Έχω κι' άλλα σημαδεμένα, για το φτωχό τ' όργανο, που το βάφτισαν μ' ένα παράταιρο όνομα ο κόσμος. Μα είναι σκόρπια σε πολλά χαρτιά και δεν προφταίνω να τα βρω τώρα: έπειτα, τα φυλάω κιόλας για να τα βάλω στη σειρά, για κάποιαν άλλη ώρα, πιο λεύτερη - ποιος ξέρει πότε...
Στ' άλλα τα παιδιά του σχολείου, τους φαινόταν παράξενο ν' αγαπάω αυτό το σακατεμμένο πράμα που το 'σερναν στους δρόμους δυο άνθρωποι όλο κουρέλια. Ωστόσο, εγώ τ' αγαπούσα από μικρός. Σταματούσε όξω απ' τ' ανοιχτά παράθυρα κ' έλεγες πως το 'χαμε μέσα στο σπίτι. Κι' άρχιζε να παίζει.
Εγώ δεν ήθελα να το ζυγώσω ποτές, σαν τ' άλλα τ' αγόρια και τα κορίτσια. Μόνο μια λύπη, μια λύπη μ' έπιανε για όλα τα πράματα κ' ήθελα να 'μαι το πιο υπάκουο παιδί του κόσμου. Αποτραβιόμουν στις από μέσα κάμαρες και συχνά ζητούσα αφορμή να κλάψω.
Ύστερα αλλάξαμε σπίτι, κι' εγώ άρχισα να πηγαίνω σχολείο. Τύχαινε, τότε, να το συναπαντήσω στους δρόμους, στον πηγαιμό ή στον ερχομό, για λίγην ώρα ώσπου να το προσπεράσω. Και πήγαινα και περνούσα από κοντά - κοντά, κ' ήμουν πάντα σίγουρος πως οι νότες που σάλευαν από μέσα κι' έκαναν το πανί να τρέμει, θα μου 'φερναν μια σφοδρή, κρυφή χαρά.
Ερχόταν καμμιά φορά και κάτω απ' το σχολείο. Ήταν πάντα κατά τις τρισήμισυ η ώρα το χειμώνα, όταν σκοτείνιαζε η τάξη. Μα ο επιστάτης κατέβαινε ευθύς και το 'διωχνε, για να μη σαστίζει τάχα ο μαθητής που πολεμούσε στον πίνακα, με την κιμωλία και με τον σπόγγο.
Ερχόταν και τις Κυριακές -τα δειλινά- όξω απ' το σπίτι. Εγώ κι' ο αδερφός μου καθόμαστε μέσα. Εκείνος τύλιγε τις πατούσες του στα σκεπάσματα, γιατί κρύωνε. Εγώ έγραφα. Συχνά είχα κ' εγώ τυλιγμένο το μάγουλό μου με μαντήλι, γιατί κάθε λίγο μ' έπιανε πονόδοντος. Κ' εκείνο ερχότανε κρυφά, σαν καλόβουλος φίλος. Στεκόταν απ' όξω. Κι' άξαφνα, αφού ετοιμαζότανε καλά, λυνόταν ο σκοπός! Λυνόταν ένας σκοπός αψηλός και ξάστερος, δεμένος και ζωερός, και τόσο πολύς, που ανασκιρτούσε μέσα στην ψυχή μου!
Άλλες ώρες δε θυμάμαι σε κείνη την κάμαρα, παρά όσες τυπώθηκαν στο μνημονικό μου την ώρα που τ' άκουγα... Από πολύ μακρυά έφτανε το δυσμικό το φως ως απάνω στο μάλλινο πανί που σκέπαζε το τραπέζι. Κι' απ' το βορεινό παράθυρο πάλι έμπαινε φως. Έλεγες πως αντιχτυπούσε θεόρατος καθρέφτης μες στο σπίτι... στα τζάμια, στέγνωναν τα νταντελλένια κουρτινάκια, τσιτσίριζαν οι μυίγες που ψοφούσαν, μια - μια, απ' το κρύο. Κι' απ' το δρόμο, λιαζόταν οι τετράψηλες αγκωνές οι προσηλιακές. Όλα τα πράματα ήταν καλά, ήταν σαν έλεος.
Έπειτα έφευγε τ' όργανο, κ' οι κοριτσίστικες φωνές λιγόστευαν στην οξώπορτα. Το 'σπρωχναν γι' αλλού, ποιος ξέρει πού, στις έρημες αγορές, κατά καμμιάν ανεμόδαρτην ασιτυλήνη, ή σιμά στα φωτερά κιόσκια που τα νέκρωνε ο χειμώνας.
Όταν έπαιρνε η άνοιξη - τ' απομεσήμερα- το διάβασμα άρχιζε να βαραίνει κ' οι φούχτες να καίνε, και τα χείλια. Και τότε πάλι τ' αγαπούσα με τον τρόπο μου. Τότε στο νου μου παράσταινα μεριές όξω απ' το σπίτι, γιαλούς κι' ακρογιαλιές και δρόμους που δεν είχα ιδή ποτές μου παρά μονάχα τους μισούς, ή και λιγότερο, και φουντωμένα πεύκα, που ο γύρος τους, ολομόναχος πάνω στον ουρανό, έπαιρνε μια λιγνή κορώνα χρυσήν άχνη. Και μέσα στην καμαρούλα μου, δίχως άλλη σκέψη -ήταν κάτι, μα που δεν το 'ξερα ακόμα για παράπονο- παράσταινα όλα εκείνα τα πράμματα τα ξένα.
Μα σιγά - σιγά, δεν ξέρω τι έπαθε κι' άρχισε να λιγοστεύει. Άλλοτε -τι κρίμα!- προσπερνούσε το σπίτι μας και τραβούσε στην άλλη γειτονιά! Κ' ίσα - ίσα, τότες έτυχε να 'χει κάτι σκοπούς τόσο γλυκούς, τόσο αλαφρόπαιχτους, ξετρελλαμένους! Κ' εκείνη η άνοιξη έτυχε να 'ναι τόσο μεστή, κατάμεστη, από τι λουλούδια! Τι τριαντάφυλλα!
Μάζευα απ' τα λεπτά μου όσα μου 'διναν να παίρνω κουλούρια, κ' έδινα του γέρου όταν χτυπούσε το μπρούντζινο τάσι πάνω στο ξύλο του οργάνου, για ν' ακούσουν απ' τα παράθυρα. Μια μέρα, του 'δωσα δεκάρα, αντίς για πεντάρα· κ' έπειτα έφυγα, γιατί ήταν η ώρα του σχολείου. Ίσα - ίσα, από τότε έκανε δέκα μέρες να φανεί! Ρώτησα ένα κορίτσι και μου αποκρίθηκε πως εγώ φταίω, γιατί θα νόμισε πως ήθελα να τον ξεφορτωθώ. Μέρες μ' είχε βάλει σε λύπη.
Δε μ' άρεσε πια και σαν πρώτα -να πληρώνω και ν' ακούω· ήξερα πια πως, άμα περάσει, θα σταθεί να παίξει. Κ' ύστερα, και το πόσο θα βαστάξει. Αλλιώς ήταν πρώτα... Μα δεν έμεινε ούτε κι' αυτό. Τελείωσε, δεν ερχόταν! Όταν τ' αποζητούσα, στήλωνα τ' αυτί μου· άκουγα σκληρόν ήχο σαν τον τροχό του, κ' έλεγα «να, ήρθε»· ήταν το καροτσάκι του ψωμά που μοίραζε φωμί στα σπίτια, δυο φορές την ημέρα.
Και μέσα στην πολιτεία έκανε τότες μιαν άνοιξη, μα τι άνοιξη, και τι αρχή καλοκαιριού! Όλη η γλυκειά ζαλάδα του ήλιου περίχυνε τα μάτια, ήταν μια τρέλλα.
Κάποτε, σε μια στοά μέσα, τους ξαναείδα τους οργανοπαίχτες· ο ένας, ο κοντός, με τα ίδια ρούχα, κι' ο άλλος, ο ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, και βαστούσε στα χέρια του ένα κλουβάκι χρυσό μ' ένα καναρίνι μέσα. Γύρευαν να το πουλήσουν. Είπα πια πως έπιασαν άλλη δουλειά.
Ωστόσο, ξαναήρθαν κι' άλλη φορά. Ήμουν άρρωστος στο κρεβάτι. Μα έπαιξαν γλήγορα, όλο βιάση και κακότροπα, σα να 'ταν να με ξεφορτωθούν. Κουράστηκα μονάχα, κ' ένοιωσα να τα βαριέμαι όλα, και την αρρώστεια, και μένα τον ίδιο.
Ύστερα αποθύμησα να 'χω κ' εγώ μια φυσαρμόνικα, από κείνη που και τ' άλλα τα παιδιά έπαιζαν στο στόμα.
Δεν την είχα αγγίξει, από μικρός. Μόνο, την άκουγα να την παίζουν άλλοι. Πότε πήγαινε μαζί με τα τραγούδια, πότε μοναχή. Κάποιος μικρός θα περνούσε τοίχο - τοίχο, γυρνώντας στο σπίτι του, κι' άκουγες το σκοπό της να ξανεμίζεται, ανέμελος τάχα, στον αέρα· και πάντα από λίγο κ' έπαυε, που θα 'λεγες πως το παιδί τον δοκίμαζε, από λιχουδιά, μόνο λίγο στην άκρη. Μα εμένα που άκουγα στηλώνοντας τη μύτη στο τζάμι, μου ερχόταν τότες μια τέτοια μεγάλη αγάπη για κείνο το παιδί κ' ήθελα να τρέξω να του πω, γελώντας, όλα τα μυστικά μου, όλα!
Είν' ένα μικρό κομμάτι ξύλο· το 'χουν ντυμένο κι' απ' τα δυο πλευρά με γυαλιστερό κομμάτι μπρούντζο· κ' η μια του κόψη είναι γεμάτη, η άλλη κούφια, τρυπημένη -ένα σωρό τετράγωνες στενές τρυπίτσες, σα στοματάκια. Κι' από μέσα, ποιος ξέρει τι να 'χουν φυτεμένα- έχουν φυτεμένα νότες, απ' τις πιο αψηλές, ως τις πιο χαμηλές. Και μόλις το κολλήσεις στ' αχείλι και φυσήσεις, παίζουν οι γλωσσίτσες από μέσα, μια χαρά! Ως τότε είναι βουβές, μα με την ανάσα σου βγάνουν ήχο, και θαρρείς πως όχι απ' το ξύλο, παρά ανάμεσα απ' τα δόντια σου αναδίνουν οι νότες.
Κλείνεις τα μάτια, για να καταλάβεις καλύτερα, κι' ακούς: είναι κάτι στην αρχή σαν αλαφρό σύρσιμο από μέσα· κ' ύστερα τρίζει, κι' αψηλώνει σε μουσική· και πηγαινόρχεται ένα τέτοιο φρίξιμο γλυκό πάνω σ' εκείνο το σύρμα και στα ξυλένια τα δοντάκια, που σε κάνει τρελλόν απ' τη χαρά, και δεν ξέρεις πώς και πώς να το χαρείς.
Παίζεις και ξαναπαίζεις τον ίδιο το σκοπό, ώρες ακέριες, και δεν τον χορταίνεις. Τον παρατάς και τον πιάνεις πάλι. Ολοένα.
Είδα πως μπορούσα όχι μόνο να φυσώ μέσα στη φυσαρμόνικα, μα και να παίρνω από μέσα της ανάσα. Όταν φυσάς, οι νότες είναι βαρειές· όταν ανασαίνεις, αλαφρώνουν. Μπορείς, τις πιο αψηλές νότες, να τις σμίγεις από δυο - δυο μαζί, κι' από τρεις - τρεις: αυτός ο σύσμειχτος ήχος είναι αρμονία... Οι σκοποί δεν πρέπει να τελειώνουν ποτές στις αψηλές νότες, μα πάντα στις μεσιανές, γι' αυτό τ' αχείλι πρέπει να 'ναι μουσκεμένο: έτσι περνάς τη φυσαρμόνικα μονομιάς σ' όλο το μάκρος του. Μπορείς, για γούστο, να σύρεις το τραγούδι ως την πιο αψηλή νότα, κι' εκεί να μείνεις, και ν' αφουκραστείς τι λυγερή που είναι και πώς τρέμει σαν να γυρεύει έλεος! Κι' ο ήχος μετεωρίζεται τρεμουλιαστός, ανάκουστος· μα πάντα πρέπει να τελειώσεις με τις μεσιανές νότες, προς τ' αψηλά. Μπορείς να παίζεις γλυκά - γλυκά κι' ανάλαφρα, όσο για να τ' ακούς μόνος σου εσύ, μα χρειάζεται τότε πολύ να κρατάς την ανάσα σου και να την κυβερνάς, και με τούτο λαχανιάζεις πιότερο, παρά αν φυσάς δυνατά. Και πάλι, μπορείς να φυσήσεις μ' όλη σου τη δύναμη και ν' ακούσεις τις χορδές ν' αναδίνουν μια σύσμειχτη παραπονιάρικη φωνή, σα να κοπούν στη μέση...
Έπειτα, αν θέλεις, μπορείς και ν' ακούσεις κι' αρμόνιο, αρμόνιο εκκλησίας προσευχητικό, που 'ρχεται από μακρυά, πίσω από σκούρους τετράψηλους τοίχους, στρογγυλούς, που απάνω τους βρέχει: πρέπει να πάρεις πολλές - πολλές σύντομες ανάσες, κομμένες, κ' ύστερα πάλι να δώσεις άλλα τόσα κομμένα φυσήματα, στις βαρειές νότες, σε πλάτος όσο πιο μεγάλο μπορείς. Ύστερα πάλι το ίδιο, μια, δυο, τρεις φορές, κ' έπειτα να τα σκεπάσεις όλα μ' ένα μακρότατο φύσημα, πιο ζωηρό από τ' άλλα, που να σβήσει αργόπορα και μαλακά... Κ' έπειτα πάλι, και πάλι. Έτσι δεν κάνει και τ' αρμόνιο;
Και τέλος, άμα θέλεις δική σου, καταδική σου όλη τη φυσαρμόνικα, και θέλεις να τη νοιώσεις ακέρια, δίχως να χυθεί όξω ούτε μια νότα, γύρισε τον ήχο της κατά μέσα: να, σφίξε την όχι απάνω στα χείλια, αλλ' απάνω στα δόντια· στήριξέ την κι' απ' τις δυο άκριες με την άκρη της παλάμης, κοντά στους καρπούς των χεριών· και με τα δάχτυλα σφάλισε γερά τ' αυτιά σου. Ύστερα, φύσησε μέσα, φύσησε, παίξε... Διπλός, τετράδιπλος τότε βγαίνει ο ήχος! Σέρνεται ανάμεσα στα δόντια και στρέφει μέσα, και βουίζει στο μυαλό... Αχ, τι βουερός που είναι, τι απέραντος! Είναι σα μιαν επίσημη πομπική μουσική να πορεύεται όλη μαζί, μέσα σε νύχτα· ή σαν ο μαζεμένος αχός, δέκα φορές πιο γοερός, που κάνουν οι στύλοι του τηλεγράφου, ο ένας πίσω απ' τον άλλο, μες στο μάκρος, όταν φυσάει μαρτιάτικος άνεμος... Ή σαν τον ψαλμό που βγάνουν οι καμπανοκρουσίες απάνω απ' το στόμα των λιμανιών... Δεν είν' ανάγκη να παίξεις σκοπό· κάμε μόνο να σαλεύουν οι νότες -φτάνει να ξέρεις να τους δώσεις, ένα τέλος στο ύψος του ήχου που χρειάζεται. Μήπως μπορείς και να σύρεις για πολύ τέτοιο τραγούδι; Χορτασμένη η ακοή απ' το ξέσπασμα και το κλωθογύρισμά του, δεν αντέχει για πιότερην ώρα.
Μα το πιο γλυκό, το πιο καλό, είναι να παίζεις πάνω στις αψηλές νότες, που έχουν του ανθρώπινου του λαρυγγιού το ανέβασμα· εκεί να τριγυρνάς, κι' ας είναι κόπος! Εκεί, κάθε σκοπός, εκτός από την ίδια του τη συνέχεια, είναι σα ν' ακούς να βγάνει ένα: «λυπήσου με, λυπήσου με», έτσι ολοένα· κ' εγώ θαρρώ πως, στ' αλήθεια, κι' από μέσα μου βγαίνει πάντα μια τέτοια φωνή, κι' ας μην ακούγεται· και πως και κάθε πλάσμα ζωντανό, ζώο ή άνθρωπος, βγάνει απ' τα κατάβαθά του αυτή την ανάκουστη φωνούλα -όχι όταν πονεί, μα πιότερο μάλιστα όταν χαίρεται, όταν δίνεται στη χαρά· είναι μια φωνούλα που βαστάει όσο κ' η ζωή, σα μια προσευχούλα μες απ' την καρδιά, άπαυτη, ακούραστη, που μόλις πεθάνουμε, χάνεται.
Κι' αν σ' όσα γράφεις, ή σ' όσα στοχάζεσαι, είτε στα λόγια και στα καμώματά σου, μπορέσεις και κλείσεις μέσα την ανάερη, τη μυστική φωνούλα -να ξέρεις τότε πως άσφαλτα θα κάνεις να φρίξει κάθε ανθρώπινη ψυχή που σ' ακούει, γιατί πας στη ρίζα της ολόϊσια.
Μπορείς να παίξεις και με το νου σου. Δηλαδή τραγούδια που δεν τα 'χεις ακουστά. Μα το προτιμότερο είναι να μάθεις έναν σκοπό, με κάματο -ας είναι. Δεν μπορεί να παίζει κανένας ό,τι του καπνίσει, ο ίδιος πρώτος θα κουραστεί. Μπορείς να βάλεις τον οίστρο σου μέσα στα τραγούδια που θα σε μάθουν· αλλ' άμα τον απολύσεις ελεύτερο, αμέσως θ' αποκάμεις.
- «Να μάθεις να παίζεις με σκοπό», μου είπε ο φτωχός πουλητής που αγόρασα τη φυσαρμόνικα -παραμονή πρωτοχρονιάς, βιαστικά, σε κάποιαν απόμερη γειτονιά, και δίχως να τη δοκιμάσω απ' τη ντροπή μου. Εγώ τότες πήρα αψήφιστα τα λόγια του. Αργότερα κατάλαβα τη γνωστική τους σημασία.
Έπαιξα, μια, δυο, τρεις· δοκίμασα όλες τις νότες· έκανα το αρμόνιο· κ' έπειτα βάλθηκα να παίξω ένα τραγούδι χορού, νησιώτικο θαρρώ, που το 'χα ακουσμένο κάποτε από φυσαρμόνικα του χεριού, στην πειραιώτικη συνοικία, στη βουνοκορφή. Χίλιες φορές θα την έπαιξα -με παροξυσμό, μ' όλες τις τις τρίλλιες, τις παραλλαγές, τ' ανεβοκατεβάσματα. Βρήκα χίλιους δυο τρόπους να την παίζω την ίδια· κι' αυτό μου 'φθανε για πολύν καιρό.
Στο τέλος, βαρέθηκα όλο το ίδιο. Δεν ήμουν άξιος γι' άλλο τίποτα. Μια μέρα ένα παιδί έπαιξε μέσα στο σπίτι μου, με την ίδια τη φυσαρμόνικά μου, τρία τραγούδια και τον Εθνικό Ύμνο. Εγώ δεν μπορούσα να μάθω. Έπειτα, κι' αν ήταν να μάθω, δε θα 'θελα να παίξω τον Ύμνο.
Είναι τραγούδια επίτηδες καμωμένα, απάνω στις νότες της φυσαρμόνικας, που κ' οι υψηλές κ' οι χαμηλές, έχουν το δικό τους τον ήχο. Μια φορά διάβασα σ' ένα βιβλίο πως οι Εγγλέζοι οι ναυτικοί ξέρουν να παίζουν δικά τους τραγούδια απάνω στη φυσαρμόνικα. Μα, εκτός από τις ζωγραφιές που μου 'φερε στο νου αυτό που διάβασα -φορτηγά βαπόρια σιδερένια, αραγμένα απάνω σε λαδιά νερά λιμανιού, γεμάτα κόκκινες και μαύρες ζώνες, σχοινιά κι' ανεμόσκαλες, και τον ίσκιο του ναύτη στη γέφυρα, το απόβραδο, όταν σταματάνε τα βίντσια- άλλο κέρδος δεν είχα: από πού κι ως πού να 'βρω Εγγλέζο ναύτη να με μάθει εμένα να παίζω!
Την τρίτη Πρωτοχρονιά, θάρρεψα πως άκουσα μιαν άλλη φυσαρμόνικα πιο μαλακιά στον ήχο· την αγόρασα κι' αυτή. Τίποτα και με τούτο. Ύστερα από λίγες δοκιμές, ξανάπεφτα πάλι στο σκοπό μου. Την άλλη, την έχασα, μα βαριόμουνα και να ψάξω να τη βρω. Έπειτα, μεγάλωνα κιόλα, ντρεπόμουν, όσο κι' αν είναι, να μ' ακούνε απ' την αυλή. Άλλαζε κι' ο κόσμος ολόγυρά μας. Άλλο από τις στριγγιές σφυρίχτρες, με το λάστιχο και τη φούσκα, δεν ακουγόταν στη γειτονιά. Τι καταλαβαίνουν αυτά τα παιδιά ν' ακούνε τα κραξίματα που τρυπούν τ' αυτιά;
Κ' εγώ να 'χω πιστέψει πως μπορώ να σφαλίσω μέσα σ' όσα έγραφα τον τρίδιπλον αχό του μικρού οργάνου, το παράπονο της ταπεινής, της κατατρεγμένης ζωής! Αχ, τα κλειδιά του είχαν κλειδωμένο μέσα έν' άπαρτο μυστικό! Και το 'χα πιο δικό μου, όταν τ' άκουγα σε ξένο στόμα περαστικά, αναπάντεχα, κ' ύστερα τίποτα -παρά τότες που το 'χα όλο στην εξουσία μου και δεν ήμουν άξιος να το κάνω να μου μιλάει.
Μήτε σκέφτηκα να τ' ανοίξω για να ιδώ τι έχει από μέσα. Τέλια θα ήταν, ή κοκκαλάκια μπρούντζος. Και με τούτο τι; Η δική μας η πνοή είναι το παν. Από κει μέσα βγαίνει ολάκερος κόσμος, όταν έχεις πνοή δυνατή και γυμνασμένη...
Την απόρριξα, την παραπέταξα. Έμεινε απάνω στο τραπεζάκι κ' ήταν σα να μη την έβλεπα πια.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήρθανε να μας πούνε τα κάλαντα. Ήτανε δυο παιδιά ξένα, αγνώριστα. Ο πιο μικρός φορούσε ρεπούμπλικα αντρίκεια. Του κατέβαινε σχεδόν ως τα μάτια κ' έκανε το κεφάλι του πελώριο. Πιο κάτω όμως απ' το κεφάλι όλο λίγνευε, κ' ήταν και ξυπόλητος. Το πανταλόνι που φορούσε δεν ήταν κ' εκείνο για την ηλικία του, και λίγο μόνο, κατά τον αστράγαλο, το ποδαράκι του φαινόταν. Κ' ίσα - ίσα εκείνη τη στιγμή στείλαμε στο φούρνο για να μας φέρουν το γλυκό.
Τελείωσαν ευτύς τα κάλαντα. Ο μικρός μάλιστα δεν έλεγε τίποτα, μόνο βάραγε το τρίγωνό του. Τα μούτρα του ήταν μουτζουρωμένα κι' ολοένα αναρρουφούσε. Μα εγώ θαρρούσα κιόλα πως ήταν σαν παιδί δικό μας -αδερφός μου, ή ξάδερφός μου- και μάλιστα καλύτερα κι' από δικό μας. Κι' αφού τους έδωσαν πενήντα λεπτά απ' το σπίτι, το είδα που κοίταζε τη φυσαρμόνικα. Απλώνω το χέρι μου και του τη δίνω.
- Να, πάρ' τηνε κι' αυτή. Να μάθεις να παίζεις και σκοπό.
Ούτ' ένα ευχαριστώ δε μου 'πε, παρά την έχωσε στην τσέπη του.
Πάει η φυσαρμόνικα... Από κει που ήρθε -στα ξένα χέρια. Άκουσα, πιο κάτω, που την αλαφροδοκίμαζε στο στόμα του. Εγώ τι να την κάνω; Καλύτερα να την ακούω να σπαράζει στα ξένα χείλια, παρά να νοιώθω τη νότα της χαλασμένη, αλλιώτικη, σαν πεισματωμένο περιγέλιο.
Άγρας Τέλλος
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου