Κυριακή 3 Ιουλίου 2022

ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ

  
   Από τον καιρό ακόμη που ήτανε μικρό μικρούτσικο παιδάκι, αγαπούσα τη Φρόσω με κάποια ιδιαίτερη χαϊδεμένη τρυφερή αγάπη. Άλλη κόρη δεν είχε ο πατέρας της, ο κ. Περές, ένας από τους καλύτερους, από τους πιο παλιούς μου φίλους. Ήμουνα δυο χρόνια μεγαλύτερός του, μα σπουδάσαμε στο λύκειο μαζί, παντρευτήκαμε κι οι δυο την ίδια χρονιά. Εγώ παιδιά δεν απόλαψα, έμεινα κιόλας χηριός πολύ νωρίς. Εκείνος ζούσε ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και με τη Φρόσω τους τη ζηλεμένη. Βδομάδα δεν περνούσε που να μην ειδωθούμε. Αποκαταστημένοι ο ένας κι ο άλλος στο Παρίσι· μοιάζανε ή τουλάχιστο αδερφικάτα βαδίζανε τα επαγγέλματά μας, ζωγράφος του λόγου του, μυθιστοριογράφος εγώ, καθώς ίσως και να το ξέρετε. Είχαμε βγάλει μάλιστα συντροφικά ένα βιβλιαράκι, που το εικονογράφησε ο Περές, ενώ το είχα εγώ γραμμένο. Κάτι διηγηματάκια που αρέσανε πολύ της Φρόσως· αυτή ένιωθε κι από ζωγραφική κι από φιλολογία. Μπορεί για τούτο και να κουβέντιαζα μαζί της, να πρόσεχα στα λόγια της περισσότερο παρά που συνηθίζει ένας άνθρωπος της ηλικίας μου μ' ένα πλασματάκι της δικής της.
   Ήρθε πια κι η ώρα να παντρευτεί, βρέθηκε ο γαμπρός. Δε θέλησε όμως αμέσως η Φρόσω, δίστασε κάμποσο, έκλαψε, με ένα λόγο έκαμε όσα κάνουνε σε τέτοια περίσταση τα κορίτσια. Μα ο νέος την αγαπούσε με τα σωστά του, την έπεισε, άλλαξε ολότελα η Φρόσω και τελειωμό δεν είχανε πια οι ομιλίες τους με το Φίλιππο. Χάρηκα που έτσι γυρίσανε τα πράματα, και για να συντελέσω κάπως στην ευτυχία της, αποφάσισα να της δώσω τη μέρα του γάμου δυο λαμπρά σκουλαρίκια, ένα ζαφείρι το καθένα. Πρόσμενα ευκαιρία να της τα προσφέρω. Την παραμονή του γάμου, είχανε χορό σπίτι τους, στα ευρύχωρά τους τα δωμάτια. Πήγα με τα σκουλαρίκια μου, από τις οχτώ, φώναξα τη Φρόσω, της είπα πως της είχα ετοιμάσει μια σουρπρίζα, της πέρασα ο ίδιος τα σκουλαρίκια στ' αυτιά και τη φίλησα στο μέτωπο.
   Η Φρόσω κοντοστάθηκε μια στιγμή, ανατρίχιασε σα να είχε πάθει ξαφνικά τίποτις παράξενο, που την άγγιξα, μου είπε ό,τι έπρεπε να μου πει, για να με ευχαριστήσει, έπειτα έφυγε βιαστικά, έπαιξε η μουσική, και η Φρόσω άρχισε να χορεύει με τον αρραβωνιαστικό της. Μα ο Θεός ξέρει τι ακολούθησε τότες. Είκοσι λεφτά δεν περάσανε και λιγοθύμισε η Φρόσω. Έπεσε χάμω το παιδί, ο κόσμος μαζωχτήκαμε γύρω της, ποιος να την περιποιηθεί. Σα συνήρθε και σηκώθηκε, την κοίταξε η μάνα της, περίφοβη.
   «Τα σκουλαρίκια σου, Φρόσω μου, τι γενήκανε;»
   Η Φρόσω τρόμαξε. Τα χέρια της πιάσανε τ' αυτιά της, σαν για να καταλάβει πως τόντις λείπανε τα ζαφείρια και μ' ένα περίεργο ξεφωνητό:
   «Αλήθεια!» λέει. «Δεν τα 'χω πια! Δεν τα 'χω πια! Πού να είναι;»
   Όλος ο κόσμος βάλθηκε να γυρεύει. Στάθηκε του κάκου. Εννοείται πως με τέτοιο επεισόδιο χάλασε πες κι ο χορός. Οι καλεσμένοι δεν τολμούσανε να κοιτάξουνε ο ένας τον άλλονε. Κάποιος θα είχε κλέψει τα σκουλαρίκια και ο καθένας φοβότανε μήπως τον υποψιαστούνε. Κλεμμένα όμως πότε; Φυσικά τη στιγμή που λιγοθύμησε και που ζυγώσανε πλάι της. Ρώτημα δεν ήτανε πως από κλεψιά χαθήκανε τα σκουλαρίκια. Ίσα ίσα τον ίδιο το χειμώνα που έγινε ο γάμος, έτυχε να κλέψουνε δυο ζωγραφιές στου φίλου μου του Περέ, και αδύνατο να βρεθεί ο κλέφτης. Λοιπόν ο καθένας συλλογίστηκε πως το χωρατό εξακολουθούσε και πως ο κλέφτης αυτός, είτε από μίσος προσωπικό προς τον φίλο μου, είτε από απλή κερδοσκοπία, ήρθε την κατάλληλη την ώρα και χτύπησε τα σκουλαρίκια.
   Έτσι το πίστευα κι εγώ με τους άλλους. Όταν όμως γύρισα σπίτι, το σκέφτηκα μοναχός μου και μού φάνηκε ίσια ίσια πολύ δύσκολο να κλέψει κανείς σκουλαρίκια. Ποιος πρόφταινε, σε μια τέτοια σάλα, μπροστά σε τόση παρέα, πρώτα να ξεκουμπώσει, έπειτα να βγάλει απ' τ' αυτιά της τα δυο σκουλαρίκια, το ένα κατόπι από τ' άλλο; Αλήθεια που η Φρόσω λιγοθύμισε και στην αντάρα, στη σύγχυση που έφερε το λιγοθύμισμα, βέβαια κάτι μπορούσε να συνέβη. Μα κι αυτό να ήτανε, φαντάσου την τόλμη εκεινού που σε τέτοια στιγμή έβαλε κλεψιά με το νου του, που πρόφτασε κιόλας να κλέψει.
   Όπως κι αν είναι, λυπόμουνα που το καλό μου το κορίτσι δε χάρηκε το δώρο μου, ένα δώρο, που και μένα μού ήτανε πολύτιμο, γιατί ανήκανε τα ζαφείρια της μακαρίτισσας της γυναίκας μου και η Φρόσω δεν το αγνοούσε. Τι να γίνει; Πάνε που πάνε πια. Έπρεπε ωστόσο κάτι να της χαρίσω. Ν' αφήσω έτσι χωρίς το παραμικρό θυμητάρι την κόρη του μεγαλύτερου φίλου μου; Αδύνατο. Συλλογίστηκα να τής αγοράσω ένα σερβίτσιο για τσάι από κείνα τα εγγλέζικα που είναι σαν τραπεζάκια, με στρογγυλό ταβλά πορτσελάνα που γυρίζει. Το βάζεις σε μια κόχη του σαλονιού, γυρνάς τον ταβλά και δίνεις από ένα φλιτζανάκι στις κυρίες και στους κυρίους, που έρχουνται και σου κάνουνε βίζιτα.
   Η Φρόσω, άμα το 'λαβε -τής το 'στειλα την άλλη μέρα πρωί πρωί, πριν από το μεσημέρι- μού έγραψε αμέσως ένα γραμματάκι χαριτωμένο, αφοσιωμένο και θερμό, να μου πει πως η καλοσύνη μου μεγάλη, πως δεν την αξίζει και πως το σερβίτσιο  θα το προσέχει με τα μάτια της τέσσερα, πως θα το 'χει πάντα και πάντα στο σαλονάκι της, να το καμαρώνει.
   Για τα σκουλαρίκια, στο γραμματάκι της, δε μού έκανε λόγο, επειδή βέβαια δεν ήθελε ούτε να με λυπήσει ούτε η ίδια να λυπηθεί, μιλώντας για πράμα τόσο άδικα χαμένο. Είπα κι εγώ πως τώρα πια το σωστότερο ήτανε να ξεχάσουμε την υπόθεση. Απίθανο, πολύ απίθανο να βρεθούνε ποτέ τους. Μα και να βρισκότανε, πάλε δυσάρεστο ήτανε, γιατί φανταστείτε τι ντροπή για όλους, να βγει άξαφνα ένας κλέφτης με τ' επάγγελμα, σε μια τόσο εκλεχτή, τόσο σπουδαία συναναστροφή. Δυσάρεστο και για τη Φρόσω την καημένη να τής θυμίζω ένα περιστατικό που μπορούσε να περάσει για δική της απροσεξία. Το κάτω κάτω, και για μένα δυσάρεστο ήταν να κλαίω αδιάκοπα σαν τον φιλάργυρο τα κλεμμένα τα πετράδια. Λοιπόν, ας σωπάσουμε. Ίσια ίσια έτυχε να διω μόλις τη Φρόσω την αυριανή, δηλαδή τη μέρα του γάμου. Μήτε δυο λόγια δεν ανταλλάξαμε. Την ίδια μέρα, το βράδυ, έφυγε με τον άντρα της κι ησύχασα. Έμελλε να μείνει τρεις βδομάδες, ένα μήνα όξω. Θαρρώ πως σε τέτοια ταξίδια μια νιόνυφη γυναίκα έχει άλλα να συλλογιστεί, παρά τα σκουλαρίκια ενός παλιού φίλου του μπαμπά της.
   Καμιά δεκαπενταριά μέρες αφού γύρισε, πήγα και την είδα. Πήγα, νωρίς, στις δυο τ' απομεσήμερο, προτού έρθουνε οι βίζιτες. Το σερβίτσιο στη γωνιά του, όπως μου το είχε τάξει. Κάθισα και πρόσμενα λίγη ώρα. Η Φρόσω έτοιμη δε θα ήτανε. Ωστόσο παρατήρησα πως αργούσε κι έλεγα πως για ένα γέρο σαν και μένα, δε χρειαζότανε δα τόση τουαλέτα. Στο τέλος παρουσιάστηκε. Την έκφρασή της, δε μπορώ να σάς την περιγράψω. Σάς είπα πως είμαι μυθιστοριογράφος. Και δεν είμαι μόνο στα βιβλία μου· είμαι και στη ζωή. Δηλαδή, όπως ψυχολογώ τα ψεύτικα, τα φαντασιόπλαστα πρόσωπα, έτσι ψυχολογώ και τ' αληθινά, τα ζωντανά, με την ίδια λογική. Το φέρνει το επάγγελμά μου, μαζί και το φυσικό μου. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το θέλω, δε βάσταξα, ψυχολόγησα και τη Φρόσω. Περίεργο! Μόλις ζύγωσε, μόλις μου έδωσε το χέρι, και χαμήλωσε τα μάτια. Τότες παρατήρησα την έκφρασή της, την παράξενη. Μού φάνηκε σαν φταιξιάρα, σαν να το ήξερε κιόλας πως φταίει. Ακόμη περισσότερο απόρησα, όταν άξαφνα την άκουσα να μου λέει, αντίς για καλημέρα:
   «Ιδέα δεν έχετε πόσο λυπήθηκα!...»
   Δεν ήτανε διόλου ανάγκη να μου μιλήσει για τα σκουλαρίκια, ύστερις από έξι βδομάδες καιρό, εκείνη που μήτε στο γράμμα της, μήτε τη μέρα του γάμου της, όπου με είδε, γρύ δε φύσηξε γι' αυτά. Περασμένα, ξεχασμένα. Μάλιστα με το σερβίτσιο για το τσάι, που βρισκότανε στο σαλόνι της, περιττή κάθε άλλη ομιλία. Βέβαια πως κι ο πατέρας της, κατόπι από το χορό, χίλιες φορές μού το δήλωσε πόσο λυπήθηκε που χαθήκανε τα ζαφείρια. Μα το ύφος της Φρόσως ήτανε διαφορετικό. Το «λυπήθηκα» το δικό της δε σήμαινε καθ' αυτό πως λυπότανε· δεν έδειχνε λύπη· έδειχνε μετάνοια κι έμοιαζε σαν να σήμαινε η φρασούλα της όλη μαζί: «Πώς το μετανιώνω που μού κλέψανε τα σκουλαρίκια!» -φράση που νόημα δεν είχε.
   Μπορεί πάλε και να γελάστηκα. Μπορεί πάλε η φαντασία μου να με παράσυρε. Δεν της αποκρίθηκα τίποτα κι αλλάξαμε κουβέντα. Την παρατηρούσα όμως κι έβλεπα, όσο βάσταξε η βίζιτα, πως έσκυφτε συχνά το κεφάλι, πως τ' απόφευγε να με κοιτάζει κατάματα, πως κάτι θα τη στεναχωρούσε, μ' ένα λόγο πως της έλειπε μαζί μου κάποιο θάρρος, που το 'χει πάντα ένα παιδί μ' έναν πατρικό της φίλο. Χάρηκα πολύ όταν ένα μήνα πιο αργά είδα πως το θάρρος ξαναήρθε στη θέση του και πως η Φρόσω μού φερνότανε με τη συνηθισμένη της αφέλεια, με τη φυσικάδα και τη χάρη της. Είχα καλέσει τ' αντρόγυνο σπίτι μου σε τραπέζι, μαζί εννοείται και τους γονιούς της Φρόσως. Ήρθανε και κάτι νέοι που γράφανε μυθιστορήματα σαν και μένα και που τους προστάτευα, σαν μεγαλύτερός τους που ήμουνα.
   Μικρή παρέα· τσιριμόνια καμιά. Ύστερις από το δείπνο, πήγαμε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι, στο γραφείο μου, όπου ανάψαμε πούρα ή τσιγάρα, και εξακολουθήσαμε τις ομιλίες. Η Φρόσω, που στην τραπεζαρία έλεγε κι αυτή το λόγο της, νόστιμα και γελαστά, καθότανε τώρα κοντά στον άντρα της, σωπασμένη, ονειρεμένη, ευτυχισμένη. Κάπου κάπου, χωρίς να το καταλάβει κανένας, έσφιγγε το χέρι του αντρός της. Νόμιζες πως μόλις πρόσεχε στους άλλους, μήτε την έμελλε τι γινότανε γύρω της. Οι νέοι, αφού κιόλας ήμασταν στο γραφείο μου, όπου είχα και τα βιβλία τα δικά μου, αρχίσανε, από καλοσύνη βέβαια, μπορεί λιγάκι κι από δούλεψη, να παινεύουνε τα έργα μου. Ένανε απ' αυτούς μάλιστα λες και τον έπιασε τρέλα σωστή για το μοναδικό μου το ταλέντο. Ρητόρευε με τόση ζέση, στη μέση του γραφείου, που ο ενθουσιασμός του όλους τους συνέπαιρνε, όλοι τους ανεβάζανε πια στα ουράνια το μούτσουνό μου και τα ρομάντζα μου.
   «Αχ! Ναι! Τι ωραία, μα τι ωραία που είναι! Τι αληθινά!» Έτσι ακούστηκε άξαφνα μια φωνή.
   Γύρισα και σάστισα. Η φωνή της Φρόσως! Δε θυμούμαι να μίλησε ποτέ της με τέτοια φλόγα για τα μυθιστορήματά μου. Συλλογίστηκα πως έπρεπε κάτι να της αποκριθώ, γιατί τώρα έμοιαζε σαν να ντρεπότανε που δε βάσταξε και της ξέφυγε.
   Πλησιάζω και τής κάνω:
   «Αφού σου αρέσουνε τόσο πολύ τα βιβλιαράκια μου, ελπίζω να μη λείπει κανένα στη βιβλιοθηκούλα σου. Ειδεμή...»
   «Βέβαια, βέβαια, όλα τα 'χω με τη σειρά τους... Θαρρώ τουλάχιστο... Ευχαριστώ...»
   «Έλα λοιπόν, όπως κι αν είναι, να ρίξεις εδώ μια ματιά, επειδή αν άξαφνα σού έλειπε κανένα, πολύ θα το ποθούσα να σού το χαρίσω, παιδάκι μου».
   Στο γραφείο μου ήτανε και η βιβλιοθήκη μου. Σ' ένα ράφι, τα άπαντά μου.
   Την παρακάλεσα να κοιτάξει και να μου πει. Μάλιστα τής διάβασα τους τίτλους ο ίδιος, αρχίζοντας από τους πρώτους που έβλεπα.
   Χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμούλα, μού αποκρίθηκε πως τους έχει.
   Έφτασα στο τέταρτο.
   «Η Λιλή... Την έχεις τη Λιλή
   «Τη Λιλή; Ναι!... Όχι! Όχι! - Αχ! Ναι, νομίζω! Μα όχι δα! Δεν την έχω».
   Και η Φρόσω κοκκίνισε, ταράχτηκε, σώπασε.
   «Δεν πειράζει. Εγώ σου στέλνω ολάκερη τη σειρά, με αφιερωματάκι στο κάθε αντίτυπο,  κι όσα έχεις, τα δίνεις στις φιλενάδες σου. Τ' άλλα, σα θέλεις, τα κρατάς».
   Έτσι έκαμα την αυριανή. Έβαλα και τη Λιλή στο πακετάκι. Τη Λιλή όμως, εγώ θα στοιχημάτιζα, όχι μόνο πως η Φρόσω την είχε, μα πως τη διάβασε κιόλας και την παραδιάβασε. Μού γεννήθηκε στο νου μια υποψία τόσο παράξενη και τόσο δυνατή, που ο ίδιος δεν τολμούσα να την ξαστερώσω στον εαυτό μου. Έπρεπε πρώτα να βεβαιωθώ για κάτι, και δε μπορούσα. Πώς να πάω να ψάξω στην ιδιαίτερη βιβλιοθήκη της Φρόσως, που δεν ήτανε στο σαλόνι της; Ακόμη και να ήτανε, ύστερις από τη βραδιά εκείνη, εύκολο να κρύψει τη Λιλή, μήπως φανεί πως είπε ψέμα. Στοχάστηκα όμως, έτσι, ξαφνικά, να βεβαιωθώ για κάτι άλλο, που έμοιαζε να μην έχει σχέση καμιά με τη Λιλή και είχε μεγάλη.
   Περπατούσα ταραγμένος στην κάμαρή μου και μονομιάς φώναξα:
   «Ξέρω, ξέρω πού είναι τα σκουλαρίκια!» 
   Και τόντις, αν τα σκουλαρίκια ήτανε εκεί που νόμιζα, καταντούσε πιθανό η άλλη μου υποψία να 'βγαινε σωστή.
   Σίγουρο για μένα πως τα σκουλαρίκια βρισκότανε στο σπίτι του φίλου μου του Περέ, στην αίθουσα του χορού, κοντά στο μέρος όπου έπεσε η Φρόσω λιγοθυμισμένη.
   Ωστόσο πώς να κάμω για να κοιτάξω, χωρίς να το παρατηρήσει κανείς;
   Πήγα στου Περέ την ώρα όπου έλειπε κι είπα του δούλου πως θα τον προσμένω στο γραφείο του, όπως και το συνήθιζα κάποτες. Από μια πόρτα του γραφείου αυτουνού περνούσες σ' ένα μικρό θερμοκήπιο, κι από το θερμοκήπιο, προχωρώντας λίγα βήματα, ίσια ίσια στην αίθουσα του χορού. Στη μέση, ένα σιντριβάνι με βράχους τεχνητούς από πάνω, με λίγη άμμο στον πάτο και τρεχάμενα νεράκια. Έσκυψα, σκάλισα, έψαξα παντού, σε κάθε μεριά, δε χρειάστηκε πολλή ώρα, και να σου που αρπάζω με το χέρι μου τα σκουλαρίκια.
   Φυσικά. Έτσι το ήθελε η λογική της ψυχολογίας. Μια κι έλεγε η Φρόσω πως δεν είχε τη Λιλή, ενώ καθώς το συμπέρανα την είχε, απαράλλαχτα το ίδιο και στο χορό, ήξερε πού ήτανε τα σκουλαρίκια, ενώ φώναζε πως δεν τα είχε. Θυμάστε πώς διαμαρτυρήθηκε: «Δεν τα 'χω πια! Δεν τα 'χω πια!» Και τις δυο φορές, η Φρόσω έδειξε παρόμοια ταραχή. Κάτι λοιπόν έτρεχε και τις δύο φορές. Δηλαδή,  μοναχή της τα 'ριξε στο σιντριβάνι, μοναχή της τα 'χωσε στην άμμο ή, σαν προτιμάτε, τα 'κλεψε μοναχή της.
   Γιατί όμως να τα 'ριξε; Από τι σκοπό να τα 'κλεψε;
   Δυσκολεύομαι να σάς το ξεμυστηρευτώ, αφού πρέπει να βγω κι εγώ στη μέση. Μα το αίσθημα ήτανε τόσο αγνό, τόσο νόστιμο -ή τόσο παιδιάτικο, που μπορώ χωρίς ντροπή καμιά να σάς το φανερώσω.
   Η Λιλή μ' οδήγησε και μού έμαθε το μυστικό.
   Η Λιλή μου είναι περισσότερο διηγηματάκι  παρά ρομάντζο, αθώο ρομαντζάκι όπου μια μέρα μού πέρασε από το νου η φαντασία να ψυχολογήσω ένα κορίτσι, που καθώς τυχαίνει συχνά, ερωτεύεται -αν μπορεί κανείς έρωτα να το πει- έναν πολύ μεγαλύτερό της -απαράλλαχτα όπως τα παιδιά, τα μικρά τ' αγόρια που λένε πως θα πάρουνε γυναίκα την νταντά τους, επειδή στην ηλικία τους και στο στενό τους τον κύκλο, η νταντά τούς φαίνεται το πρόσωπο το πιο τέλειο και το πιο σημαντικό. Έτσι και τα κορίτσια, ένας άνθρωπος πενήντα, πενήντα πέντε χρονών, άξαφνα ένας φίλος του πατέρα τους, έχει στα μάτια τους κάτι ανώτερο, κάτι μαγευτικό που τα συνεπαίρνει. Για μένα θα βοηθήσανε κάμποσο τα ρομάντζα μου· θα βοήθησε και η Λιλή. Με διάβαζε η Φρόσω και φανταζότανε πια πως ήμουνα ο Θεός ξέρει τι έξοχο πλάσμα και τι μοναδικό. Με τα κορίτσια κάποτες συμβαίνει και το ενάντιο· δηλαδή, άμα είναι κανείς τριάντα χρονών κι αυτά δεκάξι, τον περνούνε αμέσως για γέρο. Εμένα μήτε τα 'βλεπε τα γκρίζα μου τα μαλλιά, γιατί θα μ' έβλεπε βέβαια όπως φαινόμουνα στα βιβλία μου. Η καημένη! Ποιος τ' αξιώθηκε ποτέ του να ξεφυλλίσει την καρδιά της, για να μάς πει κατόπι τι χάδια μυστικά θα είδε μέσα, τι καρδιοχτύπια θ' άκουσε, τι κλάματα ίσως, επειδή θα το 'κρυφτε με τρόμο στ' απόβαθά της, επειδή θα το 'πνιγε από ντροπή, εκείνο που το 'παιρνε γι' αγάπη, αγάπη που δε γίνεται -άνομη αγάπη!
   Άρχιζα τώρα να καταλαβαίνω λίγο λίγο από ποιο λόγο δε θέλησε να κρατήσει στ' αυτιά της τα σκουλαρίκια. Το σερβίτσιο για το τσάι το δέχτηκε με χαρά, δίχως να φανταστεί πως έκανε τίποτις άτοπο. Ξεναντίας, το 'βαλε στο σαλόνι της, να το 'χει, να το βλέπει πάντα. Δεν την πείραζε. Και τόντις το τραπεζάκι εκείνο, με τα φλιτζάνια του γύρω γύρω, ήτανε δικό μου, ήτανε από μένα, μα συνάμα ήτανε και ξένο πράμα· δεν το φορούσες απάνω σου, το 'βαζες σε μια γωνιά, εκεί τ' άφηνες. Μ' ένα λόγο, δε σ' άγγιζε, δεν το 'νιωθες κολλημένο στο πετσί σου. Και αλήθεια θαύμασα το αίσθημα το γυναικείο που τόσο ψιλά, μα και τόσο παστρικά, ξεδιακρίνει ένα δώρο από τ' άλλο. Θυμηθείτε κιόλας πως ο ίδιος, με το χέρι μου, τής τα πέρασα στ' αυτιά της τα δυο τα σκουλαρίκια. Εκείνη τη στιγμή, θα κοκκίνισε· θα στοχάστηκε πως αφού πάει να παντρευτεί, αφού αγαπά το Φίλιππο κι αφού ο Φίλιππος την αγαπά, χρέος της ήταν να ξεχάσει κάθε άλλονε. Ίσως μάλιστα να τής φάνηκε σαν απιστία, σαν προδοσία προς τον άντρα της, μια τέτοια βραδιά κιόλας, την παραμονή του γάμου της, να 'χει πιασμένα τ' αυτιά της από κάτι που ο άντρας της  δεν της το 'δωσε. Τής έκαιγε το πετσί και την καρδιά. Λοιπόν έκαμε κουράγιο· ζύγωσε στο σιντριβάνι, τα 'ριξε μέσα, τα 'χωσε στην άμμο, να μην τα διει κανείς, έπειτα όμως δε βάσταξε, ταράχτηκε· για τούτο και λιγοθύμισε -μην έχοντας πια τα σκουλαρίκια.
   Έτσι το ερμήνευα με το νου μου· ωστόσο έπρεπε να βεβαιωθώ. Έπρεπε να βρω τον τρόπο και η Φρόσω να μην καταλάβει πως μού ήρθανε υποψίες. Πήγα τη μέρα της υποδοχής της να της κάμω βίζιτα. Πήγα όμως αργά, για να είναι και κόσμος, στις τέσσερις, τεσσερισήμιση το κεντί, όπου σερβίρανε το τσάι. Βρισκότανε η Φρόσω κοντά στο σερβίτσιο κι ετοίμαζε τα φλιτζάνια. Εγώ άρχισα τις ομιλίες με την παρέα, και σα να μιλούσα γι' αδιάφορα ζητήματα, μα με ύφος που ν' ακούσει ο καθένας -και η καθεμιά- είπα την ακόλουθη φρασούλα, που εννοείται πως την έφερνε πολύ φυσικά η σειρά του λόγου:
   «Μάλιστα! Κάποτες συμβαίνουνε και τέτοια· ένα πράμα που σού αρέσει, ένα πράμα που τ' αγαπάς, άξαφνα θα προτιμήσεις να το χωριστείς,  να το ρίξεις στο νερό, ίσια ίσια γιατί τ' αγαπάς».
   Την ίδια, μα την ίδια τη στιγμή, μόλις απόσωσα τη φρασούλα, και η Φρόσω, που κρατούσε στο χέρι της ένα φλιτζάνι, τ' άφησε κι έπεσε χάμω.
   Σηκώθηκα. Πιο σωστά πετάχτηκα. Για ν' αλλάξουμε κουβέντα, την παρακάλεσα να μού δώσει το σπασμένο το φλιτζάνι, επειδή τέτοια γίνουνται  μόνο στην Αγγλία κι ανάγκη να τους στείλω μοντέλο, για να μού φτιάσουνε άλλο κι έτσι να μην τής λείπει.
   Μού το 'δωσε, το κουκούλωσα στο μαντίλι μου κι έφυγα. Ένα κομματάκι έστειλα στην Αγγλία, καθώς τής είπα. Τ' άλλα τα φύλαξα κι έβαλα μέσα στη σπασμένη την πορτσελάνα τα δυο μου τα ζαφείρια, να τα 'χω εκεί σα σύμβολο και σα θυμητάρι της πιο αγνής, της πιο παρθενικής, μπορεί και της πιο αληθινής αγάπης που μού δόθηκε ν' ανταμώσω στη ζωή μου.
 
Ψυχάρης Γιάννης
Στον ίσκιο του πλατάνου
Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1911

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου