Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

   
   Η Άλις Χίντμαν,  που ήταν εικοσιεφτά χρονών όταν ο Τζωρτζ Γουίλαρντ ήταν ακόμα παιδί, έζησε σχεδόν όλη της τη ζωή στο Γουάινσμπουργκ. Δούλευε ως υπάλληλος στο κατάστημα ξηρών καρπών του Γουίνεϊ και ζούσε με τη μητέρα της, που 'χε ξαναπαντρευτεί για δεύτερη φορά.
   Ο πατριός της Άλις εργαζόταν ως μπογιατζής αμαξιών αλλά ήταν μεθύστακας. Η ιστορία της είναι αρκετά παράξενη. Αξίζει να τη διηγηθεί κάποιος.
   Στα εικοσιεφτά της η Άλις ήταν ψηλή και κάπως αδύνατη. Το κεφάλι της ήταν μεγάλο και έδινε την εντύπωση ότι επισκίαζε το υπόλοιπο σώμα. Οι ώμοι της έγερναν λιγάκι και τα μάτια και τα μαλλιά της ήταν καστανά. Έδειχνε πολύ ήσυχη και συνεσταλμένη, αλλά κάτω από την ήρεμη αυτή επιφάνεια μια εσωτερική πάλη βρισκόταν διαρκώς σε εξέλιξη.
   Όταν ήταν κοπελίτσα στα δεκαέξι της χρόνια -ίσως και μικρότερη- κι άρχισε να δουλεύει στο μαγαζί, η Άλις είχε μια ερωτική περιπέτεια μ' ένα νεαρό. Ο νεαρός λεγόταν Νεντ Κιούρι κι ήταν μεγαλύτερος από την Άλις. Κι αυτός, όπως κι ο Τζωρτζ Γουίλαρντ δούλευε ως δημοσιογράφος στην  τοπική εφημερίδα «Ο Αετός του Γουάινσμπουργκ» και για πολύ καιρό συναντιόταν με την Άλις σχεδόν κάθε απόγευμα. Συνήθιζαν να περπατούν οι δυο τους κάτω απ' τα δέντρα, μέσα στους δρόμους της πόλης, συζητώντας για το μέλλον τους, για τα όνειρά τους και για το τι θα 'θελαν να κάνουν στη ζωή τους. Η Άλις ήταν τότε ένα πολύ όμορφο κορίτσι κι ο Νεντ Κιούρι ένιωθε την επιθυμία να την αγκαλιάζει και να τη φιλάει συνέχεια. Πάνω στο ερωτικό του ξάναμμα τής έλεγε και πράγματα που δεν είχε σκοπό να πει, που δεν τα πίστευε, μα η Άλις, στη λαχτάρα της να τής συμβεί κάτι πολύ όμορφο στη σχετικά στενόχωρη ζωή της, τον πίστευε σαν θεό κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο ασυγκράτητο. Κι εκείνη μίλαγε κι έλεγε όλα όσα σκεφτόταν. Η εξωτερική της αυτοσυγκράτηση, όλη η φυσική της δειλία κι επιφυλακτικότητα διαλυόταν κι άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο στις συγκινήσεις του έρωτα. Όταν, αργότερα, το φθινόπωρο -ήταν στα δεκαέξι της τότε- ο Νεντ Κιούρι πήρε την απόφαση να φύγει για το Κλήβελαντ με την ελπίδα να βρει μια θέση ως δημοσιογράφος στην πόλη για ν' αφιερωθεί στο λειτούργημα της ενημέρωσης του κόσμου, εκείνη θέλησε να πάει μαζί του. Με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, τού εξομολογήθηκε τι είχε στο μυαλό της. «Μπορώ κι εγώ να δουλέψω όπως κι εσύ μπορείς να βρεις μια προσωρινή δουλειά», είπε. «Δε θέλω να σου γίνω βάρος, ένα επιπλέον έξοδο που θα σε εμποδίσει να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου. Δε χρειάζεται να με παντρευτείς τώρα. Μπορούμε να ζήσουμε μαζί και χωρίς γάμο και να τα βγάλουμε πέρα αρκετά καλά. Κανένας δε θα μπορεί να πει κουβέντα που θα ζούμε μαζί στο ίδιο σπίτι χωρίς να έχουμε παντρευτεί. Στην πόλη θα είμαστε άγνωστοι κι οι άνθρωποι δε θ' ασχολούνται με μας».
   Ο Νεντ Κιούρι από τη μια ένιωσε μια κάποια αμηχανία με την αποφασιστικότητα της αγαπημένης του, αλλά από την άλλη η πρότασή της τον συγκίνησε. Αν και ήθελε πολύ να την πάρει μαζί του ως ερωμένη του, ωστόσο δεν το τόλμησε. Τώρα πια ήθελε να την προστατέψει και να φροντίσει γι' αυτήν.
   «Ούτε καν να το σκέφτεσαι», της είπε κοφτά. «Δεν πρόκειται ποτέ να σ' αφήσω να κάνεις τέτοιο πράγμα. Μόλις βρω δουλειά, θα γυρίσω. Προς το παρόν εσύ πρέπει να μείνεις εδώ. Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε». 
   Το τελευταίο βράδυ, πριν φύγει από το Γουάινσμπουργκ για ν' αρχίσει την καινούργια του ζωή στην πόλη, ο Νεντ Κιούρι βγήκε ραντεβού με την Άλις. Περπάτησαν στους δρόμους για καμιά ώρα και κατόπιν πήραν ένα αμαξάκι από το σταύλο του Γουέσλεϊ Μόρεϊ και πήγαν βόλτα στην εξοχή. Βγήκε το φεγγάρι κι αυτοί το κοιτούσαν μαγεμένοι, ανίκανοι να ξεστομίσουν έστω και μια λέξη. Μέσα στη στενοχώρια του ο νέος λησμόνησε τις αποφάσεις που 'χε πάρει σχετικά με τη συμπεριφορά του προς το κορίτσι.
   Κατέβηκαν από τ' αμαξάκι σ' ένα μέρος που ένα μακρόστενο λιβάδι απλωνόταν μέχρι τις όχθες του Γουάιν Κρηκ κι εκεί πέρα, κάτω από το απαλό φως του φεγγαριού, έγιναν εραστές. Όταν γύρισαν στην πόλη κατά τα μεσάνυχτα, ήταν κι οι δυο τους πανευτυχείς. Δεν περνούσε απ' το μυαλό τους η σκέψη πως η μαγεία κι η ομορφιά αυτού που είχαν μοιραστεί θα μπορούσε κάποια στιγμή στο μέλλον να ξεθωριάσει ή να σβηστεί. «Τώρα πια είμαστε δεμένοι κι ο,τιδήποτε συμβεί, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε», είπε ο Νεντ Κιούρι, καθώς άφηνε την κοπέλα μπροστά στην πόρτα του πατρικού της σπιτιού.
   Ο νεαρός δημοσιογράφος δεν κατάφερε να βρει καμιά θέση στις εφημερίδες του Κλήβελαντ κι έτσι τράβηξε για το Σικάγο. Για ένα διάστημα, όσο ήταν εντελώς μόνος του, έγραφε σχεδόν κάθε μέρα στην Άλις. Κατόπιν ανακατεύτηκε με τη ζωή της πόλης. Άρχισε να κάνει καινούργιες γνωριμίες και να ανακαλύπτει νέα ενδιαφέροντα. Στο Σικάγο έμενε σε μια πολυκατοικία όπου έμεναν πάρα πολλές γυναίκες. Μια απ' αυτές τού τράβηξε την προσοχή και ξέχασε την Άλις από το Γουάινσμπουργκ. Μέχρι το τέλος του χρόνου σταμάτησε και να της γράφει και μονάχα πού και πού, όταν ήταν χωρίς παρέα ή όταν πήγαινε στα πάρκα της πόλης κι έβλεπε το φεγγάρι να ρίχνει τη λάμψη του πάνω στη χλόη, όπως ακριβώς έλαμπε εκείνη τη νύχτα στο λιβάδι κοντά στον ποταμό Γουάιν Κρηκ, τη σκεφτόταν.
   Τα χρόνια πέρασαν και στο Γουάινσμπουργκ το κορίτσι, που είχε γνωρίσει τον έρωτα, έγινε γυναίκα. Όταν έγινε είκοσι δύο χρονών, ο γέρος πατέρας της, που είχε ένα πεταλωτήριο, πέθανε ξαφνικά. Επειδή ο πεταλωτής ήταν στρατιώτης στο παρελθόν, έπειτα από λίγους μήνες η γυναίκα του πήρε σύνταξη ως χήρα. Με τα πρώτα λεφτά που εισέπραξε αγόρασε έναν αργαλειό κι άρχισε να υφαίνει χαλιά, ενώ η Άλις βρήκε δουλειά στο μαγαζί του Γουίνι. Για αρκετά χρόνια ζούσε με την πεποίθηση ότι κάποια στιγμή ο Νεντ Κιούρι θα ξαναγύριζε κοντά της.
   Ήταν ευχαριστημένη που εργαζόταν, γιατί με την καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς στο μαγαζί, το διάστημα της αναμονής τής φαινόταν συντομότερο και λιγότερο βαρετό. Άρχισε να βάζει στην άκρη χρήματα με τη σκέψη πως σαν θα 'χε εξοικονομήσει διακόσια με τρακόσια δολάρια θα μπορούσε να πάει να βρει τον αγαπημένο της στην πόλη και να δοκιμάσει με την παρουσία της στην πράξη, αν θα μπορούσε να ξανακερδίσει την αγάπη του.
   Η Άλις ποτέ δεν κατηγόρησε τον Νεντ Κιούρι για ό,τι είχε συμβεί κάτω απ' το φεγγαρόφωτο μέσα στα χωράφια, αλλά ένιωθε ότι ποτέ της δε θα μπορούσε να παντρευτεί άλλον άνθρωπο. Η σκέψη και μόνο ότι θα μπορούσε να δώσει σ' άλλον άντρα εκείνο που η ίδια θεωρούσε πως ανήκε μονάχα στο Νεντ Κιούρι τής φαινόταν τρομαχτική.  Όταν κάποιοι άλλοι νέοι άντρες προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή της, εκείνη τούς αγνοούσε. «Είμαι η γυναίκα του Νεντ και θα παραμείνω πιστή σ' αυτόν είτε γυρίσει είτε όχι», ψιθύριζε στον εαυτό της. Παρά το γεγονός ότι ενδιαφέροταν να υποστηρίζει τον εαυτό της σε κάθε περίπτωση, δε μπορούσε, ωστόσο, και να καταλάβει τη διάδοση της μοντέρνας ιδέας για τη χειραφέτηση των γυναικών και τους αγώνες για την προώθηση των γυναικείων συμφερόντων.
   Η Άλις εργαζόταν στο κατάστημα των ξηρών καρπών απ' τις οχτώ το πρωί μέχρι τις έξι το απόγευμα και τρεις φορές τη βδομάδα ξαναγύριζε στο μαγαζί για να δουλέψει απ' τις εφτά μέχρι τις εννιά. Όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο μοναχική κι άρχισε ν' αποκτά τις συνήθειες που έχουν όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι.
   Τα βράδια, σαν ανέβαινε στο δωμάτιό της, γονάτιζε στο πάτωμα για να προσευχηθεί και στις προσευχές της σιγομουρμούριζε όλα αυτά που θα 'θελε να πει στον αγαπημένο της. Δέθηκε πολύ με τ' άψυχα αντικείμενα και δεν ανεχόταν κανέναν ν' αγγίζει πράγματα του δωματίου της, πράγματα που ήταν δικά της. Το αρχικό σχέδιο που είχε πλάσει με το νου της ως παρηγοριά, ότι τάχα μαζεύει λεφτά με σκοπό να πάει στην πόλη για να βρει τον Νεντ Κιούρι, έπαψε να την απασχολεί πλέον. Τώρα πια το μάζεμα χρημάτων τής είχε γίνει έμμονη ιδέα κι ακόμη κι αν χρειαζόταν καινούργια ρούχα, δεν τ' αγόραζε. Μερικές φορές, τα βροχερά απογεύματα που ήταν μόνη στο μαγαζί, ξετρύπωνε το τραπεζικό της βιβλιάριο κι αφήνοντάς το ανοιχτό μπροστά της, ξεχνιόταν κι ονειροπολούσε με τις ώρες απίθανα όνειρα, ότι, δηλαδή, θα κατάφερνε να βάλει στην άκρη τόσα λεφτά, που οι τόκοι και μόνο θα μπορούσαν να συντηρήσουν την ίδια και τον μελλοντικό της σύζυγο.
   «Του Νεντ πάντα του άρεσε να κάνει ταξίδια», σκεφτόταν. «Θα του τη δώσω αυτή την ευκαιρία. Κάποια μέρα, όταν θα είμαστε παντρεμένοι, θα καταφέρω ν' αποκτήσω πολλά δικά μου χρήματα και τότε θα 'μαστε πλούσιοι. Έτσι, θα μπορέσουμε να ταξιδέψουμε μαζί σ' όλο τον κόσμο».
   Στο μαγαζί των ξηρών καρπών οι βδομάδες γίνονταν μήνες κι οι μήνες χρόνια, όσο η Άλις περίμενε κι ονειρευόταν την επιστροφή του αγαπημένου της. Τ' αφεντικό της, ένας σκυθρωπός γέρος με μασέλα κι αραιό γκρίζο μουστάκι που κρέμαγε πάνω απ' τα χείλια του, δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός και πολλές φορές, όταν τις βροχερές μέρες, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, η καταιγίδα μαινόταν στη Μέιν Στρητ, πολλές ώρες περνούσαν χωρίς να μπει ούτε ένας πελάτης μέσα στο μαγαζί.
   Η Άλις τακτοποιούσε κι άλλαζε συνέχεια θέσεις στα προϊόντα. Συχνά στεκόταν κοντά στην κεντρική βιτρίνα κι αναπολούσε τις βραδιές που είχε περάσει με το Νεντ Κιούρι και τα λόγια που της είχε πει. «Πρέπει τώρα να είμαστε ενωμένοι». Οι λέξεις ηχούσαν ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό της γυναίκας που ωρίμαζε και μεγάλωνε μονάχη. Δάκρυα κυλούσαν απ' τα μάτια της. Μερικές φορές, όταν τ' αφεντικό της έφευγε κι έμενε μόνη στο μαγαζί, ακουμπούσε το κεφάλι της στον πάγκο κι έκλαιγε μ' αναφιλητά. «Ω, Νεντ, σε περιμένω», μουρμούριζε διαρκώς κι όλη την ώρα ο ύπουλος, σαν το φίδι που σέρνεται, φόβος ότι εκείνος δεν επρόκειτο να ξαναγυρίσει, θέριευε εντονότερος μέσα της.
   Την άνοιξη, όταν έχει πια περάσει η εποχή των βροχών και πριν έρθουν οι μακριές καυτερές καλοκαιρινές μέρες, η εξοχή γύρω απ' το Γουάινσμπουργκ είναι χαρά Θεού. Η μικρή πολιτεία είναι απλωμένη ανάμεσα στους αγρούς, αλλά πίσω απ' αυτούς ξετυλίγονται όμορφα δασωμένα μέρη. Στα δάση αυτά υπάρχουν πολλά ξέφωτα, ήσυχα μέρη, όπου μπορούν να πάνε και να κάτσουν εκεί οι εραστές τα κυριακάτικα απογεύματα. Ανάμεσα απ' τα δέντρα ατενίζουν πέρα απ' τους αγρούς και βλέπουν τους αγρότες να δουλεύουν στις στάνες ή τους ανθρώπους να κυκλοφορούν στους δρόμους. Μερικές φορές στο χωριό οι καμπάνες χτυπούν ή περνά κάποιο τρένο που από τόση απόσταση μοιάζει με παιχνιδάκι.
   Για αρκετά χρόνια, από τότε που έφυγε ο Νεντ Κιούρι, η Άλις δεν πήγε στο δάσος με κανέναν άλλο νέο τις Κυριακές. Μια μέρα, όμως, δυο ή τρία χρόνια μετά απ' το φευγιό του κι όταν πια η μοναξιά της είχε γίνει αβάσταχτη, φόρεσε το καλύτερό της φουστάνι και τράβηξε κατά το δάσος. Αφού βρήκε ένα ήσυχο σημείο, απ' όπου μπορούσε ν' αγναντεύει την πόλη κι ένα μακρύ κομμάτι καλλιεργημένης γης, κάθισε χάμω. Μα δε μπορούσε να βρει ησυχία κι έτσι σηκώθηκε και πάλι όρθια. Καθώς στεκόταν εκεί δα κι αγνάντευε πέρα μακριά, μια σκέψη πέρασε ξαφνικά απ' το μυαλό της, η ατέλειωτη εναλλαγή στις φάσεις της ζωής μέσα στο κύλισμα του χρόνου κι αυτό την έκανε να συνειδητοποιήσει το πέρασμα του χρόνου και στη δική της ζωή. 
   Ανατριχιάζοντας από τρόμο, συλλογίστηκε πως η ομορφιά κι η φρεσκάδα της νιότης είχαν πια περάσει ανεπιστρεπτί για την ίδια. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε πως είχε προδοθεί. Δεν κατηγόρησε, βέβαια, τον Νεντ Κιούρι, αλλά δεν ήξερε και ποιον να κατηγορήσει για την κατάστασή της. Ένα τεράστιο αίσθημα λύπης τη συγκλόνισε.
   Πέφτοντας στα γόνατα, προσπάθησε να προσευχηθεί, αλλά αντί για προσευχές τής ήρθαν στα χείλη λόγια γεμάτα παράπονο. «Δε μπορεί να μου συμβαίνει αυτό. Ποτέ δε θα γίνω ευτυχισμένη. Γιατί να κοροϊδεύω τον εαυτό μου;» ξεφώνισε κι ένα παράξενο συναίσθημα ανακούφισης την κατέλαβε σ' αυτή την πρώτη τολμηρή της προσπάθεια ν' αντιμετωπίσει το φόβο που 'χε γίνει ένα μέρος της καθημερινής της ζωής. 
   Τη χρονιά που η Άλις Χίντμαν πάτησε τα είκοσι πέντε, δυο πράγματα συνέβησαν που αναστάτωσαν την ανιαρή και μονότονη ζωή της. Η μητέρα της παντρεύτηκε τον Μπους Μίλτον, τον μπογιατζή των αμαξιών του Γουάινσμπουργκ, κι η ίδια έγινε μέλος της Εκκλησίας των Μεθοδιστών της πόλης. Η Άλις προσχώρησε στην Εκκλησία, γιατί είχε αρχίσει να φοβάται ότι εξαιτίας της μελαγχολίας της θα γινόταν η ζωή της πολύ δύσκολη.  Ο δεύτερος γάμος της μητέρας της έδειχνε ξεκάθαρα πόσο πολύ είχε απομονωθεί απ' όλους. «Αρχίζω να γερνώ και να γίνομαι παράξενη. Αν ο Νεντ γυρίσει κάποια στιγμή, δε θα με θέλει. Στην πόλη που ζει οι άνθρωποι είναι αιώνια νέοι. Τόσα πολλά συμβαίνουν εκεί πέρα που δε βρίσκουν καιρό για να γεράσουν», έπεισε τον εαυτό της μ' ένα πικρό, μικρό χαμόγελο κι έβαλε μπρος, με πείσμα, το σχέδιό της να γνωριστεί και μ' άλλους ανθρώπους. Κάθε Πέμπτη βράδυ, όταν έκλεινε το μαγαζί, πήγαινε σε μια συγκέντρωση για προσευχή  στο υπόγειο της εκκλησίας και τις Κυριακές, τα απογεύματα, έπαιρνε μέρος στις συγκεντρώσεις μιας οργάνωσης που λεγόταν «Epworth League».
   Όταν ο Γουίλ Χέρλεϊ, ένας μεσόκοπος άντρας, που ήταν υπάλληλος σ' ένα φαρμακείο κι ήταν επίσης μέλος της Εκκλησίας, τής πρότεινε ένα βράδυ  να τη συνοδέψει μέχρι το σπίτι της δεν έφερε αντίρρηση. «Δε θα του δώσω, βέβαια, και πολύ θάρρος, μα αν έρχεται να με βλέπει κάπου - κάπου, δεν το βρίσκω και τόσο κακό», μονολόγησε, αν και για μια ακόμη φορά παραδέχτηκε ενδόμυχα πως θα 'μενε πιστή στο Νεντ Κιούρι.
   Χωρίς καλά - καλά να το συνειδητοποιεί, η Άλις προσπαθούσε, αδύναμα στην αρχή, μα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη συνέχεια, να δημιουργήσει καινούργιους δεσμούς στη ζωή της. Όταν ο υπάλληλος του φαρμακείου τη συνόδεψε για πρώτη φορά, περπατώντας δίπλα της σιωπηλός, έπιασε κάποια στιγμή τον εαυτό της, παρά την απάθεια με την οποία τον αντιμετώπιζε, ν' απλώνει μέσα στο σκοτάδι το χέρι της δειλά για ν' αγγίξει απαλά τις δίπλες του παλτού του. Και σαν την άφησε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της μητέρας της, εκείνη δε μπήκε μέσα αμέσως, αλλά στάθηκε για μερικά λεπτά διστακτική στην πόρτα. Ήθελε να τον προσκαλέσει να καθίσει για λίγο μαζί της έξω στη βεράντα, έτσι στα σκοτεινά, μα φοβήθηκε μήπως παρεξηγήσει την πρόσκλησή της.  «Δεν είναι αυτός που θέλω», μονολόγησε, «απλά θέλω να πάψω να νιώθω τόσο μόνη. Αν δε προσέξω, φοβάμαι πως θα συνηθίσω να μη μπορώ να συναναστρέφομαι με τους ανθρώπους».
 
   Είχε πατήσει πια τα είκοσι εφτά, όταν άρχισαν να τη βασανίζουν διάφορες ανησυχίες και προβληματισμοί. Δεν άντεχε πλέον τη συντροφιά του Γουίλ Χέρλεϊ και γι' αυτό τα βραδάκια, που ερχόταν να την πάρει για να πάνε καμιά βόλτα, συνήθως τον έδιωχνε. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, κάνοντας αμέτρητες σκέψεις, κι όταν τελικά, κατάκοπη από την πολύωρη ορθοστασία πίσω απ' τον πάγκο του μαγαζιού, γύριζε σπίτι και τρύπωνε μέσα στο κρεβάτι της, τελικά δε μπορούσε να κλείσει μάτι. Καθόταν με τις ώρες μ' ολάνοιχτα μάτια και κοίταζε στο σκοτάδι. Η φαντασία της, σαν το μικρό παιδί που μόλις έχει ξυπνήσει, παιχνίδιζε από σκέψη σε σκέψη. Βαθιά μέσα της ένιωθε πως υπήρχε κάτι που δε μπορούσε πια να ξεγελαστεί με τις φαντασιώσεις κι ότι έπρεπε να βρει μια οριστική απάντηση για τη ζωή της. Η Άλις τότε έπαιρνε ένα μαξιλάρι στην αγκαλιά της και το 'σφιγγε δυνατά στο στήθος της. Τινάζοντας από πάνω της τα σκεπάσματα, έφτιαχνε την κουβέρτα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζει μ' ανθρώπινη μορφή ξαπλωμένη μέσα στα σεντόνια, κι έπειτα, γονατίζοντας δίπλα στο κρεβάτι, τη χάιδευε, ψιθυρίζοντας ξανά και ξανά διάφορα λόγια, σαν το ρεφρέν ενός τραγουδιού. «Γιατί δε συμβαίνει τίποτα; Γιατί μ' εγκατέλειψες;» μουρμούριζε. Αν και πολλές φορές σκεφτόταν τον Νεντ Κιούρι, δεν ένιωθε πια εξαρτημένη απ' αυτόν. Η επιθυμία της είχε πάρει νέες, μεγαλύτερες διαστάσεις. Δεν ήθελε τον Νεντ Κιούρι ή οποιονδήποτε άλλο. Ήθελε ν' αγαπηθεί, να βρει μια απάντηση στα ερωτήματα που όλο κι αυξάνονταν, βασανίζοντάς την.
   Και τότε, μια νύχτα που έβρεχε δυνατά, η Άλις είχε μια περιπέτεια, η οποία τη φόβισε και τη μπέρδεψε περισσότερο. Είχε επιστρέψει στο σπίτι απ' το μαγαζί στις εννιά και το βρήκε άδειο. Ο Μπους Μίλτον είχε φύγει για την πόλη κι η μητέρα της για μια επίσκεψη στους γείτονες. Η Άλις ανέβηκε στο δωμάτιό της και γδύθηκε στα σκοτεινά. Για λίγο στάθηκε μπροστά απ' το παράθυρο, ακούγοντας τη βροχή να χτυπά με δύναμη στα τζάμια, κι ύστερα μια παράξενη επιθυμία την κατέλαβε.
   Της πέρασε απ' το νου η σκέψη πως η βροχή θα μπορούσε να φέρει κάποιο δημιουργικό και υπέροχο αποτέλεσμα στο σώμα της. Ήθελε να πηδήξει και να τρέξει, να ξεφωνίσει, να βρει κάποιον άλλο μοναχικό άνθρωπο και να τον αγκαλιάσει.
   Στο πέτρινο πεζοδρόμιο, που περνούσε μπροστά απ' το σπίτι, ένας άντρας σκόνταψε καθώς προχωρούσε. Η  Άλις πετάχτηκε έξω κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Μια άγρια, απεγνωσμένη μανία, την συνεπήρε. «Τι με νοιάζει ποιος είναι. Είναι μονάχος και θα πάω κοντά του», σκέφτηκε. Και κατόπιν, χωρίς καθόλου να σκεφτεί λογικά το αποτέλεσμα της τρέλας της, φώναξε πνιχτά: «Στάσου. Μη φεύγεις. Όποιος κι αν είσαι, πρέπει να με περιμένεις».
   Ο άντρας, που περπατούσε στο πεζοδρόμιο, σταμάτησε και στάθηκε προσπαθώντας ν' ακούσει. Ήταν γέρος και λιγάκι κουφός. Βάζοντας τα χέρια του σαν χωνί μπροστά στο στόμα του φώναξε: «Τι λες; Τι λες;»
   Η Άλις έπεσε στο χώμα κι έμεινε εκεί, τρέμοντας, για αρκετά λεπτά. Τόσο πολύ φοβήθηκε με την αποκοτιά που είχε κάνει, ώστε κι όταν ακόμα ο άντρας είχε απομακρυνθεί, δεν τολμούσε να σηκωθεί όρθια και να σταθεί στα πόδια της, αλλά σύρθηκε πάνω στο χορτάρι μέχρι το σπίτι. Σαν έφτασε στο δωμάτιό της, αμπάρωσε την πόρτα και τη φρακάρισε, επίσης, με το τραπέζι της τουαλέτας της. Το σώμα της σπαρταρούσε απ' την ανατριχίλα και τα χέρια της έτρεμαν τόσο, που δε μπορούσε να φορέσει τη νυχτικιά της. Μόλις έπεσε στο κρεβάτι, έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι έκλαψε γοερά. «Τι μου συμβαίνει; Θα κάμω καμιά φοβερή κουταμάρα, αν δεν είμαι προσεχτική», σκέφτηκε, και, στρέφοντας το πρόσωπό της προς τον τοίχο, άρχισε να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ν' αντιμετωπίσει γενναία το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι πρέπει να ζουν και να πεθαίνουν μόνοι, ακόμα και στο Γουάινσμπουργκ.
 
Άντερσον Σέργουντ
Σε μια μικρή πόλη της Αμερικής,
Εκδ. Μ. Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου