Ο πουλητής των θαλασσινών κατέβηκε πάλι στον κυματοθραύστη. Άφησε την καλαθούνα του στα βραχάκια, δάγκωσε τ' απάνω χείλι δίχως αφορμή, και βάλθηκε να κοιτάζει τα νερά με βλέμμα κάπως αξεδιάλυτο, θαρρείς πολύ μακρινό...
Είχε γνωρίσει τη δόξα μιας μεγάλης πελατείας σ' αυτές τις ακτές του Σαρωνικού, που περνούσε κάπου είκοσι χρόνια. Ήξερε τον κάθε παραλή απ' τα μισίδια (1), την αμαρτωλή γυναίκα απ' το πόδι, κι έκανε φτηνές μεσιτείες ανάμεσα σ' ένα θαλασσινό και δυο πενηντόφραγκα. Ήτανε Αρμένης, χρόνια χήρος, μ' έναν αδελφό που παραστράτησε στην Ιταλία για να σπουδάσει γλυπτική από κάποιο κληροδότημα.
Όταν ανάψουν τα φώτα της ακτής και η θάλασσα γίνει λουλακιά, μελανιά, μισοσκότεινη, ο πουλητής των θαλασσινών κατεβαίνει στον κυματοθραύστη, κάθεται σε κάποιο βραχάκι, κι απομένει σ' απόλυτη συλλογή, μονάχος, με το γαλάζιο μάτι του να κοιτάζει το απέραντο θαλασσινό τοπίο -ακίνητος, χωρίς έκφραση, δίχως καμιά προσμονή... Το πελώριο κουρεμένο κεφάλι κάνει μεγάλο αγώνα για να στηριχτεί σ' αυτή την κοντόπαχη, τοξινωμένη σάρκα· τα μικρά, παιδικά χέρια, καταχωνιασμένα μέσα στις κατάψυχρες τσέπες, ζουν τη θαλπωρή της ανεργίας -αυτά που βαρέθηκαν να κρατούν είκοσι χρόνια μια καλαθούνα με θαλασσινά...
Όσο πυκνώνει το σκοτάδι, τούτος στέκεται σιωπηλός κι ακίνητος, χαμένος προς στη θάλασσα, που ανασαίνει γεμάτη αυτάρκεια. Κοιτιούνται ο σιωπηλός άνθρωπος κι εκείνη, μα δεν μπορούν να θυμηθούν πιο στενή γνωριμιά σ' αυτά τα είκοσι χρόνια, γιατί ο πουλητής των θαλασσινών δεν την άγγιζε ούτε με τις ψίχες (2) των δαχτύλων. Άφηνε τον εαυτό του να τη νιώθει μονάχα σαν μια πολύ ακριβή, καταχωνιασμένη κάπου στην ψυχή του με τόση φρόνηση και πίκρα...
Όταν πια γίνεται ο ίσκιος του απίθανος πάνω στα νερά, ανακουνιέται στο βραχάκι, παίρνει βαθιά ανάσα, κι αρχίζει να βγάζει απ' τη δεξιά του τσέπη ψιλά χαλίκια, μικρές πετρούλες, που τις πετά με χρόνο πάνω στη ριγηλή (3) τσίπα (4) της, σαν βελονιές μπηχτές -πικρές, φαρμακερές βελονιές. Τούτο στην αρχή γίνεται με άνεση. Μα σε λίγο μακραίνει το στόχο κι αγωνίζεται να φτάσει στην άκρη του ορίζοντα με μιαν ασήμαντη πετρίτσα πάνω στην απέραντη θαλασσινή μασκάλη. Κανείς δεν τον προσέχει. Εκείνη έχει γίνει πράσινη και μυστική, χαϊδεύεται με τα βράχια, λέει κάτι στα φύκια, κι έπειτα αρχίζει ένα ψιθύρισμα με τον ουρανό, που δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει...
Το φθινόπωρο έπεσε μ' ένα πλατανόφυλλο πάνω στην έρημη βεράντα, γεμίζοντας το προάστιο ευγένεια. Τα δέντρα το δέχτηκαν μ' εγκαρτέρηση. Στην παραλιακή λεωφόρο το καθυστερημένο τραμ αποφάσισε να σύρει την κατάφωτη μοναξιά του, μα ξαναστάθηκε για να πάρει κάποιον αργοπορημένο. Μέσα στο σκοτάδι ο πουλητής των θαλασσινών δεν ξεχωρίζει απ' τη θάλασσα. Έχει ρίξει και την τελευταία του πετρίτσα, ανακίνησε τους ώμους, πήρε το καλάθι παραμάσκαλα κι ανέβηκε μέσα σε βαθιά σιωπή.
Το φθινόπωρο είχε μπει από κείνο το βράδυ.
Ανάμεσα στο λιγοστό κόσμο που ήρθε για ν' αποχαιρετήσει τη θάλασσα, είχε καταφύγει κι ένα ζευγάρι κοντά στην εξέδρα κάποιου κέντρου. Εκείνος φαινόταν πιο ζωηρός, ίσως γιατί είχε πεθυμήσει πολύ δυνατά στη ζωή του. Η νέα άφησε στα θρανία του γυμνασίου την ξεγνοιασιά και πήρε μονάχα την ομορφιά της. Ξεκίνησαν. Και η ομορφιά της έχει σταθεί το μεγάλο εμπόδιο για τη νίκη. Τότε εκείνος έφυγε αφήνοντας πίσω του τον ωκεανό, ένα τετράδιο με ποιήματα και την αρετή της ακόμη.
Κουβεντιάζουν σιγαλά. Ανάμεσα στη σιωπή που αφήνουν τα λόγια τους, περνά η θάλασσα να τούς θυμίσει πως το κορμί δεν ταξιδεύει μονάχο...
Σε μια στιγμή ζήτησε τα μάτια του. Την κοίταξε...
«Εκεί στην ξενιτιά πώς έζησες; Πού ξόδευες τα λεφτά σου; Ως πού είχαν φτάσει οι χίμαιρές σου;»
«Α...» έκανε μ' αδιαφορία το παλικάρι και θέλησε να κοιτάξει προς τη θάλασσα. «Απόφυγα τα μικρά πάθη, που αρρωσταίνουν τη θέληση και τη σκέψη...»
Κοιτιούνται. Το κύμα έφτασε ίσαμε τη φυρονεριά (5) -έγινε μια άσπρη γλώσσα διψασμένη, στυφή και ηδονόχαρη. Μα η κοπέλα επιμένει:
«Πες μου κανένα απ' τα μεγάλα σου πάθη...»
Εκείνος σκύβει και γράφει πάνω στην άσπρη πετσέτα τ' όνομά της. Τότε ένα δυνατό κύμα πάλι ξεχύθηκε απ' τη θάλασσα, παράσυρε κάτι ρόδινα χαλίκια, που ήταν πια βέβαια πως κέρδισαν τη γήινη ασφάλεια, κι έβρεξε τα πόδια τους. Μα εκείνου τού φάνηκε πως είχε φτάσει ίσαμε την επιφάνεια του τραπεζιού και είχε μουσκέψει την πετσέτα, σβήνοντας τ' όνομα πάνω απ' τη λευκή αταραξία των ματιών τους...
Τον κοιτάζει άφωνη. Στα μάτια της το ημίφωτο μιας επιθυμίας, που τρέμει μήπως γίνει λάμψη και σβηστεί. Τα πάνυγρα χείλη ρωτούν για να μην απαντήσουν:
«Έχουν περάσει δέκα χρόνια...»
«Ναι... Δέκα χρόνια...» ξαναλέει εκείνος.
Γυρίζουν και ξανακοιτάζουν τη θάλασσα. Τότε εκείνος θυμήθηκε πως ήτανε ποιητής:
«Εγώ ήμουνα το φύκι, μα εσύ η ρίζα. Όσο περνούσε ο καιρός, ένιωθα τη θάλασσα να με φέρνει στην ξηρά. Είναι μια ξαφνική αρρώστια, που κλίνει για πάντα τη ζωή...»
Ζήτησε με τα μάτια του τα χείλη της, μα εκείνη απόφυγε απλώνοντας δυο ακέραιες οδοντοσειρές για να κρύψει τις επιθυμίες της:
«Ήθελα να ζούσα κι εγώ στις Ιντίες, στα νησιά του Ειρηνικού και όπου αλλού πέρασες... Αν είχες τολμήσει να με πάρεις τότε που τελειώναμε το γυμνάσιο...»
Βρήκε καταφυγή πάλι στη θάλασσα. Την παρακαλούσε: να τα ρίξει όλα μέσα της. Δέκα ολόκληρα χρόνια μέσα στο κύμα, που είναι αφρός και βύθος μαζί... Ας σκοτείνιαζε γρήγορα για να κατεβάσει το βλέμμα του απ' τα ματόφρυδά της, που δεν μπορούν να κρατήσουν τ' αμαρτωλά μυστικά των δέκα χρόνων...
Θέλει ν' αποφύγει:
«Θυμάσαι εκείνον το θεολόγο μας, που κυνηγούσε τις όμορφες και σιχαινότανε τη μυρωδιά του κρεμμυδιού;»
Το παλικάρι γέλασε κι έγινε παιδί:
«Ναι... ζωγράφιζε, θυμούμαι, λίγο...»
Εκείνη τώρα πετούσε, πετούσε δυνατά και δε φοβότανε τα φρύδια της:
«Θυμάσαι, που αφήσαμε μέσα στο συρτάρι της έδρας δυο κομμένα κρεμμύδια, και σαν το άνοιξε, πετάχτηκε ίσαμε το ταβάνι;»
Το παλικάρι δε θυμόταν, μα είπε «ναι...». Κι εκείνη έτρεχε, έτρεχε... Το μάτι της θόλωνε απ' τα όνειρα:
«Λοιπόν, είχε γίνει μεγάλη φασαρία. Μάς πήγανε στο γυμνασιάρχη. Μα κανείς δεν βρήκε τον αίτιο... Ήμουν εγώ. Και ξέρεις γιατί;»
Ήταν το μόνο που ήξερε το παλικάρι:
«Ναι, γιατί ήσουν όμορφη...»
Εκείνη κατέβασε το κεφάλι και το μάτι της έσταξε αστροδάκρυ.
Στάθηκε μπροστά της ένα κοριτσάκι με λουλούδια. Ήταν καλοχτενισμένο. Μόλις τα 'χε κόψει απ' τον κήπο του σπιτιού τους, για να τής ράψει η μανούλα την καινούργια, σκολιανή ποδιά.
«Έχει τα μάτια σου», τού λέει το κορίτσι. «Θα τα πάρω όλα τα ζαμπάκια (6)».
«Να τα πάρεις όλα», θέλησε κι εκείνος.
Μα εκείνη δεν μπορεί πια ν' αφήσει τα φτερά της:
«Λοιπόν, κανένας δεν το 'βαλε με το νου του, πως μπορούσε να ήμουν εγώ...»
Το παλικάρι αφηρημένο ξανάπε:
«Κανένας...»
Ύστερα φωτίστηκε και πρόστεσε:
«Ούτε σε μένα θέλησες να το εμπιστευθείς. Από τότε...» έκανε να πει σιγαλά, μα η φράση του άγγισε το λεπίδι της νύχτας κι έγινε κομμάτια. Τότε δοκίμασε να πάρει ένα κομμάτι: Έτσι γίνεται σε μερικούς ανθρώπους. Για να μην προφτάσεις να τους πεις ένα «γιατί;» δε ρωτούν πια ποτέ στη ζωή τους...
Γύρω τους έπεφτε τ' απόφεγγο και το σκοτάδι κατέβαινε πυκνό. Εκείνη πια είχε ασφαλίσει τα ματόφρυδά της. Ο πουλητής πέρασε από μπροστά τους, σκέφτηκε πόσο ταιριασμένοι ήταν, ρώτησε, αν θέλαν μερικά θαλασσινά, μα δεν τον πρόσεξαν. Ξαφνικά σηκώθηκε ανεμοστρόβιλος. Η θάλασσα απομονώθηκε μέσα στο σκοτάδι, μάνιασε, έριξε τις πλεξούδες της αλλόφρονη κι έτρεξε να δαρθεί με τα νησιά και τους φάρους. Τότε, στο βυθό, η στρογγυλή πετρούλα του Αρμένη έσμιξε με το χαλίκι που άρπαξε το κύμα μέσα απ' τα πόδια του ζευγαριού. Ταίριασαν κι αυλάκωναν το νερό με τη συντροφιά τους...
Μα επειδή η ψύχρα δυνάμωνε, οι άνθρωποι της ακτής αποφάσισαν να βρουν καταφυγή μέσα στο κέντρο.
Το κέντρο ανέβασε τις τέντες του, ταχτοποίησε τις τζαμαρίες και συμμαζεύτηκε στον εαυτό του. Δυο τραπεζάκια ήταν ιδιαίτερα περιποιημένα στη γωνιά που έβλεπε προς τη θάλασσα. Θα περίμεναν ακριβούς πελάτες. Προτίμησαν εκεί να καθίσουν και οι νέοι, μα το γκαρσόνι παρακάλεσε να μην επιμείνουν. Τα είχαν κρατημένα για κάτι νιόπαντρους. Τότε προτίμησαν το πλαϊνό, και ξεχάστηκαν μεσ' στο λαϊκό τραγούδι που ερχόταν λιγωμένο απ' τη Σόφια.
Το παλικάρι ρώτησε:
«Άλλο δεν έχεις να μου πεις απ' το γυμνάσιό μας;»
«Α...» έκανε το κορίτσι, «ύστερ' από το σκολειό ήρθανε όλα χωρίς να τα περιμένει κανείς... Μα η ζωή του σκολειού ήταν η πιο δική μας...»
Το παλικάρι στάθηκε δίβουλο και την πρόσεξε. Εκείνη έκαμε μια αδιόρατη κίνηση για να σώσει κάτι απ' τα μυστικά του δεκάχρονου χωρισμού, που κρυφολέγανε τα φρύδια της.
«Ύστερ' απ' τα βιβλία αρχίζει η πραγματική ζωή κι εσύ θέλεις να μείνεις σ' αυτήν! Περίεργο!» έκανε απορημένος.
«Όχι», είπε τότε ζωηρά εκείνη, για να προλάβει μια κακή του σκέψη. «Τώρα που βρίσκομαι πλάι σου, τα θυμάμαι όλα τόσο καθαρά...»
Απ' την κεντρική πόρτα μπήκε μια παρέα από τρεις. Μια γυναίκα και οι άντρες με σμόκιν. Φαίνονταν καλοδιάθετοι, μα σοβαροί. Η γυναίκα φορούσε το μαύρο της ταγιέρ κι είχε δυο μικρά, κατάμαυρα ματάκια, που ερευνούσαν χωρίς συνείδηση τα γύρω. Ο ένας, πιο ηλικιωμένος, με λίγες φακίδες στο πρόσωπο, φαινόταν να στέκεται πλάι τους. Ήταν ο κουμπάρος. Και οι τρεις συνέχιζαν μια ιστορία, που θα 'χε αρχίσει απ' το δρόμο, που θα 'ταν διασκεδαστική, γιατί μόλις τελείωσε, η γυναίκα ξανακοίταξε τον κουμπάρο με αγωνία, περιμένοντας κάτι ακόμα για να λυθεί η σιωπή. Ο γαμπρός θα 'χε περάσει τα σαράντα. Ήταν ψηλός, στεγνός, κατάμαυρος κι αδέξιος στις κινήσεις του, μα φτασμένος κάπου με πολλή τιμιότητα. Πάνω στο δεξί του φρύδι μια βαθιά, πικραμένη ρυτίδα. Κοντά του, εκείνη, μικρόσωμη κι ασθενική, φαινόταν σαν παιδί φοβισμένο κι άπραγο, γι' αυτό κατάφευγε στον κουμπάρο ζητώντας σωτηρία μέσα στην αμηχανία της. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν μέσα σ' ένα μήνα. Ίσως φύγουν για την Αυστραλία, μα εκείνη ελπίζει ως την ημέρα του φευγιού. Προετοιμάζεται κι ελπίζει... Όταν πια όλα τελείωσαν, έσκυψαν να διαβάσουν το menu κι αποφάσισαν να κοιτάξουν τον κόσμο γύρω τους.
Και όλοι πια τότε έγιναν ένα.
Πρώτος τόλμησε να πλησιάσει ο πουλητής των θαλασσινών. Μήπως προτιμούν τίποτε φρέσκο; Εκείνη έκανε μια ασήμαντη ερώτηση στον κουμπάρο, ο γαμπρός άναψε το πούρο του και κανείς δεν τον πρόσεξε. Ο Αρμένης ξανατόλμησε. Τίποτα. Μα την τελευταία στιγμή, καθώς ετοιμαζόταν να βγει απ' τη τζαμένια πόρτα, μέσα στο πέλαγος του κόσμου που σερβιριζόταν, ένα χέρι τού διάνεψε (7). Κάποιο αδύνατο παλικάρι ίσαμε τριάντα δύο χρονών ήθελε κανένα θαλασσινό. Χτες είχε ξαναέρθει τέτοια ώρα για να ξεζαλιστεί απ' τις πρόβες του ενακτήριου που έδωσε σήμερα το πρωί για την έδρα του Ποινικού Δικαίου. Μίλησε μπρος σε σοφό πλήθος «Περί της καταστάσεως ανάγκης καθόλου και δη εις το παρ' ημίν δίκαιον». Το πρόσωπό του ήτανε ξέθωρο, το μαλλί του πρόωρα μαραμένο, μα το μέλλον του σίγουρο κι απλό. Κουβέντιασαν κάπως δυνατά για τα θαλασσινά και κάπως χαμηλόφωνα για οτιδήποτε άλλο φρέσκο είχε... Είχανε ξαναμιλήσει κι άλλοτε, γιατί ο νέος έμενε κάπου εδώ στο προάστιο. Χωρίστηκαν ανάμεσα απ' όλους μ' ένα κίνημα των ματιών:
«Ναι;»
«Ναι».
Ο Αρμένης γύρισε την πλάτη κι ετοιμαζόταν να βγει, μα ξαφνικά τα φώτα της παραλίας έσβησαν από μια βλάβη του συμπυκνωτή. Η ακτή βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ο Αρμένης στάθηκε, σκόρπισε την ανασεμιά του μέσα στα δάχτυλα, κάτι υπολόγισε, και ξεκίνησε για τα μεγάλα ξενοδοχεία. Πίσω του η θάλασσα δερνόταν...
Ο γαμπρός, κουβεντιάζοντας με κέφι στους άλλους δυο, άπλωσε δειλά το χέρι κι έσφιξε δυνατά τα δάχτυλα της γυναίκας του. Εκείνη μέσα στο στοργικό σκοτάδι ένιωσε κάποιο ανατρίχιασμα απ' τη δυναστεία του χεριού -του χεριού που είχε γνωρίσει την αφή των πραγμάτων κάπου είκοσι χρόνια πριν απ' το δικό της, γι' αυτό ήτανε βάρβαρο. Μια φλόγα χτύπησε τα μάγουλά της. Τίναξε αλαφριά τ' αθώο της μέτωπο και πέρασε μπρος απ' τα μάτια της η τελευταία φωτεινή εντύπωση πριν απ' το σκοτάδι: Το ζευγάρι που καθόταν πλάι τους. Σκέπτεται: «Θ' αγαπιούνται. Εκείνος είναι νέος. Θ' αγαπιούνται αληθινά...» Το δυνατό χέρι, που θα γίνει οδηγητής, σταματά τ' αποσιωπητικά του ρεμβασμού της. Θέλει! Κι εκείνη νιώθει τώρα την ανάγκη να φθονήσει! Μα το χέρι από τούτη πια την ώρα αρχίζει να οδηγεί. Μιλά ήρεμα ένας έφηβος πριν από είκοσι χρόνια, που δούλευε σε μεταλλεία κι ονειρευόταν μέσα απ' τη σκληράδα τους να βγάλει ένα τέτοιο αρχοντικό χεράκι... Από τότε πια έμαθε να θέλει δυνατά.
Οι δυο νέοι ρίχτηκαν λεύτεροι στην αγκαλιά του σκοταδιού. Μόλις αφήνει τα χείλη του, ξαναμιλά για το σκολειό της. Να το θυμάται εκείνο το γεροντοπαλίκαρο, το μαθηματικό τους, που τις τελευταίες μέρες της χρονιάς έκανε πάντα εξομολογήσεις στους τελειόφοιτους για το «μοναδικό του» έρωτα; Το παλικάρι φέρνει τα χείλη του μέσα στα μαλλιά της. Σκέπτεται: τον ωκεανό που τους χώρισε δέκα χρόνια. Εκείνου ήταν από θάλασσα, και θα ξεχνιόταν μέσα στη θρακιά -εκείνης από τι να ήταν; Το κορίτσι ξαφνιάζεται με τη σιωπή του. Φοβάται να ρωτήσει «γιατί;» Εκείνος διστάζει να ρωτήσει «γιατί;» Τη βασανίζει μια τελευταία εντύπωση πριν απ' το σκοτάδι: «Οι διπλανοί είναι νιόπαντροι. Εκείνη έχει τον άντρα της πια. Είναι φτασμένος και σίγουρος. Θα ζήσει γεμάτη ασφάλεια κοντά του. Θα 'ναι ο τάφος της...» Το παλικάρι φέρνει πάλι δειλά τα χείλη πάνω στα μαλλιά και προσπαθεί να κόψει μια τριχούλα τους. Τρέμει μη την αγγίξει· τρέμει μη και το νιώσει. Την έκοψε! «Μια τρίχα», σκέπτεται, «μια τρίχα μονάχα έμεινε για να της πάρω... Μα ο νιόγαμπρος πλάι μας μπορεί να διαλέξει -να τής τα πάρει όλα!»
Το δυνατό χέρι, που απόψε άρχισε να οδηγεί, παρακαλεί βουβά μέσα στο σκοτάδι, παρακαλεί με δάκρυα: Λίγη συμπόνια για τα σαράντα χρόνια. Λίγη συμπάθεια σ' αυτό το χέρι, που άγγισε τόσα κι έκρυψε άλλα τόσα πολλά. Μα η γυναίκα στέκει πλάι του ακίνητη, πεισματερή μέσα στην υποταγή της. Όλη δική της. Μιλούνε και οι τρεις διασκεδαστικά μαζί, μα ο καθένας χώρια.
Τα γκαρσόνια, που είχαν ανησυχήσει με τους λογαριασμούς, έστησαν δυο λαμπούλες για την περίσταση. Εκείνες φώτισαν αμυδρά και τους ένωσαν πάλι όλους.
Ο καθηγητής περιμένει. Στριφογυρίζει στην καρέκλα, κοιτά την ώρα, κοιτά τους νιόπαντρους, συλλογίζεται πως απόψε θα κάνουν το πρώτο βήμα. Και περιμένει. Χτες βράδυ, τέτοιαν ώρα, ζαλισμένος από τις πρόβες του, ήρθε πάλι εδώ για να ξεδώσει. Χτες τέτοιαν ώρα οραματιζόταν στραφτερές κεφαλές, μονύελα (8) και άπειρα χέρια κάτω απ' την έδρα του. Σήμερα το πρωί τα χέρια κινήθηκαν. Μιλήσανε. Είπανε «Ωσαννά» στο μέλλον του και χάθηκαν... Χτες ήταν άπειρα, μα σήμερα ζητά ένα. Το ζητά πάνω στα ψυχρά προσκεφάλια των ξενοδοχείων, πίσω στα τελευταία καθίσματα των σινεμά, στη σύμπτωση του χορού -στο χάος...
Τότε, η πετρίτσα του Αρμένη ήρθε σιγαλά στο ρόδινο χαλίκι, που ξέφυγε απότομα απ' την αμμουδιά, το στέριωσε με τη συντροφιά της και παρηγορήθηκαν μέσα στην ορφάνια τους και τα δυο.
Μα τούτο το μισόφωτο ήτανε πληχτικό. Το κορίτσι ζήτησε να περπατήσουν. Τραβούσαν ακροθαλάσσι και κουβέντιαζαν ανάμεσα σε χάχανα. Πέρα, βαθιά, η θάλασσα τιναζότανε, μα κανένας δε ζητούσε βοήθεια. Περπατούσαν αγκαλιασμένοι και ξένοιαστοι. Μα ξαφνικά εκείνη του ξέφυγε, έτρεξε στην αμμουδιά κι άρχισε με τη μύτη του παπουτσιού να γράφει τ' όνομά τους. Πρώτα έγραψε το δικό της, ύστερα το δικό του, και πάλι το δικό της με το επώνυμό του. Το παλικάρι την άφησε και γύρισε τα μάτια στη θάλασσα, που ανάσαινε τώρα βαριά και άρρυθμα. Τον τάραξε κακή σκέψη κι έτρεξε στο κορίτσι, που τέλειωνε το τρίτο όνομα τους, για να ρωτήσει:
«Ποιος φαντάζεσαι πως θα πρωτοσβήσει απ' την αμμουδιά τ' όνομά μας;»
Τα μάτια του λόχευαν (9), μα εκείνη δεν τα 'νιωσε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια:
«Τι παράξενος που γίνεσαι καμιά φορά», έκανε ζητώντας να φιληθεί.
Μα εκείνος επιμένει:
«Σκέψου, μα σκέψου και λιγάκι...»
Εκείνη συγκεντρώνεται τάχα, παίρνει μια χαριτωμένη πόζα σοβαροφάνειας κι ετοιμάζεται να σκεφτεί. Επιτέλους τινάχτηκε απ' τη χαρά της, τον άρπαξε απ' το χέρι και περπατούσανε με μικρά βηματάκια πάνω στην αμμουδιά:
«Το κύμα», έκανε και τον κοίταξε περήφανη.
Την απογοήτεψε:
«Μπα! Το κύμα δε φτάνει ίσαμ' εδώ...»
Εκείνη πεισμάτωσε, περπατώντας νευρικά πλάι του, και χτύπησε τα χέρια της έξαλλη:
«Βρήκα», ξανάπε γεμάτη δόξα. «Ο αγέρας!»
Το παλικάρι έκανε ένα μορφασμό:
«Δε φτάνει τόσο χαμηλά, κι αν φτάσει, θ' αργήσει...»
Το κορίτσι κάκεψε:
«Ουφ, τι βαθιά που μιλάς... Έτσι και τότε στο γυμνάσιο, μου 'λεγες κάτι κουβέντες, όταν ξεμοναχιαζόμαστε στα περιβόλια...»
Την πήρε απ' το χέρι και βγήκαν στο δημόσιο δρόμο· περπατούσαν άφωνοι και συλλογισμένοι. Εκείνη τρωγόταν απ' το πείσμα της:
«Πες μου, λοιπόν, εσύ, ποιος θα το πρωτοσβήσει;...»
Το παλικάρι στάθηκε αμήχανο για ένα ελάχιστο, βύθισε το χέρι του μέσα στα μαλλιά της κι απάντησε θαρρετά:
«Μα... το πρωτόσβησες εσύ, καθώς περπατούσαμε πριν λίγο πάνω του, σκορπώντας με τις μύτες σου την άμμο...»
Στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε τη θάλασσα, για ν' αποφύγει τα μάτια της, που δεν ήθελαν πια να ρωτήσουν, μα ούτε και να πουν. Ξαφνικά φώναξε δυνατά και παράξενα:
«Εσύ! Εσύ το 'σβησες τ' όνομά σου!»
Το κορίτσι έμεινε άφωνο. Τον κοίταξε, δε μίλησε, παραμέρισε για να περάσει κάποιο αυτοκίνητο ανάμεσά τους, και προχώρησε πλάι του μουγγό.
Καθώς περνούσαν απ' το κέντρο, το ζευγάρι των νιόπαντρων καληνύχτιζε με φωνές και χάχανα τον κουμπάρο, έτοιμο να μπει στ' αυτοκίνητο που περίμενε. Τα παιδιά στάθηκαν και κοιτούσαν. Οι ματιές τους σμίξαν πάνω απ' τη φωτεινή βιτσιά μιας περαστικής λιμουζίνας. Η νιόνυφη σκέφτηκε: «Γυρίζουν...» Το παλικάρι συλλογίστηκε: «Πηγαίνουν...» -Κι έσπρωξε μια πέτρα, αδιάφορο για όλα- ακόμα και για το πεπρωμένο του. Μα το κορίτσι πλάι του συνέχιζε το δρόμο του σιωπηλό πια, δεμένο με την απόφασή του. Σε μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα πάνω του, τον ζύγισε, τον εξήγησε χωρίς δυσκολία, κι άφησε τις δυο σκληρές γραμμές των ζυγωματικών της να τού αναγγείλουν την απόφαση: Ήταν πια καιρός.
Ο γαμπρός έσκυψε και μπήκε πρώτος. Για λίγο το αντρόγυνο έμεινε άφωνο μέσα στ' αμάξι. Ήτανε οι δυο τους. Εκείνος κατέβασε το κρύσταλλο του παραθυριού για να μπει λεύτερα ο βραδινός κατεβατός (10) κι άπλωσε το χέρι γύρω στη μέση της. Μα η γυναίκα αναρρίγησε. Τον κοίταξε θαμπερά μέσα απ' το βάθος των είκοσι χρόνων της και στάθηκε κοντά του μόνη -δούλη ανυπόταχτη. Τότε, πάλι, κάτω στο βυθό, μια άλλη πετρίτσα του Αρμένη έσμιξε με το ρόδινο χαλίκι, που τράβηξε το κύμα απ' την αμμουδιά. Σίμωναν με τόση αγωνία· θερμαίνονταν με τόση μέθη. Τίποτα πια δεν τα χώριζε· θαρρείς πως είχαν γίνει ένα -μα ποιος θα υποπτευότανε ανάμεσά τους το νερό;
Πέρασε λίγη ώρα.
Ο καθηγητής κατέβηκε αδειανός από το ψηλό ξενοδοχείο. Τουρτούριζε. Του ήρθε αναγούλα απ' το φρέσκο του Αρμένη. Πήρε το μικρό δρομάκι για το σπίτι του και σκεπτόταν στο δρόμο τη δυσοίωνη συντροφιά της ζωής του: μια φιλάσθενη γριά μητέρα, που τώρα θα ετοίμαζε το λιτό του δείπνο. Και μονάχα ύστερα, πολύ αργά πια, θυμήθηκε τα βιβλία του...
Καθώς προχωρούσε ήρεμος, ξαφνικά, με μια απότομη κίνηση, σήκωσε ψηλά το χέρι και φώναξε μέσα στην πυκνή ερημιά ένα δυνατό «όχι», που μόλις πρόφτασε να τ' αγγίσει ο άνεμος του βραδιού. Στην πόρτα της μια μεσόκοπη γυναίκα σαν να τρόμαξε. Σταμάτησε τ' αδράχτι της, κοίταξε συμπονετικά προς την αδέσποτη φωνή, μα χαμογέλασε πικρά και είπε ένα σκέτο «ναι» στο δυνατό του «όχι».
Πέρασε κι άλλη ώρα!
Το κύμα έφερε το μήνυμα του πελάγου στις φυρονεριές. Ένα πουλί ξαφνιάστηκε με το βραδύ βήμα του ανθρώπου. Μα η κοπέλα, με μια κίνηση αργή, έδιωξε από κοντά της την αλήθεια κι έμεινε σκληρή.
Το αυτοκίνητο τώρα έτρεχε, κατάπινε μίλια τη δροσιά. Κι ο άντρας με τη σκληρή ρυτίδα πολεμούσε μέσα στη σκοτεινιά, αγωνιζόταν με μια φωνή ήρεμη, πεισματερή, βέβαιη για την τύχη της. Ποτέ δεν είχε κρατήσει πιο στραφτερό κι ανάλαφρο μέταλλο ίσαμε τούτη τη στιγμή της ζωής του. Όμως ήταν βέβαιος: Θα 'ρθει. Τώρα ταξιδεύουνε μαζί και χωριστά. Μα θα 'ρθει εκείνη πρώτη. Είναι δούλη -είναι δούλοι! Και θα γυρίσουνε μαζί...
Έχει περάσει πια το μεσονύχτι.
Τα παιδιά ταξιδεύουν με το τελευταίο τρένο. Λένε λόγια απλά -για τη θάλασσα, το φθινόπωρο και το μακρύ χειμώνα. Κάθονται πλάι πλάι και συλλογιούνται. Σε μια στιγμή το παλικάρι αποφασίζει να πει κάτι για την άνοιξη, μα η κοπέλα ανασηκώνεται απότομα και τον αποπαίρνει:
«Είναι πολύ αργά. Πολύ αργά πια... Ακόμη;»
«Μα δεν έμεινες ποτέ σου, μέσα στα δέκα τούτα χρόνια που έλειπα, ως το μεσονύχτι έξω; Περίεργο...»
Τον κοιτά κι αναρωτιέται:
«Ποιος; Από πού ήρθε; Γιατί;»
«Α... ναι... Έμεινα κι άλλοτε», απαντά ανέμελα, «μα τότε ήταν άλλη εποχή... Τώρα ήρθε το φθινόπωρο... Φθινόπωρο πια», ξανάπε, κι έβγαλε το καθρεφτάκι της να κοιταχτεί...
Αθανασιάδης Τάσος
Θαλασσινοί προσκυνητές: Διηγήματα,
Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1982
Σημειώσεις:
(1) μισίδια: τα χαρακτηριστικά του προσώπου.
(2) ψίχα: η σάρκα που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά της άκρης των δαχτύλων.
(3) ριγηλός: τρεμουλιαστός, τρεμάμενος.
(4) τσίπα: πέτσα, κρούστα, επιφάνεια
(5) φυρονεριά: η άμπωτη, η πτώση της στάθμης του νερού, το τράβηγμα των νερών.
(6) ζαμπάκι: κρινάκι, νάρκισσος.
(7) διανεύω: κάνω νεύμα, νεύω.
(8) μονύελο: στρογγυλός φακός που τοποθετείται μόνο στο ένα μάτι, μονόκλ.
(9) λοχεύω: πειράζω κάποιον, κεντρίζω.
(10) κατεβατός: δυνατός άνεμος που κατεβαίνει απ' τα βουνά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου