Είπε να κάνει τη μισή του άδεια στην Αθήνα. Όχι γιατί η Αθήνα του Ιουλίου θα τού 'δινε την ξεκούραση που ποθούσε. Απλούστατα, εκεί θα έβρισκε μερικούς από τους ανθρώπους που κάποτε είχαν γεμίσει τη ζωή του.
Πήγε σ' ένα ξενοδοχείο πέμπτης κατηγορίας, κοντά στη μητρόπολη. Το ήξερε αυτό το ξενοδοχείο από τότε που υπηρετούσε στρατιώτης, και το αγαπούσε για τη σπιτίσια του θαλπωρή. Ανέβαινες πέντε σκαλιά και τ' αυτιά σου γέμιζαν αμέσως κελαηδίσματα καναρινιών, ενώ η μύτη σου έσπαγε από βαριές μυρωδιές ανατολίτικης κουζίνας. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, με την ευχέρεια παλιάς ματρόνας, ξεπρόβαλε απ' το δωμάτιο της με μια γάτα κουλουριασμένη στο λαιμό της. «Ώστε απ' τη Σαλονίκη, ε;» και τον χάιδεψε στο σβέρκο. «Έκανα κι εγώ εκεί -ωραία πόλη. Όμως κι εδώ δε θα περάσεις άσκημα». Τον έκοψε που ήταν συνεσταλμένος και τον έστειλε στο τρίτο πάτωμα, όπου συνήθως έβαζε ανθρώπους ήσυχους: τα άλλα δυο πατώματα έπεφταν πιο μουρντάρικα.
Ξάπλωσε ντυμένος στο κρεβάτι, ανακεφαλαιώνοντας τα όνειρά του: πώς θα απέφευγε τους πολλούς γνωστούς που είχε στην Αθήνα, με τι σειρά θα έκανε τις επισκέψεις του, με ποιον από τους τρεις θα πήγαινε εκδρομή στον Πόρο. Έβγαλε το μπλοκάκι του, ξανακοίταξε τις διευθύνσεις και πλημμύρισε τρυφερότητα βλέποντας τις ονομασίες των δρόμων, όπου έμελλε να ανανεώσει ύστερα από τρία χρόνια τις φιλίες του.
Πρωί στις 11 πήρε το λεωφορείο για το Χαλάντρι. «Κτήμα Δασκαλοπούλου», είπε κάπως δειλά στον εισπράχτορα. Έβλεπε τα νεόχτιστα σπίτια, βίλες με περιποιημένους κήπους. Κατέβηκε σε μια περιοχή με μεγάλα κτήματα και λαχανόκηπους. «Πώς θα με δεχτεί, άραγε;» αναρωτήθηκε με συγκίνηση. «Θα βρω τάχα σε καμιά γωνιά του καθρέφτη τους τη φωτογραφία που βγήκαμε αγκαλιασμένοι στο στρατό;» Θυμήθηκε πρόπερσι, που είχε έρθει ο Δημήτρης απ' την Αθήνα και δεν τον βρήκε κι είπε στη μάνα του «να τού πείτε πως ήρθε ο Δημήτρης απ' το Χαλάντρι» κι η μάνα του είπε «α, είσαι συ, παιδί μου, που βγήκατε μαζί φωτογραφία στο στρατό;» Ώστε, σε κάποιον απ' αυτούς τους μπαξέδες θα δούλευε -κι αμέσως ένιωσε μέσα του αγάπη γι' αυτό το τοπίο. «Κτήμα Δασκαλοπούλου», είδε μια ταμπελίτσα μπροστά σε μια συρματένια πόρτα. Δύο πλάγιοι δρόμοι οδηγούσαν στους κήπους κι ένας μεσαίος έφερνε σ' ένα περιποιημένο δίπατο σπιτάκι. «Τι θέλετε, κύριε;» τον ρώτησε καχύποπτα ένας καλοντυμένος άνθρωπος που δε φαινόταν για επιστάτης. «Ήθελα το Δημήτρη Λουτράρη. Εδώ κάθεται;» «Και τι τον θέλετε το Δημήτρη Λουτράρη;» ρώτησε ο άνθρωπος, επαναλαμβάνοντας το όνομα και το επίθετο, με τρόπο πολύ εκνευριστικό. Τού 'ρθε να τον ξεχέσει και να φύγει, μα συγκρατήθηκε. «Είμαστε φίλοι απ' το στρατό», είπε κι αμέσως ένιωσε να γίνεται ανυπόφορη η ζέστη. «Δεν είναι, κύριε, εδώ. Να φωνάξω τη μητέρα του». Μια λαϊκή γυναικούλα φάνηκε απ' το ισόγειο του σπιτιού. «Κερά Κατινιώ», τη φώναξε με μια ουδέτερη ψυχρότητα. (Οπωσδήποτε ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος). «Αχ παιδάκι μου», είπε εγκάρδια η γυναίκα, «δεν είναι εδώ ο Δημήτρης μας. Έχει δυο μήνες που έφυγε στη Χιο. Κόπιασε μέσα να σού δώσω ένα κρύο νερό». Την ακολούθησε χωρίς να ευχαριστήσει τον εξοργιστικό κύριο. Αναγκάστηκε να τής διηγηθεί διάφορες αναμνήσεις απ' το στρατό: πώς βοηθούσε το γιο της στο υπασπιστήριο, πώς μεσολάβησε μια φορά για να μην τιμωρηθεί, πώς κάποτε τού δάνεισε τις αμερικάνικες αρβύλες του. Φυσικά, πουθενά η φωτογραφία τους στον καθρέφτη. Ζήτησε να δει φωτογραφίες του, μα ο Δημήτρης τις είχε πάρει μαζί του. Πήρε τη μαστίχα κι ευχήθηκε. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να αποδείξει στη γυναικούλα αυτή πόσο στενοί κι αγαπημένοι φίλοι ήταν κάποτε με το γιο της. Φεύγοντας, συναντήθηκε πάλι με τον κύριο εκείνο.
Δεν υπήρχε κανένας Δημήτρης στο κτήμα Δασκαλοπούλου.
Έκανε μια μέρα να συνέλθει. Οπωσδήποτε, την εκδρομή στον Πόρο έπρεπε να την κάνει με τον Παναγιώτη. Στο κάτω κάτω, με το Δημήτρη από καιρό δεν είχαν αλληλογραφία, είχε κρυώσει το πράμα. Με τον Παναγιώτη ήταν αλλιώς· δεν υπήρχαν χάσματα στη φιλία τους. Κάθε φορά που έβλεπε στο φάκελο τη σφραγίδα του ΚΕΒΟΠ, ήξερε πως ένας λόγος τρυφερός θα ξεπηδούσε από μέσα. Εξάλλου, ο Παναγιώτης ήξερε πως το καλοκαίρι θα κατέβαινε στην Αθήνα.
Πήρε το λεωφορείο για το Χαϊδάρι στις 4 το απόγευμα. Τότε φεύγαν οι αξιωματικοί, κι ο Παναγιώτης θα μπορούσε να τον δεχτεί ανενόχλητος απ' τα βλέμματα του υπασπιστή του. Θα τον έπαιρνε να κάνουν μια βόλτα στο Δαφνί, μετά κινηματόγραφο και το βράδυ διανυκτέρευση. Την άλλη μέρα, Κυριακή, πρωί πρωί εκδρομή στον Πόρο, χρώματα του Σαρωνικού, αττική μαγεία κτλ. Μετά, ο κουρασμένος αποχαιρετισμός, εκείνος στη στρατώνα, αυτός στη Σαλονίκη, με μια ευδιάθετη αισιοδοξία, αφού δε χάθηκαν ακόμα οι παλιοί δεσμοί.
Κάμποσος κόσμος ήταν έξω από την πύλη: δυο τρία πορνίδια, δυο κορίτσια, μια γριά αρβανίτισσα με φακιόλι και καλάθι στο χέρι, παιδιά που πουλούσαν λεμονάδες και καλαμπόκια ψημένα, καροτσάκια με ΕΒΓΑ παγωτά, τα απογευματινά φύλλα. Οι στρατιώτες δεν είχαν αρχίσει να βγαίνουν ακόμα και μόνο ένας δυο υπαξιωματικοί περνούσαν εκείνη τη στιγμή από την πύλη.
Ξαφνικά ανατρίχιασε: ο Παναγιώτης με ένα κορίτσι. Ντυμένος του κουτιού, με την επίσημη στολή, με αστραφτερά τα χρυσά γαλόνια του μόνιμου λοχία· κι αυτή καλούτσικη, γλυκιά, με μαργιόλικο περπάτημα. «Παναγιώτη!» φώναξε. Εκείνος γύρισε κι έμεινε ξερός. «Γιατί δε με ειδοποίησες που θα 'ρχόσουνα;» «Έχεις δίκιο», είπε κι έδωσε το χέρι του στο κορίτσι. Συστήθηκαν σαν πολύ στενοί φίλοι απ' το στρατό. Την έβαλαν στη μέση και περπάτησαν προς τα κάτω. Τούς χώριζε τώρα ένα κορίτσι, κι ούτε αυτή ανήκε ολόκληρη σε κείνον, ούτε αυτός. Κάτι σαν να θρυμματίστηκε μέσα του. Φυσικά, ούτε Δαφνί, ούτε Πόρος και προπάντων όχι άλλα ραντεβού. Ο Παναγιώτης ήταν καλός μονάχα γι' αλληλογραφία.
Κάθισαν σ' ένα ζαχαροπλαστείο στο Αιγάλεω. Η πάστα ήταν απαίσια. Ανακάλυψε ξάφνου πως τον έσφιγγε πολύ η ζώνη και θα 'θελε να κλάψει ή να βρίσει. Μα τίποτε απ' αυτά. Αποχρωματισμένες αναμνήσεις απ' το στρατό μπροστά στο κορίτσι, λόγια, λόγια πολλά, μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το κενό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους -και το κορίτσι χαμόγελα πολλά και ξεθαρρεμένα χαϊδέματα στον Παναγιώτη. Μετά, τού πρότειναν σινεμά. Όμως τα νεύρα του είχαν πια τεντωθεί, τους ευχήθηκε καλό σαββατοκύριακο κι υποσχέθηκε να ξαναπεράσει τη Δευτέρα.
Έφυγε σαν να γύριζε από κηδεία.
Την Κυριακή την πέρασε μέσα. Αμέλησε τον Παρθενώνα και τον Κουν, έτρωγε στο ξενοδοχείο κι η ματρόνα τού 'φερε μια φορά το φαΐ μόνη της, λέγοντάς του: «Μα τι νταλγκάς σε τρώει, βρε παιδάκι μου;»
Κατάστρωνε τώρα την τελευταία του εξόρμηση: το Γιώργο το Λεπαντιώτη. Δεν τούς συνέδεαν κοινές αναμνήσεις απ' το στρατό, ούτε αγκαλιασμένοι βγήκαν φωτογραφία, ούτε είχαν αλληλογραφία. Την τελευταία φορά που ήταν να συναντηθούν, δεν είχε πάει και ήταν βέβαιος πως ο Γιώργος δεν τού το είχε συγχωρήσει ποτέ. Όμως διαρκώς βούιζε στ' αυτιά του η φωνή του, γλυκιά κι εφηβική: «Αν ποτέ κατέβεις στην Αθήνα, μην αμελήσεις να περάσεις απ' την Καισαριανή». Αυτό μόνο· όχι «να 'ρθεις οπωσδήποτε», ούτε υποσχέσεις συγκινητικής φιλοξενίας. Κι αυτό το «μην αμελήσεις», δεν ήξερε γιατί, ηχούσε τόσο εγκάρδια μέσα του. Έπρεπε, λοιπόν, να πάει, να τού εξηγήσει γιατί δεν είχε έρθει στην τελευταία τους συνάντηση, να δει επιτέλους αν κρατούσε ακόμα την υπέροχη εκείνη γλυκύτητά του.
Αρίωνος 27, Καισαριανή. Τον πέτυχε στο μπακάλικό τους, πάνω σε πολλή δουλειά, την ώρα που ζύγιαζε αντσούγιες. «Εσύ μάς έλειπες τώρα», τού είπε ο Γιώργος μόλις τον είδε, με μια ντομπροσύνη που έβγαινε απ' την πολλή εξοικείωση. Τον έβαλε να καθίσει στη μοναδική καρέκλα και συνέχισε τη δουλειά του. Πόσο είχε μεγαλώσει, πόσο είχε αλλάξει! Το παιδικό του πρόσωπο το χαράκωναν τώρα σκληρές γραμμές, τα μάτια του είχαν γίνει αντρικά.
Σαν έκλεισε, τον πήρε σπίτι. Κάθισαν στο δωμάτιό του και μιλούσαν σιγανά για να μην ενοχληθεί ο θείος του, ο απόστρατος, που διάβαζε δίπλα. «Γιατί λοιπόν δεν ήρθες τότε;» έκανε σαν να ζητούσε λογαριασμό. Τον σοκάρισε πολύ αυτό το ύφος. «Θα σού εξηγήσω...». «Τι να μού εξηγήσεις, που με είχες και περίμενα τόση ώρα». «Τι συμβαίνει;» μπήκε απότομα μέσα ο θείος. «Ποιος είναι ο νεαρός και τι θέλει;» Ένιωσε τα μηνίγγια του να τον καίνε. Ο Γιώργος βιάστηκε να τον συστήσει. «Α, είναι εκείνος ο φίλος σου που σού έστειλε το Πάσχα ένα ωραίο βιβλίο; Έτσι μπράβο. Με τέτοια παιδιά να κάνεις παρέα, που μού 'γινες μάγκας».
Πέρασαν λίγα λεπτά σε μια κατάσταση αμηχανίας. Υπόγεια ρεύματα τόν τραβούσαν μακριά από κείνο το σπίτι. Αυτός ο θείος, με τις απανωτές ερωτήσεις του για την επανάσταση του '21, ήταν αφόρητος. Αλλά κι ο Γιώργος είχε ένα ύφος που τον αποθάρρυνε. Μονάχα το ονοματεπώνυμο ήταν το ίδιο, όλα τ' άλλα είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια το αθώο παιδί της Ναυπάκτου, που έκλαιγε μια βδομάδα όταν αποχωρίστηκε τη μάνα του και τον κήπο του. Αλήθεια, τι σχέση μπορούσε να έχει ο μάγκας της Καισαριανής με το νεαρό Λεπαντιώτη;
Έφυγε από την Αθήνα καταπικραμένος. Ετοίμασε την ταξιδιωτική τσάντα του κι έριξε μια ματιά στο δωμάτιο που είχε κοιμηθεί τέσσερα βράδια. Ούτε Δημήτρης, ούτε Παναγιώτης, ούτε Γιώργος. Και φυσικά, ούτε ταξιδάκι στον Πόρο. Τίποτα. Μονάχα η στιγμή που πρωτόρθε και ξάπλωσε με τα ρούχα του στο κρεβάτι, για ν' αναπολήσει τη χαρά που τον περίμενε στην Αθήνα.
«Καμιά μικρούλα, ε;» τον ρώτησε πονηρά η ματρόνα και τού έκλεισε το μάτι. Κι ύστερα, τακτοποιώντας το λογαριασμό, πρόσθεσε: «Έφταιξα εγώ που δε σ' έβαλα στο κάτω πάτωμα, να περάσεις ζωή και κότα...»
Χριστιανόπουλος Ντίνος
Περιοδικό «Κόσκινο»,
τεύχος 2, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1968

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου