε και βγήκε έξω ζητώντας μου πληροφορίες. Τής είπα τι έγινε κι έβαλε μια κραυγή και όρμησε μέσα.
   «Είναι φοβερό, Μαύρα... Δυστυχία μας!»
   Δεν είχα το κουράγιο να μιλήσω με κανένα και τράβηξα προς το βάθος του χτήματος και κάθισα στη ρίζα ενός δέντρου. Μού φαινόταν πως έβλεπα ένα κακό, ένα τερατώδες όνειρο.
 
.....................................................
 
   Ύστερα από κάμποση ώρα, άκουσα στο δρόμο αυτοκίνητο. Σταμάτησε μπροστά στο χτήμα του Γεράκη και σε λίγο είδα κάποιον να μπαίνει μέσα. Αναγνώρισα το σοφέρ που με είχε φέρει. Ερχόταν για μένα. Έτρεξα αμέσως και τον πρόφτασα όταν γύριζε στην αυλή του σπιτιού.
   «Ήρθα για σάς, κύριε», μού είπε. «Το αμάξι περιμένει».
   «Δυστυχώς δε μπορώ να 'ρθω», τού απάντησα. «Εδώ κοντά έγινε ένα έγκλημα. Ήμουν μπροστά. Πρέπει να περιμένω να με ανακρίνουν».
   Τον πλήρωσα κι έφυγε. Γυρίζοντας προς το σπίτι, είδα τη Μαύρα.
   Στεκόταν στη μέση της αυλής και με κοίταζε σαν άλαλη. Σίγουρα είχε ακούσει τι είπα. Ανέβηκα αμέσως στο δωμάτιό μου. Προτιμούσα να μη μιλήσω μαζί της. Σε λίγο άκουσα τα ελαφρά της βήματα στη σκάλα, και την είδα να μπαίνει στο δωμάτιο με το ίδιο χαμένο ύφος. Κάθισε χωρίς να μού πει μια λέξη, με τα μάτια απλανή, καρφωμένα στα δικά μου.
   «Πόσο θα υποφέρει η καημένη η μητέρα σας», τής είπα. «Πρέπει να την προσέξετε. Μην την αφήνετε μονάχη».
   «Η μητέρα μου πάει στου Κουγιουκλή», μού απάντησε με σβησμένη φωνή. «Δε μπόρεσα να την κρατήσω. Είμαι ολομόναχη στο σπίτι. Όλοι έφυγαν».
   Έπειτ' από μια στιγμή σιωπής, πρόσθεσε:
   «Κι εσάς πρόκειται να σάς ανακρίνουν τώρα;»
   «Το φαντάζομαι», απάντησα. «Σε λίγη ώρα θα δείτε εδώ αστυνόμους και ανακριτές. Και, αν δε με καλέσουν αμέσως, πρέπει να παρουσιαστώ μόνος μου. Έχω καθήκον. Ήμουν αυτόπτης».
   «Είδατε ποιος τον σκότωσε;»
   «Δεν τον είδα τη στιγμή που πυροβόλησε. Αλλά τον μαντεύω... είμαι βέβαιος. Τον ξέρω...» 
   «Ποιος είναι, κύριε Λαζαρά;» ρώτησε κοιτάζοντάς με με αγωνία.
   Ήθελε να με ψαρέψει, για να δει τι ήξερα. Αυτό με θύμωσε. Και τής απάντησα:
   «Αυτός που έχετε κι εσείς στο νου σας».
   Ο απότομος τρόπος που τής το είπα, σαν να τής απέδιδα κάποια ευθύνη, την πείραξε και το πρόσωπό της ζωήρεψε.
   «Είσαστε σκληρός μαζί μου», είπε. «Γιατί μού φέρεστε έτσι;»
   «Με ρωτάτε, αφού είστε βέβαιη ότι τον Κουγιουκλή τον σκότωσε ο ξάδερφός σας».
   Δε συζήτησε καν αυτή την υποψία.
   «Και αυτό θα το καταθέσετε στην ανάκριση;» με ρώτησε ανήσυχα.
   «Θέλετε να κρύψω», είπα, «ένα φονιά, ένα δολοφόνο μάλιστα; Όχι, δεσποινίς, δε θα μπορούσα να γίνω συνένοχος σ' ένα τέτοιο έγκλημα με τη σιωπή μου».
    «Το είπατε αυτό σε κανέναν άλλο;»
   «Όχι», τής απάντησα. «Δεν πρόφτασα να μιλήσω ούτε με τον πατέρα σας ακόμη».
   Έμεινε για λίγες στιγμές σκεφτική με τα μάτια κάτω και ύστερα από ένα σπασμωδικό τίναγμα του κορμιού της, είπε:
   «Δε θα το πείτε. Δε θα κάμετε αυτό το κακό. Δε μπορείτε να το κάμετε».
   «Ένας κακούργος», τής είπα, «ενεδρεύει και σκοτώνει έναν άοπλο άνθρωπο, και θέλετε να συζητήσουμε αν πρέπει να τον καταδώσουμε; Τον είδα εκεί προ ολίγου. Περάσαμε και τον χαιρετίσαμε και περίμενε να χωρίσουμε για να τον χτυπήσει. Μόλις είχε προχωρήσει λίγα μέτρα όταν έριξε την τουφεκιά. Και ο Κουγιουκλής ο κακομοίρης ήταν έτοιμος να τού προσφέρει ένα σωρό πράματα για να τον ευχαριστήσει. Γιατί το έκαμε λοιπόν; Γιατί ήθελε περισσότερα. Ο ίδιος ο πατέρας σας χθες μού έλεγε ότι και το χθεσινό πυροβολισμό αυτός τον έριξε. Για να εκβιάσει τον Κουγιουκλή να τού αποσπάσει χρήματα. Βλέπετε πως το έγκλημά του έχει ταπεινά ελατήρια. Και θέλετε να τον κρύψω;» 
   «Ο  πατέρας μου δεν ξέρει», είπε. «Τον έκρινε πάντα με το μίσος που είχε για τον αδερφό του. Δεν ξέρετε τι είναι ο Πανάγος. Εμένα να ρωτήσετε. Είχε ταπεινά ελατήρια, μού λέτε. Μα ό,τι ήθελε, θα το είχε από τον Κουγιουκλή, αν το ζητούσε. Άλλος ήτανε ο λόγος. Δεν τού συγχώρησε ότι θα μ' έπαιρνε. Δεν ήθελε να παντρευτώ τον Κουγιουκλή».
   «Και με τι δικαίωμα ήθελε να επιβάλει τη θέλησή του;» είπα. «Είναι πρωτάκουστο!»
   Η Μαύρα μιλούσε ως τη στιγμή αυτή με δυσκολία. Τώρα έκανε ν' ανοίξει το στόμα της να μιλήσει και δεν έβγαζε φωνή. Αγωνιούσε. Το στήθος της φούσκωνε. Έριξε πίσω το κορμί της για να πάρει ανάσα, σαν να μη μπορούσε ν' αναπνεύσει, ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατα και κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στις παλάμες, είπε:
   «Να... Γιατί μ' αγαπούσε... Γι' αυτό».
   Έκλαιγε, πνιγόταν από τους λυγμούς. Τη λυπήθηκα. Αν μπορούσα, θ' άπλωνα τα χέρια να την ανασηκώσω στο κάθισμα.
   «Ησυχάστε» τής είπα. «Κακή όμως υπηρεσία σάς πρόσφερε με την αγάπη του. Θα ήτανε γενναιότερος αν έκλεινε τον πόνο του στην καρδιά του και σάς άφηνε ήσυχη να κάμετε ό,τι θέλατε. Θα μπορούσε να 'φευγε από 'δω αφού τον πείραζε να σάς δει γυναίκα άλλου, αντί να μένει και να σάς εκβιάζει με την απειλή του φόνου να μην παντρευτείτε. Τώρα καταλαβαίνω γιατί τρέματε και μόνο στην ιδέα πως μπορούσαν να επιμείνουν να σάς δώσουν τον Κουγιουκλή. Ήταν ένας εγωιστής, με κακούργα ένστιχτα, και το 'δειξε. Γιατί βέβαια δεν τον βάλατε εσείς να σκοτώσει τον άνθρωπο που αρραβωνιαστήκατε. Αυτό είναι πράξη δική του, το κορύφωμα της αυθαιρεσίας του. Και τον υπερασπίζεστε...»
   «Μη τον βρίζετε. Δεν τον ξέρετε. Δεν τον έβαλα εγώ... Αλλά είχαμε αγαπηθεί... Είναι τρία χρόνια τώρα. Από τότε που γνωριστήκαμε. Αυτό ήτανε μια δυστυχία, αλλά ούτε εκείνος ούτε εγώ είχαμε τη δύναμη να χωρίσουμε. Σ' αυτόν τον απελπιστικό δεσμό βρίσκαμε την ευτυχία μας. Δε θέλαμε τίποτ' άλλο, παρά να ζήσουμε έτσι, να βλεπόμαστε, να γυρίζουμε μαζί. Δεν ξέρετε πόσο είμαστε ευτυχισμένοι  μ' αυτό το λίγο. Αλλά ήρθε η ανάγκη. Ήθελαν να με παντρέψουν. Έκαμα ό,τι μπόρεσα για να το αποφύγω. Αυτό το ξέρετε κι εσείς. Όχι γιατί με πίεζε εκείνος, αλλά γιατί δεν ήθελα εγώ. Μού έλεγε άλλωστε: “Δήλωσέ μου πως έπαψες να μ' αγαπάς και σ' αφήνω ήσυχη”. Αλλά πώς θα τού 'λεγα τέτοιο πράμα, αφού τον αγαπούσα, αφού η συντροφιά του μού είχε γίνει ανάγκη, όπως ο αέρας που αναπνέω! Έβλεπε λοιπόν τον Κουγιουκλή σαν ένα ληστή που μ' άρπαζε χωρίς να το θέλω. Αυτό τού 'γινε πάθος εναντίον του. Χτες ακόμη το πρωί τον είδα και τού δήλωσα ότι το συνοικέσιο θα το ματαιώσω. Ύστερα το 'μαθε άξαφνα από έναν εργάτη, την ώρα που είμαστε ακόμη στο τραπέζι. Τότε πυροβόλησε. Ήτανε σαν να μού θύμιζε την υπόσχεση που τού είχα δώσει και να μού 'λεγε να χαλάσω τους αρραβώνες. Πήγα να τον βρω και να τού εξηγήσω πώς έγινε, και να τού εκθέσω τους λόγους που με ανάγκαζαν να παντρευτώ. Την ώρα που σηκώθηκα κλαίγοντας από το τραπέζι και μπήκα μέσα, ο πατέρας μου απείλησε πως θ' αυτοκτονήσει. Βρισκόταν σε τέτοιο αδιέξοδο ώστε μπορούσε να το κάμει. Η μητέρα μου από την άλλη μεριά ήτανε σαν έτοιμη να ξεψυχίσει. Έτσι, υπέκυψα. Αλλά δε μπόρεσα να τον συναντήσω. Βρήκα ένα γράμμα του μοναχά στο καλύβι του προορισμένο για μένα, που μού 'γραφε πως αν δεν είμαι σε θέση να τον βεβαιώσω πως ο γάμος δε θα γίνει, να μη με ξαναδούν τα μάτια του και ότι μού απαγορεύει να δείξω το παραμικρό ενδιαφέρον  γι' αυτόν, ό,τι και να τού τύχει. Και μ' έβριζε με λόγια που ντρέπομαι να τα πω κι έγραφε βλαστήμιες και πράματα για τον Κουγιουκλή απερίγραπτα. Είχε φτάσει σε μανία. Αλλά δε μπορούσα πια να χαλάσω τους αρραβώνες. Η μοίρα μάς έδεσε τον Πανάγο, τον Κουγιουκλή, τον πατέρα μου και μένα με το ίδιο σκοινί, μ' ένα σκοινί καμωμένο από αγάπη, από μίσος και από τα συμφέροντα που υποδουλώνουν τους ανθρώπους. Και χτυπιόμαστε σαν τρελοί. Δεν ξέρω με τι άλλα λόγια να σάς εξηγήσω αυτό που έγινε. Αυτός κακούργος, αυτός δολοφόνος; Έπρεπε να τον ξέρατε. Είναι ένας ιππότης. Δεν ξέρω άλλον άντρα σαν κι αυτόν. Όλα τα θυσίασε για μένα. Μπορούσε να τακτοποιήσει τη ζωή του με τις προτάσεις του Κουγιουκλή και τώρα θα τον φάνε τα σίδερα... Θα πεθάνει εκεί μέσα... Όχι... Πέστε μου πως δε θα τον αποκαλύψετε. Κανένας άλλος δεν το ξέρει. Μην πείτε τίποτα. Δεν είσαστε υποχρεωμένος... Λυπηθείτε με».
   Τη λυπόμουν, αλλά είχα δισταγμούς ακόμη, και σιωπούσα. Έπεσε τότε μπροστά μου με παραπονετικό κλάμα. Τα τελευταία λόγια που μού είπε αντηχούν ακόμη στ' αυτιά μου.
   «Μια δυστυχισμένη γυναίκα σάς παρακαλεί... Τώρα η ζωή μου έκλεισε. Δεν περιμένω τίποτα. Αλλά δε μπορώ να ξέρω πως είναι στη φυλακή και να ζήσω... Σάς το ζητώ για έλεος».
   Την ανασήκωσα και τής έδωσα το λόγο μου πως θα σωπάσω. Είμαι ο πρώτος που τον συγκίνησε μια γυναίκα με την τραγική της μοίρα και την κραυγή του πόνου που έβγαινε από την καρδιά της; Το 'καμα από αδυναμία ή γιατί η Μαύρα, με την εξομολόγησή της, μ' έκαμε να σκεφτώ πιο σωστά; Οπωσδήποτε, το θύμα δεν ήτανε μόνο ο Κουγιουκλής, και ας με συγχωρέσει η ψυχή του γιατί συνετέλεσα να μείνει ατιμώρητος ο φόνος του. Όλοι τους εκεί ήσαν σαν αδικοσκοτωμένοι. Σε πέντε μέρες, αφού τελείωσαν οι ανακρίσεις και το έγκλημα έμεινε μυστήριο χωρίς ν' ανακαλύψουν το δράστη -ούτε ο Γεράκης μίλησε για τις υποψίες του, είτε από οίκτο, είτε γιατί έτρεμε το σκάνδαλο που θα βάρυνε την οικογένειά του από την αποκάλυψη- έφυγα από κει με το συναίσθημα του ανθρώπου που αφήνει πίσω του έναν ωραίο τόπο που τον αφάνισε ένας σεισμός κι έριξε κάτω τα σπίτια με κάμποσους τραυματίες κι ένα νεκρό. Η ζωή ας επούλωνε τις πληγές της κακής ώρας.
 
Κόκκινος Διονύσιος
Περιοδικό «Νέα Εστία», 
τεύχη 212 - 215, 
Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1935

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου