Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Ο ΠΑΝ

 
   Έφτασε στο στρατόπεδο -στο Μαραθώνα- νύχτα, αργά. Έφτασε τρέχοντας, λαχανιασμένος, σέρνοντας τα πόδια απ' την κούραση. Οι φρουροί τον γνώρισαν και πρόστρεξαν να τον προαπαντήσουν:
   «Λοιπόν; Λέγε! Τι νέα μάς φέρνεις; Θα στείλουν στρατό οι Σπαρτιάτες;»
   Έκανε ν' αποκριθεί, μα δε μπόρεσε· η ανάσα του ήταν κομμένη. Κοντοστάθηκε, ακούμπησε σε μια ελιά φορτωμένη καρπό και κοντανάσαινε βαθιά, με πλεμόνια διψασμένα γι' αγέρα. Δυο - τρεις οπλίτες που 'σαν ξύπνιοι, άκουσαν τις ομιλίες κι ήρθαν να ιδούν.
   Τον γνώρισαν -και ποιος δεν τον ήξερε στην Αθήνα;- και με λαχτάρα τον ρώτησαν κι αυτοί:
   «Λοιπόν; Λέγε! Τι θα κάνουν οι Σπαρτιάτες; Θα στείλουν στρατό;»
   Καθώς δεν αποκρινόταν, οι οπλίτες νεύριασαν:
   «Θα μιλήσεις, καμιά φορά;»
   Έκανε νόημα, με το χέρι, πως δεν μπορούσε να μιλήσει. Ακουμπισμένος πάντοτε με τη ράχη στην ελιά, βαριανάσαινε. Οι άλλοι σώπασαν, περιμένοντας. 
   Ήταν όμορφη η καλοκαιριάτικη νύχτα του Μεταγειτνιώνα, με το φεγγάρι της γέμισης ψηλά στον ουρανό. Η ανατολική πλαγιά της Πάρνηθας, πυκνοδασωμένη, έπαιζε το παιγνίδι του φωτοϊσκιωμού με τις σεληναχτίδες κι αντιβούιζε σύγκορμη το τραγούδι των μύριων τριζονιών. Από την άλλη μεριά, πέρα απ' τον κάμπο, μια λουρίδα αναλυτό ασήμι -η θάλασσα- χώριζε τούτη τη στεριά απ' τα βουνά της Εύβοιας, που ορθώνονταν σταχτογάλανα προς το φεγγερό ουρανό. Κι ήταν η θάλασσα γεμάτη αμέτρητα μαύρα σημαδάκια στεκάμενα -τα καράβια που 'φεραν εδώ, στο Μαραθώνα, τις ορδές των δούλων του Νταραγιαβούς, του Μεγάλου Βασιλιά, του κοσμοκράτορα. Όλος ο κόσμος, νικημένος από τ' ανίκητα όπλα του, έσκυβε και ταπεινά τον προσκυνούσε. Όλος ο κόσμος, απ' τον Ίστρο ως την Αιθιοπία· από τη Θράκη και την Αίγυπτο ως την Κασπία και τις Ινδίες. Αυτός ήταν όλος ο Κόσμος, τότε. Πέρ' από τούτες τις χώρες ξαπλωνόταν το άγνωστο, το αδιάφορο...
   Όλος ο κόσμος; Όχι... Εκεί, στη δυτική άκρη της απέραντης αυτοκρατορίας, βρισκόταν μια μικρή χώρα, όλο άγονα βραχοβούνια, που την κατοικούσε ένας πειναλέος λαουτζίκος. Κι αυτός ο λαουτζίκος -που δεν μπόρεσε ποτέ να μονοιάσει- επέμενε να ζει μέσα στη φτώχεια και τη διχόνοια· κι αρνιόταν την ειρήνη και τον πλούτο που θα του 'φερνε η κυριαρχία του Μεγάλου Βασιλιά. Αυτό δεν γινόταν να βαστάξει. Όχι πως ο Νταραγιαβούς είχε ανάγκη απ' τον ξερότοπο και τους ξεροκέφαλους ανθρώπους του, για να συμπληρώσει αρμονικά το απέραντο κράτος του. Μα ήταν κάτι το σόλοικο· κάτι σαν απαράδεχτη ανορθογραφία μέσα στην ασάλευτη τάξη της Κοσμοκρατορίας.
   Να ο λόγος που τα μαύρα καράβια, τα φορτωμένα ευτυχισμένους δούλους, ήρθαν και φούνταραν άγκουρα στη ράδα του Μαραθώνα. Οι ευτυχισμένοι δούλοι ξεμπάρκαραν κι έστησαν τα τσαντίρια τους στον κάμπο, ανάμεσα θάλασσα και βουνό. Ήσαν πολλοί -κάπου δέκα μυριάδες- κι οπλισμένοι γερά και καλά γυμνασμένοι στην τέχνη του πολέμου. Ήξεραν πως θα νικούσαν τον εχθρό -και τούτο για καλό του. Ήξεραν πως ο εχθρός δεν ήταν μονοιασμένος· πως ανάμεσά του βρίσκονταν πολλοί μυαλωμένοι άνθρωποι, που πεθυμούσαν να γίνουν υπήκοοι του Μεγάλου Βασιλιά. Γιατί έτσι μονάχα η Ελλάδα θα 'βρισκε ειρήνη και πλούτο κι ευτυχία.
   Ο άνθρωπος που 'φτασε τρέχοντας λαχανιασμένος κοίταγε τον κάμπο, τον πνιγμένο από τα τσαντίρια των εχθρών. Σιωπή βασίλευε εκεί· οι ευτυχισμένοι δούλοι κοιμόνταν. Κάποιος φρουρός, για να πολεμήσει τη νύστα, τραγούδαγε ένα σκοπό παράξενο, γεννημένο στα βάθη της Ασίας, στ' απέραντα τσαΐρια του Ιράν. Τραγούδι βάρβαρο, ολότελ' άτοπο σε τούτη τη χώρα, την πλασμένη απ' τους θεούς της με λεπτεπίλεπτη αρμονία, σε μια στιγμή διαβολεμένου κεφιού.
   «Λοιπόν; Λοιπόν;» ξαναρώτησαν οι στρατιώτες. «Θα 'ρθουν οι οπλίτες της Λακεδαίμονας;»  
   Ο λαχανιασμένος δρομέας έκανε ν' αποκριθεί, μα δεν πρόφτασε. Ένα κοπάδι γίδια που κούρνιαζαν όρθια, λίγο πιο πέρα, ταράχτηκαν άξαφνα, σα να είδαν ή ν' άκουσαν κάτι τρομερό. Λάκισαν περίτρομα, προς όλες τις μεριές. Οι οπλές τους τυμπάνιζαν ρυθμικά στο μαλακό χώμα της πλαγιάς κι αντηχούσε τρελά το κυπρί του τράγου, καθώς ξεμάκραινε.
   «Ο Παν! Ο Παν!» είπαν οι στρατιώτες, με φωνή μουντή από δέος ιερό. «Είδαν τον τραγοπόδαρο θεό και σκιάχτηκαν!»
   Ο άνθρωπος που ήρθε τρέχοντας, αναστέναξε με λυτρωμό. Κάτι σαν φως χαρούμενο χύθηκε στη μορφή του· κι είπε:
   «Ο Παν είναι κοντά μας. Είναι ανάμεσά μας. Μη φοβόσαστε, παιδιά! Θα νικήσουμε!»
   Σφούγγισε τον ίδρο που κατρακυλούσε απ' τα πολυτρίχια των σγουρών μαλλιών του. Ήταν ωραίος άντρας, στον ανθό της νιότης.
   «Πού είναι οι στρατηγοί;» ρώτησε.
   «Κοιμούνται. Μονάχα ο Μιλτιάδης ξαγρυπνά. Να! Βλέπεις εκείνο το φωτάκι; Εκεί 'ναι το τσαντίρι του»
   «Πηγαίνω να τον βρω...»
   Ξεκίνησε με γοργή περπατησιά, κατά τη σκηνή του Μιλτιάδη.
   «Δεν μας είπες», τον ρώτησαν ξανά οι φαντάροι. «Θα 'ρθουν οι Λακεδαιμόνιοι;»
   Κοντοστάθηκε, χαμογέλασε κι είπε:
   «Ο Παν είναι κοντά μας. Ο Παν μάς προστατεύει. Θα νικήσουμε!»
 
   Ο Μιλτιάδης ξαγρυπνούσε. Καθόταν έξω απ' το τσαντίρι του, πάνω στον κομμένο κορμό ενός κυπαρισσιού και συλλογιζόταν κοιτώντας το χώμα, μπρος στα πόδια του. Ένα λυχνάρι, αποθεμένο καταγής, φώτιζε το χώμα όπου ο Μιλτιάδης, με μια βέργα, είχε χαράξει παράξενα σχήματα: Γραμμές ίσιες και στραβές, μισούς κύκλους, σαγίτες που σκορπίζονταν λοξά κι άλλα μυστήρια πράματα. Κάθε τόσο, απλώνοντας το σανταλοφορεμένο πόδι του, έσβηνε κάποια γραμμή. Κι απέ, με τη βέργα, την ξαναχάραζε, σ' αλλιώτικο σχήμα.
   «Μιλτιάδη!» 
   Η φωνή τον έκανε να τιναχτεί, σα να τον ξύπνησε από ακοίμητο ύπνο. Σήκωσε τα μάτια κι αντίκρυσε τον άνθρωπο που στεκόταν μπροστά του. 
   «Καλώς τον!» είπε ήρεμα. «Θα είσαι κουρασμένος. Κάθισε».
   Ο άλλος αποκρίθηκε γοργά, με φωνή ακόμα λαχανιαστή απ' τη μακριά τρεχάλα, μα και σκληρή από την πίκρα:
   «Δεν μπορούν, λέει, πριν απ' τ' ολόγιομο φεγγάρι -και το φεγγάρι προχτές ήταν μονάχα εννιά ημερών. Να γιορτάσουν, λέει, πρώτα τα Κάρνεια. Έτσι είναι, λέει, το ζακόνι τους...»
   «Το φανταζόμουν», είπε ο Μιλτιάδης, με πάντα ήρεμη φωνή. «Κάθισε. Πρέπει να 'τρεξες. Είσαι κουρασμένος. Ένα κύπελλο κρασί θα σου στυλώσει την καρδιά». 
   Γύρισε και φώναξε:
   «Νικόστρατε! Ξύπνα, τεμπελχανά!»
   Ένας άνθρωπος, που 'ταν πιο πέρα ξαπλωμένος στη γης, τυλιγμένος σε μια χλαίνη, αναγέρθηκε:
   «Πρόσταξε, αφέντη!»
   «Γρήγορα! Ένα κύπελλο κρασί του Φειδιππίδη!»
   Ο δούλος πετάχτηκε όρθιος:
   «Γύρισε ο Φειδιππίδης, αφέντη; Τι είδηση μάς φέρνει; Θα 'ρθουν οι Σπαρτιάτες;»
   «Μην ανακατώνεσαι όπου δεν σε σπέρνουν!» τον μάλωσε ο αφεντικός του. «Βούλωσε το στόμα σου και φέρε το κρασί».
   Ο Φειδιππίδης είχε καθίσει βαριά, καταγής, με σταυρωμένα πόδια, πλάι στα σχέδια, τα χαραγμένα στο χώμα. Δεν μιλούσε, μόνο κοντανάσαινε ακόμα, με καρδιά επίμονα άρρυθμη. Ούτε ο Μιλτιάδης τον ρωτούσε. Βασίλευε σιωπή. Όλοι κοιμόνταν βαθιά στο στρατόπεδο. Κι οι φρουροί που ξαγρυπνούσαν στις βίγλες τους, ξέροντας πως τούτη τη στιγμή ο στρατηγός τους δεχόταν μήνυμα σπουδαίο κι έπαιρνε απόφαση, σιωπούσαν, γεμάτοι σεβασμό.
   Ο δούλος βγήκε απ' το τσαντίρι, κρατώντας με προσοχή ένα μεγάλο κύπελλο, ξέχειλο κρασί.
   «Να, Φειδιππίδη! Πιες το να ξεδιψάσεις, ν' αναστηλώσεις την καρδιά σου! Είναι προπέρσινο κρασί, απ' τ' αμπέλια μας της Κρωπείας, διάφανο και πρασινωπό. Μόλις μια ιδέα ρετσίνι του 'χουμε βάλει -το καλό κρασί δεν χαλάει εύκολα...»
   «Πάψε τις μωρολογίες!» τον ξαναμάλωσε ο Μιλτιάδης.
   Ο Φειδιππίδης πήρε την κούπα και την άδειασε μονορούφι. Απέ αναστέναξε μ' αγαλλίαση και πλατάγισε τη γλώσσα του:
   «Μπράβο κρασί! Πες μου, Μιλτιάδη, συ που 'σαι κοσμογυρισμένος: Τέτοιο κρασί έχεις ξαναπιεί;»
   «Όχι. Μόνο στην Ιωνία τα κρασιά είναι καλούτσικα. Μα η Ιωνία είναι ελληνική. Όπου Έλληνας και καλό κρασί!» 
   Γέλασαν σιγανά. Κι ο Μιλτιάδης είπε πάλι:
   «Τούτος ο τόπος καρπίζει λιγοστά. Δεν χορταίνουμε την πείνα μας. Γι' αυτό τρωγόμαστε συμμεταξύ μας, ποιος να φάει το φαΐ του αλλουνού. Μα κειο που βγαίνει απ' τα σπλάχνα της χθόνιας Κυβέλης -κειο το ελάχιστο- είναι βλοημένο απ' τους θεούς μας. Την πείνα μας ξεγελάμε μ' ένα τσαμπί σταφύλι, με δυο σύκα, με μια φούχτα ελιές. Μα η απαράμιλλη γεύση που μάς αφήνουν στο στόμα, χορταίνει την ψυχή μας σαν τίποτ' άλλο!»
   «Στην Ασία», είπε ο Φειδιππίδης, «στις χώρες του Δαρείου, ο πλούτος είναι, λέει, απροσμέτρητος. Εσύ που έζησες σ' εκείνα τα μέρη πρέπει να ξέρεις...»
   «Ναι, απροσμέτρητος», παραδέχτηκε ο Μιλτιάδης. «Αν αύριο χάσουμε τη μάχη που θα δώσουμε σε τούτονε τον κάμπο, μεθαύριο τα καράβια του Δαρείου θα ξεφορτώσουν, στον Πειραιά, όλα τα πλούτια της Ανατολής. Είναι έξυπνος ο Δαρείος. Τον γνώρισα καλά, τότε που ήμουνα στη δούλεψή του. Μου 'χε εμπιστοσύνη. Μου μιλούσε λεύτερα».
   «Ως τη μέρα που του την έσκασες άσκημα, με τα γιοφύρια του Ίστρου!» σάρκασε ο Φειδιππίδης.
   «Είμαι Έλληνας», δικαιολογήθηκε απλά ο Μιλτιάδης. «Τον διαβουκόλευα, όσο μπορούσα. Τον συμβούλευα να καταχτήσει τη Σκυθία -δηλαδή να πάει να φάει τα μούτρα του στους κάμπους της Σκυθίας. Έκανα ό,τι μπορούσα για να ξεμακρύνω την αυριανή μάχη. Από τη στιγμή όμως που η μάχη είναι να γίνει οπωσδήποτε, εγώ θα την διευθύνω κι εγώ θα την κερδίσω! Γιατί μονάχα εγώ, έχοντας πολεμήσει μαζί με τους Πέρσες, ξέρω την τέχνη να τους καταπολεμήσω».
   «Είσαι τόσο σίγουρος πως θα νικήσουμε, Μιλτιάδη;» 
   «Είμαι. Εσύ δεν είσαι;»
   «Είμαι κι εγώ. Μα έχω λόγο να είμαι».
   «Ποιο λόγο; Οι Σπαρτιάτες δεν έρχονται...»
   «Θα έρθουν σε λίγες μέρες, μετά την πανσέληνο, μόλις γιορτάσουν τα Κάρνεια».
   «Έτσι σου 'παν οι βασιλιάδες τους;» 
   «Έτσι μου 'παν οι έφοροι. Και μου 'παν αλήθεια».
   «Σε λίγες μέρες! Μετά την πανσέληνο!» σάρκασε ο Μιλτιάδης. «Αύριο τα χαράματα ο Δάτης επιτίθεται».
   «Πού το ξέρεις;»
   «Δεν ήμουν τόσα χρόνια άδικα σύμμαχος του Δαρείου! Έχω φίλους πιστούς ανάμεσα στους αξιωματικούς του», και λέγοντας έτσι άπλωσε το χέρι κι έδειξε τον περσικό καταυλισμό. «Βρήκαν τρόπο να μου στείλουν μηνύματα...» 
   «Παντού προδότες!» σάρκασε ο Φειδιππίδης.
   «Παντού και πάντοτε! Όπως παντού και πάντοτε θα υπάρχουν άνθρωποι μικρόψυχοι κι αχάριστοι. Λοιπόν, αύριο το χάραμα, δέκα μυριάδες Πέρσες θα χτυπήσουν εμάς, που μαζί με τους Πλαταιείς, μόλις ξεπερνάμε την μυριάδα. Ένας προς δέκα!»
   «Ο ένας μας αξίζει δέκα από αυτούς!»
   «Είμαστε πολύ αξιότεροί τους, αυτό 'ναι όλο. Κάθε, όμως, άλλος υπολογισμός είναι παρακινδυνευμένος. Αύριο, μόλις ξημερώσει...»
   Σταμάτησε το λόγο του στη μέση, κοίταξε το φεγγάρι, που άρχισε να γέρνει προς τις κορφές της Πάρνηθας, και συνέχισε:
   «Δηλαδή σήμερα, γιατί πέρασε το μεσονύχτι. Σήμερα ζούμε μια ημέρα που θα πάρει μια μεγάλη απόφαση: Η Ελλάδα θα μείνει Ελλάδα; Ή θα γίνει σατραπεία του κράτους των Περσών; Όταν έρθουν οι Λακεδαιμόνιοι -αν προφτάσουν να 'ρθουν- θα είναι αργά. Ή θα 'χουμε νικήσει μονάχοι εμείς, οι Αθηναίοι, για λογαριασμό όλων των Ελλήνων. Ή θα 'χουμε νικηθεί, πάλι για λογαριασμό όλων των Ελλήνων».
   «Οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να κρατήσουν τον Ισθμό της Κορίνθου...»
   «Κι οι Πέρσες να ξεμπαρκάρουν στα νώτα τους, σ' οποιοδήποτε σημείο της Πελοποννήσου. Φίλτατε, αυτή τη στιγμή ο Δάτης κάνει ένα μεγάλο λάθος -για να μην πω ηλιθιότητα. Θα είμαστε πιο ηλίθιοι απ' αυτόν, αν δεν εκμεταλλευόμαστε το λάθος του».
   «Τι λάθος;»
   «Ξεμπάρκαρε όλο το στρατό του εδώ, στο Μαραθώνα. Έτσι, μάς επέτρεψε να μεταφέρουμε κι εμείς εδώ όλο το στρατό μας και να δώσουμε μάχη συνολική, οριστική. Ένας προς δέκα ε; Έστω! Το πράμα είναι δύσκολο· αλλά ετοιμασθήκαμε, έχουμε πιθανότητες. Και τώρα, σε ρωτώ: Αν ο Δάτης μπάρκαρε, τούτη τη νύχτα, το μισό στρατό του στα καράβια, που θ' ανοίγονταν στο πέλαγο, τι θα κάναμε;»
   «Επίθεση, αμέσως, στους μισούς που απόμειναν! Ένας προς πέντε!»
   «Ναι, βέβαια. Η νίκη, έτσι, είναι πολύ πιο πιθανή. Αφού όμως νικήσουμε τους μισούς που απόμειναν εδώ, όσοι από εμάς θ' απομείνουν μετά τη δύσκολη και πολύνεκρη τούτη νίκη, πού θα τρέχουν ν' ανακαλύψουν και ν' αποκρούσουν τους άλλους μισούς, που κάπου θα ξεμπάρκαραν φρέσκοι και ξεκούραστοι;»
   Ο Μιλτιάδης σώπασε, για μια στιγμή. Και συνέχισε με φωνή πιο γαληνεμένη:
   «Ο Δάτης κάνει το λάθος, όχι από άγνοια της πολεμικής τέχνης, μα από κακό υπολογισμό της δύναμής του και της δύναμής μας. Θαρρεί πως εύκολα μπορεί να μάς συντρίψει εδώ, στο Μαραθώνα. Δεν ξέρω αν θα νικήσουμε. Αν όμως νικηθούμε, οι Πέρσες θα πληρώσουν πολύ ακριβά τη νίκη τους -αυτό στο εγγυώμαι! Τότε, τα μάτια του Δάτη θ' ανοίξουν. Και με τον κολοβωμένο στρατό του δεν θα πάει να χτυπηθεί στον Ισθμό, κατά μέτωπο με τους Σπαρτιάτες. Θα ξεμπαρκάρει στα νώτα τους, σε δύο, τρία, τέσσερα σημεία. Και τότε...»
   Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό, με απελπισία:
   «Αν είχαμε στόλο! Αν νικήσουμε, το πρώτο πράμα που πρέπει να κάνουμε είναι να σκαρώσουμε στόλο! Γιατί ο Δαρείος θα ξανάρθει. Οπωσδήποτε θα ξανάρθει, με πολύ μεγαλύτερο στρατό. Ίσως έρθει απ' το δρόμο της στεριάς, τούτη τη φορά. Μα μόνο με τα καράβια του θα μπορεί να εφοδιάζει το στρατό του. Γι' αυτό πρέπει να φτιάσουμε στόλο!»
   «Βλέπεις μακριά», είπε ο Φειδιππίδης με θαυμασμό.
   Ο Μιλτιάδης σήκωσε τους ώμους:
   «Είμαι πολιτικός, που οι περιστάσεις μ' ανάγκασαν να γίνω στρατιωτικός. Ο καλός πολιτικός καθοδηγεί καλύτερα ένα στρατό στον πόλεμο, παρά ο καλός στρατιωτικός ένα λαό στην ειρήνη. Ύστερ' απ' τη σημερινή μου νίκη, θα πιάσω γερά την κυβέρνηση της πολιτείας. Πρέπει να συνεννοηθώ με τον Θεμιστοκλή, που είναι μυαλό γερό, πλατύ. Πρέπει να βάλω στην πάντα τον Αριστείδη, με την επικίνδυνα στενοκέφαλη τιμιότητά του. Πρέπει να φτιάσω στόλο, που να φέρνει αυτός τα πλούτη της Ασίας στην Ελλάδα κι όχι ο στόλος του Δαρείου. Πρέπει να καταστρέψω το στόλο του Δαρείου!» 
   «Δε θα σ' αφήσουν να τα κάνεις όλ' αυτά», είπε ο Φειδιππίδης.
   «Αν νικήσω, θα μ' αφήσουν!»
   «Επειδή θα νικήσεις δε θα σ' αφήσουν. Ένας στρατηγός νικητής, επί κεφαλής της πολιτείας, είν' επικίνδυνος για τη δημοκρατία...»
   «Κι ο Δαρείος είναι λιγότερο επικίνδυνος, ε; Χωρίς εμένα, η Ελλάδα θα γίνει περσική σατραπεία! Δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν...»
   «Η δημοκρατία, σαν τον Κρόνο, τρώει τα παιδιά της, προτού την ξολοθρέψουν αυτά. Μονάχα έτσι μπορεί να επιβιώσει. Και δεν νοιάζεται, γιατί τα γόνιμα σπλάχνα της γεννάν άφθονα και άξια βλαστάρια, ν' αντικαταστήσουν εκείνα που ξολόθρεψε. Γιος της δημοκρατίας είσαι κι εσύ και μητροκτόνος μη θέλεις να γίνεις. Αυτά 'χει να σε συμβουλέψει ένας απλοϊκός ανθρωπάκος, που οι θεοί του 'δωσαν μπόλικα πόδια για να τρέχει και λιγοστό μυαλό για να μη στοχάζεται...»   
   Ο Μιλτιάδης κοίταξε το Φειδιππίδη με το γαλανό διαπεραστικό του μάτι:
   «Εσένα οι αθάνατοι σου 'δωσαν και πόδια γερά και κεφάλι γερό», είπε. «Μιλάς σωστά. Μα δεν θ' ακολουθήσω τη συμβουλή σου. Το παιγνίδι αξίζει τον κόπο. Κι η δημοκρατία παραδίνεται στον πιο καπάτσο...»
   «Ώσπου να τον ξεκάνει με μπαμπεσιά, βοηθημένη απ' τον καινούργιο της φίλο...»
   Ο Μιλτιάδης γέλασε ξανά:
   «Έστω κι έτσι το παιγνίδι αξίζει τον κόπο...»
   Σώπασαν κι αφουγκράστηκαν τη σιγαλιά της νύχτας. Κι ο Μιλτιάδης είπε:
   «Πάνω από εκατό χιλιάδες άνθρωποι κοιμούνται σε τούτη την πλαγιά και στον κάτωθέ της κάμπο. Σε λίγες ώρες θα ξυπνήσουν και θ' αλληλοσφαχτούν. Γιατί; Αν ρωτήσεις τους Πέρσες, θα σου πουν: “Για να χαρίσουμε ακόμα μια σατραπεία στον αφέντη και βασιλιά μας”. Αν ρωτήσεις τους Αθηναίους και τους Πλαταιείς, η απόκρισή τους θα είναι: “Για να μείνουμε εμείς κι οι απόγονοί μας λεύτεροι άνθρωποι”. Κι όμως, το πράμα δεν είν' έτσι...»  
   «Πώς είναι;»
   «Δύσκολο να στο 'ξηγήσω...»
   Γύρισε το κεφάλι κι είδε έναν άνθρωπο που ερχόταν κατά το μέρος τους. Τριανταπεντάρης, μέτριος στ' ανάστημα κι όχι πολύ καλοφτιαγμένος, προχωρούσε σιγανά και κοίταζε ολόγυρα, σα να 'βλεπε πράματα ανύπαρκτα μες στη νύχτα. Ο Μιλτιάδης τον έδειξε στον Φειδιππίδη:
   «Αυτός ίσως μπορέσει να σου 'ξηγήσει...»
   Ο νιοφερμένος στάθηκε, είδε το Φειδιππίδη κι είπε:
   «Καλώς όρισες! Τι νέα μάς φέρνεις;»
   «Οι έφοροι της Σπάρτης μού υποσχέθηκαν να στείλουν δυο χιλιάδες οπλίτες, όλους Ομοίους -την αφρόκρεμα του στρατού τους...» 
   «Δυο χιλιάδες μονάχα; Έστω! Πότε έρχονται;»
   «Θα ξεκινήσουν μετά τ' ολόγιομο φεγγάρι. Να γιορτάσουν, λέει, πρώτα τα Κάρνεια, κατά πώς ορίζει το ζακόνι τους...»
   «Προφάσεις!» σάρκασε ο Μιλτιάδης.
   Μα ο νιοφερμένος διαμαρτυρήθηκε:
   «Πώς μιλάς έτσι, Μιλτιάδη; Τα έθιμα μάς τα 'δωσαν οι θεοί κι είναι νόμοι ιεροί κι απαραβίαστοι! Αλίμονο αν οι Λακεδαιμόνιοι πατούσαν το ζακόνι τους! Οι αθάνατοι θα οργίζονταν και θα τους αρνιόνταν τη νίκη!»
   Ο Μιλτιάδης σήκωσε τους ώμους:
   «Σε λίγη ώρα ο Δάτης αμολάει επίθεση. Μα τον Δία, αν είχα δυο χιλιάδες οπλίτες της Σπάρτης εφεδρεία, θα 'νιωθα πολύ καλύτερα!»
   «Αν ήξερες πως οι θεοί είναι οργισμένοι απ' την ασέβεια  των Ελλήνων, θα 'νιωθες πολύ χειρότερα».
   Ο Μιλτιάδης κοίταξε το νιόφερτο με μάτι γεμάτο σκληρή δύναμη κι είπε:
   «Καταφέραμε να 'χουμε πολλούς θεούς, εμείς οι Έλληνες. Όπως καταφέραμε κάθε χωριό να είναι και πολιτεία, με δικές της πολιάδες θεότητες. Οι Σπαρτιάτες δεν εκστρατεύουν πριν απ' την πανσέληνο κι οι Τεγεάτες μετά. Οι Λοκροί πολεμούν μονάχα όταν τα πουλιά πετάν δεξιά κι οι Αιτωλοί δεν συνεχίζουν εκστρατεία αν κάποιο φίδι κόψει ζερβά το δρόμο τους. Όλα τούτα είναι ζακόνια ιερά, παραγγελμένα απ' τους θεούς. Με τη διαφορά πως ο Δαρείος έχει μονάχα ένα θεό, ένα στρατό κι ένα ζακόνι. Όταν μάς υποδουλώσει, επειδή για θρησκευτικούς λόγους δε μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε τους στρατούς μας, θα έχουμε το θάρρος να ρίξουμε την ευθύνη στους θεούς μας;»
   «Βλαστημάς!» είπε ο άλλος.
   «Όχι, Αισχύλε, δεν βλαστημώ. Προσπαθώ ν' αποδείξω ότι οι θεοί μας δεν είναι τόσο παράλογοι, όσο θέλουμε να νομίζουμε. Δε γίνεται οι Έλληνες αθάνατοι, που οπωσδήποτε πεθυμάν τη λευτεριά των Ελλήνων θνητών, να τους εμποδίζουν να πολεμήσουν για τη λευτεριά τους, τη στιγμή που πρέπει να πολεμήσουν».
   «Παρεξηγείς τους θεούς», αποκρίθηκε ο Αισχύλος μ' επίσημη φωνή. «Αν το θέλημά τους είναι να νικήσουμε τους Πέρσες, τούτο θα γίνει και δίχως τη βοήθεια της Λακεδαίμονας, γιατί έτσι ίσως είναι καλύτερα για την Ελλάδα».
   Ο Φειδιππίδης τινάχτηκε όρθιος, πολύ διεγερμένος.
   «Ναι!» είπε. «Ναι! Οι θεοί υπάρχουν! Υπάρχουν!»
   «Ποιος τόλμησε ποτέ ν' αρνηθεί πως υπάρχουν θεοί;» τον μάλωσε ο Μιλτιάδης.
   Πριν ο Φειδιππίδης αποκριθεί, ο Αισχύλος σήκωσε το χέρι προς τον ουρανό και μίλησε:
   «Οι θεοί υπάρχουν! Τον παλιό καιρό, όταν οι άνθρωποι ήσαν αγνότεροι, οι αθάνατοι κατέβαιναν στη γη απ' τα ουράνια δώματα κι έσμιγαν τη ζωή τους με τη ζωή των θνητών. Οι μύθοι λεν την αλήθεια. Σήμερα πολλοί αναρωτιούνται γιατί οι θεοί δεν έρχονται πια ανάμεσά μας. Και φτάνουν στο συμπέρασμα πως οι μύθοι είναι παραμύθια των παλιών, πως θεοί δεν υπάρχουν...» 
   «Θεοί υπάρχουν», ξανάπε ο Φειδιππίδης με πεποίθηση.
   «Ναι, υπάρχουν. Πάντοτε κατεβαίνουν απ' τον Όλυμπο, πάντοτε μεταξύ μας βρίσκονται. Μόνο που δεν παίρνουν πια μορφή, για να μάς παρουσιασθούν με το υπερκόσμιο μεγαλείο τους. Άγνωστο γιατί -ποιος δύναται να ξεδιαλύνει τη βουλή τους;- προτιμάν να μένουν αόρατοι. Ο άνθρωπος όμως, που έχει πίστη σ' Εκείνους, δε μπορεί να μη νιώσει την άυλη παρουσία τους. Οι θεοί είναι πάντοτε και παντού!»
   Σταμάτησε να μιλάει και πάσχισε να ξεδιαλύνει την αινιγματική μορφή του Μιλτιάδη. Αδύνατο να καταλάβει τι έκρυβε η σιωπή του. Πίστευε ή δεν πίστευε; Ίσως πάλι, τούτη τη στιγμή, το μυαλό του να ήταν αλλού, να συλλογιζόταν τη μάχη που θα έδινε σε λίγες ώρες. Κι έξαφνα, μέσα στη σιωπή της νύχτας, πάλι ακούστηκε το ποδοβολητό του σκιαγμένου γιδοκοπαδιού, στην παραπάνω πλαγιά.
   «Ο Παν!» είπε ο Μιλτιάδης.
   Το είπε αδιάφορα, ασυναίσθητα. Από συνήθεια να το λέει, κάθε φορά που τα κατσίκια σκιάζονταν και σκόρπιζαν τρεχάτα.
   «Ο Παν!» είπε κι ο Αισχύλος. «Δεν έδωσε στην πνευματική του ύπαρξη υλική μορφή ορατή στα μάτια των ανθρώπων. Μα τα γίδια τον είδαν, γιατί τέτοιο είναι το θέλημα του Πάνα: Τα γίδια να τον βλέπουν και να σκιάζονται. Κι εμείς οι άνθρωποι, όταν τα κατσίκια λακίζουν τρομαγμένα, ξέρουμε πως είδαν τον Πάνα, γιατί ο Παν υπάρχει!» 
   «Ναι, υπάρχει!» είπε ο Φειδιππίδης με φωνή γεμάτη δέος. «Κι όταν κρίνει πως είναι ανάγκη, δεν παρουσιάζεται μονάχα στα μάτια των αγριμιών...»
   Οι άλλοι δυο τον κοίταγαν με απορία. Κι ο Φειδιππίδης είπε ξανά:
   «Ακούστε αυτό που θα σάς ιστορήσω»:
 
   «Ένα μερονύχτι έκανα να φτάσω απ' την Αθήνα στη Σπάρτη. Όπως ξεκίνησα τρέχοντας, έτσι και σταμάτησα, δίχως όχι να κοιμηθώ, μα ούτε να ξαποστάσω. Μου είχες πει, Μιλτιάδη: “Μόνοι μας να τα βγάλουμε πέρα με τους Πέρσες που ξεμπάρκαραν στο Μαραθώνα δε γίνεται. Κι άλλος ελληνικός στρατός να μάς βοηθήσει, εξόν απ' το Σπαρτιατικό, δεν υπάρχει. Τρέχα στη Σπάρτη και πες τους πως η Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο θανάσιμο. Να στείλουν, το ταχύτερο, όλο το στρατό τους, Ομοίους και Περίοικους. Να στρατολογήσουν ακόμα και τους Είλωτες. Έτσι, μαζί με τους Πλαταιείς, θα μαζευτούμε δυόμιση μυριάδες Έλληνες, ν' αντιμετωπίσουμε τις δέκα μυριάδες του Δάτη. Ένας προς τέσσερις, κάτι μπορεί να γίνει”.
   »Μεσημεράκι ξεκίνησα απ' την Αθήνα. Την άλλη μέρα, μεσημεράκι, έφτανα στην Αγορά της Σπάρτης κι έπεφτα ξερός από κούραση, καταγής. Πρόστρεξαν οι Σπαρτιάτες και με σήκωσαν και με συνέφεραν. Σαν μπόρεσα να μιλήσω, τους είπα αυτά που μου είπες να τους πω. Ήσαν εκεί οι βασιλιάδες κι οι έφοροι κι οι γερουσιαστές. Άκουσαν το τρομερό μήνυμα με μορφές παγωμένες κι αδιάφορες, σα να μη συνέβαινε τίποτα το σημαντικό. Κι απέ μού είπαν: “Θέλουμε κάμποση ώρα να σκεφτούμε τι θα κάνουμε. Πήγαινε να φας και να κοιμηθείς. Μόλις πάρουμε απόφαση, θα σε ξυπνήσουμε”.
   »Έφαγα σαν λύκος απ' την πείνα κι έπεσα ξερός στο κρεβάτι που μου 'δωσαν. Με ξύπνησαν την ώρα που ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει. Στην Αγορά ήσαν όλοι συναγμένοι -βασιλιάδες, έφοροι και γερουσιαστές. Ο γεροντότερος έφορος μίλησε και μου 'πε αυτό που ξέρετε: Πριν απ' τα Κάρνεια, που θα γιορταστούν με τ' ολόγιομο φεγγάρι, δε γίνεται να εκστρατέψουν. Και θα στείλουν δυο χιλιάδες οπλίτες μονάχα. Μου κόπηκαν τα ήπατα. “Μα δεν καταλαβαίνετε, τους λέω, πως η Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο;” Ένας γερουσιαστής με αντικόβει: “Μη χάνεις τα λόγια σου, νεαρέ! Το τι καταλαβαίνουμε, δικός μας λογαριασμός. Πήγαινε, τώρα και πες στους Αθηναίους την απόφασή μας”.
   »Έφυγα τρέχοντας, όπως ήρθα. Μα τώρα δεν υπήρχε πια η ελπίδα, να δίνει στα πόδια μου φτερά. Περίλυπη ήταν η ψυχή μου κι ένιωθα δάκρυα πικρά ν' ανεβαίνουν στα μάτια μου. Τα πόδια μου ήσαν κομμένα, βαριά, η καρδιά μου άρρυθμη. Έκανα ό,τι δυνόμουν για να τρέξω, μα δεν τα κατάφερνα. Η κούραση κι η απελπισία μ' είχαν καταβάλει. “Προς τι να τρέξω;” συλλογιζόμουν. Για να τους πω πως μονάχα δυο χιλιάδες Σπαρτιάτες θα έρθουν, κι αυτοί όταν θα είναι πια αργά; Ας αργοπορήσω. Όσο περισσότερο μένουν με την ελπίδα, τόσο το καλύτερο. Υπάρχει πάντα καιρός να μάθουν την πικρή αλήθεια.
   »Έτσι, σέρνοντας τα πόδια μου, σκαρφάλωσα την πλαγιά του Πάρνωνα κι έφτασα στο διάσελο, εκεί που ο δρόμος τρυπώνει στην κλεισούρα. Ήμουν ξέπνοος, δε βαστούσα πια. Άκουσα το νερό μιας βρυσούλας να κελαρύζει, δυο βήματα πιο πέρα. Γονάτισα κι ήπια, κι ήπια, κι ήπια. Κι ύστερα, κουρασμένος ως ήμουν, έπεσα μπρούμυτα στις φτέρες κι άρχισα να κλαίω, σαν μωρό παιδί.
   »Πόση ώρα έμεινα σε τούτο το κάρωμα; Δε θυμάμαι... Με συνέφεραν τα κυπριά ενός γιδοκοπαδιού, που σιγοπροσπερνούσε βόσκοντας. Μπροστά πήγαινε ο τράγος, όμορφος και μεγαλόπρεπος αρχηγός. Ακολουθούσαν οι γίδες -βαρεμένες οι περισσότερες, τέτοια εποχή- τριγυρισμένες απ' τα μονόχρονα ρίφια, που ζωηρά, ανήσυχα, όλο πηδούσαν εδώ κι εκεί. Στερνός ερχόταν ο βοσκός. Γέροντας ήταν, ασπρομάλλης κι ασπρογένης, τυλιγμένος στην τρίχινη χλαίνη του, στηριγμένος σε ραβδί ψηλό. Σαν με είδε, με χαιρέτησε με την τραχιά δωρική ομιλία του:
   - “Γεια - χαρά, φίλε!”
   »Τον αντιχαιρέτησα. Ανέβηκε ως τη βρύση, έσκυψε κι ήπιε νερό. Αναστέναξε ανακουφισμένος απ' τη δίψα. Ύστερα ήρθε και κάθισε κοντά μου. 
   - “Ξένος φαίνεσαι να είσαι”, μου λέει. “Το κατάλαβα απ' τον ιωνικό χιτώνα σου και τον τρόπο της ομιλίας σου”.
   - “Ναι”, του αποκρίνομαι. “Είμαι Αθηναίος. Εσύ τι είσαι; Περίοικος ή Είλωτας; Γιατί δεν πιστεύω, αν ήσουν Όμοιος, να γινόσουν τσομπάνος...”
   - “Δεν είμαι Λάκωνας”, μου απαντάει. “Είμαι απ' την Αρκαδία, άνθρωπος λεύτερος και πολίτης ομότιμος. Έχω μπει στη δούλεψη ενός πλούσιου Περίοικου, για τούτο με βλέπεις σ' αυτά τα μέρη, που τα εξουσιάζουν οι Λακεδαιμόνιοι...”
   »Δεν ξέρω πώς, μα η καρδιά μου ήταν πολύ βαριά κι είχε ανάγκη να ξεσπάσει κάπου, να βρει φιλία και κατανόηση.
   - “Είσαι Αρκάς”, λέω του τσομπάνη, “και μπορώ να σου μιλήσω ανοιχτά. Πες μου, τους αγαπάς τους Σπαρτιάτες;”
   - “Έλληνες είναι κι αυτοί”, μου αποκρίνεται. “Σαν όλους τους Έλληνες, έχουν τις αρετές και τα κουσούρια τους. Μα σαν Έλληνας δε μπορώ να μην αγαπώ όλους τους συμπατριώτες μου”.
   »Ένιωσα το μάθημα που μου 'δωσε ο γέροντας. Μα η πίκρα μου ήταν τόσο μεγάλη, που δε μπορούσα να παραδεχτώ τη λογική. Άπλωσα το χέρι δείχνοντας κι είπα του γέροντα βοσκού:
   - “Κοίτα! Κοίτα το φεγγάρι πώς ξεχωρίζει πάνω σε τούτο τον απαράμιλλο ουρανό! Κοίτα τη διαφάνεια του αιθέρα, που σιγοπάλλει σε κύματα λεπτότατα! Κοίτα τις χιονισμένες χαράδρες, που χαράζουν ασημένιες σπαθιές στις τραχιές πλαγιές του μεγαλόπρεπου Ταΰγετου! Κοίτα, χαμηλά, τον κάμπο το βλαστερό, τον φουντωμένο λιόδεντρα βαριά καρπισμένα. Κοίτα την αργυρή συρμή του Ευρώτα, ν' αργοκυλάει ανάμεσα στη ροδοδάφνη και την αλυγαριά! Ανάσανε τον αγέρα που κατεβαίνει, κορεσμένος αψιά οσμή έλατου και πεύκου, από τα βουνά της Αρκαδίας -της πατρίδας σου! Άκουσε το τραγούδι της πνοής μέσα στα φύλλα των δέντρων, τα κλαδιά των πριναριών! Χώσε τα δάχτυλά σου στο χώμα, να νιώσεις τους υπέροχους ιμέρους που θρέφουν την πιο λεπταίσθητη βλάστηση που μπορεί να γίνει! Πιάσε μια πέτρα και κατανόησε την ομορφιά που ο γλύπτης μπορεί να βγάλει απ' τα σπλάχνα της! Πιες το νερό της πηγής και δώσε την υπέρτατη χαρά στα σωθικά σου! Γέψου τον καρπό τούτης της αγριοκουμαριάς και θαύμασε το άρωμα που θα σού αφήσει στο στόμα! Όλ' αυτά είναι η Ελλάδα. Μα είναι και κάτι άλλο η Ελλάδα: Είναι το δαιμόνιο των λεύτερων ανθρώπων της, που απ' τον ήλιο, το φεγγάρι, τ' αστέρια, τον ουρανό, το χώμα, την πέτρα και τον αιθέρα της μπορεί να πλάσει το υψηλό, το ωραίο, το αξεπέραστο! Και να που η Ελλάδα κινδυνεύει να σβήσει, να χαθεί, επειδή οι άνθρωποι που κατοικούν σ' εκείνη την πολιτεία”, -κι έδειξα τα φώτα της Σπάρτης- “δεν πολυθυμούνται το ελληνικό τους χρέος. Απ' τον πεντάμορφο Ταΰγετο δε βρήκαν παρά τον Καιάδα μονάχα, να ρίχνουν όσα παιδιά τους δεν θα γίνουν άξια να πολεμούν -να πολεμούν, και τίποτ' άλλο. Έστω! Να πολεμούν! Μα να που η ώρα του πολέμου έφτασε: Του πολέμου για την Ελλάδα. Κι εκείνοι, οι θαυμάσιοι πολεμιστές, αρνούνται να πολεμήσουν!”
   »Αναστέναξα πικρά και συνέχισα: 
   - “Σ' εμάς τους Αθηναίους έλαχε ο βαρύς κλήρος να πολεμήσουμε για την Ελλάδα, μόνοι κι αβοήθητοι. Θα πολεμήσουμε σκληρά. Μα πώς εμείς οι μύριοι, θα νικήσουμε τους δεκακισμύριους; Μόνον οι θεοί μπορούν να κάνουν θαύμα και να σώσουν την Ελλάδα! Μόνον οι θεοί!”
   »Ο γέροντας μ' άκουγε, έχοντας τα μάτια στυλωμένα πέρα, μακριά. Σαν τελείωσα να μιλώ, έβγαλε απ' το δισάκι του μια σύριγγα και μου 'πε:
   - “Άκου την απόκρισή μου.”
   »Γέμισε η νύχτα μελωδία και ήχους και ρίγος μουσικό και ρυθμό αδέκαστο, λες κι η ψυχή όλης της Ελλάδας συγκεντρώθηκε στην πνοή του γέροντα, μετουσιώθηκε σ' έκφραση, περνώντας απ' τα καλάμια, και ξεχύθηκε στο Σύμπαν, να διαδηλώσει την ακατάλυτη ύπαρξή της. Απόμεινα ασάλευτος, μαγεμένος, μ' ανατριχίλες να με περουνιάζουν σύγκορμο, ως τα τρίσβαθα του είναι μου. Κι έξαφνα ένιωσα -πώς το 'νιωσα; Άγνωστο!- πως κάτι παράξενο γινόταν κοντά μου, δίπλα μου, πλάι μου. Ότι κάποια υπερκόσμια παρουσία γέμιζε τα πάντα με δέος και θάμβος ιερό. Γύρισα το κεφάλι. Και στη θέση που ήταν ο γέροντας τσομπάνος, τώρα καθόταν εκείνος: Ο Παν! Κίτρινα ήσαν τα λοξά του μάτια κι έλαμπαν σαν αστέρια του μεσονυχτιού. Δυο κέρατα γερτά, από θαμπό χρυσάφι, ξεπρόβαλλαν από τις σγουρές μπούκλες του μετώπου του. Λάσιο το κορμί του, φουντωμένο τρίχα σερνική. Κι από τη μέση και κάτω τράγος, δασότριχος, μ' όλη τη μεγαλόπρεπη βεβαιότητα της γονιμότητας -της ευγονίας.
   »Θαμπωμένος, με γόνατα λυμένα, έπεσα μπρούμυτα και προσκύνησα:
   - “Παν! Παν! Μεγάλε θεέ της Ελλάδας! Η χώρα σου βρίσκεται σε κίνδυνο. Παν! Σώσε την Ελλάδα!”
   - “Σήκω”, μου είπε. “Σήκω κι άκουσε αυτό που θα σου πω.”
   »Σηκώθηκα κι ο θεός μου είπε:
   - “Οι θεοί γεννιώνται, ζουν, πεθαίνουν. Κι όμως είναι αθάνατοι. Όταν οι άνθρωποι τούτης της χώρας προσκυνήσουν καινούργιους θεούς, εγώ, θεός ξεχασμένος, πάντα θα ζω. Περιπλεγμένος με το νέο θεό, πάντα θα διαφεντεύω το ριζικό της Ελλάδας. Η Ανάγκη, που στέκεται ψηλότερα από μας, όρισε πως η Ελλάδα δεν πρέπει ποτέ να πεθάνει, γιατί είναι ανάγκη να υπάρχει Ελλάδα, όσο υπάρχει Κόσμος. Κι όταν η Ανάγκη λέει «δεν πρέπει», αυτό σημαίνει «δεν πρόκειται». Μη φοβάσαι. Τρέχα στην Αθήνα και πες στους συμπατριώτες σου πως θα νικήσουν! Τους το μηνάω εγώ, ο Παν! 
   »Έτσι μίλησε. Και χάθηκε από μπροστά μου. Ανείπωτη αγαλλίαση χύθηκε στην ψυχή μου. Με μιας η κούραση του κορμιού χάθηκε. Ένιωσα δυνατός -αφάνταστα δυνατός! Πήρα βαθιά ανάσα κι άρχισα να τρέχω, να τρέχω. Και δε σταμάτησα παρά εδώ, στο Μαραθώνα, για να σας πω το μήνυμα της νίκης, που σας στέλνει ο Παν!»
 
   Όταν ο Φειδιππίδης τελείωσε να μιλάει, το φεγγάρι άγγιζε κιόλας την κορυφή του δυσμικού βουνού. Πέρα, πάνω απ' τα όρη της Εύβοιας, άρχισε να γλυκοσκάει ο ανθός της χαραυγής.
   Ο Αισχύλος έμεινε όπως ήταν. Δε μιλούσε, συλλογιζόταν. Το ίδιο κι ο Μιλτιάδης. Μα αλλιώτικοι ήσαν οι στοχασμοί του ενός και τ' αλλουνού.
   Έτσι πέρασαν λίγες στιγμές. Όταν φάνηκαν δυο άνθρωποι να πλησιάζουν. Ο ένας ήταν Αθηναίος αξιωματικός, ντυμένος με πανοπλία και κράνος. Ο άλλος σήκωνε με το χέρι τη χλαίνη του, να μισοκρύβει το πρόσωπό του. 
   «Μιλτιάδη», είπε ο αξιωματικός. «Είναι εκείνος ο άνθρωπος, που ήρθε κι άλλη φορά...» 
   «Να πλησιάσει. Άφησέ μας μόνους».
   Ο άνθρωπος πλησίασε, χαιρέτησε προσκυνώντας -με τον ανατολίτικο τρόπο- κι είπε μιλώντας ελληνικά με ξενική προφορά:
   «Μιλτιάδη, ο αφέντης μου σού μηνάει πως ο Δάτης άλλαξε σχέδιο. Δεν θα επιτεθεί σήμερα το πρωί, κατά πως ήταν αποφασισμένο. Πρόσταξε να μπαρκάρει ο στρατός στα καράβια και να πάει να κάνει απόβαση αλλού, ίσως στο Φάληρο».
   «Ίσως στο Φάληρο; Στο Φάληρο είπες;»
   «Έτσι είπα: Στο Φάληρο».
   «Καλά. Πες στον αφέντη σου πως το μήνυμα που μού στέλνει είναι σπουδαίο. Τον ευχαριστώ κι εγώ κι η Ελλάδα. Όταν έρθει η στιγμή, θα διακηρύξω πως στάθηκε πάντοτε άξιος Έλληνας. Μπορείς να πηγαίνεις». 
   Ο άνθρωπος έφυγε γοργά, πάντα κρύβοντας το πρόσωπό του με τη χλαίνη. Κι ο Φειδιππίδης ρώτησε:
   «Ποιος είναι ο αφέντης του, που σου 'στειλε το μήνυμα;»
   «Κάποιος Έλληνας, αναγκασμένος να παριστάνει το σύμμαχο των Περσών. Μη μου ζητάς να σου πω τ' όνομά του».
   Έκανε νόημα στον αξιωματικό που στεκόταν παράμερα, να πλησιάσει:
   «Να ξυπνήστε τον πολέμαρχο και τους στρατηγούς», πρόσταξε. «Να τους παρακαλέστε από μέρους μου, να συγκεντρωθούν το ταχύτερο εδώ, στη σκηνή μου. Έχω κάτι σπουδαίο να τους διακοινώσω. Να ξυπνήστε κι ολόκληρο το στρατό. Όλοι να ετοιμασθούν. Ήρθε η ώρα για τη μάχη!»
   Ο αξιωματικός έφυγε τρέχοντας. Κι ο Μιλτιάδης είπε στον Αισχύλο και τον Φειδιππίδη:
   «Οι άλλοι στρατηγοί μού παρεχώρησαν την ημέρα της αρχηγίας τους, αναγνωρίζοντάς με έτσι αρχιστράτηγο. Μα είμαι δημοκράτης κι έχω απόφαση να σεβαστώ τους νόμους. Σήμερα είναι κατά το νόμο η ημέρα να αρχηγέψω εγώ το στρατό. Παίρνω λοιπόν την απόφαση να δώσουμε τη μάχη και να νικήσουμε. Έτσι η νίκη θα είναι ολότελα και αναμφισβήτητα δική μου!» 
   «Μην ασεβείς», είπε ο Αισχύλος. «Η νίκη θα είναι μονάχα εκείνων που τη δίνουν στους ανθρώπους: Των θεών!»
 
   Ο Φειδιππίδης πάλι τρέχει, τρέχει, τρέχει. Ο δρόμος που ακολουθεί περνάει μέσ' από αμπέλια φορτωμένα τσαμπιά χρυσαφιά, κάτω από λιόδεντρα γεμάτα καρπό κοκκινόμαυρο, πλάι από πεύκα βοερά, που ευωδιάζουν ρετσίνι. Κατεβαίνει σε ρεματιές πνιγμένες στην αλυγαριά και τη ροδοδάφνη. Σκαρφαλώνει σε πλαγιές μαλακές, στολισμένες με τις όρθιες πρασινόμαυρες λόγχες των κυπαρισσιών. Καταγάλανος είναι ο ουρανός. Ο αγέρας, δονισμένος απ' το τραγούδι του τζίτζικα. Απ' τη μεριά της θάλασσας φυσάει μελτεμάκι δροσερό, κορεσμένο αρμύρα κοχυλιού κι ιώδιο φυκιού.
   «Η Ελλάδα!» συλλογιέται μ' έκσταση ο τρεχάτος άνθρωπος. «Η Ελλάδα θα μείνει όπως ήταν, για πάντα! Θα μείνει Ελλάδα!»
   Θυμάται εδώ και λίγες ώρες, στον κάμπο του Μαραθώνα. Ένας ήταν κι αυτός: Ένας απ' τους μύριους Αθηναίους, τους χίλιους Πλαταιείς. Στάθηκε κι αυτός ασάλευτος στην παράταξη, με το θώρακα στον κορμό, τις κνημίδες στις άντζες, την ασπίδα στο χέρι το ζερβί, το δόρυ στο δεξί, το κράνος στο κεφάλι. Μπροστά του η ανατολή, που φλεγόταν στον ερχομό του ήλιου. Μπροστά του οι βάρβαροι της Ανατολής, που ήρθαν να μεταλλάξουν τον ήλιο της Ελλάδας σε ήλιο της Ανατολής.
   Έντεκα χιλιάδες άνθρωποι ορθοί, ασάλευτοι περιμένουν τη μεγάλη στιγμή. Πιο πίσω, πάνω στο ψήλωμα, ο Μιλτιάδης, ασάλευτος κι αυτός, μετράει τα πάντα με το αετίσιο γαλανό του μάτι. Τα πάντα είναι εν τάξει: το Σύμπαν, ο ρυθμός του και το πεπρωμένο του. Δεν υπάρχει λόγος τίποτα ν' αλλάξει από αυτή την αρμονία, που πηγάζει κι εκπορεύεται από τον αιώνιο πυρήνα της Ελλάδας. Σηκώνει το χέρι και φωνάζει:
   «Εμπρός!»  
   Τα δόρατα προτείνονται οριζόντια, απειλητικά. Και δυο φορές μύρια αντρίκια ποδάρια αρχίζουν να σφυροκοπάν ρυθμικά και μουντά το μαλακό χώμα του βλαστερού κάμπου.
   «Τροχάδην!»
   Ο τυμπανισμός των ποδαριών μεταλλάζει σε βοή ρυθμικά αυξανόμενη, υποβλητικά υποχθόνια, λες κι ο Εγκέλαδος έχει αρπάξει μεσ' στα στιβαρά χέρια του τα έγκατα της γης και τα συγκλονίζει οργισμένος.
   «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων!»
   Έν' απ' αυτά τα παιδιά ήταν κι ο Φειδιππίδης. Με το δόρυ γερά στηριγμένο στη δεξιά μασχάλη, το στήθος καλά προφυλαγμένο απ' τη βαριά ασπίδα, το κεφάλι και το πρόσωπο σφιχτά σκεπασμένο με το μαντέμι του κράνους, προχωρεί τρέχοντας. Βροχή τα βέλη των Περσών σφυρίζουν πλάι στ' αυτιά του, τυμπανίζουν στην ασπίδα του, ξεστρατίζουν στο σίδερο του κράνους του. Αυτός προχωρεί, με τα μάτια στυλωμένα μπροστά, στα Ευβοϊκά βουνά, απ' όπου ο ήλιος προβάλλει φλογερός και πορφυρός, δίσκος συστρεφόμενος από αναλυτό μαντέμι. Είναι ο ήλιος της Ελλάδας, που έτσι πάντα πρέπει ν' ανατέλλει, για να φωτίζει μια χώρα ελεύθερων ανθρώπων, πάντοτε.
   Τώρα ο Φειδιππίδης, δίχως βαριά αρματωσιά, μ' ένα πεντάλαφρο χιτώνα μονάχα, τρέχει προς την Αθήνα, να φέρει το μεγάλο μήνυμα. Είναι κουρασμένος, γιατί τρεις μέρες τώρα όλο τρέχει. Πήγε στη Σπάρτη τρέχοντας, γύρισε τρέχοντας. Τρέχοντας πάλι χίμηξε στη μάχη και νίκησε. Βαριά χτυπάει η καρδιά μεσ' στο στέρνο του. Δύσκολα μπορεί κι ανασαίνει τον ανάλαφρο αγέρα. Θα 'θελε να ξαπλώσει στο ευωδιαστό θυμάρι, κάτω απ' τον ίσκιο μιας ελιάς και να κοιμηθεί, να κοιμηθεί. Δεν το κάνει όμως, γιατί όσοι έμειναν στην Αθήνα -οι γέροι και τα γυναικόπαιδα- πρέπει να μάθουν πως θα είναι άνθρωποι λεύτεροι, για πάντα.
   Έξαφνα κοντοστέκεται, αφουγκριέται. Τι είναι αυτό; Μια σύριγγα μέσα στο σύδεντρο μέλπει κάποιο δωρικό σκοπό. Κάποιος τσομπάνος θα 'ναι, που δεν ξέρει τη μεγάλη είδηση.
   «Ε! Τσομπάνε!» φωνάζει ο Φειδιππίδης. «Πού είσαι; Για έβγα να σου πω! Νικήσαμε! Νικήσαμε!»
   Μεσ' απ' τα κλαδιά της βατομουριάς προβάλλει ένα κεφάλι με σγουρά μαυριδερά μαλλιά, που μόλις μισοκρύβουν δυο μικρά και γερτά κέρατα. Χρυσά τα λοξά μάτια, σπιθιρίζουν σαν ήλιοι λαμπερότεροι απ' τον ήλιο. Κι απ' το πλατύ χοντρόχειλο στόμα αναβλύζει ο καταρράχτης του παντοδύναμου κυματιστού γέλιου.
   «Ο Παν!» μουρμουρίζει ο Φειδιππίδης, με καρδιά σταματημένη από δέος.
   Ο Παν γελάει, γελάει και λέει:
   «Το λόγο μου τον κράτησα. Όσο εγώ θα υπάρχω, θα υπάρχει κι η Ελλάδα. Πες στους Έλληνες πως αν θέλουν να είναι πάντοτε ελεύθεροι, ποτέ να μην ξεχάσουν τον Πάνα!»
   Έτσι μίλησε και χάθηκε κι αναλήφτηκε. Απόμεινε μονάχα ο αχός του σουραυλιού του, να σκορπίζει και να σβήνει στο μελτέμι. Κι ο Φειδιππίδης άρχισε ξανά να τρέχει, να τρέχει...
   Να κι η Αθήνα. Ο δασωμένος βράχος του Λυκαβηττού. Η Ακρόπολη, με την αρμονική κορώνα του Εκατόμπεδου στο ίσωμά της. Ο Ιλισός, σκιαγμένος από πλατάνια πολύφυλλα. Οι μικροί μαρμάρινοι ναοί, όπου άνθρωποι λεύτεροι τιμούν τους λεύτερους θεούς τους. Τα σπιτάκια, όπου τη φτώχεια την αντισταθμίζει το περήφανο συναίσθημα της λευτεριάς. Η Πνύκα, όπου οι λεύτεροι άνθρωποι μαζεύονται και γίνονται βασιλιάδες του εαυτού τους. Ο Άρειος Πάγος, όπου άνθρωποι λεύτεροι δίνουν και δέχονται λεύτερα τη δικαιοσύνη που οι ίδιοι θεσμοθέτησαν γι' αυτούς τους ίδιους.
   Να κι οι λεύτεροι άνθρωποι, που προστρέχουν να τον προϋπαντήσουν. Το νιώθεις πως είναι λεύτεροι από την έκφραση της μορφής τους. Από το μάτι που κοιτάει πάντα ξεκάθαρα, περήφανα, τίμια. Από την υπέρτατη νοημοσύνη που αντικαθρεφτίζεται στο ξεκάθαρο, το περήφανο και τίμιο μάτι.
   «Λοιπόν, Φειδιππίδη; Λοιπόν;»
   Ο δρομέας στέκεται. Δε νιώθει πια να βρίσκεται η καρδιά μεσ' στο στέρνο του. Σωπαίνει, μια στιγμή.
   Με γυριστή ματιά συγκεντρώνει την υπέροχη εικόνα του Λυκαβηττού, της Ακρόπολης, του Ιλισού, των ναών, των σπιτιών, των ανθρώπων. Όλ' αυτά είναι η Αθήνα. Κι η Αθήνα, από σήμερα, είναι όλη η Ελλάδα. Όλ' αυτά θα μείνουν λεύτερα, αμόλευτα κι ελληνικά για πάντα!
   «Λοιπόν, Φειδιππίδη; Λοιπόν;»
   Ο Φειδιππίδης χαμογελάει γλυκά, τρισευτυχισμένα.
   «Νικήσαμε!» καταφέρνει να μουρμουρίσει.
   Και πέφτει νεκρός.
 
Καραγάτσης Μ.
Η μεγάλη λιτανεία
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»
Αθήνα 2007 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου