Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Ο ΈΡΩΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ

   Του ήταν αδύνατο του Πότη Ντάζη, αν και χρόνια είχαν περάσει, να μη θυμηθεί πολλές φορές την ημέρα μια παράδοξη συντροφιά που γνώρισε, και που γεμάτος απελπισία τότε, και απογοήτευση, είχε γίνει κι αυτός, για αρκετόν καιρό, ένα κομμάτι της.
   Μα ήταν τρελοί, ή φρόνιμοι, μυαλωμένοι τόσο, που έβγαιναν απ' τα όρια; Ή και τα δυο μαζί; Και υπήρχαν και κάτι στιγμές που του φαινόταν πως όλ' αυτά θα 'τανε πλάσματα της αρρωστημένης του φαντασίας, όνειρα...
❃ 
 Έχοντάς τον η παρέα, την πρώτη βραδιά, στη μέση σαν αιχμάλωτο, έφτασε στο μισογκρεμισμένο τοίχο του μεγάλου, απέραντου θλιβερού και απαίσιου κήπου. Και κει στάθηκε.
   «Νέε φίλε», του είπε ο Σούλτης που 'κανε τον αρχηγό, υψώνοντας λίγο το χέρι του με το 'να δάχτυλο, το δείχτη τεντωμένο. «Εδώ εκείνοι που είναι, δε φοβούνται ούτε το κρύο, ούτε τη ζέστη, ούτε αρρώστια καμιά! Η φτώχεια είναι άγνωστη και ούτε πεινούν, γιατί απ' όλα είναι χορτάτοι! 
   »Κι εδώ σ' αυτό το μέρος βρίσκεται κείνο που λέγεται αλήθεια! Εδώ βρίσκεται αυτή, η μασκαρένια, και πουθενά αλλού! Μην τη ζητάς εδώ και κει, να το μέρος που βρίσκεται!
   »Εδώ, εδώ, που μάς εμπνέει και μας, και κάποτε λέμε και μεις ένα κομματάκι αλήθεια! Μόνον ένα κομματάκι, μα κι αυτό με δυσκολία το χωνεύουν οι άνθρωποι! Και ας είναι έτοιμοι όλοι να περάσουν στην αλήθεια! Δεν έχουν μάτια να το δουν, μυαλό να το σκεφτούνε! Αυτή η βρώμα η ζωή,  η αρχιψεύτρα, τους έχει ποτίσει τόσο με τα ψέματά της, που κολλούν πάνω της  σα μύγες σε μέλι!
   »Ναι, με τις ψευτιές της που είναι όλο γλύκα!... Πάει αυτό! Λοιπόν, κι εδώ βρίσκονται οι έρωτές μας, οι αγάπες μας!... Χρόνος δεν υπάρχει! Μα τ' άλλα έπειτα!...»
   Έπαψε. Οι άλλοι δε μίλησαν. Γύρισαν και κοίταξαν γύρω. Όμοια έκαμε και ο νέος φίλος.
   Πέρα, ύστερ' από ένα σκοτάδι που τους χώριζε, φώτα έλαμπαν...
   «Ελάτε!...» είπε ο Σούλτης και πρώτος ανέβηκε το μισογκρεμισμένο τοίχο και πήδησε στον κήπο με τα μεγάλα, μαύρα κυπαρίσσια. Όλοι οι άλλοι τον ακολούθησαν. Το ίδιο έκαμε κι ο νέος φίλος τους.
   Μνήματα, σταυροί και φωτάκια σπαρτά είδε να λάμπουν μέσα κει, και να φωτίζουν θαμπά τους τάφους.
   Η άμμος, το χώμα έτριζε στα βήματά τους.
   Ένας κρότος μακρινός μαγκανιού ήρθε κείνη τη στιγμή, και μαζί, κοντά, φωνές, λαλήματα πετεινών πολλά, που σα να τσιμπούσαν το σκοτάδι, το μαύρο ουρανό...
   Ο νέος φίλος τ' άκουσε σα να έρχονταν απ' άλλο κόσμο, απ' τον κόσμο της ζωής. Και στάθηκε.
   «Γιατί;» 
   «Για!...» 
   Κι έκαμε κίνημα με το χέρι του, σα να 'δειξε τον κρότο του μαγκανιού, τις φωνές των πετεινών.
   «Α...» 
   Και στάθηκαν κι αυτοί. 
   Έσβησαν γρήγορα, και σιωπή απλώθηκε, σα να ενώθηκαν οι δυο άκρες της ζωής και του θανάτου.
   Προχώρησαν. Τώρα δεν πήγαιναν όλοι μαζί, ο Σούλτης πήγαινε μπρος.
   Ξαφνικά σταμάτησε. Στη χλόη, στα λουλούδια μέσα, ένα σούρσιμο ακούστηκε...
   «Φίδι θα 'ναι!» είπε.
   «Ή καμιά μεγάλη σαύρα!...» 
   «Φίδι, φίδι θα 'ναι», είπε πάλι ο Σούλτης. «Γιατί λένε πως απ' το μυαλό των ανθρώπων γίνονται τα ωραιότερα σε χρώματα φίδια!...»
   «Μπα, εγώ δεν τ' άκουσα ποτέ μου!»
   «Να που τ' άκουσες!...»
   «Ούτε 'γω!...»
   «Και συ... Συ τι λες, Τακούλη;...»
   Ο Τακούλης, που ήταν ο πιο αδύνατος νέος της παρέας, γύρισε το πρόσωπό του στο Σούλτη, και του είπε με παράδοξη αρμονικιά φωνή:
   «Δεν άκουσα, Σούλτη μου».
   «Καλά», έκανε αυτός. «Πάμε, ελάτε!... Το φίδι θα 'φυγε. Ίσως πάει να κάνει συντροφιά σε κάποιο νεκρό!...»
   Περπάτησαν. Σιωπή βαθιά τους τριγύριζε. Κανείς κρότος, σούρσιμο. Τα βήματά τους άκουγαν, το χώμα, την άμμο που έτριζε στα πόδια τους...
   Μα να, ο Σούλτης σταμάτησε:
    «Φτάσαμε», είπε, «στη μικρή μου φίλη!...»
   Κι έβγαλε το καπέλο του και πλησίασε σ' ένα μαρμάρινο μνήμα...
   «Καλησπέρα», είπε. «Καλησπέρα, Νίτσα μου! Ω, απόψε δε θα μπορέσω να σου πω πολλά, γιατί έχουμε μαζί μας ένα νέο φίλο!... Να σε δω μόνο, να δω τα ωραία και μελαγχολικά σου μάτια!...»
   Άφησε το καπέλο του πάνω στο μάρμαρο κι άναψε ένα σπίρτο...
   Ο νέος φίλος είδε τότε ένα ανάγλυφο, μια μορφή ωραίας κόρης...
   Το σπίρτο έσβησε. Κι ο Σούλτης καλονύχτισε τη μαρμάρινη μορφή και πήγε πάλι κοντά τους, φορώντας το καπέλο του.
   «Το πιστεύετε», είπε στο νέο φίλο, «πως εκατό φορές την ημέρα  θα τη σκέπτομαι;... Είναι έρωτας σωστός!...»
   «Ναι», είπε κι ο κοντός ο Μπάλτας. «Και πρέπει να ξέρεις, νέε φίλε, ότι αυτή, αν ζούσε, θα 'ταν ενενήντα χρόνων!... Πέθανε όμως δεκάξι!...»
   Εδώ τα χρόνια σβήνουν όλα!... Εμπρός τώρα για το καφενείο των νεκρών!...
 ❃ 
   Το καφενείο των νεκρών, όπως το 'λεγε η παρέα των τραβηγμένων από τη ζωή, ήταν ένας τάφος, ένα μνήμα που έμοιαζε με περίπτερο, ή με καφενείο,  μπαρ κάποιου κήπου. Μια επιγραφή έλειπε για να λέει αυτό. Ήταν όμως σαν ξενοίκιαστο, γιατί έλειπαν τραπέζια, καρέκλες και τ' άλλα. Εκεί μαζευόταν η παρέα ύστερα απ' τον περίπατό της στους τάφους, ή και πριν...
   Ο Σούλτης, ψηλός, αδύνατος, μπήκε πρώτος:
   «Καλησπέρα», είπε σα να 'ταν, και το πίστευε, μέσα κάποιοι νεκροί και μιλούσανε.
   Μα και ήταν αδύνατο να μην ήταν, θα 'λεγε. Πόσες και πόσες βραδιές δεν είχαν αιστανθεί εκεί κάτι να 'ναι κοντά τους, κάποιες σκιές που δε φαίνονταν, αλλά τις ένιωθαν να βρίσκονται μαζί τους και ν' ακούνε τα λόγια τους, τι έλεγαν...
   Ο νέος φίλος κοίταξε έξω.
   Φωτάκια σπαρτά, εδώ, εκεί, στο βάθος πέρα, σα να 'χαν βγει και καθίσει στα μέρη τα φωτισμένα απ' το θαμπό φως και να μιλούσαν οι φυλακισμένες ψυχές του νεκροταφείου, που δε μπορούσαν να φύγουν δεμένες στον τάφο, στο μνήμα!...
   Είδε πως όλοι εκάθισαν κάτω, και κάθισε κι  αυτός.
   Μια ανατριχίλα αιστάνθηκε, οι τρίχες της κεφαλής του σηκώθηκαν όρθιες. Ενόμισε πως μαζί τους, κοντά τους, αόρατα πρόσωπα είχαν καθίσει...
   Φωνή κουκουβάγιας ακούστηκε μέσ' στη σιωπή. Μια, δυο φορές, κι έπαψε. Αλλά ο Σούλτης μίλησε:
   «Εμείς, νέε φίλε,  παίρνουμε στον κύκλο μας, όπως σου είπαμε, μόνο ανθρώπους, που απογοητευμένοι απ' τους ζωντανούς και προπάντων απ' τις ζωντανές, ζητούνε να βρούνε κάπου μια ανακούφιση και να ρίξουν εκεί την αγάπη που τους πλημμυρεί!... Σου δείξαμε αυτό το μέρος!... Αγαπούμε κείνες που πέρασαν στην αλήθεια, ήπιαν το φαρμάκι του πικρού χαμού, κι έπειτα της λησμονιάς!... Και οι ψυχές θέλουν ν' αγαπιούνται!... Ω, αυτές δε λησμονούν!... Κανείς από μας, εκτός απ' τον Τακάκη, δεν αγαπά ζωντανή. Να, ο Μπάλτας αγαπά μια ωραία που γρήγορα τη λησμόνησε ο άντρας της και παντρεύτηκε. Και οι άλλοι δυο το ίδιο. Ο Σάνος, σαν και μένα, κόρη που πέθανε  μόλις έκανε να πετάξει στη ζωή και πέταξε στην αλήθεια!...
   »Τώρα ας μιλήσει και ο Τακάκης, ας πει την ιστορία της αγάπης του. Κάτι πρέπει να λέγεται εδώ μέσα, για ν' ακούνε και οι λυπημένες ψυχές. Εσύ την ιστορία της αγάπης του Τακάκη  δεν την ξέρεις... Πρέπει όμως να γνωρίζεις, πως οι ψυχές θέλουν να τις αγαπούνε εκείνοι που τις αγάπησαν όταν ζούσαν, όσο θα ζούνε αυτοί! Κι αγαπούνε κείνον που τις αγαπά, αν λησμονηθούν!... Την αγάπη μόνον αισθάνονται οι ψυχές, μόνον αυτή!... Μα πόσες φορές δεν είδα 'γω τη Νίτσα, τη μικρή μου Νίτσα, στα όνειρά μου;... Αυτά όμως για άλλοτε!...»
   Αυτός σώπασε, οι άλλοι δε μίλησαν. Ο νέος φίλος έγειρε το κεφάλι σαν απ' το βάρος των λόγων που 'χε ακούσει. Αλλά γρήγορα το ύψωσε και ακροάστηκε...
   Απ' το βάθος που 'χε καθίσει, μίλησε ο Τακάκης. Μόλις φαινόταν το πρόσωπό του, σα σκιά που ζητά να φανεί.
   Και μίλησε με φωνή μελωδικιά, κι άρχισε να διηγείται πώς γνώρισε την αγάπη του, πώς την κοίταζε, την κοίταζε με λατρεία, χωρίς να της μιλήσει ποτέ, να της πει ένα λόγο!...
   Κι έλεγε:
   «Μια μέρα όμως, περνώντας απ' το σπίτι της, είδα πένθος. Και με τρόμο είδα, εδιάβασα, πως αυτή είχε πεθάνει!... Ω, τι τράβηξα τότε, τότε!...
    »Και ήταν χειμώνας! Νερά, παγωνιά, χιόνια!... Κι έβρεχε, έβρεχε!... Κι εγώ ταραζόμουν, επάθαινα!...
   »Ω, Λιλίκα, Λιλίκα, έλεγα. Θα πέφτει το νερό, θα κατεβαίνει στο κορμάκι σου, θα 'χει μουσκέψει τα ρούχα σου!...
   »Και σα να την έβλεπα μέσα στο χώμα, έβλεπα το προσωπάκι της κάτωχρο, τα χεράκια της!...
   »Ζητούσα παρηγοριά, κάποιον ν' ακουμπήσω να πω τον πόνο μου. Δεν εύρισκα, γιατί όλοι χαμογελούσαν ειρωνικά!
   »Επιτέλους βρήκα το Σούλτη! Τον ήξερα απ' το σχολείο. Ήταν σε πιο μεγάλη τάξη. Από τότε ήταν ένα παράξενο παιδί. Ύστερα άκουσα να τον λένε και τρελό!...
   »Και πήγα μ' αυτόν και την παρέα του.
   »Αυτοί ζούνε τη νύχτα μέσ' στα μνήματα! Αλλιώτικοι βρυκόλακες!...
   »Την ημέρα είναι κρυμμένοι σχεδόν στα σπίτια τους, και τη νύχτα βγαίνουν.
    »Σαν τους βρυκόλακες, αλλ' ανάποδα!... Βγαίνουν τη νύχτα και πάνε κι έρχονται στα μνήματα!...
    »Έγινα ένα μ' αυτούς. Αυτοί αγαπούνε πεθαμένες άγνωστες, κι εγώ μια γνωστή!... Μα εγώ δε σταματώ πια στο φτωχικό τάφο της Λιλίκας, δε σταματώ! Μια βραδιά που πήγα κει να προσκυνήσω, είδα τον τάφο σκαμμένον, ανοιχτό!...»
   Κάποιος θόρυβος έγινε έξω, στα δέντρα, στα κυπαρίσσια, στα φυτά. Και σα στεναγμός να βγήκε και να υψώθηκε απ' τους τάφους...
   Ο Τακάκης έπαψε. Ένας σηκώθηκε τότε και απάγγειλε ποίημα, έπειτα άλλος. Και τα δυο για νεκρούς μιλούσαν και τάφους. Κι έρωτες μαζί. Κι αφού είπαν κι άλλοι, κάτι πάλι μίλησε ο Τακάκης, και είπε, απάγγειλε ένα διήγημά του, που 'χε κάνει για τη ζωή και το θάνατο της Λιλίκας. Πώς έζησε αυτή και πώς πέθανε, όπως τα 'χε ακούσει από κάποιον συγγενή της, και όπως ο ίδιος σαν να 'ταν εμπρός τα φαντάστηκε. Και το 'πε σα να 'χε το χειρόγραφο εμπρός του, φωτισμένο από φως που δεν έβλεπαν οι άλλοι...
 ❃ 
   Ήταν εύπορο το σπίτι της Λιλίκας, περνούσε καλά. Οι άνθρωποι του σπιτιού δηλαδή, περνούσαν καλά. Όχι όμως η Λιλίκα! Αυτή δεν περνούσε καλά.
   Ο πατέρας αγαπούσε τη μια κόρη επειδή του έμοιαζε, και η μάνα την άλλη, που είχε γίνει ίδια αυτή, όπως ήταν μια φορά. Υπήρχαν και δυο γιοι. Ο ένας έμοιαζε του πατέρα κι ο άλλος του παππού.
   Ο παππούς όμως αγαπούσε τη Λιλίκα, αυτήν αγαπούσε. Μα κι αυτή μόνο του απαντούσε στο παντοτεινό του ερώτημα:
   «Τέσσερα και τέσσερα;»
   Οι άλλες δυο γελούσαν, έβαζαν τα γέλια κι έφευγαν, και μόνο η μικρή Λιλίκα του έλεγε: 
   «Οκτώ».
   «Μπράβο σου, εύγε!...» έκανε ο παππούς ενθουσιασμένος, σα να 'χε λύσει η εγγονή του κάποιο δύσκολο πρόβλημα.
   Και πάλι, σε λίγο, θα την ξαναρωτούσε:
   «Τέσσερα και τέσσερα;»
   «Οκτώ», του απαντούσε αυτή με το ίδιο γλυκό χαμόγελο.
   «Μπράβο σου, εύγε!» φώναζε ο παππούς.
   Κι αυτός μόνος την αγαπούσε, αυτός την πρόσεχε. Οι άλλοι; Καλά ήταν τα τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια, δυο κορίτσια. Τι ήθελε κι αυτή να 'ρθει; Για βάρος; Και κορίτσι! Προίκες, παντριές!...
   Το τραπέζι ήταν έτοιμο, είχε ετοιμαστεί πια, για τέσσερα παιδιά. Ίσαμε εδώ είχανε πει. Αλλά να και παρουσιάστηκε κι ένα άλλο, και κορίτσι!...
   Τι ήθελε να 'ρθει;
   Ήταν σαν παράσιτο, παράσιτη κόρη, γυναίκα, που ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο σπίτι πάνω στην ώρα του φαγιού. Και κάθεται και στο τραπέζι! Ακόμα ένα πιάτο...
   Κι έπειτα δεν έμοιαζε και κανενός δικού τους. Ούτε της μάνας, ούτε του πατέρα, ή του παππού, του ζωντανού και του πεθαμένου, ούτε της μιας γιαγιάς ούτε της άλλης, μακαρίτισσες κι οι δυο...
   Είχε μορφή ωχρή, μαλλιά μαύρα, και κατάμαυρα μεγάλα μάτια, που σα ν' άναβαν και φώτιζαν την ωχρή μορφή της όταν συγκινιόταν, ή όταν χαιρόταν κάποτε.
   Και το 'ξερε πως δεν την αγαπούσαν, το 'ξερε καλά, γιατί το 'βλεπε κάθε μέρα, και τη νύχτα ακόμα. Έβλεπε πως η μάνα της πρόσεχε να 'ναι σκεπασμένες οι δυο άλλες, αν και μεγαλύτερες, κι απ' το δικό της το κρεβάτι περνούσε ρίχνοντας μόνο μια ματιά. Ποτέ δεν έβαζε το χέρι της, όπως στις άλλες δυο, να δει, να βεβαιωθεί πως είναι καλά το σκέπασμα απάνω της...
   Και η Λιλίκα αργούσε να κοιμηθεί, γιατί έπεφτε σε σκέψεις, σκεπτόταν τα δικά της. Έκανε όμως την κοιμισμένη όταν έβλεπε τη μάνα τους να μπαίνει στο δωμάτιο.
   Και μόνο ο παππούς, ο παππούς την αγαπούσε, της χάϊδευε τα μαύρα μαλλιά της, και θα τη ρωτούσε καθώς την κοίταζε γελαστός:
   «Τέσσερα και τέσσερα;»
   Και πώς να μην τον ευχαριστήσει και να μην του πει:
   «Οκτώ!»
   Και φώναζε ο παππούς ευχαριστημένος:
   «Έτσι! Μπράβο, εύγε!»
   Κι έλεγε και το «εύγε» γιατί μια μέρα της είχε πει: 
   «Λιλίκα μου, το «μπράβο» είναι ξένη λέξη, να το ξέρεις, και δεν πρέπει να το λέμε! Μα που το 'χουμε συνηθίσει; Κακό, μα τι να κάνουμε; Θα φτιάξει κι αυτό σιγά - σιγά. Για πες μου τώρα: Τέσσερα και τέσσερα;»
   Και πάλι, ενώ θα ρώτησε για να πει αυτός μόνο το «εύγε», και πάλι είπε το «μπράβο» πρώτο, και κόλλησε έπειτα, δεύτερο, το «εύγε»! 
   «Τ' είναι η συνήθεια», έκανε κουνώντας το χέρι.
 ❃ 
   Ήταν γιορτή, παραμονή πρωτοχρονιάς. Οι τρεις αδερφές μ' έναν αδερφό βγήκαν περίπατο να δουν την κίνηση, τον κόσμο.
   Μα της Λιλίκας τα μάτια, που βάδιζε πίσω απ' τις δυο αδερφές της, με τον αδερφό της, δεν έπαψαν να δακρύζουν, να 'ναι δακρυσμένα. Μην τα 'κανε έτσι ο ψυχρός, παγωμένος αέρας;
   Οι δυο αδερφές της πιο μπρος μιλούσαν, γελούσαν, φορτωμένες από λούσα. Και κείνη που έμοιαζε του πατέρα της και η άλλη που ήταν ίδια η μάνα. Γούνες, ωραία επανωφόρια, καπέλα... Στη Λιλίκα; Ένα παλιό της μαμάς της επανωφόρι, που το 'φτιαξε μια μικροράφτρα πάνω στο αδύνατο κορμί της...
   Και γι' αυτό τα μάτια της Λιλίκας είναι δακρυσμένα, δεν είναι απ' τον παγωμένον αέρα...
  
   Στο σπίτι η Λιλίκα έκλαψε κρυφά. Μα κανείς δεν το κατάλαβε. Τα κοκκινισμένα μάτια της μόνο ο παππούς τα 'δε, και τη χάϊδεψε. Και για να την κάνει να χαμογελάσει, υψώνοντας το χέρι, τη ρώτησε:
   «Έλα τώρα, για πες μου: Τέσσερα και τέσσερα;»
   «Οκτώ», του απάντησε η Λιλίκα καταπίνοντας ένα λυγμό.
   Α, μόνο ο παππούς την αγαπούσε, μόνο αυτός, κανείς άλλος στον κόσμο! Κι αυτός μόνο θα λυπόταν αν πέθαινε!
   Το σκέφτηκε, το 'πε καθαρά αυτή τη φορά, ενώ άλλοτε περνούσε απ' το νου της θαμπό...
   Και σα να 'ξερε πως θα γινόταν αυτό γρήγορα.
❃   
   Την άλλη μέρα το βράδυ, η Λιλίκα δεν ήταν καλά...
   Μα καμιά συγκίνηση και ταραχή στο σπίτι. Και τώρα, η Λιλίκα, που σα να μεγάλωναν, δυνάμωναν, καθάριζαν οι σκέψεις της, έλεγε που δεν έβλεπε και τον ερχομό γιατρού:
   «Θα λένε: Κορίτσι είναι ας φύγει! Θα φύγει κι ένα χρέος!» 
   Έφεραν γιατρό, μα πολύ αργά, και τους το 'πε...
   Κι έφυγε το χρέος, έφυγε το κορίτσι, που τους είχε πάει χωρίς να το θέλουν, δίχως να το επιθυμούνε. Τώρα ο αριθμός θα γινόταν όπως τον ήθελαν...
   Ένας γέρος του σπιτιού τη λυπήθηκε, κι έκλαψε, εθρήνησε πολύ. Ο γερο-παππούς. Αυτός απ' την ημέρα εκείνη έπαψε και να ρωτά:
   «Τέσσερα και τέσσερα;»
 
Βουτυράς Δημοσθένης
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου