Αν και προσπάθησε να μην το σκέφτεται, η ζωή του Τόμμυ Καστέλλι στα είκοσι εννιά του χρόνια ήταν μια σκέτη πλήξη του κερατά. Και δεν ήταν η Ρόζα που έφταιγε ή το κομπόδεμα που πάλευαν να φτιάξουνε με τις πενταροδεκάρες. Ούτε και οι αφόρητες εκείνες ώρες με το ατέλειωτο σαλιάρισμα για να πουλήσει σόδες, τσιγάρα και ζαχαρωτά. Ήταν η αναγούλα που του 'φερνε στο στομάχι η σκέψη ότι είχε πιαστεί στο δόκανο από τα παλιά του λάθη, ακόμα κι από κείνα που είχε κάνει, πριν η Ρόζα από Τόνυ τόνε βαφτίσει Τόμμυ.
Σαν Τόνυ ήτανε από κείνους τους γαβριάδες με τα πολλά όνειρα και σχέδια, που φυτρώνουνε στις φτωχογειτονιές και τις συνωστισμένες εργατικές πολυκατοικίες και τα ξεφωνητά των παιδιών, αλλά που κάθε φορά έβρισκε κλειστό το δρόμο πριν ακόμα τον διαλέξει. Στα δεκάξι του άφησε την τεχνική σχολή, απ' όπου θα έβγαινε τσαγκάρης κι άρχισε να βλέπει εκείνα τ' αγόρια με τα γκρίζα καπέλα και τα δίσολα παπούτσια, με τις ελεύθερες ώρες και το χρήμα, που το 'δειχναν σε χοντρά και περιποιημένα μάτσα σε όσους το κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια κι εδώ που τα λέμε ο καθένας το ζήλευε εκεί κάτω στα υπόγεια κλαμπς. Εκείνα τ' αγόρια που είχαν αγοράσει το ασημένιο μηχάνημα για τον εσπρέσσο κι αργότερα την τηλεόραση και κουρδίζανε τα πίτσα - πάρτυ με κορίτσια. Αλλά, τριγυρίζοντας μαζί τους και με τ' αυτοκίνητά τους, έφτασε και στη ληστεία μιας αποθήκης ποτών και ήταν από 'κει που είχαν ξεκινήσει τα σημερινά του βάσανα. Το ευτύχημα γι' αυτόν ήταν ότι ο τύπος που έστρωσε τη δουλειά έτυχε να είναι σπιτονοικοκύρης τους, ήξερε τον αρχηγό της περιφέρειας και τα βόλεψαν έτσι, ώστε να μην τον ανακατέψει κανείς ύστερα απ' αυτό. Προτού, λοιπόν, μάθει πώς πήγε το πράμα -είχε κιόλας τρομοκρατηθεί απ' όλο τούτο το μπέρδεμα- ο πατέρας του σκάρωσε τη δουλειά με το γέρο της Ρόζας Αγκνιέλο, να την παντρέψουνε δηλαδή με τον Τόνυ και ο πεθερός, από το κομπόδεμα που είχε, να του ανοίξει ψιλικατζίδικο και να ζήσει τίμια. Βέβαια δεν ήθελε να γράψει ένα μαγαζί στα παλιά του τα παπούτσια και η Ρόζα ήταν νοστιμούλα και αδύνατη, αν και κομμάτι λιγοστή για τα δικά του τα γούστα, γι' αυτό και, αφού το 'σκασε για το Τέξας όπου κοπροσκύλιασε αρκετό καιρό, όταν γύρισε, όλοι το είπαν πως ήταν για τη Ρόζα και το ψιλικατζίδικο. Βολεύτηκαν ξανά τα πράγματα κι αυτός, χωρίς να πει όχι, μπήκε στο μαντρί.
Κάπως έτσι είχε βρεθεί αραγμένος στην Πρενς Στρητ του Βίλλετζ, να δουλεύει κάθε μέρα από τις οχτώ το πρωί ως τα μεσάνυχτα σχεδόν, έξω από μιαν ώρα το απόγευμα, που πήγαινε απάνω να κοιμηθεί και τις Τρίτες, που το μαγαζί έμενε κλειστό και κοιμότανε λίγο παραπάνω, για να πάει τελικά το βράδυ μονάχος στον κινηματογράφο. Τώρα πια, ένιωθε βαρύς και κουρασμένος για σχέδια. Κάποτε, βέβαια, προσπάθησε να βγάλει κάτι έξτρα λεφτά, φτιάχνοντας κρυφά ένα είδος λοταρίας, που κάποιο συνδικάτο βοήθησε να κυκλοφορήσει στη γειτονιά με καλό ποσοστό και μάζεψε καμιά πενηνταπενταριά δολάρια, που η Ρόζα δεν τα πήρε είδηση, αλλά κάποια εφημερίδα σχολίασε το συνδικάτο και η λοταρία εξαφανίστηκε. Μιαν άλλη φορά, που η Ρόζα είχε πάει στη μάνα της, βρήκε την ευκαιρία να τοποθετήσει έναν αυτόματο πωλητή, που αν τον κρατούσε κάποιο διάστημα, θα του εξασφάλιζε ένα υπολογίσιμο ποσό. Ήξερε, φυσικά, ότι δεν μπορούσε να της το κρύψει, γι' αυτό, όταν μπήκε μέσα κι άρχισε να στριγγλίζει μόλις το είδε, ήταν προετοιμασμένος κι αντί ν' απαντήσει με φωνές στα ουρλιαχτά της, άρχισε να της εξηγεί με υπομονή ότι δεν είχε καμιά σχέση με το τζόγο, γιατί εκείνος που θα έριχνε το κέρμα του, θα έπαιρνε ένα μασούρι μέντες. Ακόμα, αυτό το μηχανάκι θα τους έδινε λεφτά που δεν τα λογαριάζανε και θα μπορούσαν ν' αγοράσουνε μια τηλεόραση να βλέπει τους αγώνες, έτσι που να μην είναι αναγκασμένος να πηγαίνει στο μπαρ. Αλλά η Ρόζα δεν έλεγε να σταματήσει τις φωνές, ώσπου κατέβηκε ο πατέρας της, τον έβρισε κακούργο και μ' ένα φαναρτζίδικο σφυρί ξεκόλλησε το μηχανάκι. Την επόμενη μέρα οι μπάτσοι ξαμολυθήκανε για μηχανάκια και μοιράσανε κλήσεις όπου βρίσκανε από δαύτα και παρόλο που του Τόμμυ το μαγαζί ήτανε το μόνο στη γειτονιά που δεν πήρε, εκείνος για καιρό ένιωθε άσκημα κάθε που θυμότανε το μηχανάκι.
Τα πρωινά ήταν οι καλύτερες ώρες της μέρας του, γιατί η Ρόζα έμενε πάνω να καθαρίσει το σπίτι κι όπως ως το μεσημέρι μπαίνανε ελάχιστοι στο μαγαζί, μπορούσε να κάθεται μόνος με μια οδοντογλυφίδα ανάμεσα στα δόντια και να χαζεύει πίσω από το ταμείο τα «Νιους» ή το «Μίρορ», ή να ψιλοκουβεντιάζει με κάποιον από τους τύπους του υπόγειου κλαμπ -αν τύχαινε να μπει για τσιγάρα- για ένα άλογο που θα 'τρεχε τη μέρα εκείνη ή για το πόσο θ' ανέβαιναν τα στοιχήματα. Μπορούσε ακόμα και να κάθεται εκεί, να πίνει το καφεδάκι του και να σκέφτεται πόσο θα του βαστούσανε τα πενήντα πέντε δολάρια που είχε κρύψει στην αποθήκη. Με λίγα λόγια έτσι κυλούσανε τα πρωινά, αλλά ύστερα από την υπόθεση με το μηχανάκι, όλη του η μέρα ήταν μια σκέτη μούχλα, μαζί της κι αυτός. Μέσα του σάπιζε ο χρόνος και δε σκεφτότανε παρά την ώρα που θα πλάγιαζε το απόγευμα και θα σηκωνότανε, έχοντας ολόκληρη τη νύχτα μπροστά του μέσα στο μαγαζί, όταν ο καθένας είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι διάολο του 'κανε κέφι. Βλαστημούσε και το ψιλικατζίδικο και τη Ρόζα και αναθεμάτιζε από το ξεκίνημά της και την ίδια του την άχαρη ζωή.
Κάποιο τέτοιο γρουσούζικο πρωινό ήταν που μπήκε στο μαγαζί ένα δεκάχρονο κορίτσι από τη συνοικία και του ζήτησε δυο κόλλες χρωματιστό τσιγαρόχαρτο, μια κόκκινη και μια κίτρινη. Ήθελε πολύ να το διαολοστείλει και να του πει να μην τον σκοτίζει, αλλά αντί για όλ' αυτά τράβηξε απρόθυμα για το αποχωρητήριο, που η Ρόζα είχε τη λαμπρή ιδέα να το κάνει αποθήκη. Ήταν η δύναμη της συνήθειας που τον έσπρωξε, μια και το κορίτσι ερχότανε όλο το καλοκαίρι κάθε Δευτέρα και ζητούσε το ίδιο πράμα, γιατί η μάνα της, που το σκαμμένο της πρόσωπο την έκανε να δείχνει σα να είχε προετοιμάσει η ίδια τη χηρεία της, φρόντιζε μερικά μικρά παιδιά μετά το σκολειό και τους έδινε να φτιάχνουν με το χαρτί κούκλες και διάφορα τέτοια. Το κορίτσι, που δεν ήξερε καν τ' όνομά του, έμοιαζε της μάνας του, χωρίς να έχει τα δικά της σκληρά χαρακτηριστικά. Αντίθετα είχε φωτεινό πρόσωπο με σκούρα μάτια, αλλά ήταν ένα συνηθισμένο παιδί, που θα έδειχνε ακόμα πιο συνηθισμένο στα είκοσί του χρόνια. Είχε προσέξει, όταν πήγε να της φέρει το χαρτί, ότι πάντα της έμενε πίσω, σα να φοβότανε να προχωρήσει εκεί στα σκοτεινά, όπου αυτός είχε ακουμπήσει τα κόμικς και για να ξεκολλήσει τα περισσότερα παιδιά έπρεπε να τα καρπαζώσει. Είχε προσέξει ακόμα πως κάθε που της έφερνε το χαρτί, το πρόσωπό της έδειχνε ακόμα πιο ωχρό και τα μάτια της ακόμα πιο γυαλιστερά. Του έβαζε στο χέρι δυο κέρματα ζεστά από τη χούφτα της κι έφευγε χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω.
Η Ρόζα, που δεν εμπιστευότανε κανέναν, είχε κρεμάσει έναν καθρέφτη στον πίσω τοίχο κι εκείνο το πρωί της Δευτέρας, καθώς ο Τόμμυ άνοιγε το συρτάρι για να βγάλει το χαρτί της μικρής, ένιωσε πολύ άσχημα, γιατί όταν σήκωσε τα μάτια του, είδε κάτι στον καθρέφτη, που τον έκανε να νομίζει ότι ονειρεύεται. Το κορίτσι είχε εξαφανιστεί, αλλά είδε ένα άσπρο χέρι να βουτάει μέσα από το κουτί με τα ζαχαρωτά μια σοκολάτα, έπειτα μιαν άλλη, τελικά να παρουσιάζεται και πάλι μπροστά στο ταμείο και να τον περιμένει αθώα. Στην αρχή ένιωσε την ανάγκη να την αρπάξει από το σβέρκο και να την ξυλοφορτώσει ώσπου να την κάνει να ξεράσει, αλλά τον κράτησε, όπως και άλλες φορές, η ανάμνηση του μπάρμπα του του Ντομ που, χρόνια πριν φύγει, συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του -απ' όλα τα παιδιά μονάχα αυτόν, τον Τόνυ- όταν ψάρευε στο Σήπχεντ Μπέυ. Κάποτε, πήγανε νύχτα, ρίξανε τη δολωμένη πετονιά στο νερό και ύστερ' από λίγο την τραβήξανε μ' έναν από κείνους τους πράσινους αστακούς. Πάνω στην ώρα περνούσε ένας χοντρομούρης μπάτσος και τους είπε, αν ο αστακός δεν ήταν εννέα ίντσες να τον ξαναπετάξουν στο νερό. Ο Ντομ τον βεβαίωσε ότι είναι εννέα ίντσες, αλλά ο μπάτσος τον αποπήρε λέγοντάς τον εξυπνάκια και τότε ο Ντομ τον μέτρησε και τον έβγαλε δέκα ίντσες και μ' εκείνο τον αστακό γελούσανε όλη νύχτα. Έπειτα θυμήθηκε πως είχε νιώσει όταν έφυγε ο Ντομ και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τσάκωσε τον εαυτό του να σκέφτεται πως είχε ξεστρατίσει στη ζωή του και ο νους του πήγε στο κορίτσι, που είχε αρχίσει να κλέβει από τόσο νέο. Κατάλαβε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για τη μικρή, προειδοποιώντας την ότι αν δεν τα έκοβε με το μαχαίρι κάτι τέτοια, θα παγίδευαν και θα βρώμιζαν τη ζωή της πριν ακόμα την ξεκινήσει. Η λαχτάρα του να της μιλήσει τον πίεζε, αλλά όταν πήγε κοντά της, τον κοίταξε τρομοκρατημένη, γιατί είχε λείψει αρκετά. Ο φόβος που καθρεφτιζόταν στα μάτια της τον τάραξε και δεν της είπε λέξη. Του έδωσε τα λεφτά, άρπαξε το χαρτί και όρμησε έξω από το μαγαζί.
Ένιωσε την ανάγκη να καθήσει. Προσπάθησε να διώξει την επιθυμία του να της μιλήσει, αλλά αυτή ξαναγύριζε όλο και πιο δυνατή. Αναρωτήθηκε τι τον ένοιαζε αν εκείνη έκλεβε ζαχαρωτά. Στο κάτω - κάτω ας τα 'κλεβε. Αλλά και ο ρόλος του αναμορφωτή, του φαινότανε λιγάκι ξένος και σιχαμερός. Ακόμα, δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του, ότι εκείνο που ένιωθε πως έπρεπε να κάνει είχε κάποιο νόημα. Πάνω απ' όλα, όμως, δεν ήξερε τι να της πει. Πάντα του είχε πρόβλημα προσπαθώντας να μιλήσει σωστά. Μπέρδευε τις λέξεις και ιδιαίτερα όταν αντιμετώπιζε καινούργιες καταστάσεις. Φοβότανε ότι όσα θα έλεγε, θα της φαίνονταν χαζά και δεν θα τον έπαιρνε στα σοβαρά. Έπρεπε να της μιλήσει με σιγουριά, έτσι που κι αν ακόμα την τρόμαζε, να καταλάβαινε ότι το είχε κάνει για να τη βάλει στον ίσιο δρόμο. Δεν είπε γι' αυτήν σε κανένα, αλλά τη σκεφτότανε συχνά κι έψαχνε με το βλέμμα του ένα γύρο, κάθε που έβγαινε είτε για να σηκώσει την τέντα είτε για να πλύνει την βιτρίνα, να δει μήπως κανένα από τα κορίτσια που έπαιζαν στο δρόμο ήταν εκείνη, αλλά ποτέ δεν ήταν.
Την επόμενη Δευτέρα, μια ώρα μετά από τη στιγμή που άνοιξε το μαγαζί, είχε καπνίσει κιόλας ένα ολόκληρο πακέτο τσιγάρα. Σκέφτηκε ότι επιτέλους είχε βρει ό,τι ήθελε να της πει, αλλά φοβότανε ότι για κάποιους λόγους εκείνη δεν θα ερχότανε ή κι αν το έκανε, θα φοβότανε να πάρει ζαχαρωτά. Δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο, ώσπου να της πει ό,τι είχε στο νου του. Κατά τις έντεκα, ενώ διάβαζε τα «Νιους», παρουσιάστηκε και του ζήτησε χαρτί. Τα μάτια της λάμπανε έτσι που εκείνος αναγκάστηκε να κοιτάξει κάπου αλλού. Κατάλαβε ότι είχε σκοπό να κλέψει. Πήγε στην αποθήκη, άνοιξε αργά - αργά το συρτάρι, με σκυμμένο το κεφάλι έριξε μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη και την είδε να γλιστράει πίσω από το ταμείο. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και τα πόδια του να καρφώνονται στο πάτωμα. Προσπάθησε να θυμηθεί ό,τι σκόπευε να κάνει, αλλά το μυαλό του έμοιαζε σκοτεινό, άδειο δωμάτιο. Και τελικά, με τη γλώσσα δεμένη και τα κέρματα να του καίνε την παλάμη, την άφησε να του ξεγλιστρήσει.
Μετά άρχισε να μονολογεί, ότι δεν της είχε μιλήσει επειδή κρατούσε τα ζαχαρωτά στα χέρια της κι αυτό θα την τρόμαζε περισσότερο απ' όσο ήθελε εκείνος. Όταν ανέβηκε πάνω, αντί να κοιμηθεί, κάθισε στο παράθυρο της κουζίνας και κοίταζε την αυλή. Βλαστήμησε που στάθηκε τόσο μαλακός, τόσο κουτορνίθι, αλλά μετά σκέφτηκε ότι υπήρχε καλύτερος τρόπος να κάνει αυτό που έπρεπε. Θα την άφηνε να καταλάβει ότι εκείνος το ήξερε και ήταν απόλυτα σίγουρος ότι αυτό θα την έπειθε να το κόψει. Λίγο αργότερα θα της εξηγούσε πόσο καλό ήταν που είχε σταματήσει. Έτσι, την επόμενη φορά άδειασε το δίσκο εκείνο απ' όπου έπαιρνε τα ζαχαρωτά, με τη σκέψη ότι θα καταλάβαινε ότι το έκανε επίτηδες, αλλά δεν έδειξε να το κατάλαβε. Δίστασε μονάχα σαν άπλωσε το χέρι της, αλλά τελικά πήρε δυο σοκολάτες από τον επόμενο δίσκο και τις έριξε στο μαύρο λουστρινένιο τσαντάκι που κουβαλούσε πάντοτε μαζί της. Την άλλη εβδομάδα άδειασε ολόκληρο το ράφι, αλλά και πάλι δεν υποψιάστηκε τίποτα. Έψαξε στο επόμενο και πήρε κάτι άλλο. Κάποια Δευτέρα άφησε πάνω στο δίσκο με τα ζαχαρωτά μερικά κέρματα, φραγκοδίφραγκα δηλαδή, αλλά εκείνη ούτε τ' άγγιξε. Πήρε μονάχα τα γλυκά κι αυτό τον μπέρδεψε λιγάκι. Η Ρόζα τον ρώτησε γιατί τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να σουλατσάρει πέρα - δώθε και να τρώει σοκολάτες. Δεν της απάντησε κι εκείνη άρχισε να κοιτάει καχύποπτα τις γυναίκες, ακόμα και τα κοριτσάκια που έμπαιναν στο μαγαζί. Πολύ θα ήθελε να της έδινε μια ανάποδη στα μούτρα, αλλά και δεν τον ενδιέφερε, αφού ούτε καν υποψιαζότανε τι έχει στο νου του. Ταυτόχρονα λογάριαζε ότι γρήγορα θα έπρεπε να κάνει κάτι σίγουρο, γιατί θα ήταν όλο και πιο δύσκολο στο κορίτσι να σταματήσει την κλεψιά. Σ' αυτό έπρεπε να φανεί αποφασιστικός. Τελικά σκέφτηκε ένα σχέδιο που τον ικανοποίησε. Θα άφηνε δυο πλάκες σοκολάτες στο δίσκο και μέσα στο περιτύλιγμα της μιας θα έβαζε ένα σημείωμα, που θα μπορούσε να το διαβάσει όταν θα ήταν μόνη. Πήρε χαρτί, δοκίμασε πολλά μηνύματα κι εκείνο που του φάνηκε καλύτερο, το καθαρόγραψε σ' ένα χαρτάκι και το τρύπωσε κάτω από το περιτύλιγμα μιας σοκολάτας. Της έγραφε: «Μην το ξανακάνεις, γιατί θα υποφέρεις σε όλη σου τη ζωή». Αναρωτήθηκε αν θα 'πρεπε να το υπογράψει «Ένας φίλος» ή «Ο φίλος σου», αλλά τελικά διάλεξε το τελευταίο.
Αυτά έγιναν την Παρασκευή και δεν ήξερε πώς να κρύψει την ανυπομονησία του ως τη Δευτέρα. Αλλά τη Δευτέρα δεν παρουσιάστηκε. Την περίμενε με τις ώρες, ώσπου κατέβηκε η Ρόζα, εκείνος έπρεπε να πάει επάνω κι ακόμα δεν είχε φανεί. Απογοητεύτηκε γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχε λείψει. Ξάπλωσε με τα παπούτσια στο κρεβάτι και κοίταζε την οροφή. Ένιωθε πληγωμένος που τον είχε δουλέψει ένα ξεπεταρούδι και που ξεμπέρδεψε μαζί του, γιατί θα είχε ψαρέψει άλλο θύμα. Κι όσο το σκεφτότανε τόσο ένιωθε πιο άσκημα. Τον έσφιξε ένας άγριος πονοκέφαλος, που τον εμπόδιζε να κοιμηθεί. Τελικά κατάφερε να κλείσει τα μάτια του κι όταν ξύπνησε ήταν καλά, αλλά σηκώθηκε κακόκεφος και βαρύς. Θυμήθηκε τον Ντομ, που θα 'βγαινε από τη φυλακή να πάει ένας Θεός ξέρει πού. Αναλογίστηκε, αν έπαιρνε τα πενήντα πέντε του δολάρια κι έφευγε, θα μπορούσε άραγε να τον συναντήσει κάποτε; Σκέφτηκε ότι τώρα ο Ντομ θα ήτανε ένας ωραίος τύπος αλλά γερασμένος και ίσως να μην τον αναγνώριζε αν τον έβλεπε. Σκέφτηκε ακόμα γενικά για τη ζωή: ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά τι θέλεις. Όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις, κάνεις και λάθη που μετά δε μπορείς να τα ξεπεράσεις. Και τότε δεν ξαναβλέπεις Θεού πρόσωπο, γιατί μπαίνεις σε κάποια, κι ας μην την ονοματίζει κανένας, φυλακή. Κι όταν τη λες εσύ έτσι, οι άλλοι δεν ξέρουνε για ποιο πράμα μιλάς. Ένα σύννεφο τόνε τύλιξε κι απόμεινε ακίνητος, χωρίς να συλλογιέται και να νιώθει συμπάθεια για τίποτα και για κανέναν, ούτε και για τον ίδιο τον εαυτό του.
Όταν επιτέλους κατέβηκε κάτω με μια πικρή ειρωνεία, που η Ρόζα τον είχε αφήσει τόσην ώρα να ξεκουραστεί χωρίς να γκρινιάσει, βρήκε το μαγαζί γεμάτο κόσμο και δε μπορούσε να ξεχωρίσει τι σήμαιναν οι στριγγλιές της. Σπρώχνοντας άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος και είδε με τρόμο ότι η Ρόζα είχε αρπάξει το κορίτσι με τις σοκολάτες και το ταρακουνούσε τόσο δυνατά, ώστε το κεφάλι του παιδιού κουνιόταν πέρα - δώθε σαν μπαλόνι πάνω σε ξύλο. Με μια βλαστήμια ξεκόλλησε από τα χέρια της το κορίτσι, που η κιτρινίλα στο πρόσωπο έδειχνε το μέγεθος του τρόμου του.
- Τι διάολο έπαθες; φώναξε στη Ρόζα. Θέλεις να τη σκοτώσεις;
- Είναι κλέφτρα, ούρλιαξε εκείνη.
- Βούλωσέ το!
Για να την κάνει να σταματήσει τις στριγγλιές της έδωσε ένα χαστούκι. Το χτύπημα ήταν πιο δυνατό απ' όσο ήθελε και η Ρόζα έπεσε πίσω με κομμένη την ανάσα. Δεν έκλαψε, αλλά κοίταζε σαστισμένη ένα γύρο τον κόσμο, προσπαθώντας να χαμογελάσει και τότε όλοι είδανε ότι της είχε ματώσει τα δόντια.
- Τράβα σπίτι σου, φώναξε ο Τόμμυ στο κορίτσι, αλλά εκείνη τη στιγμή έγινε κάποια κίνηση κοντά στην πόρτα και μπήκε στο μαγαζί η μάνα της.
- Τι έγινε; ρώτησε.
- Έκλεψε τα ζαχαρωτά μου, φώναξε η Ρόζα.
- Εγώ την άφησα να τα πάρει, μπήκε στη μέση ο Τόμμυ.
Η Ρόζα τον κοίταξε και σα να την είχε ξαναχτυπήσει, στράβωσε το στόμα της και άρχισε να κλαίει.
- Η μια ήταν για σένα, μαμά, είπε το κορίτσι.
Το χέρι της μάνας της έπεσε βαρύ στο πρόσωπό της κοντά στο αυτί.
- Τώρα θα δεις, μικρή κλέφτρα. Αυτή τη φορά τα χέρια σου θ' ανάψουνε για τα καλά.
Τη χτύπησε, την άδραξε από το χέρι και της το τράβηξε. Το κορίτσι άρχισε πότε να τρέχει πότε να γέρνει μπροστά, σαν παλιάτσος, αλλά όταν έφτασε στην πόρτα, πρόφτασε να στρίψει το χλωμό του πρόσωπο και να του βγάλει την κατακόκκινη γλώσσα της.
Μάλαμουντ Μπέρναρντ
"Η ΛΕΞΗ"
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου