Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

FEUILLE D' ALBUM

  
   Πραγματικά ήταν ανυπόφορος. Και κοντά στ' άλλα υπερβολικά ντροπαλός χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση. Και τόσο φορτικός. Έτσι κι ερχόταν στο ατελιέ σου ποτέ δεν ήξερε πότε έπρεπε να φύγει, αλλά καθόταν με τις ώρες μέχρι ν' αναγκαστείς να ουρλιάξεις και όταν επιτέλους σηκωνόταν να του δίνει κοκκινίζοντας, σε έκαιγε η επιθυμία να του πετάξεις στην πλάτη κάτι ασήκωτο. Το περίεργο ήταν πως εκ πρώτης όψεως φαινόταν εξαιρετικά ενδιαφέρων. Οι πάντες συμφωνούσαν σ' αυτό. Έμπαινες στο καφέ ένα βράδυ κι εκεί θα τον έβλεπες να κάθεται στη γωνία, μ' ένα ποτήρι καφέ μπροστά του, ένα αδύνατο μελαχρινό αγόρι που φορούσε ένα μπλε ζέρσεϋ κι ένα γκρι σακάκι από φανέλλα ένα δυο νούμερα μικρότερό του, κουμπωμένο από πάνω. Αυτό το μπλε ζέρσεϋ και το γκρι σακάκι με τα υπερβολικά κοντά μανίκια, τού έδιναν τον αέρα ενός παιδιού που την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και δεν έφυγε στα καράβια. Που το έσκασε, για να είμαστε ειλικρινείς, και από στιγμή σε στιγμή θα σηκωνόταν, θα κρεμούσε τα μπογαλάκια του με τις πιτζάμες και τη φωτογραφία της μαμάς του στον ώμο και θα πήγαινε κατ' ευθείαν να πνιγεί... Είχε μαύρα κοντοκουρεμμένα μαλλιά, γκρίζα μάτια με μακριά τσίνορα, χλωμό πρόσωπο κι ένα στόμα σουφρωμένο με δυσαρέσκεια λες και κρατιόταν με το ζόρι να μη βάλει τα κλάματα... Πώς μπορούσε κανείς να του αντισταθεί; Σφιγγόταν η καρδιά σου να τον βλέπεις. Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά υπήρχε και το τέχνασμα του κοκκινίσματος... Κάθε φορά που το γκαρσόν τον πλησίαζε γινόταν βυσσινής -λες και μόλις είχε βγει από τη φυλακή και το γκαρσόν ήταν στο κόλπο.
   «Ποιος είναι αγαπητή μου, μήπως γνωρίζεις;»
   «Ναι, το όνομά του είναι Ίαν Φρεντς. Ζωγράφος. Τρομερά προικισμένος, λένε». Κάποια άρχισε να τον πλησιάζει περιβάλλοντάς τον με τρυφερό μητρικό ενδιαφέρον. Τον ρωτούσε πόσο συχνά παίρνει νέα από το σπίτι του, αν έχει αρκετές κουβέρτες στο κρεβάτι του, πόσο γάλα πίνει την ημέρα. Αλλά όταν πήγε στο ατελιέ του να ρίξει μια ματιά στο απόθεμα των καθαρών καλτσών του, χτυπούσε και ξαναχτυπούσε και παρά το γεγονός πως θα μπορούσε να πάρει όρκο πως άκουγε κάποιον να αναπνέει μέσα, η πόρτα δεν άνοιγε...
   Κάποια άλλη αποφάσισε πως ο Ίαν έπρεπε να ερωτευθεί. Τον προσκάλεσε να καθίσει πλάι της, τον αποκαλούσε αγόρι, έγερνε πάνω του για να μυρίσει το άρωμα των μαλλιών της, έπιανε το μπράτσο του και του έλεγε πόσο υπέροχη θα ήταν η ζωή αν είχε λίγο κουράγιο και ένα βράδυ πήγε σπίτι του και χτύπησε την πόρτα του... Αλλά μάταια...
   «Αυτό που πραγματικά χρειάζεται αυτό το καημένο το παιδί, είναι μια καθολική αφύπνιση», δήλωσε μια τρίτη.
   Έτσι τον έπαιρνε μαζί της στα καφενεία και στα καμπαρέ, σε χοροεσπερίδες και σε μέρη όπου έπινες κάτι με γεύση χυμού βερίκοκου σε κονσέρβα, αλλά το πλήρωνες 27 σελίνια το μπουκάλι και υποτίθεται ότι ήταν σαμπάνια, σε κεντράκια πολύ συναρπαστικά για να βρεθούν λέξεις να τα περιγράψουν, όπου καθόσουν στο πιο φρικτό σκοτάδι και όπου πάντα κάποιος είχε πυροβοληθεί το προηγούμενο βράδυ... Αλλά αυτός παρέμενε αδιάφορος. Μόνο μια φορά μέθυσε πολύ, αλλά αντί να «ανθίσει» απροσδοκήτως, καθόταν εκεί σαν μούμια με δυο κηλίδες κόκκινου στα μάγουλα, σαν ένα νεκρό ομοίωμα -θυμάσαι εκείνο το παλιό κομμάτι, σαν μια «σπασμένη κούκλα». Όταν τον πήγε σπίτι του είχε πλήρως συνέλθει και τής είπε «Καληνύχτα» την κατάλληλη στιγμή κάτω στο δρόμο, λες και είχαν πάει μαζί στην εκκλησία... Όλα μάταια...
   Ποιος ξέρει ύστερα από πόσες προσπάθειες -γιατί το πνεύμα της αγαθοεργίας σβήνει δύσκολα στις καρδιές των γυναικών- παραιτήθηκαν. Βέβαια η συμπεριφορά τους απέναντί του είχε ακόμη αποπλανητικές διαθέσεις, τον καλούσαν στις εκθέσεις τους, τού έπιαναν κουβέντα στο καφέ, αλλά αυτό ήταν όλο. Όταν κάποια είναι καλλιτέχνις, απλούστατα δεν έχει καιρό για ανθρώπους που δεν ανταποκρίνονται. Έτσι δεν είναι;
   «Και στο κάτω - κάτω μού φαίνεται πως κάτι ύποπτο πρέπει να υπάρχει, δε νομίζεις κι εσύ; Δε γίνεται να είναι όλα τόσο καθαρά και αθώα όσο φαίνονται. Γιατί να έρθεις στο Παρίσι αν θέλεις να είσαι μαργαρίτα στον αγρό; Όχι, δεν είμαι καχύποπτη, αλλά...»
   Έμενε στη σοφίτα ενός ψηλού πένθιμου κτιρίου με θέα προς το ποτάμι. Ήταν ένα απ' αυτά τα κτίρια που μοιάζουν τόσο ρομαντικά τις νύχτες με βροχή αλλά και τις νύχτες με φεγγάρι, όταν τα παραθυρόφυλλα και η βαριά εξώπορτα είναι κλειστά και η επιγραφή ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ λάμπει άθλια εγκαταλειμμένη, πέρα από λέξεις. Ένα απ' αυτά τα κτίρια που μυρίζουν τόσο αντιρομαντικά όλο το χρόνο και η θυρωρός ζει σ' ένα γυάλινο κλουβί στο ισόγειο τυλιγμένη μ' ένα βρομερό σάλι, βράζοντας πάντα κάτι σε μια κατσαρόλα και ρίχνοντας συνεχώς με μια κουτάλα μεζεδάκια στον πρησμένο  γέρικο σκύλο που κυλιέται σ' ένα μαξιλάρι με χάντρες... Σφηνωμένο ψηλά στον αέρα, το στούντιο είχε μια υπέροχη θέα. Τα δυο μεγάλα παράθυρα πλαισίωναν τα νερά, μπορούσε να βλέπει τις βάρκες και τα ποταμόπλοια να ταλαντεύονται πάνω και κάτω και τις παρυφές ενός νησιού με πυκνά δέντρα που έμοιαζαν μ' ένα στρογγυλό μπουκέτο. Το πλαϊνό παράθυρο έβλεπε απέναντι σ' ένα άλλο σπίτι μικρότερο και πιο ρυπαρό και κάτω υπήρχε μια υπαίθρια αγορά φυτών και λουλουδιών. Μπορούσες να δεις τις κορυφές από τις τεράστιες ομπρέλες με βολάν λαμπερών λουλουδιών να τους ξεφεύγουν και τις παράγκες σκεπασμένες με ριγέ τέντες όπου πουλούσαν φυτά σε κασόνια και συστάδες βρεγμένων και αστραφτερών φοινικόδεντρων σε δοχεία από τερακότα. Ανάμεσα στα λουλούδια οι ηλικιωμένες γυναίκες έτρεχαν από τη μια άκρη στην άλλη σαν τα καβούρια. Πραγματικά δεν είχε καμιά ανάγκη να βγει έξω. Αν καθόταν στο παράθυρο μέχρι ν' ασπρίσει η γενειάδα του και να πέσει στο περβάζι, ακόμη και τότε κάτι θα έβρισκε να σχεδιάσει... Πόσο έκπληκτες θα έμεναν αυτές οι τρυφερές γυναίκες αν είχαν καταφέρει να παραβιάσουν την πόρτα του. Διατηρούσε το στούντιό του ευπρεπισμένο και καθαρό σαν καρφίτσα. Τα πάντα είχαν τοποθετηθεί έτσι ώστε να παρασταίνουν κάτι, μια μικρή «νεκρά φύση» -οι κατσαρόλες με τα χερούλια τους στον τοίχο πίσω από την κουζίνα του γκαζιού, το μπολ με τα αυγά, το βάζο για το γάλα και η τσαγιέρα στο ράφι, τα βιβλία και η λάμπα με το αμπαζούρ από πλισαρισμένο χαρτί στο τραπέζι. Μια ινδική κουρτίνα με παραστάσεις κόκκινων λεοπαρδάλεων να βηματίζουν γύρω - γύρω στις άκρες σκέπαζε το κρεβάτι του και στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι στο ίδιο επίπεδο με τα μάτια όταν ξάπλωνες, υπήρχε μια μικρή τυπωμένη επιγραφή ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ ΑΜΕΣΩΣ.
   Όλες οι μέρες ήταν λίγο πολύ ίδιες. Όσο το φως ήταν δυνατό παρέμενε σκλάβος της ζωγραφικής του, μετά μαγείρευε και καθάριζε το δωμάτιο. Και τα βράδια πήγαινε στο καφέ ή καθόταν μέσα και διάβαζε ή έφτιαχνε περίπλοκες λίστες εξόδων με τίτλους: «Με πόσα πρέπει οπωσδήποτε να περάσω» και τις υπέγραφε «ορκίζομαι να μην ξαναπεράσω το ως άνω ποσόν τον μήνα που έρχεται. Υπογραφή Ian French». 
   Τίποτα το ύποπτο μέχρις εδώ. Αλλά αυτές οι οξυδερκείς γυναίκες είχαν δίκιο. Δεν ήταν μόνον αυτό.
   Ένα βράδυ καθόταν στο παράθυρό του τρώγοντας κάτι δαμάσκηνα, πετώντας τα κουκούτσια στις κορυφές των τεράστιων ομπρελών κάτω στην άδεια αγορά των λουλουδιών. Είχε βρέξει -η πρώτη πραγματικά ανοιξιάτικη βροχή του χρόνου- αστραφτερές πούλιες κρέμονταν από παντού και ο αέρας μύριζε μισάνοιχτους ανθούς και υγρό χώμα. Οι φωνές ηχούσαν στον σκιερό αέρα νωθρές και ηδονικές και όσοι έβγαιναν να κλείσουν τα παράθυρά τους και να στερεώσουν τα εξώφυλλα έγερναν έξω. Κάτω στην αγορά, τα δέντρα είχαν το σφρίγος του φρέσκου πράσινου. Τι είδους δέντρα είναι; διερωτήθηκε. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο φανοκόρος. Η ματιά του έπεσε στο απέναντι σπίτι. Και ξαφνικά σαν απάντηση στο κοίταγμά του, τα δυο παραθυρόφυλλα  άνοιξαν κι ένα κορίτσι βγήκε στο άδειο μπαλκόνι κουβαλώντας μια γλάστρα με νάρκισσους. Ήταν ένα περίεργα αδύνατο κορίτσι μέσα σε μια σκούρα ποδιά, μ' ένα τριανταφυλλί μαντήλι δεμένο στα μαλλιά της. Τα μανίκια της ήταν ανασηκωμένα  σχεδόν ως τους ώμους της και τα αδύνατα μπράτσα της έλαμπαν πάνω στο σκούρο ύφασμα.
   «Ναι, είναι αρκετά ζεστά έξω. Θα τους κάνει καλό», είπε, αφήνοντας κάτω τη γλάστρα και στρέφοντας προς κάποιον μέσα στο δωμάτιο. Καθώς γύρισε έβαλε τα χέρια της στο μαντήλι και συμμάζεψε μερικά τσουλούφια μαλλιών. Κοίταξε κάτω στην άδεια αγορά και μετά ψηλά στον ουρανό, αλλά εκεί που αυτός καθόταν δεν θα υπήρχε παρά μονάχα ένα κοίλωμα στον αέρα. Απλούστατα δεν κοίταξε καν το σπίτι απέναντι. Και αμέσως μετά εξαφανίστηκε.
   Η καρδιά του έπεσε από το παράθυρο του ατελιέ του στο μπαλκόνι του σπιτιού απέναντι και θάφτηκε στη γλάστρα με τους νάρκισσους κάτω από τα μισάνοιχτα λουλούδια και τις λόγχες του πράσινου... Συμπέρανε πως το δωμάτιο με το μπαλκόνι ήταν το καθιστικό και το διπλανό η κουζίνα. Άκουγε τον θόρυβο από τα πιάτα καθώς τα έπλενε μετά το δείπνο και ύστερα ερχόταν στο παράθυρο, χτυπούσε ένα μικρό σφουγγαρόπανο στο χείλος του τοίχου και το κρεμούσε σ' ένα καρφί για να στεγνώσει. Ποτέ δεν τραγουδούσε, ούτε ξέπλεκε τα μαλλιά της και δεν άπλωνε τα μπράτσα της στο φεγγαρόφωτο όπως υποτίθεται κάνουν τα κορίτσια. Και πάντα φορούσε την ίδια σκούρα ποδιά και το ροζ μαντήλι στα μαλλιά της... Με ποιον ζούσε; Κανένας άλλος δεν εμφανιζόταν στα δύο παράθυρα και πάντα μιλούσε σε κάποιον μέσα στο δωμάτιο. Έβγαλε το συμπέρασμα πως η μητέρα της ήταν ανάπηρη. Αναλάμβαναν να ράβουν σπίτι. Ο πατέρας είχε πεθάνει... Όταν ζούσε, ήταν δημοσιογράφος -πολύ χλωμός, με μακριά μουστάκια και μια μάζα μαύρων μαλλιών να πέφτει στο μέτωπό του.
   Εργαζόμενες όλη την ημέρα μόλις έβγαζαν μερικά χρήματα να ζουν, αλλά ποτέ δεν έβγαιναν έξω  και δεν είχαν φίλους. Τώρα, όταν καθόταν στο τραπέζι του, έφτιαχνε εντελώς διαφορετικές ενυπόγραφες δηλώσεις μετά όρκων... Να μη βγει στο πλαϊνό παράθυρο πριν μια συγκεκριμένη ώρα: υπογραφή IAN FRENCH. Να μην την σκεφτεί πριν εγκαταλείψει τα πινέλα του για την ημέρα: υπογραφή IAN FRENCH...
   ... Αλλά πώς μπορούσε να την πλησιάσει; Η τωρινή κατάσταση μπορούσε να τραβήξει χρόνια...
   Και τότε ανακάλυψε, πως μια φορά την εβδομάδα, τα βράδια, αυτή πήγαινε να ψωνίσει. Δυο συνεχείς Πέμπτες, βγήκε στο παράθυρο φορώντας μια πελερίνα παλιάς μόδας πάνω από την ποδιά της, κρατώντας ένα καλάθι. Από εκεί που καθόταν δεν μπορούσε να δει την εξώπορτα του σπιτιού της, αλλά την επόμενη Πέμπτη το βράδυ την ίδια ώρα, άρπαξε το καπέλο του και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Ένα όμορφο τριανταφυλλένιο φως σπαρταρούσε στο ποτάμι, οι άνθρωποι που τον προσπερνούσαν είχαν ροζ πρόσωπα και ροζ χέρια, το ροζ φως σκέπαζε τα πάντα. Ακούμπησε στον τοίχο περιμένοντας, αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι θα της έλεγε ή τι θα έκανε... «Να την, έρχεται», είπε μια φωνή μέσα του. Περπατούσε πολύ γρήγορα, με μικρά ελαφρά βήματα, στο ένα χέρι κρατούσε το καλάθι με το άλλο συγκρατούσε τη μπέρτα της μπροστά. Τι μπορούσε να κάνει; Μόνο να την ακολουθήσει... Πρώτα πήγε στο παντοπωλείο και έμεινε αρκετή ώρα και μετά πήγε στο κρεοπωλείο όπου έπρεπε να περιμένει τη σειρά της. Μετά έμεινε έναν αιώνα στον υφασματέμπορο ψάχνοντας να ταιριάξει κάτι και μετά στο φρουτοπωλείο όπου αγόρασε ένα λεμόνι. Καθώς την παρακολουθούσε ένιωσε με μεγαλύτερη πίεση την ανάγκη να βρει έναν τρόπο να την πλησιάσει, τώρα. Η αταραξία της, η σοβαρότητα και η μοναξιά της, ο τρόπος που περπατούσε σαν να έπρεπε να τελειώνει στα γρήγορα μ' αυτό τον κόσμο των μεγάλων, όλα ήταν τόσο φυσικά γι' αυτόν και τόσο αναπόφευκτα.
   «Ναι, έτσι συμπεριφέρεται πάντα», σκέφτηκε με περηφάνια. «Είναι σαν εμένα. Δεν έχουμε τίποτα το κοινό με αυτούς τους ανθρώπους...»
   Αλλά τώρα εκείνη επέστρεφε σπίτι της κι αυτός ήταν το ίδιο μακριά της, όπως πάντα. Ξαφνικά μπήκε στο γαλακτοπωλείο και την είδε μέσα από το τζάμι να αγοράζει ένα αυγό. Το διάλεξε με προσοχή -ήταν καφέ, με ωραίο σχήμα, ένα αυγό που και ο ίδιος θα είχε διαλέξει. Και μόλις εκείνη βγήκε, εκείνος μπήκε. Σ' ένα λεπτό ξαναβγήκε και ακολουθώντας την προσπέρασε το σπίτι του και κατά μήκος της αγοράς των λουλουδιών, αποφεύγοντας να συγκρουστεί με τις ομπρέλες και ποδοπατώντας τα πεσμένα λουλούδια και τα στρογγυλά σημάδια που είχαν αφήσει οι γλάστρες.... Σύρθηκε μέσα στην πόρτα της και αμέσως μετά στις σκάλες, φροντίζοντας να βηματίζει συγχρόνως  με κείνη για να μην τον καταλάβει... Επιτέλους σταμάτησε στο πλατύσκαλο κι έβγαλε το κλειδί από το τσαντάκι της. Καθώς το έβαζε στην κλειδαριά έτρεξε και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της.
   Κοκκινίζοντας, ένα πιο κόκκινο από κάθε άλλη φορά, αλλά κοιτάζοντάς την επιτιμητικά, σχεδόν οργισμένα, της είπε: «Με συγχωρείτε δεσποινίς, σάς έπεσε αυτό».
   Και τής έβαλε στο χέρι ένα αυγό.  
 
Μάνσφιλντ Κάθριν 
(Μετφ. Νατάσα Χατζιδάκι)
Περιοδικό «Η Λέξη», Αθήνα 1982

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου