Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΠΕΤΕΙΝΟΣ

   
   «Κυρ Βαγγέλη! Ευχαριστώ, κυρ Βαγγέλη μου!»
    Μουρμούριζε κουνώντας το κεφάλι του ο βαρκάρης μου, εκεί που στερέωνε τους σκαρμούς (1) στην κουπαστή για να πάμε στις Μπενίτσες.
   Τα λόγια αυτά τα είχα πει λίγο πριν εγώ στον ψαρά μου τον Βαγγέλη, όταν με ειδοποίησε ότι έστειλε στο σπίτι ένα καλό φαγκρί.
   «Γιατί, μωρέ Νικόλα;» ρώτησα, «δεν του πάει μαθέ το κηρί (2), γιατί είναι ψαράς; Φθάνει που είναι τίμιος άνθρωπος».
   «Δεν είπα τίποτσι, αφεντικό. Τίμιος είναι τώρα, δε σου λέω. Μα ας το χρωστάει κι αυτός το κηρί του και την τιμή του στους Ιταλούς. Γιατί εγώ ξέρω τι ήταν ο κυρ Βαγγέλης σου ως τα 23, που μάς βομβαρδίσανε οι Ιταλοί. Τέτοιο λαθρέμπορο δεν είχε γνωρίσει ποτέ η Κέρκυρα και το Μανδούκι».
   Ο Βαγγέλης ο Μουλαρίας με τ' όνομα. Ως και τότε στους Λιαπάδες βρεθήκαμε, για τέτοια νεγότσια (3), γιατί -εδεπά (4) που τα λέμε- πολλές δουλειές εκάναμε και μαζί. Εκεί λοιπόν μάς έφθανε ο κρότος από τα κανόνια, και μάθαμε πως οι Ιταλοί πήρανε την Κέρκυρα και σκοτώσανε τα γυναικόπαιδα, και διώξανε το Νομάρχη, και πως θέλανε να μάς φραγκέψουνε όλους,  για να γίνουμε, λέει, και μεις ανθρώποι. Δεν τα πολυπιστέψαμε. «Θα 'ναι», είπαμε, «από κείνα τα Κορφιάτικα. Θα χαιρετήσανε τα καράβια τους τη σημαία μας, και μπορεί κατά λάθος να μάτωσε κανένα ρουθούνι, και φκιάστηκε όλη τούτη η ιστορία».
   Μα πάλι, ξεκινήσαμε νύχτα από τους Λιαπάδες για τη χώρα, να ιδούμε τι γίνηκε. Φέραμε και κάμποσο πράμμα. Εγώ είχα γεμάτες τις μπούρσες (5) μου με ένα φίνο τσιγαρόχαρτο, κι ο Βαγγέλης ήταν φορτωμένος με πούρα, βιργκίνιες (6), που φουμάρανε οι αρχόντοι. Στο δρόμο, όπου βρίσκαμε κανένα χωριάτη να κοιμάται στ' αμπέλι του ή κανένα που να γύριζε από τη χώρα, όλο και ρωτούσαμε. Κι όλο τα ίδια μάς λέγανε «οι Ιταλοί πήρανε την Κέρκυρα με τα καράβια τους, και σκοτώσανε κόσμο».
   Ξημερώσαμε στην Πλατυτέρα. Μού λέει ο Βαγγέλης:
   «Δε μπαίνομε να κάμωμε ένα σταυρό στη χάρη της, και να ρωτήσωμε και το μπάρμπα μου;»
   Είχε έναν αδερφό της μάνας του, καλόγηρο στην Πλατυτέρα, το μακαρίτη το Νικηφόρο, που τον είχε ποτίσει χίλια φαρμάκια ο Βαγγέλης, μα όλο και τον εσεβόταν.
   Μπαίνοντας, βρήκαμε τον καλόγηρο να κάθεται στο πεζούλι με το κεφάλι χωμένο στα δυο του χέρια σαν να 'κλαιγε. Ήταν σαν το λεμόνι, και τα χείλη του στάζανε φαρμάκι. Ούτε καλημέρα δε μάς είπε. Ο Βαγγέλης τον ερώτησε γι' αυτά που μάθαμε.
   «Αλήθεια είναι», μάς είπε με πνιγμένη φωνή  ο καλόγηρος. «Οι Ιταλοί πήρανε την Κέρκυρα».
   «Μα γιατί;» ρώτησε ο Βαγγέλης.
   «Γιατί», είπε ο καλόγηρος, «αυτοί είναι μεγάλοι και μεις είμαστε μικροί. Γι' αυτό».
   «Μα γιατί;» ρώτησε πάλι στα χαμένα ο Βαγγέλης.
   Ο καλόγηρος άναψε.
   «Για την κακή σου και την ψυχρή», λέει στον ανιψιό του. «Γιατί εσύ είσαι λαθρέμπορος, γιατί εσύ και όσοι είναι σαν εσένα», (επήρα και τη δική μου, πα να πει), «δεν αφήνετε να μεγαλώσει και η μαύρη η πατρίδα μας, κι όλοι την τσαλαπατάνε».
   Ο Βαγγέλης δεν αντιμίλησε στο μπάρμπα του. Αν και -να λέμε και του στραβού το δίκιο- ο Βαγγέλης ήταν και κατατσακισμένος από τον πόλεμο του 13. Εγύρισε σε μένα και μού λέει:
   «Εγώ σού λέω, Νικόλα, πως οι φλαραίοι (7) θα τα κάμανε αυτά. Εκείνος ο Γκεζουίτης (8) ο Ντον - Πέπες».
   Ο Νικηφόρος σηκώθηκε ορθός και μού φάνηκε πως θα τον έδερνε τον ανιψιό του.
   «Σκασμός να σε κόψει», του λέει. «Αυτόν το Γκεζουίτη που λες, εσύ δεν είσαι άξιος, μωρέ, να τον πιάνεις στο βρωμόστομό σου. Αυτόν, μωρέ, τον έκραξε ο ναύαρχος και του είπε: “Εσύ”, λέει, “σαν Ιταλός που είσαι, πρέπει να χαίρεσαι. Δε βλέπεις”, του λέει, ”το Δεσπότη σου, που μάς ευλόγησε!” Μα ο ντον Πέπες, με όλη την αχάμνια του, τού απαντάει του ναυάρχου: “Εγώ”, λέει, “καπετάνο μου, δεν ξέρω να 'μαι κανένας Ιταλός. Εγώ είμαι πάππου προς πάππου Κερκυραίος, Έλληνας. Και τι πα να πει πως είμαι καθολικός! Μηδά”, λέει, “εσείς στην Ιταλία δεν έχετε τόσους ορθόδοξους; Γι' αυτό θα τους πούμε Γραικούς;” Ο ναύαρχος τότε τον έβαλε σ' ένα καράβι και τον εξόρισε. Κι από τότε κανένας δεν ξέρει τι γίνεται. Και συ, μωρέ κακούργε, τόνε βρίζεις; Το μοναχό  που έχεις να κάμεις, είναι να στεφανώσεις, αύριο κιόλα, την αδερφή του, φόρσε (9) και λιώσεις μερικές αμαρτίες σου, και σε συχωρέσει ο Θεός για τις άλλες, βρωμόψυχε».
   Για να καταλάβεις, αφέντη μου, (μού εξήγησε ο Νικόλας), ο Βαγγέλης εδώ και δέκα χρόνια είχε καταστρέψει την αδερφή αυτού του φλάρη. Δεκαπέντε χρονών κοπέλα ήταν τότε η κακομοίρα η Λουίζα, σαν το κρύο νερό. Από τότε έκανε παιδιά μ' αυτή. Κι ο κακομοίρης ο αδερφός της, με την ψυχή στο στόμα, όπως ήταν, εδούλευε, έδινε μαθήματα, για να τα ζει τα μούλικα του Βαγγέλη. Κι άμα τού λέγανε για στεφάνι, ο Βαγγέλης έφερνε πάντα μπροστά πως δεν παίρνει φράγκα. Να τη βαφτίσουνε πρώτα και ύστερα να την πάρει. Κι όχι που δεν ήθελε ο ντον Πέπες να βαφτιστεί η αδερφή του, αυτός ήταν άγιος άνθρωπος, κι ας ήταν κι αβάφτιστος. Μα έλα που φοβότανε το Δεσπότη μην τον αφορίσει. Κι έτσι ζούσανε στην αμαρτία και τα παιδιά τους μήτε φράγκους τα κάνανε μήτε και χριστιανούς.
   Ο Βαγγέλης έσκυψε το κεφάλι του και φύγαμε. Ο Νικηφόρος δεν άφησε ούτε το χέρι του να τού φιλήσουμε.
   Στο δρόμο μού λέει ο Βαγγέλης:
   «Αν είναι αλήθεια αυτά», λέει, «εγώ θα τού φιλήσω το χέρι του ντον Πέπε, και θα τη στεφανώσω τη Λουίζα».
   Πρώτη φορά που τούς έλεγε με τα ονόματά τους. Πάντα έλεγε «η Φράγκα» και «ο Γκεζουίτης».
   «Πάμε», τού λέω, «στο μώλο να ιδούμε και μεις τα καράβια;»
   «Πάμε», μού λέει, «σα θέλεις. Μα φοβάμαι μη με βαρέσει κόλπο (10) να ιδώ τη φράγκικη σημαία στο Κάστρο, ή μην κάνω φονικό αν μού δώσει αφορμή κανένας Ιταλός».
   Που η οργή του Θεού, κάτω από το νέο φρούριο εκείνος ο σιορ Σπύρος, που έκανε το δραγουμάνο στους Ιταλούς, μ' έναν  αξιωματικό μάς σταματάνε. Ο Βαγγέλης έγινε σαν την παπαρούνα. Ο δραγουμάνος με μεγάλη ευγένεια τον ρώτησε:
   «Κυρ Βαγγέλη, ο καπετάνος από 'δω θα ήθελε ν' αγοράσει λίγα πούρα, από κείνα τα καλά που φέρνεις...»
   Εγώ κοψοαιματισμένος, όλο στα χέρια του Βαγγέλη είχα το μάτι. Ο Θεός όμως τού έδωσε υπομονή.
   «Σιορ Σπύρο», λέει, «στα καπνοπωλεία έχουν πούρα. Εγώ δεν έχω».
   «Πότε θα 'χει;» ρωτάει ο Ιταλός.
   Ο Βαγγέλης μιλάει φαρσί τα ιταλικά, μα τότε έκανε πως δεν καταλάβαινε λέξη.
   «Πες του», λέει του δραγουμάνου, «πως όταν αυτοί ξεκουμπιστούν από τον τόπο μας, θα 'χουμε και πούρα και όλα τα καλά».
   Ο αξιωματικός εκούνησε το κεφάλι του κοροϊδευτικά, ύστερα σήκωσε το χέρι του κατά το Κάστρο και έδειξε έναν ξύλινο πετεινό που είχαν στήσει εκεί οι Ιταλοί, από το '18 που ήταν πάλι στην Κέρκυρα με τους Γάλλους, και λέει του δραγουμάνου του να μάς πει πως «όταν λαλήσει εκείνος ο ξύλινος πετεινός, τότε κι αυτοί θα φύγουνε από την Κέρκυρα». Και τράβηξαν.
   Εγώ πήρα το Βαγγέλη από το μπράτσο και φύγαμε. Μα και που φεύγαμε, γύρισε και φώναξε του δραγουμάνου: 
   «Πες του, μωρέ», λέει, «αυτού του ρ... πως θα λαλήσει μια μέρα κι ο ξύλινος πετεινός».
   Τότε, για να τον καλμάρω, τού λέω:
   «Δεν πάμε, μωρέ Βαγγέλη, ως το Δήμαρχο, που είναι φίλος μας, να ιδούμε τι μάς συμβουλεύει κι αυτός που είναι γνωστικός».
   Κόσμος και κοσμάκης στο Δημαρχείο. Μια στιγμή τον ξεμοναχιάσαμε το Δήμαρχο και τον ρωτήσαμε τι να κάμωμε.
   «Αυτό», λέει, «που έγραψα στην προκήρυξή μου. Να καθίστε ήσυχα για να μη μπλέξωμε την κυβέρνησή μας χειρότερα, όσο να δώσει ο Θεός να φύγουνε».
   «Κι αν δε φύγουνε;» ρωτάει ο Βαγγέλης.
   «Αφού εγώ σού λέω πως θα φύγουνε», είπε θυμωμένος ο Δήμαρχος.
   Ο Βαγγέλης ησύχασε κάπως.
   Μα εκεί που βγαίναμε μάς φωνάζει πάλι ο Δήμαρχος.
   «Βαγγέλη, Βαγγέλη, σήμερα έχεις δίκη στο δικαστήριο, για κείνον τον καφέ που σού είχαν πιάσει. Εκοινοποίησαν εδώ το χαρτί, γιατί από το σπίτι σου τον έδιωξαν τον κλητήρα».
   Από τέτοια ο Βαγγέλης ήταν μαθημένος. Ποτέ του δεν παρουσιαζόταν και ποτέ χωροφύλακας δεν έβανε χέρι απάνω του. Τότε μού λέει: «Θα πάω».
   Επήγαμε μαζί. Ήταν κι άλλοι κατηγορούμενοι, μα ο εισαγγελέας λέει στον πρόεδρο:
   «Κύριε πρόεδρε», λέει, «εγώ προτείνω να τις αναβάλουμε όλες τις δίκες, γιατί δεν έχομε στο χέρι χωροφυλακή. Κι αν καταδικάσουμε, ποιος θα τους πάει στη φυλακή;»
   Ο Βαγγέλης τότε σηκώνει την αγριοφωνάρα του από κει που ήταν.
   «Να κάμετε τη δουλειά σας», φωνάζει, «κυρ δικαστάδες μου, κι άμα μάς καταδικάσετε, εμείς θα πάμε στη φυλακή μοναχοί μας, χωρίς χωροφύλακα (11)».
   «Έτσι, έτσι», φωνάζουν και οι άλλοι κατηγορούμενοι.
   Αυτό το μαλάκωσε το δικαστήριο και τον καταδίκασε το Βαγγέλη μοναχά σε είκοσι μέρες φυλακή.
   Πήγε τότε στο γραμματέα και τού ζήτησε μια σημείωση για το δεσμοφύλακα να τον δεχθεί στη φυλακή. Τον παρακάλεσε μοναχά να τον αφήσει σήμερα ελεύθερο να κανονίσει μερικές βιαστικές δουλειές του.
   Από τότε δεν τον ξαναείδα το Βαγγέλη, ως την ημέρα που φύγανε οι Ιταλοί. Αργότερα μού είπε πως πήγε στη Λουίζα. Αυτή και τα παιδιά τους πέσανε απάνω του και τον αγκαλιάζανε με κλάματα για τον πάππο, όπως λέγανε τον ντον Πέπε. Και η Λουίζα έδειξε ένα γράμμα του αδερφού της από το καράβι, που τής έλεγε να βαφτιστεί και να στεφανωθεί με το Βαγγέλη, είτε αυτός γυρίσει από την εξορία είτε όχι. Ήταν, λέει, με τα δυο πόδια στον τάφο, γιατί ήταν φθισικός, και άλλον δε φοβότανε τώρα παρά το Θεό.
   Στη φυλακή, όπως έμαθα, ο Βαγγέλης δεν εσήκωσε κεφάλι, δεν έβγαλε λέξη από το στόμα του. Μοναχά αναστέναζε και με τη βία έπαιρνε λίγο ψωμί και λίγο νερό.
   Τον ξαναείδα, την ημέρα που φύγανε οι Ιταλοί. Βρεθήκαμε μαζί στο μώλο. Το τι γίνηκε εκείνη την ημέρα, αφέντη μου, μόνο όποιος το είδε μπορεί να καταλάβει. Νταγκ, νταγκ, το ρολόγι του Κάστρου χτύπησε οχτώ. Μπαμ τα κανόνια από τα ιταλικά καράβια και τη δική μας τη «Σμύρνη». Κατεβάσανε την ιταλική σημαία. Ύστερα ανάσα δεν άκουες. Μόνο οι καρδιές χτυπούσαν. Σε λίγο άλλα κανόνια. Ανεβάσανε στο Κάστρο τη σημαία, τη δικιά μας τη σημαία. Χριστός ανέστη! Πέσαμε ο ένας στου άλλου την αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή ακούμε κοντά μας βήματα στρατιωτικά και βλέπουμε την τελευταία ιταλική διμοιρία, που είχε χαιρετίσει τη σημαία μας, να τραβάει στο μώλο για να μπαρκαριστεί κι αυτή. Ο Βαγγέλης βγάνει μια φωνή.
   «Ο ίδιος», μού λέει, «ο ίδιος ο ρ... που ζητούσε τα πούρα».
   Και τον χάνω από κοντά μου. Σε λίγο, τη στιγμή που πατούσε στην ατμάκατο ο αξιωματικός, ακούεται από το νέο φρούριο ένα παράξενο βραχνό:
   «Κικιρίκου, κικιρίκου».
   Όλοι ξαφνίστηκαν για μια στιγμή, αλλά αμέσως καταλάβανε τι τρέχει, γιατί όλοι είχαν ακούσει τους Ιταλούς να λένε  πως τότε μόνον θα φύγουν από την Κέρκυρα, όταν λαλήσει ο ξύλινος πετεινός. Χαλασμός κόσμου καινούργιος από φωνές και ζήτω. Ο αξιωματικός γύρισε μια στιγμή κατά το νέο φρούριο, είδε τον ξύλινο πετεινό, και κοντά στο λειρί του ένα μαυριδερό μανδουκιώτικο κεφάλι, κι έδωκε διαταγή να φύγει η ατμάκατος. Το κεφάλι του κόντευε ν' αγγίξει το κατάστρωμα.
   Σε λίγο ο Βαγγέλης στεφανώθηκε με τη Λουίζα, βαφτισμένη πια στην Πλατυτέρα. Βιάστηκαν, γιατί ο αδερφός της γύρισε από την εξορία ετοιμοθάνατος και δεν άργησε να κλείσει τα μάτια του. Να πας καμιά φορά, αφέντη μου, στο Campo Santo, να ιδείς τον τάφο του. Αυτός θ' αγιάσει, κι ας ήταν αβάφτιστος.
   Με τα λίγα οβολάκια, που με τόσους κόπους και με τόσα φαρμάκια είχε οικονομήσει ο καημένος ο ντον Πέπες, ο Βαγγέλης αγόρασε τούτη την ψαρόβαρκα, που σου φέρνει της αφεντιάς σου τα φαγκριά.
   Καμιά φορά και τώρα υπάλληλοι που ήταν κι άλλη φορά στην Κέρκυρα, τον θυμούνται από τα παλιά και τού ζητούνε πούρα ή καμιά φανέλα εγγλέζικη.
   «Πάνε τώρα αυτά», τους λέει ο Βαγγέλης. «Λάλησε ο ξύλινος πετεινός».
 
Τραυλαντώνης Αντώνης
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 10, 
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1927
 
Σημειώσεις:
(1) σκαρμός: Σιδερένιος άξονας, ο οποίος στην άκρη του περιέχει ένα τετράγωνο ανοικτό με μια βαλβίδα στην κορυφή. Μέσα στον σκαρμό τοποθετείται το κουπί και με την ειδική βαλβίδα βιδώνεται στον σκαρμό. Ο σκαρμός επιτρέπει στον κωπηλάτη να εκτελεί μεγαλύτερες κουπιές. 
(2) κηρί < τουρκ. kira (αραβικής αρχής): ενοίκιο, ενοικίαση, ναύλο.
(3) νεγότσια: εμπορικές συμφωνίες, δοσοληψίες, ξεκαθαρίσματα.
(4) εδεπά: εδώ 
(5) μπούρσα:  Η τσέπη του παντελονιού - τα λεφτά (Ιταλ. Borsa).
(6) βιργκίνιες: Με καπνό από ποικιλία Βιρτζίνια. 
(7) φλάρης: Ο καθολικός υποτιμητικά. 
(8) Γκεζουίτης: Ιησουίτης. 
(9) φόρσε: ίσως, μήπως 
(10) βαράω κόλπο: αρρωσταίνω, ταράζομαι, θυμώνω 
(11) Αυτό είναι πραγματικό περιστατικό. Το γράφει ο Στάθης Αγάθος στο αξιόλογο βιβλίο του Οι Ιταλοί εν Κερκύρᾳ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου