Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

Η ΚΑΘΕ ΏΡΑ ΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

   Το ημερολόγιο έδειχνε φθινόπωρο, οι άνεμοι και η θάλασσα του νησιού βαριά  χειμωνιά, ο ουρανός και ο ήλιος καλοκαίρι. Τα σχολειά είχανε ανοίξει, παιδεύοντας τα παιδιά με τη νοσταλγία για νέες διακοπές.
   Μα και οι μεγάλοι, είχανε το δικό τους παιδεμό. Το καφενείο έβραζε από τα ενδιαφέροντα για τους καινούργιους δασκάλους.
   - Πώς σας φαίνεται ο ελληνιστής;
   - Μόλις το πρωί ήρθε ο άνθρωπος... Νάσος Τέλιας τ' όνομά του... Νέος βέβαια... και καλοντυμένος... Όσο για τ' άλλα τι να ξέρουμε;
   Ο βαρκάρης ο Φωτεινός που με βιάση έπινε όρθιος τον διπλό καφέ του,  άφησε κάτω τη φλυτζάνα του και κοίταξε τον μαγαζάτορα πειραχτικά.
   - Μονάχα, κύριε Μιχαλιό μου, για ταχτικό σου πελάτη μη τόνε λογαριάζεις!...
   Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια.
   - Και πούθε το 'βγαλες το συμπέρασμα;
   - Χα! Χα!... Εγώ δεν τονε παράλαβα; Από πάνω δα από το βαπόρι... Εξόν που εγώ τουλάχιστον τον έκρινα για στριφνόνε και αμίλητο... σκεφτείτε πως κουβαλάει μαζί του και δυο κάσες βιβλία. Τώρα φαίνεται θα τα μάθει τα γράμματα. Αντάμα με τους μαθητές του!
   Μέσα στα γέλια, κάποιος τράβηξε άγαρμπα μια καρέκλα. Σείστηκε το μαρμάρινο τραπέζι με το δίσκο και τα ποτήρια, χυθήκανε τα νερά, γίνηκε χαρούμενη φασαρία. Βλέποντας την επιτυχία του ο Φωτεινός, στρογγυλοκάθησε.
   - Και στη νοικοκυρά του που τον επήγα, την κυρία Αντιγόνη δα, τη μοδίστρα, είπε ότι απαιτεί - ακούς απαιτεί- ησυχία, ιδίως τα βράδια, γιατί γράφει!... 
   Η ξανθούλα που καθότανε κι έπλεκε στο ταμείο, πέταξε το λόγο της.
   - Πού γράφει; Στη σύζυγο ή την αρραβωνιαστικιά;
   Ο Φωτεινός σάστισε.
   - Βέρα, αλήθεια... δυστυχώς, μου διέφυγε. Δεν θυμάμαι αν είδα!...
   Το παιδί με το αιώνιο καλαθάκι του γεμάτο φιστίκια και σπίρτα ανακατεύτηκε στην κουβέντα.
   - Εγώ, τον παρατήρησα μόλις έφτασε να σκύβει στο δρόμο, πάνω απ' τα χαντάκια όπου βρεθήκανε κείνα τα μάρμαρα. Μια και ήτανε ξένος, έτσι από καλοσύνη μου, πήγα κοντά του και του είπα δυο λόγια.
   - Τι κοιτάτε, κύριε;... Πέτρες είναι!
   Τότε σήκωσε το κεφάλι του και μου μίλησε άγρια.
   - Μη και σου είπα εγώ ότι είναι καρβέλια;
   - Χα! Χα!... Καλό να 'χει ο άνθρωπος... Τουλάχιστον, θα μας κάνει να διασκεδάζουμε!
 
   Ησυχία. Οι κάσες με τα βιβλία, και το μπαούλο, αράδα, στο φρεσκοπλυμμένο πάτωμα, και τα ρούχα του στη ντουλάπα που ευωδιάζει λεβάντα. Αντίκρυ στο μπαλκονάκι κι η αμμουδιά, οι βράχοι, τα κύματα.
   Όμως, από το νου του δε φεύγουνε κείνες οι πέτρες. Απάνω τους είχε ξεχωρίσει κάτι σβησμένα σκαλίσματα, ένα σχέδιο σαν ανθέμιο, μια γωνίτσα μαίανδρο, ένα φύλλο άκανθα. Μα για την εξακρίβωση αν ήταν αρχαία, και ποιας εποχής, χρειαζότανε έρευνα, μελέτη. Ακόμα όμως και τώρα αμέσως, μπορούσε κανείς πολλά να μαντέψει απάνω στις γνώσεις των παιδιών, μια και ήτανε σε προχωρημένη τάξη.
   Φοιτητής ο ίδιος, ίσαμε τα πέρσυ, ήξερε την αξία που 'χουνε κάτι τέτοιες ώρες. Όμως, δεν ξέχναγε και τη θεωρία που 'ρχεται και πέφτει απάνω τους, σα θεριό:
   - Προ παντός, η διδακτέα ύλη. Σπατάλη χρόνου εις βάρος της, δεν επιτρέπεται.
   Και αν ο επιθεωρητής της περιφέρειας ήτανε από τους φανατικά πιστούς σ' αυτό το δόγμα; 
 
   Το πρώτο μάθημα τελείωνε. Τα κατάφερε κι έμεινε πιστός στη διδακτέα ύλη. Οι ματιές των παιδιών τον αγκαλιάζανε με την επιδοκιμασία τους.
   Πίσω από την κλειστή πόρτα του διαδρόμου, οι τελειόφοιτοι, στριμωγμένοι αμίλητοι, παρακολουθούσαν την ανακεφαλαίωση. Ο δάσκαλος πέταγε κάθε ερώτηση με ζωηράδα ασυνήθιστη. Ακούσανε τον Πελοπίδα, που πόζαρε για άσσος σε όλα, να λέει ότι το μάθημα ήτανε για την αρχαία στιχουργική. Ο Σίμος του σιδερά, με τα χέρια τα μαυρισμένα από την κάπνα και τη φωτιά, ψιθύρισε μετρική. Έπειτα, με το ίαμβος και τροχαίος -δάκτυλος και ανάπαιστος- οι ωτακουσταί, σκορπίσανε σίγουροι για την αξία του δασκάλου.
   Ήρθε το τελευταίο καληνύχτισμα και ο ελληνιστής έμεινε μόνος στην άδεια τάξη. Από τ' ανοιχτά παράθυρα, έμπαινε μέσα το απογευματινό θάμπωμα. Η αυλή φάνταζε καλά ταχτοποιημένη για τα παιχνίδια της μπάλας και τη γυμναστική. Πέρα το πέλαγος χτυπιότανε με τις αστραπές της δύσης και κάποιο καΐκι, μια βούλιαζε, μια πεταγότανε στον αφρό.
   Σκέψη και μοναξιά, ζώσανε τον καινούργιο καθηγητή. Στις πολιτείες τις στεριανές, βλέποντας πέρα τους δρόμους που σκίζουνε τις πεδιάδες, ή τα μονοπάτια που σκαρφαλώνουνε σε ψηλώματα, καθώς και τους αμαξιτούς χαραγμένους στα βουνά, έχεις την αίσθηση της συντροφιάς, με όλο τον κόσμο. Μιας συντροφιάς, που δεν σου αντιστέκεται, όσο κι αν είσαι νεοφερμένος.
   Εδώ, η θάλασσα, απλώνεται αντίκρυ σου σαν το αμείλικτο στοιχείο του χωρισμού. Στο πρόσωπό του, πήγε να θρονιαστεί η θλίψη. Μα, φτάνοντας στην κάμαρά του, είχε κιόλας αλλάξει όψη.
   Ίσα ίσα, η απόσταση, η απομόνωση θα τον βοήθαγαν να κάνει έργο το μεγάλο του ιδανικό.
 
   Λίγα χρόνια τον χωρίζουνε από την παλιά του ζωή. Όλες τις τάξεις, τις πέρασε σαν παιδί της στέρησης. Ρούχα, παπούτσια, χόρταση, δεν ήρθανε στο σπίτι ποτέ από του πατέρα την δουλειά και την αγάπη. Η μητέρα, στραγγιγμένη σκλάβα στα ξένα σπίτια και τα χωράφια, δεχότανε τον άντρα της περασμένα μεσάνυχτα, συνοδευμένον από φίλους της ταβέρνας. Σέρνοντας τον βοήθαγαν όλοι μαζί να σωριαστεί χάμω, τυφλός από το μεθύσι, αλαλιασμένος από την ψευτοπαλληκαριά. Η μυρωδιά του κρασιού και οι πνιχτές βλαστήμιες, ταράζανε τον ύπνο της φτωχικής κάμαρας, ανεβάζοντας στα μάτια της γυναίκας και των παιδιών, ζεστά δάκρυα.
   Μα του σημερινού ελληνιστή η καρδιά κράταγε μέσα στο σκοτάδι της παιδικής ζωής μια μυστική χαρά. Την τρέφανε των δασκάλων τα παινέματα.
   - Είναι μοναδικός, η επιμέλειά του συγκινεί.
   - Και να ξέρει κανείς το είδος του πατέρα!
   Πιο πολύ απ' όλους το ήξερε ο άκληρος πλούσιος, που πήρε την απόφαση να τον σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.
 
   Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, οι ώρες οι δοσμένες για σύνθεση ελευθέρα, χαρίζανε αληθινή ευτυχία στο Νάσο. 
   «Μια εκδρομή στο δάσος με τα πλατάνια» 
   «Το σκυλί του φτωχού τσοπάνη»
   «Μια γάτα αριστοκράτισσα στο χωριό».
   Στην τελευταία γιορτή της χρονιάς, όλοι οι επίσημοι, ακούσανε τον ίδιον τον δεκαεφτάχρονο νεαρό, να διαβάζει τα γραφτά του, φορώντας θαλασσί πουκάμισο, δώρο του πατέρα του, που παραδέχτηκε να παρευρεθεί κι αυτός, ξεμέθυστος μάλιστα.
   Το πιο πλούσιο ζευγάρι της μικρής πολιτείας κάλεσε τον Νάσο, να μείνει μια βδομάδα στο εξοχικό του χτήμα. Του παραχωρήσανε κάμαρα με γραφείο που έβλεπε στον κήπο. Παραμυθένιες μέρες, παραμυθένιος κήπος.
   Ένας προσκαλεσμένος από την Αθήνα ανάφερε κάποιο βράδυ, ανάμεσα στο αστείο και το σοβαρό, για την ευτυχία που στερήθηκε το ανθρώπινο γένος από την παρακοή της Εύας. Αψηφώντας το αστείο ο Νάσος, έγραψε τότε κάτι σοβαρό, με σκοπό να το συμπληρώσει αργότερα.
   Να που το αργότερα έγινε τώρα. Το πρώτο δειλινό, έπειτα από το πρώτο του μάθημα. Καθηγητής πια στο αιγαιοπελαγίτικο σπίτι της κυρίας Αντιγόνης, με το μπαλκονάκι που 'χει αντίκρυ την αμμουδιά, τα βράχια, τα κύματα. Ανοίγει τον πράσινο χαρτοφύλακα τραβάει ένα τετράδιο, διαβάζει:
   Η κάθε ώρα γράφει την ιστορία της 
   ... όπως και η κάθε στιγμή του ανθρώπου, από τότε, που η σφυριχτή ανάσα του φιδιού, τάραξε τα κλαδιά του πιο όμορφου δέντρου της Εδέμ, ρίχνοντας την πρώτη γυναίκα στης ανυπακοής την αμαρτία.
   - Κόψε τον καρπό που σου απαγορεύτηκε. Δοκίμασέ τον. Η γνώση σου, η δύναμή σου, θ' απλωθούνε στα πάντα!
   Με λαχτάρα σήκωσε το χέρι η γυναίκα, τράβηξε, έκοψε τον καρπό που έλαμπε, ανάμεσα στα φωτερά φύλλα. Δάγκωσε. Έφαγε. Γιατί να στερηθεί τόση ευτυχία ο σύντροφος της μοναξιάς της; Γευτήκανε και οι δυο.
   Κοιτάχτηκαν. Όλα γύρω, μένανε ήσυχα, γαλήνια. Το αγέρι, τα άνθη, τα ρυάκια. Μα ίσως για τούτο ακουγότανε τόσο άγριο το κόχλασμα του σίφουνα, που ανατάραξε την καρδιά τους. Το βήμα τους με την τόση αλαφράδα στο χλοερό ίσιωμα, σκόνταφτε τώρα σε κοφτερά βράχια, που ψηλώνανε αφήνοντας περάσματα μαύρα, γύρω από γκρεμούς.
   Φόβος και κίνδυνος ανοιγοκλείνανε φτερούγες, πηγμένες από σκοτάδια. Γεμάτη τρόμο η φυγή. Πουθενά η σωτηρία. Μέσα στη θολούρα που τη δέρνανε οι φλόγες του ήλιου παραμονεύανε τα θεριά, ουρλιάζοντας, λες και δεν είχανε ακούσει ποτέ την ήρεμη προσταγή του άντρα, δεν είχανε δεχθεί το χάδι της γυναίκας.
   Ξαφνικά, οι αστραπές που πετάγονταν απ' τα βουνά σβήσανε, ο κατακλυσμός της καρδιάς τους σώπασε. Και τότε, μαζί με το βήμα το Υπερκόσμιο, ακούστηκε η φωνή που όριζε τη μοίρα του ανθρώπου, στην άχαρη γη. Η ρομφαία του αγγέλου έδειχνε το δρόμο και φλόγες σφαλίζανε τις πύλες της Εδέμ.
   Ριγμένοι στο χώμα το φρυγμένο και άχαρο, το βρέχανε με δάκρυ. Ανείπωτη κούραση βάραινε τους ώμους, τα στήθια τους, όπου φώλιαζε η πρώτη θλίψη για χαμό ευτυχίας, η πρώτη ντροπή για αμαρτία.
   Γύρω τους, ούτε δέντρο, ούτε καρπός, ούτε ρυάκι.
   Έρχεται η νύχτα και τους σκεπάζει με ύπνο βαθύ. Και κάποτε, ανοίγοντας τα μάτια, βλέπουνε ψηλά, τους ποταμούς των αστεριών. Ο ουρανός, απόμενε ο ίδιος!
   Άμετρη παρηγοριά χύνεται στην καρδιά τους.
   Απρόσμενη φιλία, κάτι σαν υπόσχεση, ανάβει και σβήνει εκεί, στους κόσμους τους απέραντους, που λες, νιώθουνε, αγγίζουνε τον πόνο τους.
 
   Έκλεισε το τετράδιο ο Νάσος, με μια ταραχή που τον έκανε να χλωμιάζει.
   - Όχι!
   Ο ελληνιστής ο καινούργιος δεν πήρε τον πρώτο διορισμό του με ιδανικό μονάχο να βγει άξιος στη δουλειά του. Τη δουλειά του δασκάλου αποκλειστικά.
   Σβησμένα χειροκροτήματα, ελπίδες για συγγραφικό τάλαντο που θα διαπρέψει φτερουγάν γύρω του, αλλάζοντας την έκφραση τη σφραγισμένη με σκοτεινό μορφασμό, από τις παλληκαριές ενός μεθυσμένου πατέρα και την πίκρα μιας στερημένης ζωής.
 
   Βράδυ. Αύριο Σάββατο χωρίς ούτε μιας ώρας μάθημα. Και η Κυριακή φυσικά, εντελώς δική του.
   Κέρδιζε δυο μέρες απομόνωση.
   Αυτός, ο χαρτοφύλακας, τα μολύβια του.
   Ξύπνησε χάραμα και δήλωσε στη νοικοκυρά του ότι θα 'λειπε δυο μέρες, εκεί, στο αντικρυνό ακρωτήρι, με το μικρό ξενοδοχείο. Η γυναίκα στενοχωρήθηκε.
   - Φεύγετε χωρίς να πιείτε ένα γάλα;... Έλεγα, κουρασμένος από το ταξίδι... τις πρώτες εντυπώσεις, θ' αργήσει να ξυπνήσει... λογάριαζα να σας ρωτήσω τι φαγητό σας αρέσει... να φάτε το μεσημέρι μαζί μας... Να γνωρίσετε και τον άντρα μου...
   Τη σταμάτησε απότομα.
   - Α!... Όχι!... Αυτό όχι!... Να σας εξηγήσω... Εγώ, έχω ανάγκη να μένω κάπως... μόνος... Αγαπώ την πνευματική εργασία... Χαίρετε... Τη Δευτέρα το μάθημά μου είναι στις έντεκα. Θα πάω κατ' ευθείαν στο Γυνάσιο. Να μην ανησυχήσετε!... Χαίρετε!... Ευχαριστώ!....
   Έφυγε. Η γυναίκα κοκκίνησε σα να είχε φάει μπάτσο. Και να ο βαρκάρης, ο Φωτεινός, με μια αρμαθιά καλαμαράκια.
   - Συγχισμένη σας βλέπω, κυρία Αντιγόνη. Κι αυτός ο τζερεμές, ο νοικάρης σας, κόντεψε από τη βιάση του να κουτρουβαλήσει τις σκάλες... Παρά λίγο να συνεπάρει και μένανε.
   Μια αστραπή υποψίας φάνηκε στο μάτι...
   - Μπας και... σας έκανε καμιά προσβολή;.... Μπιστευθείτε σε μένανε και... τονε διορθώνω!
   - Προσβολή δεν είναι, Φωτεινέ, να σου λένε ότι δεν έχουνε καιρό να γνωρίσουνε τον άντρα σου και να φάνε στο τραπέζι σου;
   - Και δε χαίρεσαι που θα γλυτώσεις το φαγάκι σου και την ησυχία σου;... Αφήστε τον να σκάσει από τη μοναξιά, παραμιλώντας με τα παλιοβιβλία του. Όλοι εδώ, τονε μισήσανε κιόλας... Ως και το παιδί με τα φιστίκια!...
   Του μικρού ξενοδοχείου η ταράτσα έβλεπε στο ακρωτήρι που δεν το 'πιανε άνεμος. Κόσμος βούταγε από την ψηλή εξέδρα, γυναίκες λιάζονταν, ύστερα ξαναμπαίνανε στη θάλασσα τραγουδώντας, καβαλιέροι τις τραβάγανε να πάνε μαζί τους βαθιά. Τα τραγούδια γίνονταν φοβισμένες τάχα φωνές που τέλειωναν σε γέλιο.
   Μια δροσιά, μια ζωντανή χαρά τον τριγυρνάει, του κλείνει το τετράδιο που το 'χε ανοίξει μόλις έφτασε, του άρπαξε το μολύβι από τα χέρια. Δίχως να το καταλάβει, βρίσκεται κι αυτός στη θάλασσα και ξεπερνάει όλους, με κάτι θαυμάσιες απλωτές.
   Ένα αγόρι πάει κοντά του.
   - Τι ωραία που κολυμπάτε, κύριε καθηγητά! Σας καμαρώναμε απ' τ' ακρογιάλι με την αδελφή μου και τις φίλες της.
   Κι έδειχνε το παιδί μια συντροφιά κοπέλες που με τα χρωματιστά τους μαγιό σχηματίζανε ένα ουράνιο τόξο μέσα στην αιθρία.
   Ξεσφίχτηκαν κάπως τα χείλια του ελληνιστή, μα για να κρατήσει κάτι από τον εαυτό του πήγε και ξάπλωσε στον πιο άγριο, τον πιο μοναχικό βράχο, λίγη ώρα, έπειτα γρήγορα γρήγορα, ανέβηκε στην κάμαρά του, ντύθηκε, έπιασε το τετράδιο και άπλωσε να πάρει το μολύβι.
   Δεν πρόφτασε να σκεφτεί μια δυο γραμμές και κάποιος χτύπησε την πόρτα του θαρρετά.
   Δεν πρόφτασε να σκεφτεί αν θύμωσε ή αν χάρηκε όταν, ανοίγοντας, βρέθηκε κυκλωμένος από το εφτάχρωμο ουράνιο τόξο... που με γέλια τον καλούσε στο τραπέζι...
   - Μην αρνηθείτε!... Θα μας έχετε του χρόνου μαθήτριές σας!...
   Πώς να πεις όχι; Εδώ δεν ήτανε η κυρία Αντιγόνη και ο άντρας της... Ακολούθησε τη συντροφιά, έφαγε, απορώντας πόσο εύκολα διασκεδάζουν τα κορίτσια με δυο τρία λόγια ειπωμένα χωρίς την πρόθεση να φανούν αστεία ή έξυπνα... Γύρισε απάνω όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Όμως έξω είχε φρεσκάρει. Τρελό αγέρι του αναστάτωνε τα χαρτιά!... Έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, μα την άνοιξε πάλι. Το κύμα, οι νεαρές, τ' αγόρια, τραγουδούσανε από μια βάρκα, του γνέφανε να κατέβει.
   - Δε μπορώ!... Έχω δουλειά!...
   Σήκωσε το δεξί του χέρι κι έκανε στον αέρα πως γράφει. Έκλεισε, ξανάνοιξε. Η ερημιά, τον έζωσε αποκρουστική. Χάραξε λίγες γραμμές και ξαναβγήκε να ρουφήξει το βοριά, να δει τις βαρκούλες γεμάτες νιότη και χαρά.
 
   Βράδιαζε. Έγραφε, έσβηνε, έσκιζε.
   Τι θα 'κανε μένοντας ίσαμε τη Δευτέρα το πρωί; Και όμως δεν θα 'φευγε μη τον πάρουνε για τρελό και άστατο, αφού έτσι είχε συμφωνήσει. Ξανακατέβηκε στην αμμουδιά και ως να νυχτώσει μπήκε τόσες φορές στη θάλασσα, που 'φτανε να πιθυμήσει τη στεριά. Ίσως για τούτο έφαγε τις μαριδίτσες του και ήπιε το ντόπιο κρασί με πολύ κέφι, πιάνοντας κουβέντα με κάτι ψαράδες του διπλανού τραπεζιού, ενώ πιο πέρα δυο καραβοκύρηδες, μεγάλοι φαίνεται μπεκρήδες, πίνανε αμίλητοι.
 
   Όταν έπειτα από το μάθημα της Δευτέρας γύρισε στης κυρίας Αντιγόνης, ήτανε σπίτι και ο άντρας της. Τον καλοδέχτηκαν λες και μαντέψανε ότι εκεί, στο ακρωτήρι, είχε νιώσει νοσταλγία για τούτη την κάμαρα. Του προσφέρανε καφέ στο σαλόνι, ένα σαλόνι μοδίστρας,  με χρυσωμένα έπιπλα, καθρέφτη μεγάλο και σε μια γωνιά δυο ακέφαλες κούκλες για τις δοκιμές, ντυμένες σατέν κόκκινο.
   Στα πρόσωπα του άντρα και της γυναίκας έλαμπε ένας ήλιος, που, πέφτοντας απάνω στη δικιά του παγωμένη έκφραση, τον έκανε να ντρέπεται. Άπλωσε το χέρι του και ξεφύλλισε ένα φιγουρίνι. Πεντάμορφα μουτράκια του χαμογελούσαν, φέρνοντας και στη δικιά του μορφή έναν ίσκιο χαμόγελου.
   - Αν καμιά φορά σας βάζουνε σε... αμφιβολίες τα γαλλικά... εγώ μπορώ να σας βοηθήσω... Και σχέδιο ξέρω αρκετά καλό. Πρόθυμος... Μη διστάσετε!...
   Ένιωσε και τα δικά του λόγια να βγαίνουνε με κάποια ζέστα. Ακούγοντας τον εαυτό του, συλλογίστηκε αν αυτό έπρεπε να το βαφτίσει... φιλοσοφικά, σαν άνοδο, ή σαν πτώση!
   Σε τούτο τον τόπο η οικειότητα, η αγάπη, φούντωνε όπως η πρασινάδα και το λουλούδι στην εξοχή. Ούτε αντίκρυ στους ανθρώπους, μορφωμένους ή αμόρφωτους, ούτε αντίκρυ στους μαθητές μπορούσες να σταθείς, πετώντας ψίχουλα.
   Ακόμα και τα παιδιά, τα κάπως στερημένα σ' εξυπνάδα, σε κοιτάζουνε με κάτι μάτια που θα 'σουνα άδικος, περνώντας από μπροστά τους βιαστικά και γρήγορα.
   - Τους ναυαγούς δεν τους σώζεις, αν δεν παλαίψεις ώρες ωρών!...
   Για τους ναυαγούς τους δικούς του χρειαζότανε πάλαιμα χρόνων.
 
   Η κυρία Αντιγόνη έκανε το σταυρό της με απορία:
   - Ιδιαίτερα μαθήματα χωρίς δίδακτρα κύριε Νάσο; Πού ακούστηκε αυτό; Θα πληρώνετε είπατε και το ηλεκτρικό το περίσσιο;... Τι να σας πω;... Τα χάνω!
   Όμως, διόλου δεν τα 'χανε με τις μεταφράσεις που της έκανε από κείνα τα ακατανόητα γαλλικά φιγουρίνια και με τα σχέδια που της ξεκαθάριζε.
 
   Οι καιροί φεύγανε ρίχνοντας χιόνι στα μαλλιά του ελληνιστή. Πέρα από την αυλή του σκολειού, πάντα οι άνεμοι που δέρνανε τα κύματα και τις αμμουδιές.
   Δεν πόθησε τις στεριανές πολιτειούλες με τα μονοπάτια, τα βουνά και τους αμαξιτούς.
   Και μονάχα όταν τον καλούσανε σε γλέντι, όλοι δικαιώνανε τον Φωτεινό, τον βαρκάρη, με κείνο το παλαιό... «εγώ τουλάχιστο τονε βλέπω για στριφνόνε και αμίλητον»...
   Το τετράδιο δεν πλουτίστηκε με σελίδα δείγμα συγγραφικού ταλέντου.
   Και, από τις λαμπερές κοπέλες του ουράνιου τόξου, αυτός διάλεξε την πιο θαμπή.
   Πολλοί απορήσανε. Ο ίδιος όχι. Βαθιά του πίστεψε πως η κάθε ώρα γράφει την ιστορία της.
 
 Γαλανού Ειρήνη
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
(ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ) - Τόμος 1, 
εκδ. ΆΛΜΠΑΤΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου