Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ

  
   Πολλά, πάμπολλα χρόνια είμαστε αναστατωμένοι από τα καμώματα του θείου Παναγιώτη, του άντρα της θείας Λέλας. Για να τον δικαιολογήσουμε και να φύγει ένα βάρος από πάνω μας, λέγαμε πως το φταίξιμο δεν ήταν δικό του, τόσα είχαν δει τα μάτια του. Ίσως να του είχε σαλέψει λίγο. Για σαλεμένο τον είχαν κι εκείνοι που τον άκουγαν να μιλάει για το «Συντονιστή» κι η εντύπωσή τους ενισχύθηκε, όταν στην εφημερίδα διάβασαν το μεγάλο άρθρο του, όπου ξεκάθαρα πια απέκλειε την ύπαρξη του Θεού και δήλωνε πως ο κόσμος κινείται και υπάρχει, χάρη σε μια δύναμη, σε κάποιον «Συντονιστή», ώστε από την κατώτερη μέχρι την ανώτερη βαθμίδα να υπάρχει τάξη, «ήτις εμπερικλείει το μη νοητόν, το χαρακτηριζόμενον ως παράλογον, το φαντασιώδες και το ονειρώδες, ον, ως αρχέτυπον, συμφυές μετά του ανθρώπου, αλλά και πάντων των περί αυτόν, δι' ου οργανούται και εκμαιεύεται η λογική, ασταθές οικοδόμημα, αενάως κλυδωνιζόμενον». Έγραφε κι άλλα, που είχαν κάμει πολλούς να φρίξουν, όμως ίχνος αυτού του άρθρου δεν υπάρχει, αφού, μετά τον τελευταίο σεισμό, ξέσπασε πυρκαγιά και τίποτα δε γλίτωσε στο κέντρο της πόλης, όπου η εφημερίδα είχε τα γραφεία της και το τυπογραφείο της. Μερικοί είχαν πάρει το θάρρος να του δώσουν το παρανόμι «ο Συντονιστής», αλλά ήταν μάλλον η προσωπική έχθρα που τους οδηγούσε, οπότε το πράγμα δεν έπιασε, δεν στερεώθηκε κι αργότερα αποξεχάστηκε. Γιατί ο θείος Παναγιώτης ήταν άνθρωπος καλός και γελαζούμενος κι ο κόσμος εκτιμούσε εκείνη την αθωότητα που έδειχνε, ενισχυμένη -οπωσδήποτε- απ' όσα είχαν δει τα μάτια του.
   Καταμεσίς στον πόλεμο τον είχαν συλλάβει, μαζί με πολλούς άλλους, οι Ιταλοί που κάτεχαν το νησί και τον είχαν φορτώσει σ' ένα πλοίο, που θα κουβαλούσε όλους εκείνους τους συντοπίτες μας, σαν όμηρους, στην Ιταλία. Καταμεσίς στο πέλαγος πάντως, το πλοίο τορπιλίστηκε, από λάθος -λέγεται- των δικών μας, που δεν ήξεραν ότι κουβαλούσε συμπατριώτες μας, ενώ άλλη εκδοχή υποστηρίζει πως δεν ήταν λάθος, αλλά σύγχυση, μια κι οι δικοί μας περίμεναν να τορπιλίσουν ένα αντιτορπιλικό, που πράγματι ερχόταν, πιο πίσω όμως, επειδή είχε πάθει αβαρία στις μηχανές κι είχε κόψει ταχύτητα. Το γεγονός είναι ότι σ' εκείνον τον άτυχο τορπιλισμό, το πλοίο με τους όμηρους βούλιαξε αμέσως και γλίτωσαν μονάχα δυο - τρεις. Ανάμεσά τους ήταν ο θείος Παναγιώτης. Δυο μέρες οι ναυαγοί κράτησαν πάνω σε μια σχεδία και στο τέλος τούς μάζεψε ένα εχθρικό αντιτορπιλικό, ίσως εκείνο που ερχόταν πιο πίσω. Έτσι, ο θείος Παναγιώτης έφτασε στην Ιταλία και κλείστηκε σε στρατόπεδο ομήρων στα μέρη της Φλωρεντίας.
   Δύο χρόνια είχε να πάρει νέα του η θεία Λέλα και τον είχε για πνιγμένο κι είχε φορέσει μαύρα και τα Ψυχοσάββατα πήγαινε στην εκκλησία κι άναβε κερί στη μνήμη του. Αυτά τα δύο χρόνια, ο άντρας της είχε βρει τον τρόπο να γνωριστεί με μια Ιταλίδα που κάποια ώρα του έδωσε ψεύτικα χαρτιά και τον βοήθησε να δραπετεύσει. Οι κακόγλωσσοι λένε πως την παντρεύτηκε κιόλας και πως είχε παιδί μαζί της, όμως ο ίδιος άκουγε τέτοιες κουβέντες και χαμογελούσε. Τι σημασία έχουν αυτά, αφού γλίτωσε, έλεγε η θεία Λέλα. Κι αν είχε παιδί στην Ιταλία, θα βιαζόταν τόσο πολύ να γυρίσει στον τόπο του; Γιατί, δραπετεύοντας από το στρατόπεδο των ομήρων, πήγε στο σιδηροδρομικό σταθμό και μπήκε στο τραίνο για το Μπρίντιζι. Στη διαδρομή όμως έγινε κάποιος έλεγχος, τα χαρτιά του θεωρήθηκαν ύποπτα κι ο θείος Παναγιώτης πιάστηκε από τους Γερμανούς και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Πολωνία. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία, όπου καθώς λένε, το κρύο είναι απίστευτο και στο τέλος κλείστηκε στο Νταχάου. Είχε τελειώσει για καλά ο πόλεμος, όταν γύρισε στο νησί, σκελετωμένος κι αγνώριστος, μ' ένα νούμερο στο μπράτσο του δεξιού χεριού του κι ένα κουτί καφέ παραμάσκαλα, αυτό τού είχαν δώσει οι ελευθερωτές του. Τέτοιον καφέ, πρώτη φορά βλέπαμε κι όταν μαθεύτηκε στην πόλη πως ο θείος Παναγιώτης είχε φτάσει κι ο κόσμος ερχόταν να δει το φαινόμενο κι η θεία Λέλα από τη χαρά της είχε βγει στο δρόμο κι είχε βάλει φωτιά στα μαύρα ρούχα της κι είχε φωνάξει τις γειτόνισσες να ξεψειρίσουν τον άντρα της, γιατί μονάχη της δεν τον προλάβαινε, οι άνθρωποι περισσότερο ρωτούσαν για εκείνον τον καφέ, παρά για τις περιπέτειες του θείου. Ήταν τόσο περίεργο να ζεσταίνεις νερό και να ρίχνεις μια κουταλιά από εκείνη τη μαύρη σκόνη και να γεμίζει ο τόπος γλυκιά μυρουδιά καφέ, πράγμα ξεχασμένο, ύστερ' από τόσα χρόνια ψημένο κριθάρι, καρβουνιασμένα ρεβίθια. Ακόμα κι ο δεσπότης είχε έρθει να δοκιμάσει κι η θεία Λέλα ίσα - ίσα κατάφερε να γλιτώσει μερικές κουταλιές, να δοκιμάσει κι αυτή. 
   Δεν μάθαμε ποτέ τι είχαν δει τα μάτια του θείου Παναγιώτη όλα εκείνα τα χρόνια της αιχμαλωσίας του, υποθέταμε μονάχα, όλο και περισσότερες υποθέσεις κάναμε. Οι κακόγλωσσοι είπαν πως ποιος ξέρει τι άτιμα μέσα είχε χρησιμοποιήσει για να σώσει το τομάρι του. Κι όταν κάποια στιγμή έγινε σκέψη από το δήμαρχο να παρασημοφορηθεί που είχε επιζήσει, μόνος αυτός από τόσους άτυχους που είχαν φύγει από τον τόπο μας, όμηροι πάνω στο πλεούμενο που είχε τορπιλιστεί, κι ο θείος Παναγιώτης αρνήθηκε τέτοια διάκριση, χωρίς να δώσει εξηγήσεις, πάλι οι κακόγλωσσοι βρήκαν αφορμή να πουν ότι η άρνησή του οφειλόταν σε τύψεις συνείδησης, κάποιες ύποπτες υπηρεσίες θα είχε προσφέρει, για να καταφέρει να γλιτώσει. Δεν μάθαμε λοιπόν ποτέ τι είχαν δει τα μάτια του, πάντα απέφευγε να μιλήσει, ακόμα κι η θεία Λέλα δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τους περίεργους κι έφτιαχνε ιστορίες απ' το κεφάλι της και μπέρδευε τα πράγματα και τα χρόνια, έτσι που στο τέλος δεν απόμεινε με σιγουριά παρά εκείνος ο σκελετός της πορείας του θείου Παναγιώτη από στρατόπεδο σε στρατόπεδο.
   Πρέπει όμως να είχε περάσει πολλά, γιατί αμέσως μόλις γύρισε, ρίχτηκε σε δραστηριότητες επιλήψιμες και κατακριτέες: σχετίστηκε με μια παντρεμένη και με μια ζωντοχήρα, άρχισε να παίζει χαρτιά και να δουλεύει ασταμάτητα. Δεν άργησε να κερδίσει λεφτά μ' εμπόρια καινούρια, αλλά το χρήμα δεν κολλούσε στα χέρια του. Σκορπιζόταν στις φιλενάδες, σε γλέντια, χανόταν στα χαρτιά, εξαφανιζόταν στα ζάρια. Κι ήταν στιγμές που το σπίτι του πεινούσε. Και σε στενό οικογενειακό κύκλο ακούστηκε η θεία Λέλα να ξεσπάει ότι ανάθεμα την ώρα που είχε γυρίσει κι είχε γλιτώσει. Κι όταν ο θείος Παναγιώτης εμφανιζόταν και την έβρισκε να κλαίει και να μουρμουρίζει, χαμογελούσε ή έλεγε ανόητα αστεία, σαν παιδί άτακτο, που με τέτοια πάει να ξεφύγει. Η γιαγιά τού είχε φωνάξει κατάμουτρα πως δεν μπορούσε πια να τον βλέπει, της προκαλούσε αηδία, οι μπομπές του μάς είχαν εκθέσει στον κόσμο. Κι ο παππούς τού είχε γράψει ένα περιφρονητικό γράμμα κάμποσων σελίδων, επειδή φοβόταν να πάει να τον δει, φοβόταν ότι, καθώς έπασχε από ουρία, δεν θ' άντεχε την ταραχή και θα πέθαινε, δεν είχε λοιπόν σκοπό να πεθάνει πριν την ώρα του για έναν ξεφτιλισμένο. Ακόμα κι όταν ο άντρας της παντρεμένης φιλενάδας του τον άρπαξε, μέρα - μεσημέρι στην πλατεία, από το πέτο και πήγε να τον φτύσει, ένα ανθρωπάκι κοντούλικο με χοντρά γυαλιά, που από το κακό του το στόμα του είχε στεγνώσει και σάλιο δεν έβρισκε, όσο κι αν γύριζε τη γλώσσα του γύρω - γύρω, πάλι ο θείος Παναγιώτης δεν έκαμε τίποτα. Χαμογέλασε, έπιασε το χέρι του άντρα της φιλενάδας του, το ξεκόλλησε από το πέτο του και συνέχισε το δρόμο του. 
   Όσοι θυμούνται το χαμόγελό του εκείνα τα χρόνια, λένε πως ήταν ένα τράβηγμα των χελιών που σε ξεγελούσε ότι ήταν χαμόγελο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μορφασμός μίσους. Συμπεραίνουν λοιπόν πως πίσω από τις πράξεις του θείου Παναγιώτη υπήρχε μεγάλο μίσος κι ούτε ίχνος αθωότητας. Μίσος, λένε, ήταν κι η υπερβολική αγάπη που έδειχνε στα παιδιά, στα δικά του και στα ξένα, που τον έπαιρναν από πίσω κι επιζητούσαν τη συντροφιά του. Άλλοι, που υποστηρίζουν ότι το παιδικό ένστικτο είναι αλάθητο και ότι τα παιδιά ποτέ δεν τρέχουν πίσω από έναν ενήλικο, όταν ενδόμυχα αισθάνονται πως δεν τ' αγαπάει, λένε ότι αναμφίβολα με πλήρη αθωότητα ενεργούσε, θέλοντας να πάρει πίσω τους φόβους του, να σβήσει από τη σκέψη του όσα είχαν δει τα μάτια του. 
   Κι όταν λίγο - λίγο άρχισε να παραπονιέται για πόνους στο στομάχι, κανείς δεν έδωσε πολλή σημασία. Η θεία Λέλα τού είπε πως ήταν οι καταχρήσεις και πως καλά θα έκανε να συμμαζευτεί, τα παιδιά του τελείωναν σχολείο, έπρεπε να σπουδάσουν, τον είχαν ανάγκη, δεν μπορούσαν πια να περπατούν στο δρόμο κι ο κόσμος να τα οικτίρει που είχαν τέτοιον πατέρα, νισάφι τόσα χρόνια κραιπάλης, ανηθικότητας, σπατάλης, προστυχιάς κι απανθρωπιάς. Ήταν πια ώρα να σταματήσει τις φιλοσοφίες, που μόνο σκοπό είχαν  να ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κόσμου και να τον βοηθούν να παριστάνει τον σπουδαίο στα θηλυκά, δόλωμα δηλαδή για να μαζεύει αυτά τα χαζοπούλια στα δίχτυα του. Ήταν πια ώρα να συνέρθει, μετά το σεισμό η πόλη είχε μαραζώσει, ο κόσμος είχε φύγει, καιρός ήταν να κάνει οικονομίες, να μπορεί κι η θεία Λέλα να ταξιδέψει μέχρι την πρωτεύουσα, να δει τη γριά μάνα της που είχε καταριχτεί και με την ευκαιρία να ψωνίσει κανένα φορεματάκι, τα μαγαζιά της επαρχίας έχουν παλιατζούρες, πράγματα άχρηστα και κακόγουστα. Και στο κάτω - κάτω, κάθε εχέφρων άνθρωπος που νιώθει πόνους στο στομάχι, πάει στο γιατρό, κοιτάζει να θεραπευτεί και δεν κλαίγεται. Πάλι χαμογελούσε ο θείος Παναγιώτης, έπαψε στο τέλος να λέει για τους πόνους του, μόνο δάγκωνε τα χείλια του κι από αυτό μπορούσε κανείς κάτι να υποψιαστεί, αν κι οι κακόγλωσσοι απέδιδαν το δάγκωμα των χειλιών σε ψυχική ανωμαλία. 
   Ήταν τότε που είχε αρχίσει να παραγγέλνει βιβλία στην πρωτεύουσα, να κλείνεται στο μαγαζί του και να μελετάει, έγραφε -όπως παρατηρούσαν οι περαστικοί το βράδυ- για τον «Συντονιστή» θα έγραφε, τόσα βιβλία χοντρά, χωρίς φωτογραφίες μέσα, με υποσημειώσεις και εδάφια και πράγματα περίεργα, σχεδόν σατανικά. Με σαλεμένο μυαλό λοιπόν θα έφευγε από τον κόσμο, δεν υπήρχε σωτηρία, δεν υπήρχε πιθανότητα βελτίωσης, τα παιδιά του δεν τον είχαν σε υπόληψη, ίσα - ίσα αντάλλαζαν κάποιες κουβέντες μαζί του, όταν γύριζαν για διακοπές από την πρωτεύουσα, είχαν αρχίσει τις σπουδές τους, ο γιος του ο Νικόλας ετοιμαζόταν να πάει στα Παρίσια. Αντί να προσέχει τη δουλειά του ο θείος Παναγιώτης, το είχε ρίξει σε μελέτες απόκρυφες, ο δεσπότης τού είχε μηνύσει πως αν είχε σκοπό να ξαναγράψει για το «Συντονιστή», δε θα δίσταζε να τον αφορίσει, η αμαρτία είχε αποδειχτεί, αφού με το σεισμό ξέσπασε πυρκαγιά και πρώτα - πρώτα κατάφαγε τα γραφεία και το τυπογραφείο της εφημερίδας, υπάρχει θεία δίκη κι οφθαλμός ος τα πάνθ' ορά. Και το μαγαζί αράχνιαζε, πόνος ψυχής ήταν να βλέπεις σκονισμένα πράγματα, νεκρωμένα στη θέση που είχαν μπει για να μη μετακινηθούν πια ποτέ, απορίας άξιο πού βρίσκονταν πελάτες να διαβούν την πόρτα και ν' αγοράσουν. Κι η θεία Λέλα είχε βαρεθεί να κάνει υπομονή, στην πρωτεύουσα ζούσε, στη μάνα της, στις αδελφές της, ύστερα πούλησε τα δικά της και πήρε διαμέρισμα, ο κόσμος έλεγε πως κι αυτή είχε βρει ερωμένο σ' εκείνη την πολιτεία, όπου κανείς δεν σε ξέρει, καλοστεκούμενη ακόμα. Δεν δίσταζαν διάφοροι να πουν τέτοια μπροστά στο θείο Παναγιώτη, πασχίζοντας να τον κάμουν να ξεσπάσει, να μιλήσει, να πάψει να δαγκώνει τα χείλια του.
   Κι όταν επιτέλους γκρεμίστηκε στο δρόμο και τον πήγαν στο νοσοκομείο κι οι γιατροί διέγνωσαν παγκρεατίτιδα, η θεία Λέλα και τα παιδιά του ήταν μακριά, χειμώνας και φουρτούνα και δεν υπήρχε συγκοινωνία και πέθανε αμίλητος και μόνος, παίρνοντας τόσα μυστικά μαζί του, σβήνοντας επιτέλους όσα είχαν δει τα μάτια του, γλιτώνοντας με το θάνατό του τον κόσμο από την αμαρτία του «Συντονιστή», δύο γυναίκες -οι φιλενάδες του- φάνηκαν στην πόρτα, κανείς δεν ξέρει ποιος τις είχε ειδοποιήσει, τού έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό. Ύστερα, τον κατέβασαν στο νεκροθάλαμο, μ' ένα σεντόνι σκεπασμένο, κανείς δεν άντεχε να βλέπει τα τεντωμένα χείλια του που μόρφαζαν πια κι ήρθε ο νεκροθάφτης να τον συγυρίσει, να τού φτιάξει το μούτρο, να μην έχει ο κόσμος να λέει και να νιώθει άσχημα. Κι έγινε μια ωραία κηδεία, όπου όλοι πήγαν με τα καλά τους και γράφτηκαν νεκρολογίες, ύστερ' από τόσα χρόνια ξανάρχισαν μερικοί να μιλούν για το «Συντονιστή» κι υπέβαλαν αίτηση να δημιουργήσουν σύλλογο που θα φέρει τ' όνομα του θείου. Οι κακόγλωσσοι είπαν πως κρίμα που ο θείος Παναγιώτης είχε πεθάνει, τού έπρεπε να μπει στη φυλακή, για να συνετιστούν οι ελαφρόμυαλοι, καλό μάλιστα θα ήταν να συλληφθούν οι φιλενάδες του, εκείνες οι κοκότες, για να βάλουν μυαλό οι άλλες, που ευκαιρία ψάχνουν να βρουν. Και σήμερα, ο Νικόλας, που γύρισε διαβασμένος από τα Παρίσια, αποφεύγει να μιλάει για τον πατέρα του, λέει πως τον θεωρεί προβοκάτορα, άνθρωπο με αντιδραστικές ιδέες, που εμπόδισε την επανάσταση, αυτή που φτάνει. Λέει τέτοια, καλοντυμένος, χορτασμένος και ροδαλός, έχει μια απάντηση σε όλα και σκέφτεται να πολιτευτεί.
   Κι ύστερα από τόσα χρόνια, βρέθηκαν λέει στη Ζακέλα δύο αγόρια, νόθα του «Συντονιστή» είναι. Το ένα, το μεγαλύτερο, είναι παιδί της παντρεμένης, σίτεψε η κακομοίρα, στα νιάτα της ήταν πανέμορφη, δίκαια κολάστηκε ο συχωρεμένος. Αλλά για τις αμαρτίες του, βγήκε αυτό το αγόρι λειψό στο μυαλό. Έχει μαγαζί με παπούτσια, σε φτωχική γειτονιά, σε τόπο απόμερο, κάθεται ανάμεσα στο εμπόρευμα και πειράζει τα κορίτσια που περνούν. Έχει κληρονομήσει, φαίνεται, από τον πατέρα του αυτή την κάψα της σάρκας, τού μοιάζει και στα μούτρα. Και ψηφίζει στραβά, αριστερά, αριστερότερα. Λες και καταλαβαίνει από τέτοια.
   Το άλλο, το μικρότερο, είναι παιδί της ζωντοχήρας, ευτυχώς που γεννήθηκε λίγο πριν χωρίσει κι έτσι το πράγμα δεν είναι τόσο βεβαιωμένο. Μοιάζει όμως του θείου Παναγιώτη, ίδιος ο συχωρεμένος είναι. Αλλά κι αυτό βγήκε ανάπηρο. Κουτσαίνει από το δεξί κι έχει χέρια μακριά και παίρνει τις γυναίκες από πίσω και του τρέχουν τα σάλια. Και τώρα που πέθανε η μάνα του, δεν έχει άνθρωπο να το φροντίζει, τ' άλλα του τ' αδέρφια δεν θέλουν να το βλέπουν. Να δεις που θα πάει από το κακό στο χειρότερο και θα πεθάνει στην ψάθα. Φαίνεται πως το σπέρμα του θείου Παναγιώτη  είχε αδυνατίσει από τις πολλές καταχρήσεις. Κι ο Θεός τον τιμώρησε που έγραψε εκείνα τα περίεργα, ας τα βλέπουμε κι ας φρονηματιζόμαστε, γιατί η τάξη των πραγμάτων είναι μία. Και μία πρέπει να μείνει. Κι αυτά που βρήκαμε, αυτά πρέπει ν' αφήσουμε, εμείς είμαστε μικροί να καταλαβαίνουμε τα μυστήρια του κόσμου, άλλοι τα ξέρουν αυτά, έχουν και την ευθύνη και τα καινά δαιμόνια σπέρνουν συφορές και θύελλες κι αφρίζει η θάλασσα, κύματα πελώρια σπάνε στα μουράγια και λούζουν τις πέτρες κι αποπλένουν τον ρύπο και γυαλίζει η παραλία και περνούν σκυφτοί οι άνθρωποι, χειμώνιασε και πάλι, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, πλησιάζουν πια τα Φώτα, θα πέσει ο Σταυρός στα βαθιά κι ο μούλος του Συντονιστή θα βγάλει τα ρούχα του και θα βουτήξει, χοντρόπετσος, θα πιάσει στα μολυσμένα χέρια του το θείο σύμβολο και θ' αναδυθεί, τινάζοντας τα μακριά του χέρια πάνω από τ' αγιασμένα νερά, δείχνοντας το τρόπαιο, χαμογελώντας χαζά, από τέτοια κατορθώματα ζει, ανάμεσα στα σκέλια του προβάλλει η μαυρίλα της ήβης, μαυρίλα που σκεπάζει τον ουρανό, το βρεγμένο σώβρακο κολλημένο πάνω του, δεν θα έπρεπε να του επιτρέπεται  να συμμετέχει στην ανέλκυση του Σταυρού, τυλίγεται αμέσως σ' ένα παλτό, να πάει να φιλήσει το χέρι του δεσπότη, που κρατάει την πατερίτσα, φοράει χοντρό δαχτυλίδι και τα γένια του ανεμίζουν και διώχνουν από γύρω του τα μιάσματα, τα ράσα του ανεμίζουν και διώχνουν από γύρω μας τα κακά κι ο λωβιασμένος σκύβει, του φιλάει το χέρι, του βρέχει το χέρι, τα χείλια του κρύα, σαν φίδι.
 
Δρακονταειδής Φ. Δ. 
 Περιοδικό «Η Λέξη», τευχ. 4
Αθήνα, Μάϊος 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου