Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

ΧΩΡΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

   Αποκαμωμένη από το πολύωρο καθημερινό δασκάλεμα -πόσες φορές μαρτύριο- των παιδιών του Χωριού, μόλις έφτασα στην κάμαρά μου πέταξα βιαστικά το καπέλο μου σε μια γωνιά και χωρίς να 'χω το κουράγιο τίποτε άλλο να 'γγίξω, μήτε τα ποδήματά μου, έριξα το κορμί μου πάνω στο κρεβάτι. 
   Ζέστη ανυπόφορη και τα σίδερα του κρεβατιού κι αυτά φλογισμένα! Έξω στο χωριό νέκρα κι αν έλειπε κι η αχλαδιά που πρόβαλλε από τ' ανοιχτό παραθύρι μου τα καταπράσινα πλοκάμια της κι ο τζίτζικας που επίμονα και πεισματικά έψελνε τ' άχαρο τραγούδι του, θα νόμιζα πως βρισκόμουνα σε κανένα νεκροταφείο. Τζι, τζι μονάχα και τίποτ' άλλο ούτε φύλλο της αχλαδιάς μου δε σάλευε για να συνοδέψει το μεσημερινό αυτόν αλήτη.
   Με πόση όρεξη για ύπνο ήρθ' από το σκολειό κι όμως δε μπορούσα να κλείσω μάτι. Άπλωσα το χέρι μου στο διπλανό μου τραπεζάκι, πήρα τον τελευταίο τόμο του αγαπημένου μου Ποιητή και ξεχάστηκα διαβάζοντας.
   Ο τζίτζικας που, από σέβας προς τον Ποιητή ή προς τη μελέτη μου, σώπασε για λίγο κι άφησε τη σκέψη μου να τραγουδεί κι αυτή. Έξαφνα κάτι άγριες φωνές αντρίκιες ανακατωμένες με γέλια και με φωνές παιδιών και με σκυλιώνε γαυγίσματα με τίναξαν και με φέρανε τρεχάτη προς το παραθύρι. Ο αντικρινός καφετζής, ψηλός ξερακιανός κατσαρομάλλης με κατάμαυρα μουστάκια που καϊζερικά στριμμένα φτάνανε σκαρφαλωτά στα μάγουλά του ίσα με τα μήλα τους όπου συναντούσαν από τη δεξιά μεριά μιαν ελιά κατάμαυρη κι αυτή κατσαρωτή στριμμένη, ο αντικρινός καφετζής κυνηγούσε ένα παιδάκι ως δέκα χρόνων, κρατώντας μια πελώρια μασιά.
   Πίσω απ' αυτόν ο φούρναρης (λιγδιασμένες ρεμπούμπλικες στην κορφή κρατημένες, μούτρα σα σμαλτωμένα από το γυάλο του ακάθαρτου), ο χασάπης κι ο φούρναρης θυσιάζοντας την κοντσίνα του καφενέ βοηθάνε στο κυνήγι. Πιο κάτω ο γύφτος του χωριού (γυμνά πόδια και λερά, και μια ποδιά που ο καιρός κι η απλυσιά της δίναν ένα χρώμα απροσδιόριστο που 'χε πάρει απ' όλα τα χρώματα). Οι φωνές, τα γαυγίσματα, οι βλαστήμιες σηκώνουν το χωριό στο πόδι. Η νέκρα του μεσημεριού ζωντάνεψε. Ο βουβός δρόμος βροντοσείστηκε από τα δυνατά πατήματα των χωριατώνε. Σε λίγο μαζεμένο απ' όξω από το χασάπικο όλο το χωριό.
   Κατεβαίνω. Τι τρέχει; Ζητώ να πλησιάσω το ανθρωπομάζεμα. Μα σταματώ στην οξώπορτα του σπιτιού· ο καφετζής με το ένα χέρι κρατά το παιδάκι, με το άλλο τυλίγει το κόκκινο ζουνάρι του που του είχε λυθεί στο κυνηγητό. Και προχωρεί περήφανα και σα να καμαρώνει για το κατόρθωμα. 
   Το παιδί (ροδισμένη σαν τριαντάφυλλο όψη) κάπου κάπου έδειχνε πως ήθελε, όχι βέβαια, ν' αντισταθεί, μα να σταθεί ίσα ίσα για να πάρει τον ανασασμό του. Λογάριαζε χωρίς τη χερούκλα του καφετζή. Η χερούκλα χτηνώδικα τραβούσε το παιδί και το στριφογύριζε σαν κουρέλι· και πίσω από τον καφετζή όλο το τσούρμο, γυναίκες, άντρες, παιδιά ακολουθούν και σπρώχνουν και χτυπούν. Στο κεφαλάκι του παιδιού άγριες ξεσπούνε κατακεφαλιές. Έτσι των ως είδος ατσιγγάνων εκείνων η ορδή έφτασε στην πόρτα μου. 
   Πλησιάζω τον καφετζή, τον ερωτώ: Τι τρέχει; Η απόκριση: Απότομο γοργοκίνημα του κεφαλιού του σα να τον ενόχλησα στη βιαστική, σημαντική του δουλειά, που ήτανε χρεία να τραβήξει εμπρός χωρίς κανένα εμπόδισμα, ούτε ρώτημ' απλό.
   Ακολούθησα και 'γω τον ξαναμμένον όχλο, ίσαμε την πλατεία του χωριού.
   Εκεί σταθήκαν όλοι. 
   Ένα σκοινί; Σκοινί, μωρέ! Ποιος έχει; ούρλιαζε ο καφετζής.
   Πού βρεθήκανε τόσα σκοινιά στη στιγμή; Ο κυρ - Κλέαρχος, ο δικαστικός κλητήρας, ο κυρ - Μανόλης, ο χασάπης, η κυρά Λάμπραινα του μακαρίτη του νωματάρχη με το βυζασταρούδι της στην αγκαλιά, δυο τρεις άλλοι ακόμη πρόθυμοι στο παρουσίασμα σκοινιών και σκοινιών. 
   Ο κυρ - Χρήστος -τ' όνομα του καφετζή- διάλεξε το σκοινί της κυράς - Κερατσούς. Γιατί η κυρα - Κερατσού φώναξε -και η φωνή της κράτησεν εκεί, δυνατότερη- πως το δικό της το σκοινί και μακρύτερο είναι και χοντρότερο. 
   Ο κυρ - Χρήστος ξετύλιξε το χοντρόσκοινο, τα μάτια του απογούρλωσαν, έμπηξε μια φωνή προς το παιδί:
   - Σήκωσε καλά τα χέρια σου, κλέφταρε! 
   Το παιδί σήκωσε τα μάτια του σαν παρακαλεστικά, προς το σταυρωτή του μα δεν άντεξε ν' αντικρίσει τα μάτια εκείνα τα ολογούρλωτα. 
   Σήκωσε τα χέρια, και κατέβασε τα ματάκια του. Παραδόθηκ' έλεγες αποφασισμένο να πληρώσει με την ποινή του. 
   Ο κυρ - Χρήστος εμούγκρισε. 
   - Τώρα θα δεις, κλέφταρε, πώς κλέβουν το γλυκό απ' τον καφενέ!
   Και μαζί άρχιζε να περιτυλίγει, σφιχτά και σκληρά να το τυλίγει το άπλερο κορμάκι με το χοντρόσκοινο, αρχίζει να το δένει το παιδάκι στο γέρικο κορμό της ελιάς. 
   Τρομερό το σφίξιμο. Ο κατάδικος αγκομαχά, φουσκώνουν οι φλέβες του, ογκώνονται τα κρεατάκια του, το προσωπάκι του μαυρίζει. Ο κυρ - Χρήστος δεν προσέχει. Δε χαμπαρίζει. Οι θεατές αλαλάζουν από ευχαρίστηση.
   Σφιχτά σφιχτά δέστε τον τον κλέφτη! Η όψη του παιδιού, ένα σπάρασμα, που δεν άφησε μήτε την λύπη να χυθεί, τη λύπη που κάποτε μάς είναι και παρηγορήτρα. Σκύβει το κεφάλι του, απελπισμένο από τον κόσμο τριγύρω του, σα να γυρεύει καταφυγή να 'βρει μέσα του, ολόγυρά του. Μα κι εκεί, μέσα του, κατάβαθα, το χτυπάν αλύπητα, βούνευρα και ρόπαλα, οι βρισιές του καφετζή, τα γιούχα των χωριατοπαιδιώνε, η σκληράδα μεγάλων και μικρών αγνάντια του, αρσενικών και θηλυκών κι απάνω απ' όλα ο λόγος που όλα τα βασανιστήρια τα κλειούσε μέσα του: Κλέφτη. Και το παιδί μου φάνηκε σα να ζητούσε να πνίξει κάτι που για πρώτη φορά σαν κάτι ξένο το ένιωθε να ζει μέσα του.
   Έξαφνα, με συντάραξεν ένα ξεφωνητό! 
   Δικό μου το ξεφωνητό! Πώς! Δεν τα είχα τα μάτια μου ως τότε! Στραβώθηκα! Πώς, ζαλισμένη βέβαια, και με μισοκοιμισμένη σκέψη κοίταζα ως τότε, χωρίς να βλέπω και γρικούσα χωρίς ν' ακούω. Το παιδί που βασανίζουν μπρος μου, ο κλέφτης που πομπεύεται, ήταν από τα δικά μου παιδιά. Μαθητούδι του σκολειού μου. Ο Πετρής. Το πιο σιγαλό και μαζί το πιο ανήσυχο αγόρι. Καμωμένο για να πεισματώνει, συχνά πυκνά, το δάσκαλο και όμως με κάτι ξεχωριστό, με κάτι αξιοσπούδαστο που δεν το είχανε τ' άλλα τα συνομήλικα γύρω του. Μέσα στην απροσεξία του και στην ανεμελιά του με κάποιες αστραπές προσοχής, με νευρικά τινάσματ' ανθρώπου που θέλει επί τέλους να συγκεντρωθεί, να επιμεληθεί, να μάθει και δεν το κατορθώνει. Εκεί που στέκονταν ολοφρόνιμο με παραστρατίσματα μιας αταξίας διαβολικής. Ποτέ δεν έκλαιγε όταν το μάλωνα. Μόνο πικρά που σούφρωνε τα χείλη του βουβό. Αντιπαθητικό για τ' άλλα τα παιδιά, ανυπόταχτο δε λυγίζονταν και δαμάζονταν παρά κάτω από το συγκρατητό επάνω του κάρφωμα των ματιών μου.
   Η φωνή μου -όχι πάντα, μα συχνά πυκνά σα να το γύριζε πίσω στο δρόμο του από κει που δεν ήξερε ή που δεν ήθελε να συλλογιστεί πως παραστράτησε. Τα χέρια μου καθώς του αδράχνανε συχνά το κεφάλι για να το κρατήσουν ίσα μπροστά του, το βιβλίο του επάνω, ή αγνάντια από το πρόσωπό μου, εμένα, τα χέρια μου, και με τη βέργα καμιάν φορά αρματωμένα, έτσι για την εφαρμογή του παμπάλαιου δασκαλικού ρητού «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος» σα να τ' αλυσόδεναν το παράξενο εκείνο αγόρι στο θέλημά μου ήμερο, υποταχτικό, καλόβολο... για να ξεφύγει ύστερ' από λίγο στα πικρά, περίεργα συνήθειά του που τον αναπαύανε. Δεν ήθελε με κανένα συντροφιά να κάμει, ούτε να προσέξει, ούτε να μάθει. Προβληματική ψυχή! Πάντ' αχτένιστο, συχνά ξυπόλητο, μελαχρινό, με χλωμό, πολύ χλωμό, σαν από νηστείες κι από κακοπάθειες, με κάποια ξαφνικά ροδαλά κοκκινίσματα που του κάνανε την όψη του σαν βαθιά πορφυρένια αιματοστάλαχτα τριαντάφυλλα.
   Από γονικά φτωχά πολύ, ξενόφερτα, άγνωστο πώς αραγμένα εκεί. Φρόντιζα με τ' άλλα τα παιδιά και μαρτυρούσα.
   Μα κείνο αιστανόμουνα καθαρότερα τι πα να πει ενέργεια, πόνος, κλίση. Το χρέος άρχιζε να γίνεται αίστημα.
   Πώς δεν ξεχώρισ' απ' αρχής μέσα σ' εκείνο το πόμπεμα το παιδί, το παιδί μου!
   - Α! Το ξεφωνητό μου φαίνεται πως ήτανε τρανταχτό! Έκαμ' εντύπωση και στους μεθυσμένους σταυρωτήδες. Ο σταυρωτής με το σκοινί γύρισε, με κοίταξε σα να με πρωτογνώρισε τότε, έκραξε:
   - Α! Η κυρά δασκάλα!
   - Η δασκάλα, η δασκαλούλα! Η δασκάλα του, άκουγα ζερβά μου και δεξιά. Αναγνωρίστηκε το σημαντικό μου υποκείμενο. Ήρθεν η αρχή η ανωτάτη, ο βασανιστής που θα το αποτελείωνε το έργο τους.
   - Τώρα να δει! Τώρα να δει ο κλέφτης! Ένιωσα μάλιστα πως κάποιος ήθελε να μου προσφέρει και το σκοινί του. Γοργότατα σκέφτηκα ό,τι ταίριαζε στην περίσταση, πήρα την απόφασή μου.
   Τράβηξ' απότομα, ίσα στον κορμό της γέρικης ελιάς. Αγωνίστηκα να λυτρώσω το κορμάκι του από το φιδόσκοινο που το περιτύλιγε. Μάτωσα στην προσπάθεια αυτή και τα χέρια μου. Κανείς δε με βοήθησε. Δεν πειράζει· το κατόρθωσα. Πήρα το παιδί, το έσπρωξα προς εμένα σα για να του γίνω σκέπη· ο καφετζής ύψωσε τη φωνή σωστός εισαγγελέας, άρχιζε να τινάζει κατά των αυτιώνε μου το κατηγορητήριο του παιδιού. Άκουγα τον ήχο από τα λόγια περισσότερο παρά το νόημά τους.
   Κλέφτη... από κάπου κάτι έκλεψε. Ένα λουκούμι, υποθέτω θα είχε αρπάξει.
   Αδιάφορο. Το κρίμα του μικρού το είχε ξεπλύνει στη συνείδησή μου το έγκλημα του μεγάλου, έπρεπε πρώτ' απ' όλα να γλιτώσω το θύμα από τους θύτες του.
   Έπιασα το παιδί από το χέρι:
   - Πετράκη, πάμε σπίτι! Μαζί, μη φοβάσαι. Πώς από την πλατεία του χωριού αψήφιστα κόβοντας την ορμή του μανιωμένου κοσμάκη βρέθηκα στο σπιτικό μου καλά και 'γω δεν ξέρω. Ξέρω μόνον πως πήρα την κατακραυγή του κόσμου εκείνου. Εκεί που με προσμέναν αρχιδικαστή και ιεροτελεστή για να βάλω τη σφραγίδα μου στην απόφασή τους και να τελειώσω το λιντσάρισμα του μικρού κακούργου κρεμώντας τον στο γαϊδούρι ανάποδα ή βάζοντάς τον στον τροχό, είδαν ανέλπιστα  μια γυναικούλα, από μπροστά τους αμίλητα ατάραχα και ακατάδεχτα, κρατώντας από το χέρι στοργικά το ξεγραμμένο παιδί, το σπέρμα του Σατανά. Ένιωθα την απορία και την αγανάχτηση των ανθρώπων εκείνων. Χτυπήσανε στ' αυτιά μου ξεφωνήματα, φωνές πολέμιες. Κάποιος μάλιστα πέταξε το λόγο, θα ήτανε ο καφετζής: Μωρέ δασκάλα είν' αυτή, για...
   Ανέβασα το παιδί στην καμαρούλα μου και το έβαλα να καθίσει. Του έβαλα άθελα τα χέρια μου στο κεφαλάκι του, σα για να δροσίσω τη φλόγα του, σα για να του συγυρίσω την αθλιότητα, όσο μου ήτανε βολετό. -Έπειτα θυμήθηκα και το χρέος μου- Άρχισα να το δασκαλεύω το παιδί.
   - Κλέφτης εσύ! Πώς ήταν αυτό; Πώς έγινε; Δε ντράπηκες; Δε φοβήθηκες το Θεό; Δε λυπήθηκες τη μάνα σου; Δε σεβάστηκες τον εαυτό σου; Κι άλλα τέτοια. Μα φαίνεται πως όσο τα λόγια μου ήτανε δασκαλικά τόσο η φωνή μου που του τα ψιθύριζε ήτανε κάτι άλλο. Πολύ λίγο προσταχτική, πολύ περισσότερο εμπιστευτική, παρακαλεστική. Κι από τα λόγια κι από τη φωνή, τα άμοιαστα, σα να συνετέθηκε μια μουσική. Και η μουσική πρααίνει και τα θηρία. Ο Πετράκης με είδε καλά καλά και σα χαμένος, με τα μάτια του που ήταν όλο μαυράδι μα που η ματιά τους πρόβαλε για τούτο από μέσα τους φωτερότερη.
   Έπειτα μονομιάς έγειρε το κεφάλι του το αχτένιστο προς την άσπρη μου ποδιά. Το βύθισε στα γόνατά μου καθώς βυθίζεται στο πέλαγο, κολυμπητής.
   Και το σκληρό παιδί που ποτέ δεν το είχα δει να κλαίει ξέσπασε σε μακρινούς ακράτητους λυγμούς που ακόμα τους θυμούμαι και αιστάνομαι κάτι μέσα μου βαθιά να σαλεύει...

Ιακωβίδη Λιλή
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου