Το παγωμένο νερό έτρεξε με δύναμη στο πρόσωπό του. Δεν τον ένοιαξε αν βρεχτούν τα μαλλιά του ή γίνει μούσκεμα το κουστούμι και η γραβάτα του. Το μόνο που αποζητούσε εκείνη τη στιγμή ήταν να σταματήσει το χρόνο, που τον ένιωθε ψυχρό και αδυσώπητο, για να μπορέσει να σκεφτεί με ψυχραιμία. Ήθελε να κοιταχτεί στο λερωμένο καθρέφτη, αλλά ήξερε πως απέναντί του θα αντίκριζε όχι το πρόσωπό του αλλά κάτι άλλο, τη συνείδησή του ίσως, μπορεί και κάτι μεγαλύτερο... Οι τουαλέτες των δικαστηρίων, εκτός από τη μυρωδιά της κοινόχρηστης λειτουργίας τους, ανέδιναν κι ένα αίσθημα βαριάς και αποπνικτικής κλεισούρας, που δυσκόλευε όχι μόνο την ανάσα αλλά και τη σκέψη του εκείνη τη στιγμή.
- Λοιπόν παιδιά, σήμερα έχω ετοιμάσει ένα δύσκολο πρόβλημα! Για να δούμε ποιος θα τα καταφέρει να το λύσει πρώτος; Είστε έτοιμοι;
- Έτοιμοι! φώναξαν όλα μαζί τα παιδιά της έκτης τάξης.
- Γράψτε λοιπόν, τους είπε κι άρχισε την εκφώνηση. «Ο κυρ - Θανάσης ο βοσκός, είχε περιουσία όλη κι όλη δεκαεννιά πρόβατα. Όταν αρρώστησε βαριά, φώναξε τα τρία του παιδιά και τους είπε: Εσύ, Μανώλη, που είσαι ο μεγαλύτερος θέλω να πάρεις το ½ από τα πρόβατα. Εσύ, Δημήτρη, το ¼ κι εσύ, Γιώργο, που είσαι ο μικρότερος, θα πάρεις το ⅕ από αυτά. Όμως θέλω να μου υποσχεθείτε πως δε θα σφάξετε κανένα από τα ζωντανά, θέλω να τα μοιράσετε όπως είναι, ακέραια». Λοιπόν, θα τα καταφέρετε να λύσετε το πρόβλημα, αγαπημένα μου παιδιά;
-Κύριε, κύριε... πετάχτηκε ο Αντρέας. Εγώ, κύριε...
- Κάτσε κάτω, Αντρέα παιδί μου, κάτσε κάτω.
- Μα την ξέρω την απάντηση, κύριε, να το πω;... Να το πω;...
- Όχι, Αντρέα, να μην το πεις, του απάντησε με αυστηρό ύφος.
- Μα γιατί, κύριε; Αφού το ξέρω, δέκα θα πάρει ο μεγάλος, πέντε ο μεσαίος και τέσσερα ο μικρός.
- Αντρέα, σου είπα να μη μιλήσεις!
Το ύφος του είχε αλλάξει μεμιάς, το βλέμμα του έγινε σκληρό και τα μάγουλά του κοκκίνισαν απότομα. Ολόκληρη η τάξη κοκάλωσε, τα κεφάλια χαμήλωσαν και οι ανάσες περιορίστηκαν στις απολύτως απαραίτητες. Η σιωπή απλώθηκε παντού, μια σιωπή από εκείνες που πέφτει βαριά και είναι δύσκολο να την αντέξει κανείς, ειδικά αν είναι μικρό παιδί. Μονάχα την καρδιά του άκουγε ο Αντρέας που χτυπούσε πότε με ρυθμό και πότε όχι, πάντα όμως δυνατά τραντάζοντας τα στήθια του που κόντευαν να σπάσουν από την αγωνία.
- Γιατί; Σε ρωτάω γιατί; ήταν οι αιχμηρές λέξεις που βγήκαν από το στόμα του δασκάλου και μπήχτηκαν κατευθείαν μέσα στα μηλίγγια του.
Δεν απάντησε, δεν τόλμησε καν να σηκώσει το βλέμμα του παραπάνω από μερικά εκατοστά μέχρι το σημείο εκείνο που το θρανίο ήταν χαραγμένο σε μια εσοχή για να στέκονται τα μολύβια. Ο ενθουσιασμός του, μιας και γνώριζε ήδη την απάντηση, αφού ο παππούς του την προηγούμενη κιόλας μέρα του είχε βάλει το ίδιο πρόβλημα και το είχαν λύσει μαζί, μετατράπηκε σε μια στιγμή σε κάτι άλλο, κάτι άσχημο που του ανακάτευε το στομάχι. Δεν ήταν φόβος, ήταν κάτι χειρότερο. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη του δασκάλου του που τον θεωρούσε καλό μαθητή. Κι αυτό ήταν κάτι που δε διορθωνόταν πια, το γυαλί είχε σπάσει και δεν υπήρχε πισωγύρισμα. Ένιωσε να πνίγεται, το μετάνιωσε, το μετάνιωσε βαθιά μέσα στην ύπαρξή του, μέχρι το τελευταίο του κύτταρο αλλά πώς να το δείξει στο δάσκαλό του; Πώς να του πει πως όλο αυτό ήταν μια ανόητη παρόρμηση; Πώς; Δυο δάκρυα μονάχα ξέφυγαν από τα άδολα παιδικά του μάτια. Προσπάθησε να τα σκουπίσει με μια αδέξια κίνηση που τον πρόδωσε άθελά του. Δεν απάντησε, κράτησε το στόμα του σφαλισμένο.
- Γιατί; ξαναρώτησε ο δάσκαλος. Θα μου πεις γιατί δε με άκουσες και ήθελες να το παίξεις έξυπνος;
Αυτή η κουβέντα, που βγήκε από το στόμα του ανθρώπου που είχε ως ίνδαλμα, τον πλήγωσε ακόμα περισσότερο. Βρήκε το κουράγιο να μαζέψει όποια ψευτοδύναμη του είχε απομείνει μόνο και μόνο για να ψελλίσει ένα ξεψυχισμένο «συγγνώμη».
Δεν κατάφερε να κοιτάξει τον καθρέφτη, δεν το ήθελε. Γύρισε απότομα προς τα πίσω και βγήκε στο διάδρομο. Συνάδελφοί του δικηγόροι κι ένα σωρό άλλος κόσμος πηγαινοερχόταν ασταμάτητα στους διαδρόμους των δικαστηρίων. Μερικοί ήταν προφανές πως είχαν υποθέσεις να δικάσουν, αλλά μαζί ήταν κι εκείνοι οι αργόσχολοι που σκοτώνουν την ώρα τους παρακολουθώντας τις δίκες λες και είναι κάποιο θέαμα! Το μυαλό του βούιζε, τριγύριζαν οι λέξεις και στροβιλίζονταν μέσα του, μη μπορώντας να ηρεμήσει. «Εγώ τη σκότωσα, πλάκα δεν έχει να ξεγελάς τη δικαιοσύνη;» Οι άνθρωποι συνέχιζαν να περπατούν στους διαδρόμους μόνο που τώρα πια έμοιαζαν σαν ασπρόμαυρες μαριονέτες που τις κινεί ένα αόρατο νήμα, αδιαφορώντας για τη δικιά τους βούληση. Με γρήγορα βήματα βγήκε από το κτήριο, ήθελε να ανασάνει και οι άλλοι εκεί μέσα του στερούσαν το οξυγόνο. Κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα και βρέθηκε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Πιάστηκε από τον κορμό του κι έσκυψε το κεφάλι πάνω στο τεντωμένο του χέρι. Και τώρα; αναρωτήθηκε.
- Λοιπόν, καλέ μου δικηγόρε, καλά μου είχαν πει πως είσαι σαΐνι!
- Τη δουλειά μου κάνω, κύριε Αγγελόπουλε, και τίποτα παραπάνω.
- Αν έκαναν όλοι τη δουλειά τους όπως την κάνεις εσύ, ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός, φίλε μου! Εσύ, άμα συνέχιζες, λίγο ακόμα θα τους έκανες να κλάψουν και τους δικαστές και τους ενόρκους! Γι' αυτό και μόνο θα σου δώσω κι ένα έξτρα δωράκι, έτσι για να με θυμάσαι.
- Δεν είναι απαραίτητο...
- Όταν λέω κάτι, φίλε μου, είναι νόμος. Κι ο νόμος πρέπει να τηρείται! Θα το πάρεις το δωράκι σου.
- Μα, σας είπα, τη δουλειά μου έκανα. Δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία κι αυτά που προσκόμισαν οι διωκτικές αρχές δεν είναι ισχυρά, δεν μπορούν καν να σταθούν αξιοπρεπώς μέσα σε τούτη την αίθουσα. Άλλωστε έχετε κι ακλόνητο άλλοθι...
Ο Αγγελόπουλος ξέσπασε σε γέλια, τόσο πολύ που ο Αντρέας σάστισε. Οι αστυνομικοί της συνοδείας σταμάτησαν τη συνομιλία τους. Πέρασαν τις χειροπέδες στον κατηγορούμενο πελάτη του και τον σήκωσαν για να πάρουν το δρόμο για το μεταγωγών. Εκείνος γύρισε και του ψιθύρισε στο αυτί. Όλα αγοράζονται! Και ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο; Εγώ τη σκότωσα, πλάκα δεν έχει να ξεγελάς τη δικαιοσύνη; Τον κοίταξε στα μάτια και ο κόσμος όλος χάθηκε κάτω από τα πόδια του.
Ο δάσκαλος, όταν χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα, έδιωξε όλα τα παιδιά, αλλά φώναξε τον Αντρέα στο γραφείο του.
- Λοιπόν; Έχεις κάτι να πεις;
- Ξέρετε... κύριε... να, εγώ... ο παππούς μου δηλαδή... είπε και σταμάτησε. Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό του και δεν τον άφηνε να αρθρώσει άλλη λέξη. Ήταν και τα μάτια του που άρχισαν ξανά να υγραίνονται και δεν τολμούσε να τα σηκώσει από το πάτωμα.
- Ναι;
- ...Να... ξέρετε...
- Πες μου. Πες μου ό,τι θέλεις χωρίς να φοβάσαι. Μόνο που θέλω να με κοιτάς στα μάτια, όταν μου μιλάς.
- Μα... κάτι προσπάθησε να πει αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε.
- Στα μάτια, είπαμε.
- Ξέρετε, κύριε, είπε σηκώνοντας δειλά το κεφάλι του και τα κόκκινα μάτια του συνάντησαν εκείνα του δασκάλου του, ξέρετε, χτες το απόγευμα μου το έβαλε αυτό το πρόβλημα ο παππούς μου. Καθόμασταν στη βεράντα και δεν είχαμε τι να κάνουμε και...
- Και το έλυσες;
- Ναι, αλλά, για να λέμε την αλήθεια, όχι μόνος μου, απάντησε συνειδητοποιώντας πως για ακόμα μια φορά είχε σκύψει το κεφάλι του κάτω.
- Να με κοιτάς στα μάτια, του είπε ξανά ο δάσκαλος.
- Δεν μπορώ, κύριε.
- Γιατί δεν μπορείς;
- Γιατί... δεν ξέρω, κύριε.
- Μήπως αισθάνεσαι ντροπή; τον ρώτησε.
- Δεν ξέρω, κύριε, μπορεί... δεν ξέρω.
- Κοίτα με, του είπε και του σήκωσε το κεφάλι. Κάτσε σ' αυτή την καρέκλα, θέλω να σου πω κάτι, αλλά θέλω να με ακούσεις με μεγάλη προσοχή. Εντάξει;
- Μάλιστα! του απάντησε νιώθοντας πως αν κάνει όπως του έλεγε, ίσως να ελάφρυνε λίγο τη θέση του και να κέρδιζε ξανά μερικά ψήγματα εκτίμησης από εκείνα που είχε χάσει, όταν πετάχτηκε μπροστά σε όλη την τάξη και προσπάθησε να φανεί πως είναι έξυπνος.
- Άκουσέ με, λοιπόν, καλέ μου Αντρέα. Το κατάλαβα πως ήξερες την απάντηση, άλλωστε το πρόβλημα ήμουν σίγουρος πως αργά ή γρήγορα θα το έλυνες, είτε με βοήθεια είτε όχι. Για άλλο λόγο όμως σε φώναξα τώρα εδώ κι αυτό που έγινε σήμερα ήταν η καλύτερη αφορμή. Τόσα χρόνια είμαι δάσκαλός σου, σε έχω μάθει πια. Ξέρεις κι εσύ, όπως ξέρω κι εγώ, πως είσαι ένας από τους καλύτερους μαθητές, ίσως και ο καλύτερος απ' όλους. Σε λίγο τελειώνουν τα σχολεία και θα φύγεις από το χωριό για να πας στο Γυμνάσιο, τα έχω ήδη συζητήσει με τον πατέρα σου. Εκεί τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, θα έχεις να αντιμετωπίσεις όχι μόνο τα μαθήματα αλλά και τη ζωή την ίδια. Εκεί θα είσαι μόνος σου. Και πίστεψέ με, τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο φαίνονται. Όπως σου είπα, έχεις γερές βάσεις, είσαι καλός μαθητής και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Δεν είναι όμως μόνο τα μαθήματα που έχουν σημασία, είναι κι ο χαρακτήρας αλλά και η εμπειρία στη ζωή. Γι' αυτά τα δυο θέλω να σου μιλήσω. Γι' αυτά τα πράγματα που ακόμα δεν τα καταλαβαίνεις γι' αυτό και ό,τι πω θα το πω όσο πιο απλά γίνεται.
»Είσαι ένα παιδί συνεσταλμένο, μερικές φορές μου δίνεις την εντύπωση πως φοβάσαι. Και δεν ξέρω τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο, τον εαυτό σου ή τους άλλους; Η ζωή όμως δε συγχωράει κι έχει δείξει πως τους αδύναμους ή όσοι μοιάζουν πως είναι αδύναμοι τους πετάει στην άκρη. Γι' αυτό λοιπόν θα πρέπει να γίνεις δυνατός ή τουλάχιστον να φαίνεσαι έτσι. Κι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια.
Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε έξω από το παράθυρο, τα μεγάλα πεύκα έξω από το σχολείο φάνταζαν μεγαλοπρεπή στα μάτια όχι μόνο των παιδιών αλλά και του δασκάλου. Ποιος ξέρει τι ιστορίες έχουν ακούσει αυτοί οι κορμοί... μουρμούρισε μέσα από τα χείλια του. Γύρισε και κοίταξε ξανά τον Αντρέα.
- Τα μάτια, παιδί μου, θα το έχεις ακούσει φαντάζομαι, λένε πως είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Στα μάτια φαίνονται όλα, φαίνεται η χαρά αλλά και η λύπη, η μετάνοια αλλά και η συγχώρεση, φαίνεται η δύναμη και η αδυναμία. Φαίνεται όμως και κάτι ακόμα, αν και είναι δύσκολο να το διακρίνει ένα μικρό παιδί όπως εσύ, φαίνεται η ειλικρίνεια. Το ξέρω λοιπόν πως έχεις μετανιώσει για την παρόρμησή σου σήμερα, το είδα στα δακρυσμένα σου μάτια. Αυτό, Αντρέα μου, θα πρέπει να κάνεις κι εσύ, να κοιτάς όσους βρίσκονται απέναντί σου στα μάτια. Έτσι θα δείχνεις πως ξέρεις τι κάνεις, θα φαίνεσαι δυνατός ακόμα κι αν δεν είσαι. Ποτέ, αγόρι μου, να μη σκύβεις το κεφάλι, και το θεό σου ακόμα στα μάτια να τον κοιτάς. Όχι βέβαια με υπεροψία, αλλά με αυτοπεποίθηση. Η δύναμη θέλει αυτοπεποίθηση. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω;
- Ναι... δηλαδή, κύριε, νομίζω πως το κατάλαβα... του απάντησε έχοντας ακόμα το βλέμμα στραμμένο στα λυμένα κορδόνια των παπουτσιών του.
- Αν το κατάλαβες, Αντρέα, γιατί δε με κοιτάς στα μάτια;
- Μα... ξέρετε, κύριε... δεν μπορώ...
- Μπορείς, Αντρέα. Γύρισε το κεφάλι σου και κοίταξέ με.
- Σας κοιτάω... μουρμούρισε εκείνος δειλά σηκώνοντας αργά το βλέμμα του μέχρι που οι ματιές τους διασταυρώθηκαν.
- Να το θυμάσαι αυτό, παιδί μου, τα μάτια δεν είναι μόνο για να βλέπει ο άνθρωπος, είναι και για να τον βλέπουν!
- Δεν το καταλαβαίνω αυτό, κύριε, του απάντησε δειλά.
- Θα το καταλάβεις μόλις μεγαλώσεις λίγο. Όμως είναι και κάτι ακόμα που θέλω να σου πω, Αντρέα μου. Όταν κοιτάς κάποιον στα μάτια, καταλαβαίνεις τι θέλει, όπως σου είπα, η ψυχή του ανθρώπου είναι τα μάτια του. Τι γίνεται όμως με τη δική μας την ψυχή;
- Δηλαδή, κύριε;
- Ξέρω πως αυτά που σου λέω μοιάζουν δύσκολα για να τα καταλάβεις. Άκουσέ με όμως προσεκτικά. Το τι θέλουμε πραγματικά να κάνουμε, το τι σκεφτόμαστε, Αντρέα μου, φαίνεται στα μάτια μας. Εμείς όμως οι ίδιοι δεν μπορούμε να δούμε τα μάτια μας. Είδες τι περίεργο πράγμα που είναι αυτό; Να μπορούμε να τα βλέπουμε όλα ολόγυρά μας αλλά να μην μπορούμε να δούμε τα ίδια μας τα μάτια, να μην μπορούμε δηλαδή να κοιτάξουμε την ψυχή μας κατάματα, να μην μπορούμε να δούμε μέσα μας, του είπε και το βλέμμα του χάθηκε για μια στιγμή πάλι έξω από το παράθυρο.
- Δηλαδή, κύριε;
- Δηλαδή... είπε μηχανικά και σταμάτησε, η ερώτηση του μαθητή του τον επανέφερε στην πραγματικότητα απότομα. Δηλαδή, παιδί μου, μπορούμε να δούμε τους άλλους και να τους κρίνουμε, ενώ τον εαυτό μας μπορούμε μόνο στον καθρέφτη να τον κοιτάξουμε! Μόνο στον καθρέφτη μπορούμε να δούμε τα μάτια μας και ό,τι αυτά θέλουν να μας πουν.
Η διακοπή αυτή τη φορά ήταν μεγαλύτερη. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από το γραφείο και πήγε στο παράθυρο, γυρίζοντας την πλάτη του στον Αντρέα που έμεινε σιωπηλός να τον κοιτάζει. Η ώρα περνούσε και σκέφτηκε τη μάνα του που θα άρχιζε να ανησυχεί για την αργοπορία του. Ο δάσκαλος έμεινε να κοιτάζει έξω έχοντας σταυρώσει τα δυο του χέρια στη μέση του. Ούτε που τόλμησε ο μικρός μαθητής να διακόψει το συλλογισμό του δασκάλου του. Όμως, ο μεγαλοπρεπής, όπως τον έβλεπαν τα παιδικά μάτια του μικρού μαθητή, άντρας δεν άργησε να γυρίσει. Έκατσε πάλι στο γραφείο του κι άνοιξε το πρώτο συρτάρι. Έβγαλε από μέσα ένα σκούρο πράσινο τετράγωνο αντικείμενο και το έφερε μπροστά στο πρόσωπό του. Μετά με μια κοφτή κίνηση το πρότεινε με το χέρι του στον Αντρέα.
- Έλα και παρ' το, του είπε.
- Ορίστε; ρώτησε ο Αντρέας.
- Παρ' το, είναι δώρο.
- Σας ευχαριστώ, κύριε, είπε διστακτικά και έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε πως πρόκειται για έναν καθρέφτη!
- Ξέρω πως στο μυαλό σου όλα όσα σου είπα μοιάζουν περίεργα. Γι' αυτό θα σου τα κάνω απλά και θα σου πω δυο πράγματα και να τα θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή. Το πρώτο είναι να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια, ακόμα κι όταν είσαι σε δύσκολη και μειονεκτική θέση, έτσι θα δείχνεις πως είσαι δυνατός. Και το δεύτερο είναι πως όταν δεν ξέρεις τι να αποφασίσεις, όταν βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, να βγάζεις από την τσέπη σου αυτόν τον καθρέφτη και να κοιτάς βαθιά μέσα στα μάτια σου, αυτά θα σου δώσουν την απάντηση που γυρεύεις.
- Μα, κύριε, δεν μπορώ να...
- Βεβαίως και μπορείς. Είναι δικός σου πια. Ούτε που ξέρω πώς ξέμεινε στα χέρια μου αυτός ο καθρέφτης... Πήγαινε τώρα, άργησες. Και πες στον πατέρα σου, άμα σε ρωτήσει, πως εγώ σε καθυστέρησα.
- Μάλιστα, κύριε, είπε και κράτησε δυνατά μέσα στη μικρή παιδική του χούφτα τον πράσινο καθρέφτη.
Και τώρα; Αναρωτήθηκε ξανά σηκώνοντας το κεφάλι. Τώρα τι πρέπει να κάνω; Το μυαλό του άρχισε να θολώνει κι αυτό φαινόταν στα χέρια του που άρχισαν να τρέμουν. Αλλά ούτε και τα πόδια του μπορούσαν πια να κρατήσουν όλο αυτό το βάρος. Σύρθηκε μέχρι το καφέ στην απέναντι γωνιά του δρόμου κι άφησε όλες του τις δυνάμεις να φύγουν μέσα από το ταραγμένο του κορμί, πέφτοντας κυριολεκτικά στην πρώτη αδειανή καρέκλα που βρήκε μπροστά του. Ένιωσε λες κι εκείνες τις στιγμές ο χρόνος του έπαιζε παιχνίδια, από τη μια έμοιαζε να τρέχει γρήγορα κι από την άλλη του φαινόταν πως είχε κολλήσει σ' εκείνο το καταραμένο δευτερόλεπτο που ο Αγγελόπουλος παραδέχτηκε πως ήταν ένοχος. Οι ανάσες που έπαιρνε ήταν γρήγορες, τόσο γρήγορες, που ο σερβιτόρος ανησύχησε μόλις τον είδε.
- Είστε καλά, κύριε, τον ρώτησε έχοντας σχεδόν σκύψει από πάνω του.
- Ε; έκανε εκείνος έχοντας ανοίξει διάπλατα τα μάτια του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται.
- Είστε καλά; Φαίνεστε χλωμός, θέλετε να σας φέρω λίγο νεράκι να πιείτε;
- Ναι... ναι... απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι.
Λίγες στιγμές αργότερα το νερό που είχε κυλήσει μέσα του τον έκανε να συνέλθει κι ο παγωμένος καφές με τη ζάχαρη τον τόνωσε κάνοντάς τον να αρχίσει να σκέφτεται πιο καθαρά. Λοιπόν, οι επιλογές μου είναι... Ποιες είναι άραγε; αναρωτήθηκε. Ήξερε πως τον δεσμεύει το απόρρητο. Ήξερε επίσης πως σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να μαρτυρήσει το φοβερό μυστικό γιατί θα έχανε την άδεια του δικηγόρου. Το πειθαρχικό θα ήταν αμείλικτο, χώρια που κινδύνευε με ποινή φυλάκισης. Μέσα του όμως ένιωθε σαν καζάνι που βράζει! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του, που μέσα στα σωθικά του είχε ανοίξει ένα τόσο μεγάλο ρήγμα που ήταν αδύνατο να μπορέσει να το ξεπεράσει. Κάτι πρέπει να γίνει και μάλιστα γρήγορα, σκέφτηκε. Από την άλλη όμως η ψυχραιμία είναι ο καλύτερος σύμβουλος. Μάλλον θα πρέπει να ηρεμήσω και μετά να αποφασίσω τι θα γίνει. Τώρα απλώς θα πρέπει να το ξεχάσω όλο αυτό και να καθίσω εδώ ήσυχα ήσυχα για να απολαύσω τον καφέ μου.
Τα επόμενα λεπτά κύλησαν πιο ήρεμα, οι παλμοί της καρδιάς του βρήκαν το ρυθμό τους κι όλη εκείνη η πίεση που ένιωθε στους κροτάφους του έμοιαζε να έχει φύγει. Η καφεΐνη και ο κόσμος που περνούσε από μπροστά του τον έκαναν να ξεχαστεί, όχι όμως για πολύ. Άνοιξε τη δερμάτινη τσάντα του, ήθελε να ρίξει μια ματιά στη δικογραφία. Το βλέμμα του όμως έπεσε στη μικρή θήκη, δίπλα από τις εσοχές που είχε τοποθετημένα τα στυλό και τα μολύβια του. Αμέσως κατάλαβε πως εκεί βρίσκεται η λύση του προβλήματος, ήθελε να ανοίξει αυτή τη θήκη αλλά προς στιγμή δίστασε.
Δυο φορές βρέθηκαν οι γονείς του στην Αθήνα, δεν άφηναν το χωριό τους με τίποτα. Η πρώτη ήταν όταν πήρε το πτυχίο του και ορκίστηκε. Η μάνα του ήθελε να τον καμαρώσει με το πτυχίο στο χέρι. Είχε ζήσει μια ζωή δύσκολη και στερημένη κι ο μοναχογιός της ήθελε να προκόψει. Το χωριό δεν είχε τίποτα να του προσφέρει, οι δουλειές ήταν μετρημένες, αλλά το χειρότερο απ' όλα ήταν πως ήταν και κακοπληρωμένες. Άλλα τα χρόνια τα δικά της, δύσκολοι καιροί, αλλά οι άνθρωποι έβραζαν όλοι στο ίδιο καζάνι κι έκαναν υπομονή σφίγγοντας δυνατά τα χείλια και στύβοντας ακόμα και τις πέτρες για να ζήσουν, και για το γιο της ούτε κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει πως θα έμενε εκεί και θα γινόταν βοσκός ή εργάτης. Από μικρό όταν ήταν, τον έβλεπε στα όνειρά της με γραβάτα και κουστούμι. Καθηγητή ή γιατρό ήθελε να τον κάνει αλλά και δικηγόρος που έγινε ήταν μια χαρά. Η δεύτερη φορά που τον επισκέφτηκαν ήταν όταν πια τελείωσε την πρακτική κι άνοιξε το δικό του γραφείο. Ο πατέρας του, ένας άντρας γεροδεμένος και ψηλός, μόλις τον είδε να κάθεται πίσω από το βαρύ ξύλινο έπιπλο του γραφείου βούρκωσε. Σηκώθηκε κι έφυγε, δεν ήθελε να τον δουν δακρυσμένο, μια ζωή έστεκε με το κεφάλι του ψηλά, αγέρωχος σαν βράχος, τώρα θα άφηνε να προδοθεί πως είχε καρδιά μικρού παιδιού; Δεν άργησε όμως να γυρίσει, κρατώντας και μια πανάκριβη δερμάτινη τσάντα, από αυτή που κρατούσαν οι μεγαλοδικηγόροι που έβλεπε κι αυτός στα όνειρά του από τότε που ο γιος του πέρασε στη νομική. Ήταν άλλωστε και μια δικαιολογία για την ξαφνική φυγή του!
Μέσα στη θήκη αυτή βρίσκεται η απάντηση που γυρεύω, αλλά τελικά μου φαίνεται πως δεν έχω τα κότσια να την ανοίξω... σκέφτηκε. Μια ρουφηξιά καφές που κύλησε στη γλώσσα του απάνω, του άφησε την περίεργη αίσθηση πως ήταν πικρός! Η εικόνα του δασκάλου του, που τόσο πολύ τον είχε αγαπήσει, του ήρθε στο μυαλό. Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται; Αναρωτήθηκε, αν ζει ή όχι. Η συνείδησή του άρχισε πάλι να τον βαραίνει. Δε θα μπορούσε να το δεχτεί ποτέ πως έκρυψε την αλήθεια όσο κι αν αυτό του κόστιζε. Άνοιξε τη θήκη και τράβηξε από μέσα τον πράσινο καθρέφτη. Τον γύρισε κι έφερε στα μάτια του... τα μάτια του! Η αλήθεια που βρισκόταν εκεί μέσα ξεχύθηκε μπροστά του και χωρίς δεύτερη σκέψη μάζεψε τα πράγματα και το κουράγιο του και σηκώθηκε όρθιος. Σχεδόν μηχανικά τράβηξε από την τσέπη του μερικά κέρματα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι κοιτώντας προς τη μεριά των δικαστηρίων. Πέρασε γρήγορα το δρόμο κι ανέβηκε από τις σκάλες στον πρώτο όροφο. Το μοναδικό πράγμα που τον χώριζε από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου ήταν η βαριά ξύλινη πόρτα με το ασημένιο πόμολο. Οι φωνές τριγύρω του σώπασαν μαγικά και βουβάθηκαν οι άνθρωποι. Μιλούσαν πια μοναχά με τα μάτια. Χτύπησε δυο φορές την πόρτα και την άνοιξε πριν καλά καλά ακούσει τη φωνή του δικαστή...
Θερμογιάννης Κώστας
«Ο δάσκαλος και ο καθρέφτης»
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.ΝΕΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου