Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

  
   Ήταν ένας κουρέας στον ίδιο δρόμο, απέναντι απ' το σπίτι με τις «τρεις μοναχοκόρες», όπως μάς αποκαλούσε χαϊδευτικά κάποιος. Ο Τζόρτζιος ο Ναρέας, αυτό ήταν το όνομά του. Βέβαια δεν τύχαινε να είναι ακριβώς αδελφός μας, αλλά τότε ήταν ακόμη εκείνη η εποχή που μάς φαίνεται απίστευτη σχεδόν και πολύ μακρινή πλέον -αν και μόλις πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια- που η γειτονιά, οι άνθρωποι μιας γειτονιάς, και μάλιστα όχι σε πόλη-μυρμηγκοφωλιά όπου γνωρίζεις μόνο τ' όνομά σου, ένιωθαν περίπου σαν μέλη μιας οικογένειας. Άλλωστε ο Τζόρτζιος αγαπούσε τη Μαριάνθη και γρήγορα θα τον κάναμε γαμπρό μας. Αυτό δεν ξέρω αν συνέβαινε στην πραγματικότητα, πάντως για μένα έτσι είχαν τα πράγματα.
   Τον Τζόρτζιο λοιπόν τον έβλεπα και λίγο σαν αδελφό μου, και γι' αυτό ήταν πολύ φυσικό να νοιάζεται για μένα και να με χαϊδεύει, καθώς τότε είχα -κι εύχομαι να διατηρώ πάντα- μια έξοχη απλότητα και μια διαυγή όσο και μυστήρια αφέλεια γύρω απ' αυτά τα πράγματα, δηλαδή την ζωή. Όλα για μένα τότε ήταν ερωτικά. Οι άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν ακατάπαυστα, οι βροχές που μάς μιλούν και τις ακούμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λένε, τα ζώα που καμιά ζωολογία ή ζωοφιλία δεν είπαν ακόμη την ιστορία τους, οι μυρουδιές που μάς τυλίγουν για πάντα χωρίς να 'χουν δίχτυα ούτε ιδέες, οι νύχτες που άλλους εμπνέουν κι άλλους φοβίζουν, οι ιστορίες που ακούμε ή βλέπουμε, ζούμε ή πλάθουμε, κι έχουν μες στη ζωή μας την δική τους ζωή, το κάθε τι, καλό-κακό σε μια περιπέτεια, σ' ένα υφάδι -όλα ερωτικά. Ο ήλιος, το φεγγάρι, τα ρούχα, τα κλινοσκεπάσματα, τα δέντρα, οι ακρίδες, τα όνειρα, οι κηδείες -όλα. Ήμουν τόσο δεμένη με τις αισθήσεις μου τότε, όσο είμαι τώρα μ' εκείνες τις μνήμες.
   Ο Τζόρτζιος είχε ένα κουρείο που το λάτρευα. Είχε κάτι από μυθιστόρημα, από ιταλικό σινεμά του πενήντα. Τώρα τουλάχιστον, που «ξαναμπαίνω» μέσα του, μια τέτοια ατμόσφαιρα έχει. Μακρύ σαν διάδρομος και αρκετά φαρδύ, με καθρέφτες στους δυο τοίχους, απ' την πόρτα ως το βάθος καθρέφτες, ντουλάπια, ράφια και μικρές μεμονωμένες εταζέρες ανάμεσα στους καθρέφτες, μαρμάρινους πάγκους ή νεροχύτες από κάτω, βάζα με λουλούδια μπροστά σε κάθε καθρέφτη, δεξιά κι αριστερά, που βέβαια με τον αντικατοπτρισμό διπλασιάζονταν, τριπλασιάζονταν και το κουρείο έμοιαζε με κήπο, παλιές σέπια καρτ-ποστάλ ή φωτογραφίες με πεθαμένες γόησσες στις μεγάλες τους δόξες, όλα τα σύνεργα της δουλειάς, μπουκάλια που τα άγγιζα ή τα μύριζα και ριγούσα, έκλεινα τα μάτια κι αναστέναζα, πέτσινες πολυθρόνες, πετσέτες λευκές και μαλακές σαν γάτες, σκούρα πράσινα ή βεραμάν αρώματα σε βαποριζατέρ, ταλκ που μοσχομύριζαν τριαντάφυλλο ή μανόλια, αισθηματικά και αστυνομικά βιβλία τσέπης, περιοδικά, μεταλλικές κρεμάστρες και κουρτίνες στο χρώμα του κρασιού. Μια πορσελάνινη ντελικάτη σόμπα, πρασινωπή, με ανάγλυφα σκαλίσματα, ήταν πίσω από το φύλλο της πόρτας που δεν άνοιγε, και στον απέναντι τοίχο, στο βάθος, μια λατέρνα· στην μεγάλη οβάλ και με χρώματα που σε τύφλωναν ζωγραφιά, μια πανέμορφη τσιγγάνα να χτυπάει ντέφι και να την πλημμυρίζουν δάκρυα. Στην λατέρνα μια τσαμπούρα -ένα μουσικό όργανο που το λέγαμε τσαμπούρα, έγχορδο, πιθανότατα το γνωστό μπουζούκι ή κάτι παραπλήσιο.
   Ο Τζόρτζιος έπαιζε συχνά τσαμπούρα. Όταν δεν είχε πελάτες και ούτε διάθεση να διαβάσει, έπαιρνε την τσαμπούρα, άραζε σε μια πολυθρόνα ή πήγαινε και στεκόταν όρθιος πίσω απ' την πόρτα κι έπαιζε. Έπαιζε, και για μένα από απέναντι ήταν σαν να με καλούσαν σειρήνες, να με ξελόγιαζαν. Έφτανα σαν υπνωτισμένη και καθόμουν στο σκαλί έξω απ' το κουρείο ή ακουμπούσα το πρόσωπό μου στο τζάμι, τον κοίταζα στα μάτια και στα δάχτυλα κι άκουγα... Κολλούσα το στόμα μου στο κρύο τζάμι και το τζάμι θάμπωνε, ζεσταινόταν. Σταματούσε κάποια στιγμή ο Τζόρτζιος, κάνοντάς μου νόημα πως θα συνεχίσει, κι ύστερα, χωρίς να με κοιτάει τώρα, άνοιγε μια στάλα την πόρτα και μου ψιθύριζε: «Έλα». Ή: «Πέρνα». Αυτό κυρίως συνέβαινε μεσημέρια, χειμώνα ή καλοκαίρι, που τα άλλα μαγαζιά έκλειναν και ο δρόμος ερήμωνε. Πήγαινε λίγο πίσω ο Τζόρτζιος, ανοίγαμε λίγο περισσότερο την πόρτα, έριχνα μια ασυναίσθητη ματιά γύρω και γλιστρούσα μέσα.
   Ο Τζόρτζιος, με τον τρόπο που έπαιζε τσαμπούρα ή ξύριζε τους άντρες, απαλά κι επιδέξια, τραβούσε τώρα τις κουρτίνες και γύριζε το κλειδί στην πόρτα, κρακ και κρακ, δυο φορές. Το μαγαζί έπαιρνε ένα χρώμα μενεξεδί και σμαραγδένιο, γινόταν άλλος κόσμος. Γέμιζε χάδια ο αέρας και τα κλειστά μπουκάλια νόμιζες πως έγερναν κι έσπαζαν δίχως ήχο -αυτό το ξανάδα, χρόνια μετά, στον «Καθρέφτη» του Ταρκόφσκι- κολώνιες κι αρώματα έρρεαν κάνοντας ένα ηδονικό και παιχνιδιάρικο κλι-κλι... κλι-κλι... κλι-κλι-κλι... Τα λουλούδια έβγαιναν, μπουκέτα όπως ήταν ή ένα-ένα απ' τα βάζα, άλλα σέρνονταν προς το ταβάνι, άλλα κυλούσαν καταγής, άλλα ξάπλωναν σαν ωραίες γυμνές γυναίκες μπρος στους αγαπητούς καθρέφτες...
   Μες στους καθρέφτες τα πάντα κολυμπούσαν όπως σε βυθό θαλάσσης. Έβλεπα το κεφάλι μου σαν θαλάσσιο φυτό, του Τζόρτζιου επίσης, τα υπόγεια ρεύματα μάς πήγαιναν πέρα-δώθε, αγγιζόμασταν, φεύγαμε και ξανασμίγαμε. Είναι σαν να βλέπω όνειρο μ' ανοιχτά μάτια... Οι γόησσες στις φωτογραφίες άλλαζαν έκφραση ή βάθαιναν σε αυτήν που είχαν, πραγματικά ζωντάνευαν, άλλες γλύκαιναν, άλλες αγρίευαν, όλες χαμογελούσαν, ακόμα κι εκείνες που δεν χαμογελούσαν, και σε μερικές έβγαινε λίγο η γλώσσα ανάμεσα απ' τα δόντια.
   Η τσιγγάνα χτυπούσε το ντέφι απ' το κεφάλι της στο κεφάλι μου κι ύστερα το τρέλαινε στον αέρα κλείνοντας μεθυστικά τα βρεγμένα μάτια της, και ο Θεός από πάνω δεν απαγόρευε τίποτα ή έκλεινε κι αυτός τα μάτια... κι είχα μια παράξενη εντύπωση τότε πως αυτό που έκανα, ένα κοριτσάκι εφτά-οκτώ χρόνων μ' έναν άντρα, ήταν κάτι που ίσως οι ζωντανοί το κατέκριναν, το θεωρούσαν ντροπή, μα οι πεθαμένοι το ευλογούσαν και το χαίρονταν -αν ζούσαν, θα κάναν κι εκείνοι το ίδιο. Ως προς αυτό ήμουν απόλυτα σίγουρη, και γι' αυτό οι σχέσεις μου με τους πεθαμένους τότε ήταν αγαθότερες και αρμονικότερες απ' ό,τι με τους ζωντανούς. Κι ο Τζόρτζιος σαν πεθαμένος μού φάνταζε. Κι εγώ φυσικά. Μέσα σε καθρέφτες και γλυκιά υγρασία. Με σπαραγμό σχεδόν, αλλά μάταια, έψαξα στα μετέπειτα χρόνια να ξαναβρώ εκείνη την -όχι ηδονή ακριβώς, μα εκείνο το στοιχείο της ηδονής που την κατέστησε μοναδική στη ζωή μου, και μοναχική.
   Ερχόταν ο Τζόρτζιος από πίσω μου κι έπαιζε τσαμπούρα. Μικρό και λιανό το σώμα μου, έφτανε ως λίγο πιο πάνω απ' τον αφαλό του. Χαμήλωνα κιόλας το κεφάλι και η τσαμπούρα ακουμπούσε στο σβέρκο μου, δροσερή σαν στιλέτο. Έπαιζε με τα δάχτυλά του, κι ήταν σαν να άγγιζε άλλες χορδές, δικές μου. Μού άρεσε, με βαλάντωνε... ένιωθα ένα γλυκό κάψιμο στην κοιλιά, κάψιμο και βούισμα που μου 'φερνε βαθιά ευχαρίστηση. Πιο ζεστός κι από κάρβουνο ο Τζόρτζιος ανάμεσα στα σκέλια του, τριβόταν αργά-αργά στην πλάτη μου, ολοένα και πιο σε βάθος.
   «Κανείς δεν μάς βλέπει», μού έλεγε βραχνά, «κανείς».
   Σήκωνα μια ιδέα το κεφάλι και τον κοίταζα στον καθρέφτη.
   «Ο καθρέφτης μόνο μάς βλέπει, κι είναι τάφος ο καφθρέφτης», μού έλεγε τότε -«κανείς άλλος».
   Από καιρό σε καιρό με ρωτούσε: «Ωραία δεν είναι;» 
   Κουνούσα το κεφάλι χωρίς να λέω τίποτα, ή άλλοτε έλεγα σιγά, με κάποια έκπληξη: «Είναι».
   «Ξέρεις τι κάνουμε;» με ρωτούσε καμιά φορά.
   «Ό,τι κάνουν τα παιδιά για να γεννηθούν», τού έλεγα, και τρόμαζα λίγο.
   Γελούσε.
   «Ό,τι κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες», με διόρθωνε, «για να γεννηθούν τα παιδιά».
   Όχι, δεν φτάναμε ως εκεί με τον γνωστό τρόπο, αλλά τώρα που το σκέφτομαι βρίσκω πως δεν ήταν παρά ένας άλλος τρόπος, αλλιώτικος και ουσιαστικός, κάτι ακαθόριστο και διαβρωτικό... το κλίμα εκείνο του ερωτισμού που μόνο σε κάτι όνειρα μάς κατέχει και το ρουφάμε ολότελα, και υποφέρουμε -προτιμάμε να πεθάνουμε παρά να ξυπνήσουμε και να νιώσουμε εκείνο το δυσάρεστο και χλευαστικό αίσθημα πως ήταν όνειρο μόνο. Διότι αρχίζει αυτό το αίσθημα να μάς κυριεύει πριν ακόμα τελειώσει το όνειρο.
   Καμιά φορά με ρωτούσε ο Τζόρτζιος, κυρίως όταν μ' ένιωθε να κοκκινίζω από κάποια κίνησή του τολμηρότερη και φοβόταν μην τρομάξω και του φύγω, με ρωτούσε λοιπόν για να με αποσπάσει απ' αυτό που γινόταν ανάμεσά μας και πίσω απ' την πλάτη μου:
   «Τι σάς είπε σήμερα ο δάσκαλος;»
   Του έλεγα ό,τι θυμόμουν, όπως το θυμόμουν. Φορές-φορές τού έλεγα πράγματα που από κανέναν δάσκαλο δεν είχα ακούσει, δικές μου ιστορίες, κάτι που είχα στον νου ή μού ερχόταν εκείνη τη στιγμή. 
   «Α, έτσι... α, έτσι...» έλεγε πάντα εκείνος, κάθε τόσο -αμφιβάλλω αν άκουγε τίποτα.
   «Ναι, έτσι», έλεγα εγώ, και συνέχιζα ή ξαφνικά σταματούσα.
   Ήταν φορές που σωπαίναμε τελείως. Εκείνος μόνο που βογγούσε πνιχτά πότε-πότε, και η τσαμπούρα που έπαιζε... μόνη της πια. Τότε αφουγκραζόμουν τα πάντα, από τα πιο κοντινά ως τα πιο μακρινά και άπιαστα, αυτά που δεν ακούγονται. Ένιωθα το αίμα μου να καίει σαν φωτιά, να φεύγει το αίμα και να μένει η φωτιά, τα γόνατά μου λύνονταν σαν κορδόνια, τα χέρια μου μούδιαζαν. Κάποτε ο Τζόρτζιος μ' άφηνε απότομα, έτρεχε στο βάθος, πιανόταν με το 'να χέρι, όπως οι τραυματισμένοι στην κοιλιά, απ' τη λατέρνα, ακουμπούσε το μέτωπο στον τοίχο -την τσαμπούρα την έριχνε σε μια πολυθρόνα- και με τ' άλλο χέρι έβγαζε έξω ό,τι πιο ανήσυχο και δεσποτικό κρυβόταν κάτω απ' το παντελόνι του, το χούφτωνε και το συγκλόνιζε για δυο στιγμές, ώσπου τα πάντα ξελάφρωναν και σχεδόν εκμηδενίζονταν, και τότε άφηνε ένα σύντομο κλάμα ύαινας, που μόνο εγώ κι εκείνος ακούγαμε. Ανάβλυζε ο άσπρος χείμαρρος κι έρρε ανάμεσα απ' τα δάχτυλά του, κι ο Τζόρτζιος πάσχιζε να κρύψει κάπου το πρόσωπό του τραυλίζοντας λέξεις που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Χαμένη κι ασάλευτη ανάμεσα στους καθρέφτες και τα λουλούδια, τα παρακολουθούσα όλα αυτά με ανοιχτό ίσως στόμα, και σίγουρα με ορθάνοιχτα μάτια. Ο Τζόρτζιος πλενόταν έπειτα, σκουπιζόταν, έμπαινε πίσω από 'να μικρό παραβάν να τακτοποιηθεί καλύτερα, και ξανάβγαινε φρέσκος, λαγαρός και ομιλητικός, αλλά περίεργα «ξένος» πια μ' εμένα. Τότε σκάλωνε στον λαιμό μου ένας λυγμός, ένα παράπονο, το ίδιο απροσδιόριστο και διάχυτο όπως και όλα τα άλλα που συντελούνταν σ' εκείνο το αλησμόνητο κουρείο.
   Πλησίαζε και με χάιδευε στο αυτί σαν δάσκαλος. «Είσαι καλό κοριτσάκι», μού έλεγε -και μού ερχόταν να του δαγκάσω το χέρι. Μια φορά το δάγκασα. Στ' αλήθεια. Μα δεν θύμωσε. Με κοίταξε μόνο, με κάποια απορία όσο και κατανόηση, κι έσκυψε μετά και με φίλησε στο μάγουλο. «Είσαι πολύ καλό κορίτσι», μού ξαναείπε, πιο συνειδητά τώρα, κι εγώ άρχισα να γελώ, γέλασε κι εκείνος.
   Κι όσο ήμουν σ' αυτήν την κάπως νευρική κατάσταση, ο Τζόρτζιος με πότιζε κυριολεκτικά στις κολώνιες, μ' έπνιγε στο ταλκ. Καθώς τελειώναμε και μ' αυτό, έπαιρνε την τσαμπούρα πάλι κι έπαιζε, κι εγώ τον άκουγα, ήμερη και γλυκιά σαν άγγελος. Όταν ερχόταν η ώρα ν' ανοίξουν τα μαγαζιά, έφευγα παίρνοντας μαζί μου όλον εκείνον τον άλλο κόσμο.
   Ο Τζόρτζιος άνοιγε τις κουρτίνες, σφύριζε κι αέριζε το μαγαζί. Ύστερα καθόταν δίπλα στη σόμπα, άναβε τσιγάρο κι έπαιρνε στα γόνατα ένα περιοδικό.
 
   Τον πρώτο καιρό, αυτό γινόταν κάπως αλλιώς. Μ' έβλεπε, λόγου χάριν, στην αυλή ή να περνώ στον δρόμο και μού χτυπούσε το τζάμι. Πλησίαζα, άνοιγε λίγο την πόρτα και με ρωτούσε αν θέλω να μου παίξει τσαμπούρα, ή άμεσα μού πρότεινε να πάω μέσα να μού παίξει τσαμπούρα. Εννοείται πως δεν υπήρχαν πελάτες εκείνη την ώρα, ήταν μεσημέρι. Έμπαινα και καθόμουν φρόνιμα σε μια πολυθρόνα ή καρέκλα. Έπαιρνε την τσαμπούρα, στεκόταν μπροστά μου και με κοίταζε. Ήταν μελαχροινός, με πολύ καθαρή, λεία και στιλπνή επιδερμίδα, χαλκόχρωμη και λίγο γυαλιστερή -χωρίς να 'ναι λιπαρή, χωρίς πόρους καν. Όμορφος. Κυρίως τα μάτια του. Πράσινα και σπινθηροβόλα, γατίσια. Η Περσεφόνη για τα μάτια του τον έλεγε «κότουρ», που θα πει γάτος στα σλάβικα. Φόβιζαν λίγο τους άλλους, τους φαίνονταν μάτια δαίμονα ή δαιμονισμένου, γι' αυτό δεν τον έπαιρνε, έλεγαν, καμιά -και η Μαριάνθη έλεγε πως αν δεν είχε αυτά τα μάτια... (μόνο αυτό έλεγε), αλλά εμένα ήταν αυτά τα μάτια ακριβώς που με τραβούσαν τόσο. Είχε κατάμαυρα ίσια μαλλιά, προς τα πίσω, λαμπικαρισμένα, με πολλή επιμέλεια χτενισμένα και με μια χωρίστρα -μια ρίγα δηλαδή- εντελώς στη μέση, πολύ μεγάλο καμπυλωτό μέτωπο -αλάνα το έλεγα- αυτιά που πετούσαν μύτες από πάνω και κολλημένα κάτω στους λοβούς, φιλήδονο στόμα και νέγρικα δόντια. Συνήθως φορούσε πράσινα ρούχα -λαδί, κυπαρισσί, έντονο πράσινο, πικρό της ελιάς πράσινο... ως κι ένα φρικαλέο λαχανί πουκάμισο φορούσε τα καλοκαίρια. Έλεγε με στόμφο και πιθανόν αστειευόμενος: «Πράσινο! Το χρώμα της ελπίδος!»
   Δεν ξέρω για ελπίδα, πάντως το πράσινο μού έμεινε από τότε σαν χρώμα της ηδονής, του είδους εκείνου της ηδονής που φυτρώνει από χαμηλά και στην αρχή ανυποψίαστα, αναπτύσσεται και διακλαδώνεται. Σαν τα περισσότερα φυτά δηλαδή, και το «φυτό» της ηδονής είναι πράσινο. (Για το γνήσιο πράσινο μιλώ, το βαθύ σκοτεινό πράσινο του ποταμού ή το λαμπερό αλλά πάντα βαθύτονο πράσινο -το λαχανί και τα παρεμφερή δεν έχουν καμιά σχέση).
   Με κοίταζε λοιπόν και περίμενε να του πω... Του έλεγα: «Παίξε μου το: Σήμερα τα ραφτάκια / δεν έχουνε δουλειά / παίρνουν τα ντουφεκάκια / και πάνε για πουλιά». Την έλεγα ολόκληρη τη στροφή, είχαν λόγο ν' ακουστούν εκείνα τα «πουλιά», να γίνει η απαραίτητη μνεία. Ήταν μια μυστική συμφωνία μας -πώς ξεκίνησε ακριβώς δε θυμάμαι. Άρχιζε ο Τζόρτζιος να παίζει το τραγούδι και να το τραγουδάει κιόλας. Έλεγε για κάτι παιδιά - ράφτες, που, αντί να πάρουν βελόνες, δαχτυλήθρες και μεζούρες στα χέρια, πήραν μια μέρα τα ντουφέκια τους και πήγαν για πουλιά. Να κυνηγήσουν πουλιά. Στον δρόμο βρίσκουν μια μηλιά, και πάνω στη μηλιά μια πεντάμορφη ξανθιά κοπέλα να τρώει μήλα. Πέφτουν στα γόνατα, αφήνουν δίπλα τα ντουφέκια και την παρακαλούν να κατέβει απ' τη μηλιά για να την παντρευτούν... Μα εκείνη αρνιέται πεισματικά. Είναι πικραμένη και ειρωνική, τους λέει πως δε θέλει να ξανακούσει για άντρες, για αγάπες, πως προτιμάει να τρώει μήλα σ' όλη της τη ζωή... «Αφήστε με μονάχη / σαν μήλο στη μηλιά / πάρτε τα ντουφεκάκια / και πάτε για πουλιά», τους λέει στο τέλος. Πάλι τα πουλιά... Ο Τζόρτζιος σταματούσε, με κοίταζε πάλι.
   «Πουλιά...» έλεγε μόνος.
   «Πες και τ' άλλο, πες και τ' άλλο», του έλεγα.
   «Είναι λυπητερό», μου θύμιζε.
   «Όχι, πες το», επέμενα, «θέλω να τ' ακούσω».
   Ο Τζόρτζιος δυσανασχετούσε ελαφρώς, μα θεωρούσε σοφότερο να μη μου χαλάσει χατήρι. Έσκυβε πάλι στην τσαμπούρα του και τέλειωνε το τραγούδι:
   «... Κι ένας την παίρν' για μήλο / την παίρνει για πουλί / σηκώνει το ντουφέκι / και την πυροβολεί». 
   Η τελευταία πενιά δεν ήταν καθόλου σαν πυροβολισμός, ίσα - ίσα ήταν μαλακιά, αργή και παραπονεμένη, όμως εγώ τιναζόμουν σαν πουλί...
   Αλλά υπήρχε κι άλλο πουλί σ' αυτή την ιστορία. Ο Τζόρτζιος μου έλεγε: «Θέλεις να πιάσεις κι εσύ ένα πουλί σαν εκείνα που κυνηγούσαν τα ραφτάκια;»
   «Ένα πουλί...;» ρωτούσα.
   «Ναι, ένα πουλάκι», έλεγε, «να το χαϊδέψεις...» 
   «Πού είναι;» ρωτούσα πάλι.
   «Να εδώ», έλεγε, και μου 'δειχνε τη μια τσέπη του παντελονιού του, «εδώ μέσα το έχω, βάλε το χέρι σου να το πιάσεις».
   «Κι αν με τσιμπήσει;»
   «Δεν θα σε τσιμπήσει. Ίσα - ίσα που θα χαρεί πολύ».
   (Αυτόν τον διάλογο, ίδιο πάνω - κάτω, τον επαναλαμβάναμε κάθε φορά, ήταν ένα είδος τυπικού, εισαγωγής... μετά την πρώτη εισαγωγή με το τραγούδι).
   Έβαζα το χέρι στην πράσινη τσέπη του -ήταν λίγο σαν να το έχωνα σε κρύα πρασινάδα- κι εκεί με περίμενε το πιο ιδιόμορφο πουλί του κόσμου, τυλιγμένο σε φόδρα μεταξωτή. Το θυμάμαι πώς σάλευε στα τυφλά αναζητώντας να πιαστεί στα δάχτυλά μου... Ο Τζόρτζιος από πάνω μάς κέντριζε και τους δυο:
   «Πιάσ' το. Πιάσ' το το πουλάκι... Έλα καλό πουλάκι... Είναι καλό, μην το φοβάσαι, σ' αγαπάει... Πιάσ' το και χάιδεψέ το, παίξ' το στα δαχτυλάκια σου σαν να 'ναι κεφαλάκι κούκλας... Έτσι... έτσι... Ααα! Πώς χαίρεται το πουλάκι! Βλέπεις πώς κάνει;... Χαίρεται, σ' αγαπάει...»
   Μια φορά θύμωσα. Έτσι ξαφνικά μ' έπιασε ένας θυμός και είπα στον Τζόρτζιο: «Ψεύτη! Αυτό δεν είναι πουλάκι, είναι φιδάκι». Το είπα φαίνεται στην πιο κρίσιμη στιγμή. «Πουλάκι - φιδάκι, μην τ' αφήνεις», είπε, «σφίξ' το όσο μπορείς και...» Το πουλάκι - φιδάκι είχε γίνει τώρα πελώριο και βαρύ, ακράτητο, κόντευε να τρυπήσει τη φόδρα και να μου φάει τα δάχτυλα. Τρόμαξα, μα δεν τράβηξα το χέρι. «Θα το πνίξω!» είπα με καινούργιο θυμό στον Τζόρτζιο. «Πνίξ' το!» είπε με μια μανιασμένη εξουθένωση. Και φαίνεται διάλεξα την ιδανικότερη στιγμή για να το πνίξω. Σε λίγο... τώρα... το πουλί - φίδι (τα υποκοριστικά δεν είχαν πια θέση) κρεμόταν άψυχο, μαλακό σαν ζυμάρι κι αχνιστό ανάμεσα στα δάχτυλά μου, κι έτρεχε ένα ζεστό ποτάμι...
   Ο Τζόρτζιος εκείνη τη φορά δάκρυσε νομίζω, υγράνθηκαν τα μάτια του, και, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω, είπε εκστατικά:  «Δεν έχει ξαναγίνει ωραιότερο».
   Είχα τρομάξει, στεκόμουν σαν στήλη άλατος και δεν κοίταζα πουθενά. Μην ξέροντας τι γίνεται, ποια τα πουλιά, ποια τα φίδια, ποια τα τραγούδια, ποια τα ντουφέκια και ποιοι οι άνθρωποι, αντέδρασα σπασμωδικά: «Θα το μαρτυρήσω», είπα στον Τζόρτζιο, «θα το πω στον δάσκαλο». Δεν το πίστευα κι ήξερα πως δεν το πίστευα, ούτε θα το 'κανα. Αλλά το είπα. Αν ήμασταν συνένοχοι σε όλα, θα μοιραζόμασταν τώρα μαζί κι αυτόν τον τρόμο, αυτό ήθελα. Ο Τζόρτζιος σίγουρα τα έχασε -δεν είχε ξαναγίνει αυτό το πράγμα. Ταράχτηκε, αναψοκοκκίνισε, έγινε μικρός σαν εμένα, πιέστηκε το στήθος μου κι ένιωσα ότι σε λίγο θα άρχιζε -αυτός θα άρχιζε- να κλαίει γοερά. Στην πραγματικότητα ο Τζόρτζιος θα 'θελε πάρα πολύ να με χαστουκίσει, αλλά ήξερε πως κάτι τέτοιο θα χειροτέρευε τα πράγματα. Έπνιξε λοιπόν το θυμό του, αλλά τον φόβο του δεν κατόρθωσε να τον κρύψει. «Θα σου βάλω λεβάντα που θα μοσχοβολάς δέκα χρόνια... θα σου δώσω σοκολάτα... θα σου πάρω καδένα...» έλεγε ζαλισμένος.
   Επανόρθωσα τη στιγμιαία ανεντιμότητά μου με κάτι σχεδόν ηρωικό: «Ούτε λεβάντα θέλω», του είπα, «ούτε σοκολάτα, ούτε καδένα. Και ούτε θα το μαρτυρήσω». Κι έφυγα.
   Και ξαναπήγα. Πολλές φορές ακόμη. Πουλιά ή φίδια, δεν είχε και τόση σημασία. Όλα ήταν πολύ γλυκά, πολύ παράξενα, αδιανόητα και τρομερά. Μια γητειά δίχως ταίρι. Και πολλοί καθρέφτες. Καθρέφτες μέσα σε καθρέφτες. Ο Τζόρτζιος έπαιζε τσαμπούρα, μου έβαζε λεβάντα στο λαιμό, στα ρουθούνια, πίσω απ' τα αυτιά, στους καρπούς, στην κλείδωση πίσω απ' τα γόνατα, με πασπάλιζε με ταλκ και μου 'δινε κάτι πράσινες μικρές παστίλιες, τα «ραντεβουδάκια», που έκαιγαν στο λάρυγγα κι άναβαν τα μάτια μου. Αυτό ώσπου του είπα μια μέρα: «Δίνε μου κόκκινα καλύτερα, τα πράσινα καίνε πολύ, δε μ' αρέσουν».
   Όταν έγινα δώδεκα χρόνων πάνω - κάτω, σταματήσαμε. Όμως πάντα ο Τζόρτζιος μου έπαιζε τσαμπούρα και με κερνούσε κόκκινα ραντεβουδάκια, που τα 'παιρνε ειδικά για μένα -αυτός προτιμούσε τα πράσινα πάντα. Δεν λέγαμε τίποτα για τα περασμένα· και σφίγγες ως προς τα σημερινά και τα μελλούμενα. Πιο πολύ μέσα στους καθρέφτες κοιταζόμασταν, και μόνο τότε, στιγμές - στιγμές, κάτι βλέπαμε να ξυπνάει στα μάτια μας, κάτι ν' αναρριγάται, μα γρήγορα ησύχαζε πάλι -τα πουλιά έκλειναν τις φτερούγες και κοιμούνταν, τα φίδια δεν σάλευαν.
 
   Πέθανε ξαφνικά από καρδιά μετά από λίγα χρόνια. Ήταν τριάντα εννιά ετών. Δεν παντρεύτηκε ποτέ με την Μαριάνθη, ούτε και με καμιά άλλη. Το κουρείο έκλεισε. Ήρθαν μια μέρα κάποιοι μ' ένα φορτηγό και το ξήλωσαν σαν να 'ταν κέντημα σε καμβά· το άδειασαν. Θυμάμαι πόσο βάναυσα ξεβίδωναν τους καθρέφτες και τους φόρτωναν...
   Εκείνη την ημέρα έκλαψα για τον Τζόρτζιο όσο ούτε την ημέρα της κηδείας του, όταν τον έβαζαν στο χώμα κι εγώ κρατούσα το πανέρι με τα κόλλυβα και τις ελιές κι ο νους μου ήταν στα πουλιά... Δεν πίστευα πως είχε πεθάνει, κι ας τον έβλεπα σαβανωμένο εμπρός μου, να κλείνουν την κάσσα και να τον κατεβάζουν με δυο σκοινιά στον λάκκο. Νόμιζα θα γυρίσω απ' το νεκροταφείο, θα περάσω τον δρόμο και θα τον ακούσω να παίζει τσαμπούρα στο κουρείο, να μου χτυπάει το τζάμι - «Μάτια σαν και τα δικά σου / δεν υπάρχουν στον ντουνιά / όποιος τα γλυκοφιλήσει / Χάρο δε φοβάται πια».
   Όμως εκείνη την ημέρα, όταν είδα άδειους τους τοίχους, κρύους και άχρωμους, τους καθρέφτες δεμένους με σκοινιά πάνω στο φορτηγό, το πίστεψα πως πέθανε, πως δε γλίτωσε απ' τον Χάρο· το ένιωσα πέρα για πέρα. Και μου κακοφάνηκε. Πέθαναν ένα σωρό πράγματα μαζί του, ζωή ολόκληρη. Αγριεύτηκα. Δεν μπορούσα να σταματήσω το κλάμα -να γιατί έκλαιγε εκείνη η τσιγγάνα!- και στο μεταξύ, μέσα στη φασαρία και την φούρια που είχε πιάσει τους χαμάληδες να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, τρύπωσα και πήρα κρυφά ένα μπουκάλι με λεβάντα, μια πετσέτα, ένα ψαλίδι, ένα λεκανάκι για τη σαπουνάδα με το πινέλο κι ένα λεπίδι. Τα έχω ακόμη.
   Δύο ή τρεις μήνες αργότερα νοικιάστηκε το κουρείο κι έγινε συμβολαιογραφείο. Δεν πάτησα το πόδι μου.
 
Ζατέλη Ζυράννα
 «Περσινή αρραβωνιαστικιά», 
εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1994

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου