Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Η ΑΝΙΟΥΤΑ

  
   Μέσα στο πιο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου «Λισσαβών», ο Στέφανος Κλοτσκώφ, φοιτητής της ιατρικής στο τρίτο έτος, πηγαινοερχότανε, διαβάζοντας μεγαλόφωνα το μάθημά του. Το διάβασμα αυτό τού είχε ξεράνει τη γλώσσα κι έκανε τον ιδρώτα να τρέχει από το μέτωπό του.
   Σ' ένα σκαμνάκι, κοντά στο παράθυρο, καθόταν η συγκάτοικός του Ανιούτα, μια μικρή μελαχρινή, αδυνατούλα, εικοσιπέντε χρόνων πάνω κάτω, πολύ χλωμή με γλυκά γκρίζα μάτια. Με την πλάτη λυγισμένη κεντούσε με κόκκινο νήμα το μπροστινό μέρος ενός αντρικού πουκαμίσου. Η δουλειά ήταν βιαστική... Το εκκρεμές του διαδρόμου μ' ένα βραχνό ήχο, σήμανε δύο μετά το μεσημέρι κι εκείνη δεν είχε συγυρίσει ακόμα το δωμάτιο. Οι κουβέρτες άστρωτες, τα μαξιλάρια πεταμένα εδώ κι εκεί, τα βιβλία, τα ρούχα, μια μεγάλη βρώμικη λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα, όπου έπλεαν ένα σωρό αποτσίγαρα, τα σκουπίδια στο πάτωμα... όλα φαίνονταν σωριασμένα, ανακατεμένα, πεταμένα σαν αυτό να είχε γίνει επίτηδες.
   «Ο δεξιός πνεύμων», ξαναλέει διαβάζοντας ο Κλοτσκώφ, «αποτελείται από τρεις λοβούς. Ο υψηλότερος λοβός εγγίζει επί του προσθίου μέρους του θώρακος την τετάρτην ή την πέμπτην πλευράν, επί του πλαγίου μέρους την τετάρτην πλευράν... επί του οπισθίου μέρους την σπονδυλικήν στήλην».
   Ο Κλοτσκώφ, θέλοντας ν' αναπαραστήσει με το μυαλό του αυτό που διάβαζε, ύψωσε τα μάτια του προς το ταβάνι. Μα μην πετυχαίνοντας καμιά ακριβή αναπαράσταση, άρχισε, μέσ' απ' το γιλέκο του, να ψάχνει τα πλευρά του.
   «Αυτές οι πλευρές», λέει, «μοιάζουν με τα κοκαλάκια του πιάνου. Για να μη γελιέται κανείς στον προσδιορισμό τους πρέπει να συνηθίσει να τις ξεχωρίζει. Θα 'πρεπε να τα μελετήσω αυτά απάνω σε κανένα σκελετό ή σε κανένα ζωντανό πλάσμα... Α, να!... Ανιούτα, έλα να με βοηθήσεις!» 
   Η Ανιούτα άφησε το κέντημά της, έβγαλε τη μπλούζα της και σηκώθηκε. Ο Κλοτσκώφ, καθισμένος μπροστά της, με ύφος συγκεντρωμένο, άρχισε να μετράει τις πλευρές της.
   «Χμ... την πρώτη πλευρά δεν την νιώθει κανείς... Είναι πίσω από το κλειδοκόκαλο... Να η δεύτερη... Ωραία!... Να η τρίτη... η τέταρτη... Χμ... καλά... Γιατί ζαρώνεις, Ανιούτα;»
   «Είναι κρύα τα δάχτυλά σας».
   «Έλα, έλα... δε θα πεθάνεις απ' αυτό! Μην κουνιέσαι! Λοιπόν, να η τρίτη πλευρά και, αυτή εδώ, η τέταρτη... Είσαι αδύνατη, μα αυτό με βοηθάει να βρίσκω τις πλευρές σου... Να η δεύτερη, να η τρίτη... Ω, πώς τα μπερδεύω, δε μπορώ ακόμα να τις ξεχωρίσω... Πρέπει να τις ζωγραφίσω. Πού είναι το κραγιόνι μου;»
   Ο Κλοτσκώφ πήρε ένα κραγιόνι και χάραξε στο στήθος της Ανιούτας μερικές παράλληλες γραμμές ανταποκρινόμενες στις πλευρές.
   «Θαυμάσια. Τώρα φαίνονται όλα καθαρά σαν μέσα από γυαλί. Τώρα μπορώ να διαβάσω, εξετάζοντάς σε με το στηθοσκόπιο. Σήκω!»
   Η Ανιούτα σηκώθηκε και ανόρθωσε το πηγούνι της. Ο Κλοτσκώφ άρχισε να την εξετάζει με το στηθοσκόπιο και απορροφήθηκε τόσο μ' αυτή τη δουλειά ώστε δεν πρόσεξε ότι τα χείλη, η μύτη και τα δάχτυλα της Ανιούτας είχαν μελανιάσει από το κρύο. Η Ανιούτα έτρεμε κι όμως φοβόταν μήπως ο φοιτητής βλέποντάς την να τρέμει έπαυε να σχεδιάζει στις πλευρές της με το κραγιόνι και να την εξετάζει με το στηθοσκόπιο κι έτσι μάθαινε άσχημα το μάθημά του.
   «Τώρα», είπε ο Κλοτσκώφ, σταματώντας την εξέτασή του, «όλα τα βλέπω καθαρά. Ξανακάθισε στη θέση σου και μη σβήνεις από το στήθος σου τις μολυβιές. Εγώ θα διαβάσω λίγο ακόμα».
   Και ο φοιτητής ξανάρχισε να κόβει βόλτες και να διαβάζει δυνατά. Η Ανιούτα με το στήθος της ολόκληρο γεμάτο από μολυβιές, ζαρωμένη από το κρύο, ξανακάθισε κι άρχισε να συλλογίζεται. Είχε τη συνήθεια να μη μιλάει πολύ, να σωπαίνει και να σκέφτεται, να σκέφτεται...
   Έξι ή εφτά χρόνια τώρα που γυρνούσε έτσι μέσα στα ξενοδοχεία, είχε γνωρίσει πέντε έξι ανθρώπους σαν τον Κλοτσκώφ. Όλοι αυτοί είχαν τελειώσει τις σπουδές τους, είχαν αρχίσει τη σταδιοδρομία τους και φυσικά, όπως κάνουν όλοι οι καθώς πρέπει άνθρωποι, την είχαν λησμονήσει πια από καιρό. Ο ένας απ' αυτούς βρισκόταν τώρα στο Παρίσι, οι άλλοι δυο ήταν γιατροί, ο τέταρτος ήταν ζωγράφος κι ο πέμπτος ήταν καθηγητής. Ο Κλοτσκώφ ήταν ο έκτος...
   Κι αυτός θα τελείωνε σε λίγο τις σπουδές του και θ' ακολουθούσε χωρίς άλλο το επάγγελμά του. Το μέλλον του ανοιγόταν βέβαια λαμπρό κι ο Κλοτσκώφ θα γινόταν σημαντικός άνθρωπος. Μα το παρόν ήταν πολύ δυσάρεστο. Ο Κλοτσκώφ δεν είχε πια ούτε καπνό, ούτε τσάι. Δεν έμεναν στην κάμαρή του παρά τέσσερις σβώλοι ζάχαρη. Πρέπει η Ανιούτα να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα το κέντημά της, να πάει να το παραδώσει και με τα είκοσι πέντε καπίκια που θα τής δώσουν, ν' αγοράσει τσάι και καπνό.
   Άξαφνα ακούγεται μια φωνή πίσω από την πόρτα:
   «Επιτρέπεται η είσοδος;»
   Η Ανιούτα ρίχνει γρήγορα ένα μάλλινο μποξαδάκι στους ώμους της. Ο καλλιτέχνης Φετσκώφ μπαίνει μέσα.
   «Έρχομαι να σού κάνω μια παράκληση», λέει στον Κλοτσκώφ, κοιτώντας τον άγρια κάτω από τα μαλλιά του που έπεφταν στο μέτωπό του. «Έχεις την καλοσύνη να μού δανείσεις για δυο ώρες αυτή την όμορφη κοπέλα; Ξέρεις, ζωγραφίζω έναν πίνακα και μού είναι εντελώς αδύνατο να κάνω χωρίς μοντέλο τη δουλειά μου!»
   «Ευχαρίστως!» απάντησε ο Κλοτσκώφ. «Πήγαινε, Ανιούτα!»
   «Τι να κάνω;» ρώτησε σιγά η Ανιούτα.
   «Έλα, άσε τώρα τα καμώματα. Ο φίλος μου σε ζητάει για την τέχνη και όχι για καμιά άλλη ανοησία. Γιατί να μην τον βοηθήσεις, αν μπορείς;»
   Η Ανιούτα άρχισε να ντύνεται.
   «Τι ζωγραφίζετε;» ρώτησε ο Κλοτσκώφ τον ζωγράφο.
   «Μια Ψυχή. Καλό είναι το θέμα, μα προχωρεί με δυσκολία. Είμαι υποχρεωμένος ν' αλλάζω διαρκώς μοντέλα. Χτες, εργαζόμουνα μ' ένα μοντέλο που είχε τα πόδια του μπλε. Γιατί, τη ρώτησα, έχεις τα πόδια σου μπλε; Γιατί, μού απάντησε, ξεβάφουν οι κάλτσες μου. Κι εσείς διαβάζετε πάντοτε; Ευτυχής θνητός που έχετε τόση υπομονή!» 
   «Η ιατρική απαιτεί εργασία!» απάντησε ο φοιτητής.
   «Χμ... Συγγνώμη, Κλοτσκώφ, μα ζεις απαίσια! Ζεις ο διάβολος ξέρει πώς!»
   «Τι θέλετε να πείτε; Είναι αδύνατο να κάνω διαφορετικά... Ο πατέρας μου μού στέλνει δώδεκα ρούβλια το μήνα. Μ' αυτά πληρώνουμε το νοίκι και τρώμε το μεσημέρι στης σπιτονοικοκυράς».
   «Ναι, το παραδέχομαι...» έκανε ο καλλιτέχνης, αηδιασμένος. «Ωστόσο θα μπορούσατε να ζείτε καλύτερα. Ένας διανοούμενος, διαβάζω, πρέπει να έχει και κάποια αισθητική. Έτσι δεν είναι; Κι εδώ μέσα, στην κάμαρή σας, βασιλεύει μια διαβολεμένη αταξία: το κρεβάτι δεν είναι συγυρισμένο ακόμα, σκουπίδια, ακαθαρσίες, νερά... ουφ!...»
   «Αλήθεια!» παραδέχτηκε ο φοιτητής ταραγμένος, «μα η Ανιούτα δεν πρόφτασε να συγυρίσει... Είναι πάντοτε απασχολημένη».
   Όταν ο ζωγράφος, παίρνοντας την Ανιούτα, έφυγε, ο Κλοτσκώφ ξαπλώθηκε στον καναπέ του κι άρχισε να διαβάζει. Έπειτα αποκοιμήθηκε άξαφνα και ξύπνησε μετά από μία ώρα. Στηρίζοντας το κεφάλι του στα χέρια του παραδόθηκε σε θλιβερές σκέψεις. Θυμήθηκε εκείνο που τού είχε πει ο ζωγράφος: Ένας διανοούμενος πρέπει να 'χει και κάποια αισθητική. Και όλα όσα ήταν γύρω του, τού φαινόντουσαν στ' αλήθεια, σιχαμένα, βρωμερά. Τού φάνηκε πως έβλεπε με τα μάτια του πνεύματος, τον εαυτό του να δέχεται τους ασθενείς του στο ιατρείο του, να παίρνει το τσάι του σε μια μεγάλη τραπεζαρία με τη συντροφιά της γυναίκας του, μιας καθώς πρέπει κυρίας. Και παράβαλε όλα αυτά με τη σημερινή του κατάσταση. Η λεκάνη με το βρώμικο νερό όπου έλιωναν τ' αποτσίγαρα ήταν απίστευτα αηδιαστική. Και η Ανιούτα ακόμα τού φάνηκε βρώμικη, απεριποίητη, ελεεινή. Κι αποφάσισε να την αφήσει αμέσως οτιδήποτε κι αν γινόταν.
   Όταν η Ανιούτα, γυρίζοντας από του ζωγράφου, έβγαλε το μποξαδάκι της, σηκώθηκε και τής είπε σοβαρά:
   «Εδώ, μικρή μου... κάθισε και άκου... Πρέπει να χωρίσουμε! Με δυο λόγια δε θέλω πια να ζω μαζί σου».
   Η Ανιούτα γύριζε από μια δουλειά που δεν υπάρχει άλλη πιο κουραστική και πιο εξευτελιστική. Το ποζάρισμα μιας ώρας και περισσότερο την είχε σακατέψει. Δεν απάντησε τίποτα στον Κλοτσκώφ. Τα χείλη της μονάχα άρχισαν να τρέμουν.
   «Παραδέχεσαι» τής είπε ακόμα ο φοιτητής, «ότι μια μέρα, αργά ή γρήγορα, θα 'πρεπε να χωρίσουμε; Είσαι όμορφη, είσαι καλή, δεν είσαι κουτή... Θα καταλάβεις...»
   Η Ανιούτα ξαναπήρε το μποξαδάκι της, δίπλωσε σιωπηλά το κέντημά της σ' ένα χαρτί, μάζεψε το κουβάρι της και τις βελόνες της. Βρήκε στο παράθυρο τα τέσσερα κομμάτια της ζάχαρης τυλιγμένα στο χαρτί, τα πήρε και τα έβαλε στο τραπέζι κοντά στα βιβλία.
   «Να η ζάχαρή σας...» είπε σιγά στο φοιτητή, στρέφοντας αλλού τα μάτια της για να μην κλάψει.
   «Μα γιατί κλαις;» τη ρώτησε αυτός.
   Κι άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στην κάμαρη ταραγμένος και να λέει:
   «Είσαι περίεργη, μα το Θεό!... Ξέρεις κι η ίδια ότι μια μέρα θα χωρίσουμε. Δε μπορούμε να μείνουμε έναν αιώνα μαζί».
   Η Ανιούτα είχε μαζέψει πια όλα της τα πράγματα και στράφηκε προς τον Κλοτσκώφ για να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος τη λυπήθηκε. «Δε μπορεί να μείνει μια βδομάδα ακόμα;» σκέφθηκε. «Ας μείνει και σε μια βδομάδα τής λέω και φεύγει».
   Και δυσαρεστημένος από την αδυναμία του αυτή, τής φώναξε σκληρά:
   «Τι στέκεις καρφωμένη εκεί; Αν θα φύγεις, φύγε, κι αν δε θέλεις να φύγεις, βγάλε το μποξά σου και μείνε. Μείνε!»
   Η Ανιούτα, χωρίς να πει λέξη, έβγαλε σιγά - σιγά το μποξά της, σκούπισε το πρόσωπό της, στέναξε σιγά - σιγά, κι αθόρυβα ξαναγύρισε στη συνηθισμένη της θέση, στο σκαμνάκι κοντά στο παράθυρο.
   Ο φοιτητής ξαναπήρε το βιβλίο του κι άρχισε να κόβει βόλτες.
   «Ο δεξιός πνεύμων...» άρχισε πάλι να διαβάζει, «αποτελείται από τρεις λοβούς... Ο υψηλότερος λοβός εγγίζει επί του προσθίου μέρους του θώρακος την τετάρτην ή πέμπτην πλευράν...»
   Στο διάδρομο ακούστηκε άξαφνα μια δυνατή φωνή:
   «Γρηγόρη, το σαμοβάρι».
 
Τσέχωφ Άντον 
Περιοδικό «Μπουκέτο», 
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1926  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου