Αυτή που μ' αγαπάει, είναι άραγε μια καθώς πρέπει κυρία μέσα στο μετάξι, τις δαντέλες και τα μπιζού, που ονειρεύεται τον έρωτά μας στον καναπέ ενός μπουντουάρ; Να 'ναι μήπως μαρκησία ή δούκισσα, λεπτή κι ανάλαφρη σαν όνειρο, που σέρνει νωχελικά στο χαλί τα κύματα των λευκών φορεμάτων της κάνοντας μια μικρή γκριμάτσα, γλυκύτερη κι από χαμόγελο;
Αυτή που μ' αγαπάει, είναι πάλι η κομψή μοδιστρούλα που βαδίζει ελαφρά κι ανασηκώνει το φουστάνι της για να πηδήξει τα ρυάκια της βροχής, αναζητώντας ένα φιλοφρονητικό βλέμμα για τη φίνα γάμπα της; Είναι η καλή κόρη που πίνει απ' όλα τα ποτήρια ντυμένη σήμερα στα σατέν, αύριο μ' ένα τσίτι, βρίσκοντας στο θησαυρό της καρδιάς της λίγη αγάπη για τον καθένα;
Αυτή που μ' αγαπάει, είναι ίσως το ξανθό παιδί που γονατίζει για να προσευχηθεί δίπλα στη μητέρα του; Η τρελή παρθένα που με φωνάζει το βράδυ μέσ' στα σκοτεινά δρομάκια; Είναι η μελαχρινή χωρική που καθώς περνάει με κοιτάζει και μού φέρνει στο νου στάχια και ώριμα σταφύλια; Η φτωχή γυναίκα που μ' ευχαριστεί για την ελεημοσύνη μου; Η γυναίκα ενός άλλου, εραστή ή συζύγου, που την πήρα από πίσω μια μέρα και που δεν ξαναείδα πια;
Αυτή που μ' αγαπάει, είναι κόρη της Ευρώπης, λευκή σαν την αυγή; Κόρη της Ασίας, με χρώματα κίτρινα και χρυσαφιά σαν ηλιοβασίλεμα; Ή πάλι, κόρη της ερήμου, μαύρη σαν μια νύχτα θύελλας; Αυτή που μ' αγαπάει, τη χωρίζει από μένα ένας λεπτός τοίχος; Είναι πέρα από τις θάλασσες; Είναι πέρα από τ' αστέρια;
Αυτή που μ' αγαπάει, μήπως δεν έχει ακόμα γεννηθεί; Μήπως έχει πεθάνει εδώ κι εκατό χρόνια;
ΙΙ
Χθες την έψαξα σε μια εμποροπανήγυρη. Είχε γιορτή στη γειτονιά κι ο κόσμος ντυμένος στα κυριακάτικα σεργιάνιζε θορυβωδώς στους δρόμους.
Μόλις είχαν ανάψει τα φώτα. Η λεωφόρος ήταν κατά διαστήματα διακοσμημένη με κίτρινους και μπλε στύλους, στολισμένους με χρωματιστά λυχναράκια που κάπνιζαν καθώς καιγόταν το φυτίλι τους και τρόμαζαν στο φύσημα του αέρα. Ανάμεσα στα δέντρα, τρεμοφέγγανε βενετσιάνικα φανάρια. Κατά μήκος των πλευρών του δρόμου, απλώνονταν παράγκες από πανί, αφήνοντας να σέρνονται στο ρείθρο τα κρόσσια των κόκκινων μπερντέδων τους. Οι χρυσαφιές φαγιάντζες, οι φρεσκομπογιατισμένες καραμέλες, το λαμπύρισμα των πάγκων αντανακλούσαν στο σκληρό φως των φανοστατών.
Στον αέρα υπήρχε μια μυρωδιά σκόνης, βανίλιας και τσουρεκιών· οι λατέρνες τραγουδούσαν· οι παλιάτσοι, αλευρωμένοι, γελούσαν κι έκλαιγαν κάτω από μια βροχή από καρπαζιές και κλωτσιές. Ένα ζεστό σύννεφο έπεφτε βαρύ πάνω σ' αυτήν την ευφορία.
Πάνω απ' αυτό το σύννεφο, πάνω απ' αυτούς τους θορύβους, απλωνόταν ένας καλοκαιρινός ουρανός πέρα για πέρα καθαρός και μελαγχολικός. Ένας άγγελος είχε μόλις φωτίσει τον ουρανό για κάποια θεϊκή γιορτή, γιορτή βαθύτατα γαλήνια του απείρου.
Χαμένος μέσα στο πλήθος ένιωθα τη μοναξιά της καρδιάς μου. Προχωρούσα, ακολουθώντας με το βλέμμα τα κορίτσια που στο πέρασμά τους μού χαμογελούσαν, αναλογιζόμενος ότι δε θα ξανάβλεπα αυτά τα χαμόγελα. Αυτή η αίσθηση τόσων ερωτευμένων χειλιών που μόλις είχα δει για ένα λεπτό και είχα χάσει για πάντα, έγινε άγχος μέσα μου.
Έφτασα έτσι σ' ένα σταυροδρόμι, στη μέση μιας λεωφόρου. Στ' αριστερά, στηριγμένη σε μια φτελιά, στεκόταν μια παράγκα απομονωμένη. Στο μπροστινό της μέρος, μερικές κακοβαλμένες σανίδες σχημάτιζαν μιαν εξέδρα και δυο φανάρια φώτιζαν την πόρτα, που δεν ήταν παρά ένα πανί ανασηκωμένο σαν κουρτίνα. Την ώρα που σταμάτησα, ένας άνδρας με κοστούμι μάγου, μεγάλη μαύρη μπέρτα και μυτερό καπέλο σπαρμένο μ' αστέρια, καλούσε μεγαλοφώνως το πλήθος, ψηλά από την εξέδρα.
«Περάστε», φώναζε, «περάστε, καλοί μου κύριοι, περάστε, ωραίες μου δεσποινίδες. Έρχομαι βιαστικός απ' τα βάθη της Ινδίας για να ευφράνω τις νεανικές καρδιές. Εκεί είναι που άρπαξα με κίνδυνο της ζωής μου τον καθρέφτη του Έρωτα που τον φύλαγε ένας τρομερός Δράκος. Καλοί μου κύριοι, ωραίες μου δεσποινίδες, σάς φέρνω την πραγματοποίηση των ονείρων σας. Περάστε, περάστε να δείτε Αυτήν που σάς αγαπάει! Για δυο πεντάρες. Αυτή που σάς αγαπάει!»
Μια γριά, ντυμένη χορεύτρια, ανασήκωσε το πανί. Κοίταξε το πλήθος μ' ένα αποχαυνωμένο βλέμμα· ύστερα με χοντρή φωνή:
«Δυο πεντάρες», φώναξε, «δυο πεντάρες. Αυτή που σάς αγαπάει! Περάστε να δείτε Αυτή που σάς αγαπάει!»
ΙΙΙ
Ο μάγος έπαιξε στο μεγάλο τύμπανο μια εύθυμη φαντασία. Η χορεύτρια κρεμάστηκε σε μια καμπάνα και τον συνόδευσε.
Ο κόσμος δίσταζε. Ένας εκπαιδευμένος γάιδαρος που παίζει χαρτιά παρουσιάζει ζωηρό ενδιαφέρον· ένας κουταλιανός που σηκώνει 100 κιλά βάρος είναι θέαμα που δύσκολα θα βαριόταν κανείς· δε μπορεί επίσης κανείς ν' αρνηθεί, ότι μια μισόγυμνη γιγαντογυναίκα είναι καμωμένη για να διασκεδάζει όλες τις ηλικίες. Όμως να δεις Αυτήν που σ' αγαπάει, είναι στ' αλήθεια το λιγότερο που σ' απασχολεί και κάτι που δεν υπόσχεται την παραμικρή συγκίνηση.
Εγώ, ωστόσο, είχα ακούσει με ευλάβεια το κάλεσμα του ανθρώπου με τη μεγάλη μπέρτα. Οι υποσχέσεις του ανταποκρίνονταν στην επιθυμία της καρδιάς μου· έβλεπα μια πρόνοια στην τύχη που είχε μόλις οδηγήσει τα βήματά μου. Αυτός ο άθλιος τύπος ανέβηκε εξαιρετικά στην εκτίμησή μου, καθώς έκπληκτος τον άκουγα να διαβάζει τις κρυφές μου σκέψεις. Μού φάνηκε να καρφώνει επάνω μου φλογερές ματιές καθώς χτυπούσε το μεγάλο τύμπανο με διαβολική μανία και μού φώναζε να μπω με μια φωνή πιο ψιλή κι απ' αυτή της καμπάνας.
Ακουμπούσα το πόδι μου στο πρώτο σανίδι, όταν ένιωσα να με σταματάνε. Γύρισα και είδα κάτω από την εξέδρα έναν άνθρωπο να με τραβάει απ' το ρούχο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ψηλός κι αδύνατος· είχε χέρια μεγάλα, καλυμμένα με δικτυωτά γάντια, ακόμα μεγαλύτερα· φορούσε ένα καπέλο που με τον καιρό είχε χάσει το χρώμα του, ένα μαύρο κοστούμι ξασπρισμένο στους αγκώνες και ένα ελεεινό κασμίρ παντελόνι, κιτρινισμένο απ' το λίπος και τη λάσπη. Διπλώθηκε στα δύο με βαθιά, έξοχη υπόκλιση κι ύστερα με γλυκιά φωνή μού απηύθυνε αυτό το λόγο:
«Λυπάμαι, κύριε, που ένας νέος με αγωγή δίνει στο πλήθος το κακό παράδειγμα. Είναι πολύ ελαφρόμυαλο να ενθαρρύνει κανείς την αναισχυντία αυτού του κατεργάρη που ποντάρει πάνω στις κακές μας ορμές· γιατί βρίσκω βαθύτατα ανήθικα αυτά τα λόγια που ξεστομίζονται έτσι ανοιχτά και καλούν κορίτσια κι αγόρια σε μια ακολασία της όρασης και του πνεύματος. Ω, κύριε, ο λαός είναι αδύναμος. Εμείς, οι άνθρωποι που η παιδεία μάς έκανε δυνατούς, έχουμε -σκεφτείτε το- σοβαρά κι επιτακτικά καθήκοντα. Ας μην αφηνόμαστε σε αμαρτωλές περιέργειες, ας είμαστε αξιοπρεπείς σε όλα. Το ήθος της κοινωνίας εξαρτάται από εμάς, κύριε».
Τον άκουσα να μιλάει. Δεν είχε αφήσει το ρούχο μου και δεν έλεγε να τελειώσει την υπόκλισή του. Με το καπέλο στο χέρι, μιλούσε με μια ηρεμία και μια ηπιότητα που ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να με κάνει να οργισθώ. Μού αρκούσε, όταν σώπασε, να τον κοιτάω κατάματα χωρίς να τού απαντώ. Διέκρινε ένα ερωτηματικό σ' αυτή τη σιωπή.
«Κύριε», ξαναείπε, χαιρετώντας με εκ νέου, «κύριε, είμαι ο Φίλος του λαού κι έχω ως αποστολή μου την ευτυχία της ανθρωπότητας».
Πρόφερε αυτές τις λέξεις με μια ταπεινή έπαρση και τεντώθηκε ολόκληρος απότομα. Τού γύρισα την πλάτη κι ανέβηκα στην εξέδρα. Πριν να μπω, την ώρα που σήκωνα το πανί, τον κοίταξα μια τελευταία φορά. Είχε πάρει με λεπτότητα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του με το δεξί χέρι, προσπαθώντας να σβήσει τις ζάρες των γαντιών που απειλούσαν να τον εγκαταλείψουν.
Κατόπιν, σταυρώνοντας τα χέρια, ο Φίλος του λαού κοίταξε με τρυφερότητα τη χορεύτρια.
IV
Άφησα την κουρτίνα να ξαναπέσει και βρέθηκα μέσα στο ναό. Ήταν ένα είδος μακρόστενου δωματίου, χωρίς κανένα κάθισμα, με τοίχους από πανί, που φωτιζόταν από ένα μόνο λυχνάρι. Κάποιοι, περίεργα κορίτσια, αγόρια που έκαναν θόρυβο, ήταν ήδη συγκεντρωμένοι. Όλα μάλιστα γίνονταν με τη μεγαλύτερη ευπρέπεια: ένα σχοινί τεντωμένο στη μέση του δωματίου χώριζε τους άνδρες από τις γυναίκες.
Για να πούμε την αλήθεια, ο Καθρέφτης του Έρωτα δεν ήταν παρά δύο κάτοπτρα δίχως φύλλο υδραργύρου στο πίσω μέρος, ένα σε κάθε χώρισμα, μικρά στρογγυλά τζάμια που έβλεπαν στο εσωτερικό της παράγκας. Το υπεσχημένο θαύμα πραγματοποιείτο με αξιοθαύμαστη απλότητα: έφτανε να βάλεις το δεξί μάτι στο τζάμι, κι από πίσω, χωρίς να σε περιμένουν σημεία και τέρατα, εμφανιζόταν η αγαπημένη. Πώς να μην πιστέψεις σ' ένα τόσο χειροπιαστό όραμα!
Δεν είχα το κουράγιο να υποστώ αμέσως τη δοκιμασία. Η χορεύτρια, καθώς πέρναγα, με είχε κοιτάξει μ' ένα βλέμμα που μού πάγωνε το αίμα· πού να ξέρω εγώ τι με περίμενε πίσω απ' αυτό το τζάμι: ίσως ένα τρομερό πρόσωπο με μάτια ξεψυχισμένα και μελανιασμένα χείλη· μια εκατοντάχρονη, πεινασμένη για νεανικό αίμα, ένα απ' αυτά τα δυσειδή πλάσματα που βλέπω να περνάνε απ' τους εφιάλτες μου τη νύχτα.
Δεν πίστευα πια σε ξανθές υπάρξεις, με τις οποίες γενναιόδωρα γεμίζω την ερημιά μου. Θυμόμουνα όλες τις άσχημες που μού δείχνουν κάποια τρυφερότητα και αναρωτιόμουν με τρόμο, εάν δεν ήταν μια απ' αυτές τις άσχημες που επρόκειτο να μού εμφανισθεί.
Τραβήχτηκα σε μια γωνιά. Για να ξαναπάρω κουράγιο, κοίταζα αυτούς που, πιο τολμηροί από εμένα, πήγαιναν να μάθουν τη μοίρα τους χωρίς τόσα καμώματα. Δεν άργησα να δοκιμάσω μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση μπροστά στο θέαμα των διαφόρων αυτών προσώπων με το δεξί μάτι ορθάνοιχτο, το αριστερό κλεισμένο με δυο δάχτυλα. Χαμογελούσαν το καθένα τους, ανάλογα με το πόσο τα ευχαριστούσε η οπτασία. Καθώς το τζάμι ήταν λίγο χαμηλά, έπρεπε να γείρεις ελαφρώς. Τίποτα δε μού φάνηκε πιο αλλόκοτο απ' αυτούς τους ανθρώπους που στήνονταν στη σειρά για να δουν την αδερφή - ψυχή μέσα από μια τρύπα μερικών εκατοστών.
Δυο στρατιώτες έκαναν το πρώτο βήμα· ένας λοχίας μαυρισμένος απ' τον ήλιο της Αφρικής κι ένας νεαρός νεοσύλλεκτος, αγόρι που μύριζε ακόμα γη, με το σώμα τυλιγμένο σε μια κάπα τρεις φορές μεγαλύτερη. Ο λοχίας γέλασε με δυσπιστία. Ο νεοσύλλεκτος έμεινε για κάμποση ώρα διπλωμένος, ιδιαίτερα κολακευμένος απ' την ιδέα να 'χει μια φιλενάδα.
Μετά ήρθε ένας χοντρός με άσπρο σακάκι, φάτσα κόκκινη και πρησμένη, ο οποίος κοιτούσε ατάραχα, δίχως γκριμάτσα χαράς ή δυσαρέσκειας, σαν να 'ταν εντελώς φυσικό το να μπορούσε ν' αγαπηθεί από κάποιον.
Τον ακολουθούσαν τρεις μαθητές, αντράκια δεκαπέντε - δεκάξι χρόνων, με ύφος θρασύ, που έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, στην προσπάθειά τους να πείσουν ότι είχαν την τιμή να 'ναι μεθυσμένοι. Κι οι τρεις τους ορκίστηκαν ότι αναγνώρισαν τη θεία τους.
Έτσι διαδέχονταν οι περίεργοι ο ένας τον άλλον μπροστά στο τζάμι κι ούτε που θα μπορούσα να θυμηθώ σήμερα τις διαφορετικές εκφράσεις του προσώπου τους που μ' εντυπωσίασαν τότε.
Ω οπτασία της αγαπημένης! Τι φοβερές αλήθειες έκανες αυτά τα ορθάνοιχτα μάτια να πούνε!
Αυτά ήταν οι πραγματικοί καθρέφτες του έρωτα, καθρέφτες όπου η γυναικεία χάρη αντανακλάτο σ' ένα ύποπτο, αμυδρό φως, όπου η λαγνεία ξεδιπλωνόταν μέσα στη βλακεία.
V
Τα κορίτσια, στο άλλο τζάμι, διασκέδαζαν με πιο έντιμο τρόπο. Στα πρόσωπά τους δε διάβαζα παρά μεγάλη περιέργεια· ούτε ίχνος αισχρής επιθυμίας, ούτε η παραμικρή πονηρή σκέψη. Έρχονταν η μια μετά την άλλη να ρίξουν μια έκπληκτη ματιά απ' το στενό άνοιγμα και απομακρύνονταν, άλλες λίγο ονειροπόλα, άλλες γελώντας σαν τρελές.
Για να πω την αλήθεια, δεν πολυξέρω και τι έκαναν εκεί. Αν ήμουν γυναίκα, έστω και λίγο ωραία, δε θα 'χα ποτέ την ανόητη ιδέα να μπω στον κόπο για να πάω να δω τον άντρα που μ' αγαπάει. Τις μέρες που η καρδιά μου θα 'κλαιγε για τη μοναξιά της, κι οι μέρες αυτές είναι μέρες της άνοιξης και της λιακάδας, θα πήγαινα σ' ένα ανθισμένο μονοπάτι να κάνω κάθε περαστικό να με λατρέψει. Το βράδυ θα επέστρεφα πλούσια από έρωτα.
Βεβαίως, οι δικές μου περίεργες δεν ήταν όλες εξίσου ωραίες. Οι όμορφες δεν έδιναν καμιά σημασία στην τέχνη του μάγου, καθώς εδώ και πολύ καιρό δεν είχαν πια την ανάγκη του. Αντιθέτως, οι άσχημες δεν είχαν ποτέ βρεθεί σε παρόμοια γιορτή. Ήρθε μια, με πέντε τρίχες στο κεφάλι και πηγαδίσιο στόμα, η οποία δε μπορούσε να ξεκολλήσει από το μαγικό καθρέφτη· είχε στα χείλη, το ευτυχισμένο και σπαρακτικό χαμόγελο του φτωχού που χορταίνει μετά από μια μεγάλη ασιτία.
Αναρωτιόμουν τι μεγάλες ιδέες ξύπναγαν μέσα σ' αυτά τα τρελά κεφάλια. Δεν ήταν δα και μικρό πρόβλημα. Όλες ασφαλώς είχαν ονειρευτεί έναν πρίγκιπα να γονατίζει μπροστά τους· όλες επιθυμούσαν ν' αντικρίσουν το βασιλόπουλο, το οποίο συγκεχυμένα θυμόντουσαν μόλις ξύπναγαν. Υπήρχαν ωστόσο και πολλές απογοητεύσεις· οι πρίγκιπες σπανίζουν και τα μάτια της ψυχής μας που τη νύχτα ανοίγουν σ' έναν κόσμο καλύτερο, είναι μάτια πολύ πιο ευμενή από εκείνα που διαθέτουμε την ημέρα. Είχε όμως και μεγάλες χαρές· το όνειρο πραγματοποιείτο, ο αγαπημένος είχε το λεπτό μουστάκι και τα μαύρα μαλλιά που ονειρεύονταν.
Έτσι καθεμιά, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ζούσε μια ολόκληρη ερωτική ζωή. Ρομάντζα απλοϊκά, σύντομα όσο κι η ελπίδα, που τα μάντευες κάτω απ' τα κοκκινισμένα μάγουλα και τα ακόμα πιο ερωτικά ρίγη του στήθους.
Έπειτα, ίσως αυτά τα κορίτσια να ήταν ανόητα κι είμαι κι εγώ ο ίδιος ανόητος για να 'χω δει τόσα πράγματα, όταν αναμφίβολα δεν υπήρχε τίποτα για να δεις. Τέλος πάντων, εγώ επαναπαύθηκα περιεργαζόμενός τες. Παρατηρούσα ότι άνδρες και γυναίκες έμοιαζαν γενικώς πολύ ικανοποιημένοι από το όραμα. Ασφαλώς δεν θα τού πήγαινε ποτέ του μάγου να κακοκαρδίσει τους καλούς ανθρώπους που του 'διναν δυο πεντάρες.
Πλησίασα κι έβαλα το δεξί μου μάτι στο τζάμι χωρίς ιδιαίτερη ταραχή. Ανάμεσα σε δύο μεγάλα κόκκινα παραπετάσματα είδα μια γυναίκα ακουμπισμένη στην πλάτη μιας πολυθρόνας. Ήταν φωτισμένη έντονα με λυχνάρια τα οποία δε μπορούσα να δω και πρόβαλε μπροστά σ' ένα χρωματιστό πανί, τεντωμένο στο βάθος· αυτό το ύφασμα, τρύπιο σε μερικά σημεία, πρέπει να αναπαριστούσε παλιά ένα χαριτωμένο άλσος με μπλε δέντρα.
Αυτή που μ' αγαπάει, φορούσε -όπως ταιριάζει σε μια καθώς πρέπει οπτασία- ένα μακρύ, λευκό φόρεμα, ελαφρώς μαζεμένο στη μέση, που συρόταν σαν σύννεφο στο πάτωμα. Είχε στο μέτωπο ένα επίσης λευκό πέπλο που το συγκρατούσε ένα στεφάνι από λεμονανθούς. Ο γλυκός μου άγγελος έτσι ντυμένος, ήταν η προσωποποίηση της λευκότητας και της αγνότητας. Ακουμπούσε με χάρη, στρέφοντας τα μάτια προς τη μεριά μου, μάτια μπλε βελούδινα. Μού φάνηκε θεσπέσια κάτω απ' το πέπλο: ξανθές πλεξίδες χαμένες μέσα στη μουσελίνα, αγνό μέτωπο παρθένας, χείλη λεπτά, λακκάκια που είναι φωλιές για φιλιά. Με την πρώτη ματιά την πήρα για αγία· με τη δεύτερη διέκρινα πάνω της το καλό κορίτσι, καθόλου σεμνότυφο και εντελώς καλόβολο.
Έφερε τρία δάχτυλα στα χείλη της και μού έστειλε ένα φιλί με μια υπόκλιση που δε θύμιζε καθόλου υπερπέραν. Βλέποντας ότι δεν αποφάσιζε να πετάξει, συγκράτησα τα χαρακτηριστικά της στη μνήμη μου και αποσύρθηκα.
Τη στιγμή που έβγαινα, είδα να μπαίνει ο Φίλος του λαού. Αυτός ο μεγάλος ηθικολόγος που έδειχνε να με αποφεύγει, έτρεξε να δώσει το κακό παράδειγμα μιας αμαρτωλής περιέργειας. Κυρτωμένη σε ημικύκλιο η μακριά του ράχη, έτρεμε από τον πόθο· στη συνέχεια, μη μπορώντας να προχωρήσει πιο πέρα, φίλησε το μαγικό γυαλί.
VI
Κατέβηκα τα τρία σανιδόσκαλα· βρισκόμουν ξανά μέσα στο πλήθος, αποφασισμένος να ψάξω Αυτήν που μ' αγαπάει, τώρα που γνώριζα το χαμόγελό της.
Τα λαμπιόνια κάπνιζαν, το βουητό μεγάλωνε κι ο κόσμος στριμωχνόταν τόσο, που ήταν έτοιμος να γκρεμίσει τις παράγκες. Η γιορτή είχε φθάσει στη στιγμή εκείνη της ευδαιμονίας, όπου κινδυνεύει κανείς να έχει την ευτυχία να πνιγεί από τον κόσμο. Όπως σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών, είχα μπροστά μου έναν ορίζοντα από σκούφους και μεταξωτά καπέλα. Προχωρούσα σπρώχνοντας τους άνδρες, παρακάμπτοντας με προσοχή τις μεγάλες φούστες των κυριών. Ίσως ήταν αυτό το ροζ καπελάκι· ίσως αυτή η κουάφ από τούλι με τις μωβ κορδέλες· ίσως αυτό το υπέροχο ψαθί με το φτερό στρουθοκαμήλου. Αλίμονο! Το καπελάκι ήταν εξήντα χρόνων· η κουάφ, φρικτά άσχημη, ακουμπούσε ερωτιάρικα στον ώμο ενός φαντάρου· το ψαθί έσκαγε στα γέλια, κάνοντας να φαίνονται ακόμη σπανιότερα τα πιο ωραία μάτια του κόσμου κι εγώ δεν αναγνώριζα πουθενά αυτά τα ωραία μάτια.
Υπάρχει πάνω από τα πλήθη κάποια μεγάλη αγωνία, κάποια απέραντη λύπη, σαν να 'βγαινε μέσα απ' την πολυκοσμία μια ανάσα ελέους και τρόμου. Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε πολύ κόσμο δίχως να νιώσω μια ακαθόριστη δυσφορία. Έχω την εντύπωση πως μια φοβερή δυστυχία απειλεί αυτούς τους συναθροισμένους ανθρώπους και πως μια μόνο αστραπή θ' αρκούσε, μέσα στην έξαρση των χειρονομιών και των φωνών τους, για να τους ακινητοποιήσει, να τους βυθίσει σε αιώνια σιωπή.
Λίγο - λίγο, βράδυνα το βήμα μου παρακολουθώντας αυτή την ευφορία που με έθλιβε. Κάτω από ένα δέντρο, καταμεσίς στο κίτρινο φως των λαμπιονιών, στεκόταν όρθιος ένας γέρος ζητιάνος με το σώμα αγκυλωμένο, παραμορφωμένος φρικτά από παραπληγία. Σήκωνε το κατάχλωμο πρόσωπό του προς τους περαστικούς, μισοκλείνοντας αξιολύπητα τα μάτια, προκειμένου να προκαλέσει ακόμα περισσότερο τον οίκτο. Παρίστανε ότι είχε απότομα ρίγη σαν από πυρετό, που τον έκαναν να σείεται σαν ξερόκλαδο. Τα κοριτσόπουλα, δροσερά και ροδοκόκκινα περνούσαν γελώντας μπροστά απ' το αποκρουστικό αυτό θέαμα.
Πιο πέρα, στην πόρτα ενός καμπαρέ, δυο εργάτες είχαν πιαστεί στα χέρια. Πάνω στον καβγά αναποδογύρισαν τα ποτήρια και στη θέα του κρασιού στο πεζοδρόμιο, θα 'λεγες ότι ήταν αίμα από μεγάλα τραύματα.
Τα γέλια μού φάνηκε να γίνονται λυγμοί, τα φώτα γίνανε μια τεράστια πυρκαγιά, το πλήθος γύρισε τρομαγμένο. Λυπημένος θανάσιμα, προχωρούσα κατοπτεύοντας τα νεανικά πρόσωπα και μη μπορώντας να βρω Αυτή που μ' αγαπάει.
Είδα έναν άνδρα όρθιο μπροστά σ' έναν από τους στύλους με τα λαμπιόνια, να τον κοιτάει βαθιά απορροφημένος. Απ' το ανήσυχο βλέμμα του, σαν να κατάλαβα πως έψαχνε τη λύση κάποιου σοβαρού προβλήματος. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Φίλος του λαού.
Γυρίζοντας το κεφάλι του με αντελήφθη.
«Κύριε», μού λέει, «το λάδι που χρησιμοποιούν στις γιορτές κοστίζει είκοσι πεντάρες το λίτρο. Το ένα λίτρο είναι είκοσι κούπες σαν κι αυτές που βλέπετε εδώ πέρα: δηλαδή μια πεντάρα λάδι ανά κούπα. Όμως αυτός ο στύλος έχει δεκάξι σειρές από οκτώ κούπες η καθεμιά: εκατόν εικοσιοκτώ κούπες συνολικά. Επιπλέον -παρακολουθείστε τους υπολογισμούς μου- έχω μετρήσει εξήντα στύλους στη λεωφόρο, που μάς κάνει επτά χιλιάδες εξακόσιες ογδόντα κούπες, που κατά συνέπεια μάς κάνει επτά χιλιάδες εξακόσιες ογδόντα πεντάρες ή μάλλον καλύτερα, τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα».
Λέγοντας αυτά, ο Φίλος του λαού χειροκροτούσε θεατρικά τονίζοντας με τη φωνή του τα νούμερα κι έσκυβε κάμπτοντας τη μεγάλη κορμοστασιά του, σαν να 'θελε έτσι να επιβληθεί στην αδύνατη νοημοσύνη του. Όταν πια σώπασε, γύρισε πίσω θριαμβευτικά· ύστερα σταύρωσε τα χέρια του, κοιτάζοντάς με κατά πρόσωπο μ' ένα βαθύ βλέμμα.
«Τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα λάδι», φώναξε τονίζοντας μία - μία κάθε συλλαβή, «κι ο φτωχός λαός δεν έχει ψωμί, κύριε! Σάς ρωτάω και σάς ρωτάω με δάκρυα στα μάτια· δε θα ήταν πιο αξιοπρεπές για την ανθρωπότητα να διαθέσουν αυτά τα τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα στους τρεις χιλιάδες απόρους που έχει αυτή η γειτονιά; Ένα τέτοιο φιλανθρωπικό μέτρο θα έδινε στον καθένα απ' αυτούς δυόμισι πεντάρες ψωμί. Τούτος ο συλλογισμός, κύριε, έγινε για να βάλει σε σκέψεις τις ευαίσθητες ψυχές».
Βλέποντας ότι τον κοιτούσα περίεργα, συνέχισε με σβησμένη φωνή στερεώνοντας τα γάντια του.
«Ο φτωχός δεν πρέπει να γελάει, κύριε. Είναι εντελώς ανέντιμο να ξεχνάει τη φτώχεια του για μια ώρα. Ποιος, λοιπόν, θα πονούσε για τη δυστυχία του λαού, αν η κυβέρνηση τού πρόσφερε συχνά παρόμοιες φιέστες;»
Σκούπισε ένα δάκρυ και μ' άφησε. Τον είδα να μπαίνει σ' ένα καπηλειό· έπνιξε τη στενοχώρια του σε πέντ' - έξι ποτηράκια που τα κατέβασε το ένα πάνω απ' τ' άλλο στον πάγκο του μπαρ.
VII
Το τελευταίο λαμπιόνι μόλις είχε σβήσει. Το πλήθος είχε πια φύγει. Στο τρεμάμενο φως των φαναριών, δεν έβλεπα παρά μερικές μαύρες σκιές να τριγυρίζουν κάτω από τα δέντρα: αργοπορημένα ζευγάρια ερωτευμένων, μπεκρήδες και χωροφύλακες να περιφέρουν τη μελαγχολία τους. Οι παράγκες απλώνονταν βουβές και γκρίζες στις δυο άκρες της λεωφόρου, σαν τις σκηνές έρημου στρατοπέδου.
Ο πρωινός αέρας, ένας αέρας υγρός από τη δροσιά, έκανε να θροΐζουν τα φύλλα στις φιλύρες. Οι στυφές αναθυμιάσεις της βραδιάς είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε μιαν υπέροχη φρεσκάδα. Η γαλήνια σιωπή, το διάφανο σκοτάδι του απείρου, έπεφταν αργά από τα βάθη του ουρανού και η γιορτή των αστεριών διαδεχόταν τη γιορτή των λαμπιονιών. Οι καλοί άνθρωποι θα μπορούσαν επιτέλους να διασκεδάσουν λιγάκι.
Αισθανόμουν όλος αναζωογονημένος· η ώρα της ευτυχίας μου είχε φθάσει. Προχωρούσα με βήμα γοργό ανεβοκατεβαίνοντας τις αλέες, όταν είδα μια γκρίζα σκιά να γλιστράει μπροστά από τα σπίτια. Η σκιά αυτή ερχόταν ταχύτατα προς το μέρος μου χωρίς να μοιάζει να με βλέπει· απ' την ανάλαφρη περπατησιά, τη ρυθμική κίνηση των φορεμάτων, αναγνώρισα μια γυναίκα.
Ήταν έτοιμη να πέσει επάνω μου, όταν ασυνείδητα σήκωσε το βλέμμα της. Το πρόσωπό της μού φανερώθηκε στο φέγγος ενός γειτονικού φαναριού· και να που αναγνώρισα Αυτή που μ' αγαπάει: όχι την αθάνατη με το λευκό σύννεφο της μουσελίνας, αλλά ένα φτωχό κορίτσι της γης, ντυμένο μ' ένα ξεβαμμένο τσίτι. Μέσα στη φτώχεια της μού φαινόταν ακόμη γοητευτική, αν και χλωμή και καταπονημένη. Δε μπορούσα πια ν' αμφιβάλω: μπροστά μου ήταν τα μεγάλα εκείνα μάτια, τα βελούδινα χείλη της οπτασίας· κι ήταν επιπλέον, βλέποντάς την έτσι από κοντά, η γλυκύτητα εκείνη που δίνει η κόπωση στα χαρακτηριστικά.
Όπως στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο, τής άρπαξα το χέρι και το φίλησα. Σήκωσε το κεφάλι και μού χαμογέλασε αινιγματικά, δίχως να προσπαθεί να τραβήξει τα δάχτυλά της. Βλέποντάς με να μένω βουβός, με σφιγμένο το λαιμό από τη συγκίνηση, ανασήκωσε τους ώμους και κίνησε ξανά με το γοργό της βήμα.
Έτρεξα από πίσω της, τη συνόδευσα κρατώντας τη σφιχτά από τη μέση. Χαμογέλασε σιωπηλά· μετά ρίγησε και είπε με σιγανή φωνή:
«Κρυώνω· ας πάμε γρήγορα».
Ο φτωχός μου άγγελος κρύωνε! Κάτω από το μαύρο της σάλι, οι ώμοι της έτρεμαν στον κρύο αέρα της νύχτας. Τη φίλησα στο μέτωπο και τη ρώτησα σιγά:
«Με γνωρίζεις;»
Για τρίτη φορά σήκωσε τα μάτια και χωρίς δισταγμό:
«Όχι», μού αποκρίθηκε.
Δεν ξέρω τι σκέψη πέρασε απ' το μυαλό μου. Τώρα, κρύωνα εγώ με τη σειρά μου.
«Πού πάμε;» τη ρώτησα ξανά. Ανασήκωσε τους ώμους με μια μικρή γκριμάτσα ανεμελιάς· με την παιδική της φωνή μού λέει:
«Μα όπου θέλεις, σπίτι μου, σπίτι σου, δεν έχει σημασία».
IX
Συνεχίζαμε να περπατάμε ανηφορίζοντας τη λεωφόρο. Σ' ένα παγκάκι είδα δυο στρατιώτες, εκ των οποίων ο ένας μιλούσε με σοβαρό ύφος, ενώ ο άλλος άκουγε με σεβασμό. Ήταν ο λοχίας και ο νεοσύλλεκτος. Ο λοχίας, που μού φάνηκε πολύ ταραγμένος, μού απηύθυνε ένα περιπαικτικό χαιρετισμό και μουρμούρισε:
«Δανείζουν καμιά φορά οι πλούσιοι, κύριε». Ο νεοσύλλεκτος, τρυφερή κι απλοϊκή ψυχή, μού λέει με πονεμένο τόνο:
«Δεν είχα παρά μόνο αυτή, κύριε· κλέβετε Αυτή που μ' αγαπάει».
Διέσχισα το δρόμο και πήρα την επόμενη αλέα.
Τρεις πιτσιρίκοι έρχονταν προς το μέρος μας, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ' το μπράτσο και τραγουδώντας δυνατά. Αναγνώρισα τους μαθητές. Οι καημένοι δεν είχαν πια ανάγκη να παριστάνουν τους μεθυσμένους. Στάθηκαν λίγο, σκασμένοι στα γέλια· μετά μ' ακολούθησαν μερικά βήματα φωνάζοντάς μου ο καθένας διστακτικά:
«Ε, κύριος, η κυρία σάς απατά, η κυρία είναι Αυτή που μ' αγαπάει!»
Ένιωθα έναν κρύο ιδρώτα να μουσκεύει τους κροτάφους μου. Επιτάχυνα το βήμα μου, βιαστικός να φύγω, δίχως να σκέφτομαι πια τη γυναίκα που είχα στην αγκαλιά μου. Στην άκρη της λεωφόρου, τη στιγμή που θα εγκατέλειπα επιτέλους τον καταραμένο εκείνο τόπο, καθώς κατέβαινα το πεζοδρόμιο, έπεσα πάνω σ' έναν άνδρα καθισμένο αναπαυτικά στο ρείθρο.
Ακουμπούσε το κεφάλι στο πλακόστρωτο κι είχε το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό, παραδομένος σ' ένα περίπλοκο λογαριασμό που έκανε με τα δάχτυλά του.
Έστρεψε τη ματιά του και δίχως ν' αφήσει το προσκεφάλι του:
«Α! Εσείς είστε, κύριε», μού λέει ψελλίζοντας. «Πρέπει να με βοηθήσετε να μετρήσω τ' αστέρια. Έχω ήδη βρει κάμποσα εκατομμύρια, μα τρέμω μην ξεχάσω κανένα. Από τη στατιστική και μόνο, κύριε, εξαρτάται η ευτυχία της ανθρωπότητας».
Τον διέκοψε ένας λόξυγκας. Συνέχισε δακρυσμένος:
«Ξέρετε πόσο κοστίζει ένα αστέρι; Σίγουρα ο Πανάγαθος πρέπει να 'κανε μια μεγάλη σπατάλη εκεί πάνω κι ο λαός δεν έχει ψωμί, ε κύριε; Προς τι αυτά τα λαμπιόνια; Μήπως αυτό τρώγεται; Ποια είναι, σάς παρακαλώ, η πρακτική εφαρμογή τους; Πολύ που είχαμε ανάγκη αυτή την αιώνια γιορτή. Ε, λοιπόν, ο Θεός δεν είχε ποτέ την παραμικρή ιδέα κοινωνικής οικονομίας».
Είχε καταφέρει να μείνει καθισμένος· γυρόφερνε απλανές το βλέμμα του, κουνώντας απορημένα το κεφάλι. Έτυχε τότε ν' αντιληφθεί την παρουσία μου. Αναπήδησε και με πρόσωπο ξαναμμένο άπλωσε τα χέρια με πόθο.
«Ε, ε!» έκανε, «ετούτη είναι Αυτή που μ' αγαπάει!»
X
«Κοίταξε», μού λέει αυτή. «Είμαι φτωχή, κάνω ό,τι μπορώ για να βγάλω το ψωμί μου. Πέρυσι το χειμώνα, πέρναγα δεκαπέντε ώρες σκυμμένη πάνω από έναν αργαλειό και ψωμί δεν είχα κάθε μέρα. Την άνοιξη πέταξα το βελόνι από το παράθυρο. Μόλις είχα βρει μια απασχόληση λιγότερο κοπιαστική και περισσότερο επικερδή.
»Κάθε βράδυ ντύνομαι με λευκή μουσελίνα. Μόνη μου μέσα σ' ένα καλυβάκι, ακουμπώντας στην πλάτη μιας πολυθρόνας, έχω για δουλειά μου να χαμογελάω από τις έξι μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάπου κάπου, κάνω μια υπόκλιση και στέλνω ένα φιλί στο κενό. Με πληρώνουν τρία φράγκα την παράσταση.
»Απέναντί μου, πίσω από ένα τζαμάκι χωμένο στον τοίχο, βλέπω διαρκώς ένα μάτι να με κοιτάει. Είναι πότε μαύρο, πότε γαλάζιο. Δίχως αυτό το μάτι θα 'μουν πανευτυχής· μού χαλάει τη δουλειά. Κάθε τόσο, νιώθοντάς το πάντα, έτσι μόνο και καρφωμένο, με πιάνει τρόμος· μού 'ρχεται να βάλω τις φωνές και να φύγω.
»Μα πρέπει φυσικά να δουλέψω για να ζήσω. Χαμογελώ, χαιρετώ, στέλνω ένα φιλί. Τα μεσάνυχτα, ξεβάφομαι και ξαναβάζω το φτωχό μου φόρεμα. Χμ! Πόσες γυναίκες, δίχως να πιέζονται από τίποτα, παριστάνουν έτσι τις χαριτωμένες κοιτάζοντας έναν τοίχο».
Ζολά Εμίλ
(Μετφ. Βαρβάρα Παπαδοπούλου)
περιοδικό «Το Δέντρο», τεύχος 71 - 72
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1992

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου