Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΞΑΔΕΛΦΗ

  
   Είχα περάσει λίγες μέρες σ' ένα ιχθυοτροφείο της λίμνης μας, της ξακουστής λίμνης του Μεσολογγιού, που την ελίπαναν τ' αράπικα κουφάρια και τραγούδησε τους καημούς της ο Παλαμάς. Και τώρα γύριζα στο Μεσολόγγι. Ο μαΐστρος εφούσκωνε βαθιά το μεγάλο πανί μας και το προιάρι (1) μας πετούσε στον αφρό, κι επάφλαζε το κύμα στη χαμηλή μας πλώρη.

   Σωπαίναμε. Εγώ, ξαπλωμένος απίστομα (2) στην πλώρη, εδρόσιζα τα μισόγυμνα χέρια μου στη θάλασσα κι ανάπνεα τη ρωμαλέα πνοή της. Ο Φανής, το λυγερό ψαρόπουλο που μ' επήγαινε στην πόλη, ορθός στην πρύμη του προιαριού, κρατούσε με το δυνατό δεξί του χέρι τη σκότα (3) του πανιού και κυβερνούσε με τ' αριστερό και με το πόδι το δοιάκι (4) του τιμονιού μας. Από ώρα σε ώρα κύμα ψηλό και βαθυγάλαζο ερχόταν να μας καταπιεί· μα ο Φανής το έβλεπε και ορτσάριζε (5), και μόνο ο αφρός του κατάκλυζε το εύθραυστο προιάρι μας και μου 'βρεχε τη δεξιά μου πλευρά.  
   «Γίνηκες λούτσα», μου 'λεγε ο Φανής. 
   «Δεν πειράζει», απαντούσα εγώ, χωρίς να κινηθώ από τη θέση μου. 
   Γέρνοντας στη δύση ο ήλιος έχανε λίγο λίγο τις αχτίδες του, ώστε μπορούσε τώρα άφοβα να τον αντικρίζει του ανθρώπου το βέβηλο μάτι. Και κάτω στον ορίζοντα τα σγουρά συγνεφάκια έπαιρναν τώρα τα μύρια τους χρώματα με τα περίσσια κάλλη. 
   Ήτανε ώρα για ρεμβασμούς.
   Εγώ όμως είχα και άλλο λόγο να μη μιλώ. Τον ήξερα το Φανή. Ήτανε ο καλύτερος τραγουδιστής της γειτονιάς. Και από τον καιρό του Ορατίου ή και ακόμα αρχαιότερα ο καλύτερος τρόπος για να προκαλέσουμε το τραγούδι του τραγουδιστή είναι η σιωπή, ο χειρότερος η παράκληση. Αλλ' όμως εσώπαινε και αυτός. Είχε αλλάξει πολύ από τον καιρό που είμαστε συμμαθητές και παίζαμε μαζί τον κλέφτικο και την αμπάριζα (6). Η έξυπνη φυσιογνωμία του και τα φωτεινά ουρανόχρωμα μάτια του έμειναν ακόμα· αλλά του προσώπου του τα λεπτόγραμμα χαρακτηριστικά είχαν αδρυνθεί, το δέρμα του είχε μελανιάσει, τα χέρια του είχανε ροζιάσει, τα μέλη του είχαν γίνει ευρωστότερα και τα πόδια του είχαν ντυθεί μ' εκείνο το ψαράδικο αδιαπέραστο δέρμα που χρησιμεύει για υπόδημα και προφυλάσσει τον ψαρά από τον πάγο και από το λιοπύρι. 
   Εφαινόταν μελαγχολικός σαν λόγιος και σαν οικογενειάρχης. Το στόμα του μόλις ανοιγόταν σ' ένα σφύριγμα υπόκωφο, σβηνόμενο στου μαΐστρου τη δυνατή βοή. 
   Λίγο λίγο όμως η θάλασσα ενίκησε. Το σύριγμα γένηκε φωνή και η φωνή τονίσθηκε σε τραγούδι. Μ' ένα βαθύ και τραβηγμένο αμάν, με φωνή γεμάτη, βγαλμένη από του στήθους του τα βάθη, με πολλά τσακίσματα και λαρυγγισμούς και ψηλώματα της φωνής και χαμηλώματα, τραγούδησε: Σταλαμματιά σταλαμματιά το μάρμαρο τρυπιέται· / μ' αγάπη που δεν παίρνεται δεν πρέπει ν' αγαπιέται. 
   Και όταν ετελείωσε το τραγούδι, έβγαλε ένα αχ, αχ, γεμάτο περιπάθεια. Δεν ήτανε από τα αχ εκείνα της στιγμής και της συνήθειας, τα χωρίς λόγο, τα προορισμένα μοναχά ν' αναπληρώνουν «του ρυθμού το κεχηνός (7)», ήτανε αχ αυτόματο, ειλικρινές, βγαλμένο από φυλλοκάρδια πονεμένα και γι' αυτό εκίνησε την προσοχή μου. 
   «Αναστενάζεις Φανή»; 
   «Αναστενάζω, ναι». 
   «Το τραγούδι σ' έκαμε»; 
   «Το τραγούδι, ναι». 
   «Κάτι θυμήθηκες»; 
   «Ναι, κάτι θυμήθηκα». 
   «Δε μου το λες κι εμένα»; 
   «Τι το θέλεις»; 
   «Να περάσει η ώρα». 
   «Είναι μακριά κουβέντα». 
   «Σαν πόσο μακριά»; 
   «Όσο να πεις». 
   «Από 'δω ως την Κλαρίδα»; 
   «Μακρύτερη». 
   «Ως τη Γαλιά»; 
   «Ακόμα». 
   «Ως τα καΐκια; Ως τη χώρα»; 
   «Τράβα». 
  «Ακόμα καλύτερα λοιπόν. Ορτσάρουμε κατά το Αντελικό και πάμε βόλτα στα πρώτα - δεύτερα με το ξεφεγγάρωμα. Ε»; 
   «Δε βαριέσαι! Πάμε τώρα που 'ναι μπουρίνι και τραβάμε πρίμα (8)· γιατί σε λίγο θα μολαϊμίσει (9), κι αν δε βάλει νυχτόμπασμα (10), θα ξεπέσουμε στο σταλίκι (11). Και με τις κουβέντες δε βγαίνει τίποτε». 
   «Με γκαστρώνεις έτσι χειρότερα, Φανή». 
   «Τότε λοιπόν θα σου πω το βίο μου όλο κι ας πάμε με τη βόλτα». 
   «Ακόμα καλύτερα. Γιατί μου 'ρχεται και παράξενο πως σε βρίσκω τώρα ψαρά. Εσύ ήσουνα λαμπρός μαθητής ως την πρώτη του γυμνασίου. Είχες κι ένα μπάρμπα ευκατάστατο κι έλεγαν πως θα σε σπουδάσει. Πώς συνέβη κι άφησες το σχολείο κι έγινες ψαράς»; 
   «Σ' αυτό έχεις δίκιο. Δεν ξέρεις και δε φταις. Αλήθεια, ο μπάρμπας μου είχε το έχει του κι ήθελε να με σπουδάσει. Μα αυτό για το τραγούδι που άκουσες τώρα τα 'φερε ούλα αυτά και τώρα είμαι ιβαροκόπελο (12), νύχτα μέρα στη θάλασσα με την ψαροπούλα (13), βροχή, χειμώνας, κατακλυσμός, ζέστη, Αύγουστος, λιοπύρι, εγώ θαλασσοδέρνομαι και δε μου το 'χει και κανένας. «Παλιοψαράς» σου λέει ο άλλος, «κούτλας (14), τουμπανιάς (15)». Μα ούλα είναι τυχερά. Τι να γίνει! Αν ήτανε κι άλλος μαθητής σαν εμένα -του λόου σου δα το θυμάσαι- και με ούλη μας τη φτώχεια, που 'χαμε τότε, γιατί τα 'χαμε χαλασμένα με το μπάρμπα μου τον καπετάν - Ζαφείρη. Η μακαρίτισσα η μάνα μου -Θεός σχωρέστηνε- ήτανε λίγο ιδιότροπη γυναίκα. Σαν πέθανε ο πατέρας μου, της φάνηκε πως ο μπάρμπας μου μάς αδίκησε, γιατί ο πατέρας μου ήτανε ενοικιαστής του Σκοινιά μαζί με το μπάρμπα μου, είχε στο κιστ (16) οχτώ λεπτά. Δεν ξέρω τι έκαμε ο μπάρμπας μου. Ό,τι έκαμε, ας το 'βρει. Μα η μάνα μου δεν ήθελε να τον ξέρει. Δέκα χρόνια έκαμε να του πει καλημέρα. Και στο θάνατό της, που πήγε να συγχωρεθούνε, την ώρα που ψυχομάχαγε ακόμα, θυμήθηκε να του πει: «Μ' αδίκησες Ζαφείρη, μα ο Θεός να σε συγχωρέσει». 
   »Έτσι δεν εκρενόμαστε (17) με το μπάρμπα μου κι εγώ από μικρό παιδί που ήμουνα δεν είχα πατήσει μια φορά στο σπίτι του. Μα εκείνο το χρόνο που δώσαμε εξετάσεις στην πρώτη του γυμνασίου, αν θυμάσαι, εγώ πήρα το «Άριστα» με το ναμτ (18) αλήθεια κι ούλος ο κόσμος μου 'πε μπράβο τότε, σε συγχαίρω, κι άλλα πολλά. Γυμνασιάρχης ήτανε τότε -αν θυμάσαι- ο μακαρίτης ο Δημητριάδης και ήξερε πως εμείς τα 'χαμε χαλασμένα με το μπάρμπα μου και πως η μάνα μου δεν είχε τον τρόπο να με σπουδάσει. Πάει λοιπόν αυτός και ο Ορφανίδης, ο καθηγητής των μαθηματικών -Ε! Ψυχή μου άνθρωπος αλήθεια! Τζιμάλι (19) καρδιά, ούτε είδα ούτε θα ιδώ τέτοια άγια ψυχή, καληώρα του, όπου κι αν είναι- πάνε λοιπόν αυτοί, επειδή ήμουνα πολύ καλός στα μαθηματικά, και βρίσκουν το μπάρμπα μου και του πιάνουν το χέρι και τον συγχαίρονται. 
   » - Καπετάν - Ζαφείρη, του λένε, να σου ζήσει. Έχεις ένα λαμπρό ανιψιό. Ημείς οι ξένοι τον καμαρώνουμε. Να τον χαίρεστε και σεις και η μάνα του κι αλλιώς να μην κάμετε, να τόνε σπουδάξετε, γιατί είναι κρίμα να πάει χαμένος. 
   »Κι άλλα τέτοια, όσα θέλεις, που ξέρετε σεις οι γραμματισμένοι, άμα θέλετε να κολακέψετε κανένα. Μα μη στα πολυλογώ, τόνε βαρούνε στο φιλότιμο το μπάρμπα μου, πάει στο σπίτι, το λέει στη θεια μου. Αγαθή γυναίκα κι αυτή, παιδί αρσενικό δεν είχανε, τα 'πανε εκεί, τα συμφωνήσανε. Με βρίσκει στο δρόμο ο μπάρμπας μου -το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα- μπρος στον Άϊ - Σπυρίδωνα, από κάτω από το κελί που καθόταν ο διάκος ο Άνθιμος, και τραβηχτήκαμε μάλιστα από κάτω από το κλήμα, γιατί κόντευε μεσημέρι, μου πιάνει το χέρι μου, η φωνή του έτρεμε, μονάχα πως δεν έκλαιγε. 
   » - Φανή, μου λέει, Φανή μου, είσαι παιδί τ' αδερφού μου και σε πονεί η καρδιά μου. Το αίμα νερό δε γένεται, παιδί μου. Έλα στο σπίτι να σε χαρούμε κι ημείς που σε χαίρεται ο κόσμος ούλος. Κι η μάνα σου, το καλό που μας θέλει... ο Άϊ - Σπυρίδωνας κι ας τη σχωρέσει. 
   »Εγύρισε και σταυροκοπήθηκε. Εγώ έβαλα τα χέρια στα μάτια μου κι αρχίνησα τα κλάματα. Παιδί βλέπεις. Ήμουνα δεν ήμουνα δεκάξι - δεκαφτά χρονώνε. Με πιάνει από το χέρι και πάμε σπίτι. Ήτανε ακόμα καινούργιο και μύριζαν ακόμα τα χρώματα. Η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά, γιατί ήξερα τα όσα είχε λαλήσει η μάνα μου της θειας μου της κακομοίρας. Μα αυτή είχε αγαθή ψυχή. Με περίμενε στη σκάλα, μ' ανοιχτές τσ' αγκάλες. Με φίλησε σταυρωτά, με τα κλάματα στα μάτια κι αυτή, με μπάσανε στη σάλα, και με βάλανε στον καναπέ. Η θεια μου κι εγώ εκλαίγαμε. Ο μπάρμπας μου κοίταξε να κάμει κουράγιο. 
   » - Βγενική -λέει της θειας μου- άστα τώρα, πίσω στον ήλιο. Ό,τι είπαμε νερό κι αλάτι. Περασμένα λησμονημένα λέει ένας λόγος. 
   »Την ώρα εκείνη (ο Φανής εχαμήλωσε τα μάτια του και τη φωνή του), την ώρα εκείνη, μπουκάρει μέσα η ξαδέρφη μου». 
   «Η Νέννω»; 
   «Δεν έχω κι άλλη. Αυτή είναι το μονάκριβο παιδί του μπάρμπα μου. Ήτανε τότε κι αυτή ως δεκάξι χρονών κορίτσι, μέσα στον ανεβασμό (20) της, γυναίκα σχεδόν. Χρόνια είχα να την ιδώ από κοντά. Από τον καιρό που 'χε πεθάνει ο μακαρίτης ο πατέρας μου κι αρχίνησε η γκρίνια μας. Την έβλεπα κι άλλαζα δρόμο, γιατί η μάνα μου έσκιζε τα ρούχα της, να μην τύχει και της πω καλημέρα και με μαγέψουνε. Γυναίκειες κουβέντες. Ήξερα όμως πόσο ήτανε όμορφη. Και θυμάσαι τον καιρό που πήγαινε ακόμα στο σχολείο, ζουρλαίνονταν όλα τα παιδιά γι' αυτή. Ύστερα που κλείστηκε στο σπίτι, δεν έμεινε ξένος, χωρίς να της ρίξει έρωτα, αξιωματικοί, δικασταί, τραπεζίτες, λιμοκοντόροι. Ο δρόμος της ήτανε παζάρι. Να 'βγαινε στο μπαλκόνι, μαζεύονταν ο κόσμος πίσπιλο (21). Ήτανε κοντά και το ταχυδρομείο τότε και βρίσκανε αφορμή να στέλνουν γράμματα, που οι καφενέδες εφαλίδεψαν (22) από το ταχυδρομείο. Να μη στα πολυλογώ, κι άλλες όμορφες μπορεί να 'τανε, μα καμιά δε ζούρλαινε τόσο κόσμο όσο η Νέννω. Θυμάμαι που και τα μικρά παιδιά είχανε να κάμουν με τ' όνομά της. Εγώ στην αρχή που άκουγα αυτά, τα 'παιρνα για προσβολή και πιανόμουνα με τα παιδιά. Μπορεί και του λόου σου να θυμάσαι τι καυγάδες είχα κάμει με το παιδί του προέδρου που ήτανε τότε και με το παιδί του καπετάν - Σάββα και με το Γιάννη τον Αβδελλόπουλο και μ' άλλους πολλούς. Μα ύστερα τα 'μαθε η μάνα μου και πείσμωσε. 
   » - Σαν είσαι, παιδί μου, παλαβός και βουρλισμένος, λέει, και πας και σκοτώνεσαι για τη βρώμα, που όσο καλό μάς θέλει, τόσο να 'χει και στο σπίτι της. Να μην το καταδέχεσαι να λες πως την έχεις ξαδέρφη, την τέτοια και πάντοια, αλήθεια κι απαλήθεια. Δεν κοιτάς εκεί, λέει. Ούλη την προκοπή την είδαμε από τον μαύρο και τον καημένο το μπάρμπα σου, και θέλει και περάσπιση! 
   »Κι αρχίνησε η μάνα μ' τα δικά της. Να σου πω μετάνιωσα κι εγώ κι είπα μέσα μου: «Σα δε μέλει τον πατέρα της και τη μάνα της να τη μάσουνε (23), θα πάρω εγώ την έγνοια στο κεφάλι μου;»  
   »Και ύστερα, όσο μεγάλωνα και πες - πες η μάνα μου και λέγοντας ο κόσμος πως είναι ξεδομένη (24) και παλαβώνει του κόσμου τα παιδιά, κατάντησε όχι μοναχά να μη δίνω πεντάρα, μα και λίγο να φχαριστιέμαι κι εγώ ν' ακούω τα παιδιά. Άλλοι τσ' έφκιαναν τραγούδια, άλλοι ποιήματα, άλλοι κλαίγανε για δαύτη. Είχανε να πούνε για τα μαύρα της τα μάτια, τι γλύκα είχανε, όποτε ήθελε και πάλι πως κοίταξε εκείνους που περιφρονούσε και κορόιδευε. Για τα φρύδια της τα γραμμένα, για το δαχτυλιδένιο το στόμα της, για τη μέση της τη λυγερή, το περπάτημά της, τον αέρα που είχε, που 'λεγες κι ήρθε από τα Παρίσια, όχι πως ήτανε ψαροπούλα. Μα απ' όλα περισσότερο είχανε να κάμουνε με το τραγούδι της. Νεκρό ανάσταινε, σου 'λεγαν, αηδόνι δεν την έφθανε. Τι Κούλα (25), τι Μπαταργιάς (26)! Νεράιδα αληθινή. Κι άλλα, κι άλλα ελέγανε, κι εγώ τ' άκουγα σαν αφιλότιμος. Γιατί -να το ξέρεις από μένανε- το παιδί είναι αφιλότιμο πράμμα. 
   »Άμα την είδα και μπήκε στην πόρτα πετώντας, με γέλια μαζί και με κλάματα, και μ' έπιασε από τα δυο μου χέρια και με χάιδεψε κι έκατσε στο πλευρό μου και μ' εκοίταζε με κείνα τα μαργιόλικα μάτια δακρυσμένα, να σου πω στην αρχή εγύρισε η καρδιά μου. Θυμήθηκα όσα είχα ακούσει για δαύτη, και μου 'ρθε να την αμπώξω (27) πέρα. Μα ύστερα, με τσάκισαν πάλε τα δάκρυα. Έσκυψα το κεφάλι μου και έκλαιγα στα γιομάτα, όσο που μ' έπιασε λόξιγκας. Η Νέννω εκοίταξε να με παρηγορήσει. Μου χάιδευε το κεφάλι, μ' αγκάλιαζε στες πλάτες, μου τραβούσε τα χέρια από τα μάτια, μου 'λεγε τόσα λόγια γλυκά, μου 'δειχνε τόση αγάπη, τόσες ματιές, τόσα χάδια, που έκλαιγα ακόμα χειρότερα. 
   » - Σώπα, Φανή μου, μου 'λεγε, σώπα αδερφούλη μου, ποιον άλλο έχουμε και μεις; Ποιος θα τιμήσει τ' όνομά μας; Σε χαίρεται ο κόσμος και μεις που σ' έχουμε αίμα μας! Έλα τώρα μην κάνεις σαν παιδί. Κοίταξε πόσο σ' αγαπούμε όλοι μας. Εγώ σ' έχω σαν τα μάτια μου, Φανή μου. Σε βλέπω που περνάς και λαχταράει η καρδιά μου. Λέω κι εγώ πως κάτι έχω σ' αυτόν τον κόσμο. Μην πικραίνεσαι, Φανή μου, και χαλάς την καρδιά σου. Κοίταξέ με εμένα την ξαδερφούλα σου, που θα σ' αγαπάω πάντα... 
   »Κι άλλα τέτοια. Πού να τα πω, όπως τα 'λεγε αυτή, μ' εκείνη την κατάγλυκη φωνή της και μ' εκείνα τα λιγωμένα μάτια της! 
   »Μου 'φεραν γλυκά, δώρα, κουλούρια. Ήθελαν να με κρατήσουν και μουσαφίρη, μα εγώ συλλογίστηκα τη μάνα μου κι έφυγα. Η κακομοίρα τι θε να 'λεγε τάχα, που πήγα στο μπάρμπα μου χωρίς να τη ρωτήσω! Μα ο Θεός την εφώτισε και το πήρε με καλό. Έκλαψε λίγο, παραπονέθηκε για τη φτώχεια της, θυμήθηκε τον πατέρα μου το μακαρίτη, μα είχε και τη χαρά που πέτυχα στες εξετάσεις και παρηγορήθηκε. Πήγε εμπρός στην Παναγία, έκαμε, έκαμε σταυρούς και μετάνοιες και ύστερα μ' έστειλε πάλε στο μπάρμπα μου να του πάω μια καλάθα αλάτι άσπρο, αφρίνα (28), που 'χα μάσει μονάχος μου το καλοκαίρι. Μα αυτή δεν επήγε ποτέ στο σπίτι του. Το βάσταξε ως το θάνατό της. Εγώ ήμουνα πλια (29) οικιακός. Φανής απάνω και Φανής κάτω. Έτρωγα εκεί, έβγαινα περίπατο με τη Νέννω, πηγαίναμε τη νύχτα με το προιάρι και τραγουδούσαμε η Νέννω κι εγώ. Ταιριάζαμε στο τραγούδι. Την έχουμε, βλέπεις, τη φωνή μια ψίχα κληρονομιά, γιατί κι ο μπάρμπας μου κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου στον καιρό τους άφησαν όνομα στο τραγούδι και στο μπουζούκι. 
   »Κι όσο την εγνώριζα την ξαδέρφη μου, τόσο θύμωνα για τα κακά λόγια που 'λεγαν για δαύτη και μετάνιωνα και πείσμωνα με τον εαυτό μου, πως άφηνα να γλωσσοτρώνε την πρώτη μου ξαδέρφη. Ύστερα μάλιστα από λίγες μέρες που πήγαμε να πάρουμε τα χαρτιά μας, αν θυμάσαι, από το μπάρμπα - Κωσταντή τον Αθήνη που ήτανε τότε επιστάτης, εκείνο το παιδί του προέδρου κάτι θέλησε να πει -καθόμαστε στο καμπαναριό από κάτω- και τον βάνω στα χέρια μου, κι άργησαν να μου τον βγάλουν. Χάλασε τότε τον κόσμο ο πρόεδρος να με βάλει στη φυλακή, μα ήτανε ο Τρικούπης στα πράμματα και τα καταφέραμε. Από τότε σταυρό και κόνα (30), κανείς δεν κότησε (31) να πει τίποτε μπροστά μου. 
   »Η Νέννω, άμα το 'μαθε αυτό, έκαμε πως ήθελε να με μαλώσει. 
   » - Τι; λέει. Θα πάρουμε πατσαγούρες (32) να βουλώσουμε του κόσμου τα στόματα! 
  »Μα εγώ κατάλαβα πως της χαμάρεσε (33) αυτή η δουλειά, γιατί κι εκείνο το παιδί του Προέδρου ήτανε σιχαντερό (34), είχε ένα μύτο σαν τη γαίκια. 
   »Να μη στα πολυλογώ -και το μαΐστρο, βλέπω, όσο πάει και τον αψώνει (35)- ύστερα από λίγες μέρες, μάς παράγγειλε ο μπάρμπας μου από το ιβάρι (36), αν θέλουμε να πάμε, γιατί αρχίνησαν τα τζένια (37), κι είναι καλά. Έβγαναν δα τότε και βοτάραχα μπόλικα και οι ψαράδες ήτανε αφεντάδες. Έστειλε ματάστειλε το ιβαροκόπελο -καληώρα τώρα σαν και μένανε- τ' αποφάσισε η θεια μου και η Νέννω να πάνε. Με κατάφεραν και μένανε. Δεν ήτανε δα και δύσκολο να με καταφέρουν. Το λέω και της μάνας μου, μ' άφησε. 
   »Αποφασίσαμε να πάμε και οι τρεις μαζί, εγώ, η θεια μου και η Νέννω. Είπαμε για καλύτερα να ξεκινήσουμε στις δέκα τη νύχτα και να φθάσουμε κατά τη μία στο Σκοινιά, που 'χε τότε ο μπάρμπας μου. 
   »Τώρα δεν ξέρω να σου πω από κείνη τη βραδιά τι αρχίνησε; Η δυστυχία μου ή η μοναχή χαρά της ζωής μου; Τότε μου φαινόταν η χαρά, τώρα δεν ξέρω ακόμα ποιο να πω. 
   »Εφόρεσα κάτι παλιότερα ρούχα λινά, μιαν αντρίτσα (38) κι ένα ποκάμισο μεταξωτό που μου το χάρισε τότε η Νέννω. Αυτή μοναχή της μου το κούμπωσε, μου 'σιασε το λαιμοδέτη μου, μου 'βαλε λίγο στραβά την αντρίτσα στο κεφάλι μου και μου είπε: 
   » - Έτσι. Τώρα είσαι άγγελος. 
   »Κι αυτό το άγγελος το 'πε χαμηλότερα, με φωνή που μ' έκαμε εμένα ν' ανατριχιάσω, την πρώτη μα όχι και την τελευταία ανατριχίλα. Αχ, αχ, αχ! Τι τα θέλω και τα λέω! 
   »Φεγγάρι δεν ήτανε. Ήτανε χάση και δείπναγε το φεγγάρι κι έβγαινε κατά τα μεσάνυχτα. Εμπήκαμε στην πρώτη καμάρα την ώρα που 'σκαγε η Πούλια από τη Βαράσοβα. Δροσιά κι αστροφεγγιά και μπουνάτσα. Θα πηγαίναμε με το σταλίκι. Η θεια μου έκατσε κάτω στο προιάρι, τυλίχτηκε με το σάλι της και σε λίγο αποκοιμήθηκε. Το παιδί, εστάθηκε στην πρύμη και αμπώνοντας τραγουδούσε: Μοναχογιός ψυχομαχάει στου καραβιού την πλώρη... Θα το 'χεις ακουστά, που λέει, σταμάτησε το καράβι, κι ο καπετάνιος ρώτησε: Ποιος ήταν π' αναστέναξε κι εστάθη το καράβι. Εγώ και η Νέννω είμαστε ξαπλωμένοι απίστομα στην πλώρη, κολλητά ο ένας με τον άλλον, όπως ήτανε στενή η πλώρη, και κοιτάζαμε τη θάλασσα και τ' αστέρια που καθρεφτίζονταν στα βάθη της. Αυτή ήτανε με αφέλεια ντυμένη και μονάχα στη μέση της που ήτανε σαν δαχτυλίδι φορούσε μια ζώνη λουστρινένια. 
   »Μάθε τώρα από μένα που 'μαι παθός. Ποτέ, ποτέ, μα ποτέ, ένα παιδί δεκάξι χρονών κι ένα κορίτσι άλλο τόσο, να μην τ' αφήνουν μοναχά στην πλώρη του προιαριού να κοιτάζουν τ' αστέρια και τη θάλασσα κι ας είναι και πρώτα ξαδέρφια. Α! Περισσότερο ηθικός και θεοφοβούμενος που 'μουνα εγώ, μήτε και κανένας. Και πάλε, χωρίς να μου περάσει τίποτε και από το νου μου, χωρίς καλά να το καταλαβαίνω, έβρισκα μια μεγάλη, μια μυστικιά ευχαρίστηση στη δροσιά της νύχτας και στη ζέστη του κορμιού της που μ' έγγιζε. 
   »Και λέγαμε και λέγαμε κουβέντες, πότε δυνατά, πότε απαγάλια (39). Πότε γυρίζαμε και οι δυο μας, χωρίς να το δείχνουμε ο ένας στον άλλον για να ιδούμε αν μας κοιτάζουνε, πότε βραχνιάζαμε, πότε τέλεια πιανόταν η φωνή μας -τουλάχιστον εμένα, γιατί εκείνη μου φαινόταν πως ήτανε πιο ελεύθερη, πως κάποτε μ' εκορόιδευε, κάποτε με μεταχειριζόταν σαν παιδί. Τι λέγαμε όλη εκείνη την ώρα; Ύστερα από δύο ώρες δε θυμόμουνα τίποτε. Θυμούμαι μοναχά πως όλα όσα έλεγε έμπαιναν ίσα στην καρδιά μου, πως ποτέ δεν είχα κάμει τέτοια κουβέντα και πως αυτή η κουβέντα ήτανε ο παράδεισος, αυτή ήτανε ο κόσμος. Όλα τα άλλα που ως τότε μου φαίνονταν πως κάτι άξιζαν, γυμνάσιο, καθηγηταί, μαθήματα, βαθμοί, συγχαρητήρια, όλα ήτανε τιποτένια, ξύλα κούτσουρα. Ζωή αληθινή ήτανε μοναχά εκείνη, στην πλώρη μ' αυτή να κοιτάζουμε τ' αστέρια μεσ' στη θάλασσα. 
   »Κάποτε το προιάρι σερνόταν σε καμιά ξέρα, στους κοριάνους που λέμε εμείς, ή έπεφτε σε κανέναν πάλο (40), κι εγώ και η Νέννω αβαράραμε (41). Τότε έπεφτε όλη απάνω μου και μ' έκανε λίγο να τραβιέμαι στην πάντα και να βρέχομαι. 
   » - Μα πώς πας στην άκρη; μου 'λεγε. - Κοίταξε, μουσκέφτηκες. 
   »Κι έβγανε το μαντίλι της και μ' εσφόγγιζε. Περάσαμε από την άλλη καμάρα, αυτή τη στενή που 'ναι κοντά στα μπάνια. Εκεί είναι αλήθεια φοβερό σκοτάδι και κάνει μια βοή, όταν κρένει κανείς ή χτυπάει το προιάρι στα πλευρά της, που αλήθεια σκιάζεται ο άνθρωπος να 'ναι άμαθος. Μα εκείνη είχε περάσει χίλιες φορές. Πώς τώρα σκιάχτηκε τόσο; 
   » - Ω! μου 'πε. - Φοβάμαι, Φανή μου. Και μ' αγκάλιασε με τα δυο της χέρια. Την έπιασα κι εγώ με το χέρι μου και της έλεγα: 
   » - Μη φοβάσαι, σώπα. Εγώ είμαι εδώ. 
   »Και η καρδιά μου χτύπαγε τόσο δυνατά, που την άκουσε κι αυτή και ύστερα μου το 'πε πειραχτικά πως τάχα κι εγώ φοβήθηκα. Μα δεν ήτανε φόβος. Μακάρι να 'τανε φόβος. Και πάλι κακό δεν έβανα με το νου μου. Ήμουνα πολύ αθώο παιδί. 
   »Να μη στα πολυλογώ, εφθάσαμε στο μικρό Βασιλάδι και ακόμα δεν είχε ξεφεγγαρώσει. Θε να 'τυχε να είσαι και του λόου σου τη νύχτα μεσ' στη θάλασσα χωρίς φεγγάρι, και θα παρατήρησες κάτι σαν φωτίτσες που φαίνονται, όπου είναι πολλά φύκια. Αυτά είναι σαν ζώα μικρούτσικα, πώς να σου πω! Έτσι πώς είναι οι κωλοφωτιές (42) στον κάμπο, έτσι είναι κι αυτά, μα είναι μικρότερα και άπειρα, εκατομμύρια. Μάλιστα εκεί κοντά στο Βασιλάδι που 'χει χορτάρι η θάλασσα κάτω σαν λιβάδι, σου φαίνεται πως από κάτω από την επιφάνεια είναι μια άλλη θάλασσα φωτερή, αλλού λιγότερο αλλού περισσότερο, έτσι, όπως όταν τρίψεις σπίρτα στο σκοτάδι, είδες πώς λαμπυρίζει το χέρι σου ή ο τοίχος ή το κουτί; Μα, εννοείται, πολύ άφθονο, που είναι, αλήθεια, περίεργο και ωραίο να το βλέπεις. Κι εγώ και η Νέννω ήτανε η πρώτη φορά που το βλέπαμε και παραξενευτήκαμε. Αυτή μάλιστα, όπως κάνουν τα κορίτσια, έβαλε τις φωνές, μα η θεια μου ήτανε στο πρωτοΰπνι και δεν εξύπνησε. Έβαλα το χέρι μου στη θάλασσα κι έβγαλα κάμποσα φύκια που είχανε απάνω απ' αυτά τα φωτεινά ζωύφια, για να τα ιδεί και η Νέννω. Αυτή όμως λέει «θα πιάσω κι εγώ» κι εσήκωσε τα μανίκια της ως τον αγκώνα και βούτηξε το χέρι της. Την ώρα εκείνη ξεφεγγάρωνε. Κοκκίνισε, κοκκίνισε πρώτα ο ουρανός, και ύστερα βγήκε ένα φεγγάρι κατακόκκινο σαν ντροπιασμένο, σαν δρεπάνι δίπλα πεσμένο, κι έριξε μια αδύνατη αχτίδα, που 'φθασε ωστόσο από τη Βαράσοβα ως το Βασιλάδι που ήμαστε. Το κοιτάξαμε και οι δυο μ' ένα ααχ. Το κοίταξε και το ψαρόπουλο και είπε: Δίπλα φεγγάρι / ορθοί μαρνάροι (43), κόρφο θε να 'χουμε. 
   »Το κοίταξε η Νέννω κάμποση ώρα, και ύστερα, χωρίς να βγάλει το χέρι της από το νερό, άρχισε να τραγουδάει: Φεγγάρι μου κατάχλωμο, πώς είσ' ευτυχισμένο, / γιατί θωρείς, όπως κι εγώ, πρόσωπ' αγαπημένο! / φύσα μαϊστραλάκι μου / εμέ και την αγάπη μου. 
   »Δεν ξέρεις του λόου σου τι θα πει τραγούδι μέσ' στη θάλασσα, με τέτοια φωνή, από τέτοιο στόμα, αυτή την ώρα, με το φεγγάρι, στη μοναξιά. Αρχίνησα κι εγώ το τραγούδι: Άστρο με τ' άστρο πολεμάει κι η Πούλια με τη Δύση. / Ανάθεμα να 'χει η ψυχή που θε να μας χωρίσει. / Αυτός ο πόνος της καρδιάς σαν τι τάχα να είναι; / Όντας δεν είναι έρωτας τι άλλο πράμμα είναι; / Γύρισε ιδές τον ουρανό κι αν εύρεις μαύρο αστέρι / πίστεψε πως θα σ' αρνηθώ, χρυσό μου περιστέρι. 
   »Είπαμε, είπαμε στιχάκια. Κι όσο λέγαμε, τόσο ανάλυωνε η καρδιά μας, τόσο γινόμαστε έξω φρενών, τόσο λησμονούσαμε το φοβερό γκρεμό που μας εχώριζε. 
   »Το φεγγάρι εψήλωνε αγάλια, αγάλια, έχανε την κοκκινάδα του και φώτιζε λαμπρότερα τη λίμνη. Το προιάρι μας έμπαινε κι έβγαινε στη στενή φωτισμένη λωρίδα της. Τα χέρια μας εκρέμονταν πάντα μέσα στο νερό. Τα μάτια μας λιγωμένα κοιτάζανε τη θάλασσα και το φεγγάρι. Τα κορμιά μας είχανε παραλύσει. Μια στιγμή τα χέρια μας ανταμώθηκαν κάτω από το νερό, έγγιξαν και δεν ετραβήχτηκαν, επιάστηκαν και σφίχτηκαν. Έπαψε το τραγούδι. Τα μάτια της απάντησαν τα δικά μου. Είχαν άλλου είδους λάμψη, μια γλύκα παραπονιάρικη, μια κόλαση λουλουδένια, σωπαίναμε. Σε λίγο άνοιξε το στόμα της αγάλια αγάλια -έτρεμε το κάτω αχείλι της- και μου είπε: 
   » - Τι ήθελες τώρα Φανή; 
   » - Τίποτε. 
   » - Κι εγώ τίποτε. 
   »Ω! Γιατί δεν επνιγόμαστε στον αυλέμονα (44); Γιατί δεν έπεφτε ο ουρανός να μας πλακώσει; Γιατί δε μας έκαιγε η αστραπή τη φοβερή εκείνη ώρα, που κάτω από το κύμα, μέσα στα δεμένα γυμνά μας χέρια, επιάστηκε το τρομερό κακούργημα του έρωτος σε δύο πρώτα ξαδέρφια; 
   »Μα τότε δεν τα συλλογιζόμαστε αυτά. Η αμαρτία, η κόλαση, το έγκλημα ήτανε μακριά από το νου μας. Τίποτε δεν εσυλλογιζόμαστε, ήτανε κόσμος ή δεν ήτανε, ζούσαμε ή δεν ζούσαμε, αν μας έβλεπε ο Θεός, αν περνούσε η ζωή μας. Αχ! Έπια πολλά φαρμάκια από τότε. Την επλέρωνα με τη δυστυχία μου εκείνη τη στιγμή, ο Θεός ετιμώρησε βαριά την αμαρτία μου, πέθανε η μάνα μου, γίνηκα κοπέλι, έχασα τον ύπνο μου, την ησυχία μου, την ψυχή μου. Μα κι άλλα αν μέλλω να περάσω, κι αν μέλλει να με φάει η θάλασσα και να με σπαράξουν τα ψάρια, κι αν μέλλω να κολάζομαι αιώνια στο πυρ και στο μίσος του Θεού, πάλι φτηνά θα είναι πληρωμένη εκείνη η στιγμή. 
   »Ωστόσο, χωρίς να το καταλάβουμε, διπλαρώσαμε (45) στον Άϊ - Σώστη, περάσαμε το Κόμμα και φθάσαμε στο Σκοινιά. 
   » - Σία και αράξαμε, είπε το παιδί και το προιάρι μας σύρθηκε στα φύκια. 
   »Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα και οι ψαράδες είχανε ξυπνήσει για ν' αλιέψουν. Είχε βαρέσει μπασιά. Ηύραμε λοιπόν ξύπνιο τον καραβοκύρη και χάρηκε πολύ που μας είδε. Μας χαιρέτισε με την καρδιά του και είπε σε μένα: 
   » - Φανή, αν δεν ερχόσουνα θα μου κακοφαινόταν πολύ. 
   » - Ποιος τον άφηνε; είπε η θεια μου. 
   » - Και τι χάρη θα 'χε χωρίς το Φανή; είπε η Νέννω. 
   »Πηδήσαμε όξω στο γιαλό και μας πήρε ένας ψαράς να μας πάει στο καλύβι. Τα είχα τέλεια χαμένα και δεν ήξερα τι έλεγα. Αυτή ήτανε περισσότερο στα σωστά της. Μ' έπιασε από το μπράτσο, επειδή σκόνταβα στα καλάμια, και πήγαμε στο καλύβι. Η θεια μου, νυστασμένη, έστρωσε να κοιμηθεί. 
   » - Νέννω, της είπε, φρόντισε για το Φανή, να του στρώσουν στη μεγάλη πελάδα (46), μα να κλείσουν καλά την πόρτα μην κρυώσει. Να του βάλουν κι ένα φαναράκι. Πέστε στον Παντελή να πάρει δυο τρεις κουβέρτες από το μεγάλο καλύβι. Και καληνύχτα σας, γιατί κλείστηκαν τα μάτια μου.  
   »Πάλι σαν χαμένος έφυγα, χωρίς να πω καληνύχτα και πήγαμε με τον ψαρά στην πελάδα. Αισθανόμουνα την ανάγκη κάτι να πω, μα δεν έβρισκα τίποτε. Η Νέννω ήρθε κοντά μας να δίνει οδηγίες: 
   » - Ν' αφήσεις ανοιχτό το παραθύρι, μου είπε. - Να, εκείνη είναι η δική μου η πελάδα. Την έχω από πέρισι. Ε, Παντελή, βρίσκεται ακόμα το νυχτολούλουδο; 
   » - Βρίσκεται λέει! Κειό έχει κι ένα σωρό λουλούδια. Αύριο την αυγή να το ιδής, είπε ο Παντελιός. 
   »Στην πελάδα μου ήτανε μια κουβέρτα, ένα ξερό προσκέφαλο κι ένα δίκαννο του κυνηγιού. 
   » - Τίνος είναι το δίκαννο; ρώτησα τον Παντελή, για να πω κι εγώ κάτι τι. 
   » - Του καραβοκύρη. 
   » - Αύριο θα πάω στο κυνήγι. Έχει κουνέλια εδώ; 
   » - Άλλο τίποτε, θησαυρός. Φτάνει να 'χεις σκυλί. 
   » - Ας μην έχω, είπα στα χαμένα. 
  »Μού 'στρωσαν, έδεσαν με φλούδι μια κουβέρτα στην πόρτα, μού κρέμασαν το φαναράκι, μού 'πανε καληνύχτα και φύγανε, ο Παντελής για ν' αλιέψει, η Νέννω στην πελάδα της να κοιμηθεί. Φεύγοντας τραγουδούσε γλυκά και σιγαλά: Θε μου και να 'μουν ύπνος του, / και να 'μουν όνειρό του, / και να 'μουνα προσκέφαλο / σιμά στο μάγουλό του. Κι έλεγε και τ' αγαπημένο της τσάκισμα: Φύσα μαϊστράλι μου γλυκό / νανούρισέ τον αγαπώ. 
   »Ανασήκωσα μ' ένα καλάμι το παραθύρι της πελάδας μου -είδες πώς τα φκειάνουν με ρέννα κι έτσι κατεβαστά- κι έκατσα να δροσισθούν τα στήθια μου και το κεφάλι μου γιατί έκαιγαν. Οι ψαράδες μπήκαν ένας ένας στις γαΐτες (47) τους και πήγανε στα τζένια. Εμπήκε κι αυτή στην πελάδα της να κοιμηθεί και κατέβασε το παραθύρι. Την άκουσα λίγη ώρα να κινείται, είπε τα πατερμά της και ησύχασε, όπως μου φάνηκε. Θέλησα κι εγώ τότε να ησυχάσω. Εγδύθηκα, εγονάτισα ανατολικά, είδα πως κρεμασμένο σ' ένα καλαμάκι ήτανε ένα κονισματάκι ασημωμένο, η Παναγία η Μπρουσιώτισσα -προσκυνούμε τ' όνομά της- και το στόμα μου είπε τη συνηθισμένη προσευχή, εκείνη που μ' είχε μάθει η μάνα μου από μικρό παιδί, τον καιρό που μ' εγονάτιζε απάνω στο κρεβάτι και μου σταύρωνε τα χεράκια μου, και τέλειωσα, όπως πάντα: «Θε μου φύλαγε όλους τους χριστιανούς και μένα». Μοναχά τώρα που η καρδιά μου επρόσθεσε: «και τη Νέννω». 
   »Άξαφνα το φαναράκι που το 'χανε κάψει, φαίνεται από νωρίς, εκοκκίνησε, έσκασε και σβήστηκε. Έμεινα στο τρισκόταδο. Οι ψαράδες είχανε φύγει. Έγειρα στο ξερό προσκέφαλο να κοιμηθώ. Τότε άρχισε το καρδιοχτύπι, τότε σηκώθηκε να με φάει η αμαρτία. «Τι έκαμα; Και τι παρακάλεσα απόψε το Θεό; Γιατί τάχα δεν παρακάλεσα και για τη θεια μου, και για το μπάρμπα μου;» 
   »Ήμουνα πολύ θεοφοβούμενο παιδί. Επήγαινα ταχτικά στην εκκλησιά και διάβαζα όλα τα συναξάρια και τους βίους των αγίων που 'δινε στη μάνα μου ο παπα - Μόντης. Να σου πω δεν τα παραπίστευα ως τότε όλα, μα τη στιγμή εκείνη μου ήρθαν όλα στο νου μου σαν να 'θελαν να με πνίξουν. «Αυτή δεν ήτανε αθώα αγάπη, που είχα μέσα στην καρδιά μου για την ξαδέρφη μου. Αν ήτανε αθώα, γιατί μιλάγαμε σιγά στο προιάρι; Γιατί ανατρίχιαζα όταν μ' έγγιζε; Γιατί τώρα που ήμουνα στο σκοτάδι, δεν επήγαινα να της γυρέψω σπίρτα; Γιατί έτρεμα να τη συλλογίζομαι κοντά μου; Τι ήθελα κι αφοκραζόμουνα σε κάθε κίνηση που έκανε, κάθε φορά που γύριζε στο στρώμα της;» Η νύχτα, η μοναξιά, η ησυχία, το αιώνιο πλαφ - πλαφ που έκανε το κύμα στο γιαλό, μού μεγάλωναν την αμαρτία μου. Εθυμόμουνα τη φυλλάδα της Παναγίας, τη βρωμερή λίμνη που θα 'ναι χωμένοι οι αιμομίκται, τον πύρινο ποταμό που πάει χίλιες οργιές του βάθου και χίλιες του ύψου και δεν προφθάνουν οι κολασμένες ψυχές να πούνε ένα ήμαρτον εις τον Πλάστη, τα σκαμνιά τα πύρινα, όπου θα κάθονται οι ακόλαστοι, την κατάρα του Θεού, την ευσπλαχνία της Παναγίας. Μου φαινόταν πως την ακούω να ρωτάει: 
   » - «Ποιοι είναι αυτοί και ποιο το αμάρτημά των;» Και ο άγγελος ν' απαντάει: 
   » - «Αυτοί είναι οι αιμομίκται που έκαμαν αμαρτία με τας εξαδέλφας των, και δια τούτο κολάζονται». 
   »Και έτρεμα σαν να ήμουνα από τώρα στην κόλαση. Θυμόμουνα ένα «θαύμα τερατωδέστατον» που είχα διαβάσει για έναν που αγαπούσε «την εξαδέλφην του και δια τούτο ο Θεός τον μετεμόρφωσεν εις δαιμόνιον» και έπιασα το κεφάλι μου και το κορμί μου, να ιδώ μη μου φύτρωσαν από τώρα ουρά και κέρατα. 
   »Γελάς; Μα ήθελα να σ' έχω σ' εκείνη την ηλικία, να μη λείπεις από την εκκλησιά, να φοβάσαι μην πεις ένα λόγο αμαρτωλό, μη χαλάσεις μια Τετράδη, και ύστερα να πέσεις άξαφνα σε τέτοιο ασυγχώρητο αμάρτημα! Και να 'ναι σκοτάδι κι ερημιά και να κοιμάσαι αποπάνω από τη θάλασσα! Βροντοχτύπαγε η καρδιά μου, στριφογύριζα στο στρώμα, σηκωνόμουνα, γονάτιζα, έκλαιγα, έπεφτα στο προσκέφαλο και το δάγκωνα, χτυπιόμουνα, τραβούσα τα μαλλιά μου. Και όντας αποκαμωμένος από όλα αυτά, έγερνα το δόλιο το κορμί μου να 'βρω μια σταλιά ησυχία, έβγαιναν όλοι οι κοριοί και οι ψύλλοι και οι ψαλίδες και οι σαρανταπόδαροι και τα καβούρια να με φάνε και να μου θυμίσουν τα άσπλαχνα φίδια που έμελλαν να σπαράζουν το αμαρτωλό κορμί μου στον άλλο κόσμο. Ήμουνα ιδρωμένος και κρύωνα, μ' έτρωγαν τα μάτια μου και δε μπορούσα να τα κλείσω. Άνοιγα κι έκλεια το παραθύρι, την άκουγα κι εκείνη να στριφογυρίζει και να βήχει και να στενάζει και μου 'καιγε την καρδιά. «Καταραμένη η ώρα π' αγαπηθήκαμε με το μπάρμπα μου! Ανάθεμα να 'χε και το άριστα που 'χα πάρει και ο γυμνασιάρχης που μ' εσύστησε έτσι!» Ω! Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μα δεν ήτανε η μόνη που πέρασα όμοια και για την όμοια αιτία. 
   »Τέλος πάντων κατά τα ξημερώματα έβγαλε τρεμοντάνα. Είχα ανοιχτό το παραθύρι και πάγωσα. Μα αυτό το κρύο μού έφερε κάποια ησυχία. Έκλεισα το παραθύρι, τυλίχτηκα στην κουβέρτα και με πήρε λίγο ο ύπνος. Τα όνειρα που είδα, ήτανε οι συλλογισμοί που μ' έδερναν πριν κοιμηθώ, μα κάπως ημερότεροι και γλυκύτεροι. Μου φαινόταν πως μ' έσφαζαν και δεν πονούσα, πως μ' έβραζαν και φχαριστιόμουνα. Ύστερα, δεν ξέρω τι μ' έκαμε να μισοξυπνήσω. Από τις χαραμάδες έμπαινε τώρα ένα γλυκό φως κοκκινωπό και τα καλάμια γινόντανε κοκκινόχρυσα. Τι τα θέλεις! Ο ύπνος είναι μεγάλο πράγμα. Τώρα όλα μου φαίνονταν πιο ήμερα, πιο απλά, πιο χαρωπά. Γέλαγα κι εγώ ο ίδιος για τα άγρια της νύχτας φαντάσματα και παραξενευόμουνα πώς τα πήρα έτσι κατάκαρδα. Στο τέλος τι είχα κάμει; Έπιασα το χέρι της πρώτης ξαδέρφης μου. Κι αυτό ήτανε που με βασάνιζε τόσο; «Άιντε», έλεγα μέσα μου, «είσαι πολύ κουτός, για να τα πάρεις όλα έτσι επί πόνου.» Σε λίγο δεν έμενε παρά μια γλύκα και μια ελπίδα πως θα καλοπεράσουμε στο ιβάρι με τις δροσιές μας, τα τραγούδια μας και τα παιγνίδια μας τα αθώα. Η καρδιά μου τώρα χτύπαγε ησυχότερα. 
   »Εστύλωσα τα μάτια μου σε μια αχτίδα φως που έμπαινε από τη στέγη και ήθελα να μαντέψω τι ώρα τάχα να 'ναι και γιατί δεν ακούγονταν οι ιβαράδες, όταν άκουσα ένα τραγούδι γλυκό - γλυκό που έμενα ακίνητος σαν μαγεμένος. Ήτανε η Νέννω. Είχε ξυπνήσει και τραγούδαγε εκείνο του κυνηγού που 'λεγαν τότε: Ξύπνα και μην κοιμάσαι / γλυκό μου καναρίνι. Το ξέρεις; Ύστερα λέει: Ξυπνάω το καημένο / σαν παραπονεμένο / και το ντουφέκι παίρνω / στα δάση περπατώ. Δε μου 'κανε όρεξη ν' ανοίξω το παραθύρι, μην πάρει χαμπέρι και πάψει. Μα εκείνη δεν ετελείωνε ποτέ το τραγούδι. Έβαλε μια φωνή: 
   » - Ε, καλότυχε κυνηγέ! Έφεξε η Ανατολή και χάραξε και η Δύση. Μην κοιμάσαι και σε καρτερούνε τα ζαρκάδια και τα πλατόνια (48). 
   »Ανασηκώθηκα και σήκωσα το παραθύρι της πελάδας. Ο ήλιος ήτανε έτοιμος να δώσει και η θάλασσα μπουνάτσα, λάδι. Αντίκρυ μου ήτανε η πελάδα της. Είχε σηκώσει το παραθύρι και είχε βγάλει το κεφάλι και τα χέρια της. Φορούσε μια άσπρη νυχτικιά με ταντέλες. Τα μαλλιά της ξέπλεγα έπεφταν στο πρόσωπό της. Το μάγουλό της ακούμπαγε στο χέρι της και η μανίκα, πλατιά όπως ήτανε, έπεφτε κι άφηνε να φαίνεται το χέρι της ως το λακκάκι του αγκώνος. Το απάνω κουμπί βγαλμένο επρόδινε μια κατάμαυρη ελιά που 'χε στο λαιμό της. Τριγύρω της άπειρα γαλάζια νυχτολούλουδα δροσάτα κι ανοιγμένα ακόμα την έδειχναν σαν Παναγία, με τη χρυσή κορώνα της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, μ' εκοίταξε με λιγοστό χαμόγελο σαν μελαγχολικό, δε μου 'πε τίποτε, εστάθηκε λίγο και ύστερα έκλεισε το παραθύρι για να ντυθεί. Εγώ έμεινα εκεί καρφωμένος λίγη ώρα. Τα μεγάλα λιγωμένα μάτια μού φαίνονταν πως μ' εκοίταζαν ακόμα. Πάνε, όλα λησμονήθηκαν με μιας, όλα, όλα, και κόλαση και παράδεισος και σκέψεις και βάσανα της νυχτός, και αθώα αγάπη και έρωτας αμαρτωλός. Πετάχτηκα σαν να με κυνηγούσαν, ενδύθηκα στο φτερό και πήγα στην πελάδα της. Ήτανε κι αυτή ντυμένη και νιμμένη. 
   » - Καλημέρα τώρα, μου είπε κι ακούμπησε στον ώμο μου για να πηδήσει κάτω. 
   » - Και το κυνήγι σου; μ' ερώτησε γελαστά. 
   » - Α! Ναι. Τώρα θα πάω, είπα κι έκαμα πως θα φύγω. 
   » - Αμ' δε θα πας! λέει. - Τώρα, να κάμεις φόνο πρωί - πρωί; Έχουμε άλλη καλύτερη δουλειά να κάμουμε. 
   » - Σαν τι; 
   » - Σαν τι; Θα πάμε στον Άϊ - Σώστη ν' ανάψουμε τα καντήλια που θα 'ναι σβηστά από πέρσι το καλοκαίρι. 
   »Πώς ημπορούσα να πω όχι; Έπιαμε τον καφέ μας, εμπήκαμε στη γαΐτα οι δυο μας και το ψαρόπουλο και βγήκαμε στο Κόμμα. Στο δρόμο μου 'κανε παράξενες κουβέντες. Με ρώταγε για όλες τις όμορφες. «Την ξέρεις εκείνη; Σ' αρέσει η τάδε; Τι άσπρη που 'ναι η δείνα και τι όμορφο όνομα που 'χει!» Κι αρχίναγε να τις παινεύει όλες, μα στο τέλος, όλες βρίσκονταν με ψεγάδια. Άλλης της έλειπε τούτο και άλλης εκείνο. Εγώ καλά καλά δεν τις ήξερα αυτές που έλεγε, μα έμενα σύμφωνος σε τούτο, πως όλες είχανε μια έλλειψη. «Όλες έξω από αυτή», έλεγα μέσα μου. 
   »Το τυχερό και ήτανε και φως και κόσμος και φθάσαμε γλήγορα και αθώα στο Κόμμα. Από κει κινήσαμε πεζοί. Επήραμε από ένα καλάμι και τραβώντας την ακρογιαλιά εφθάσαμε στο φανάρι του Άϊ - Σωστιού. Στο δρόμο έτρεχε αυτή από 'δω κι από 'κει, έκοβε και μου 'δινε λυγιές και μου παράγγελνε να μη τις χάσω, έριχνε κοφτές πέτρες στη θάλασσα για να κάνει πετσαλίδες (49) και τραγουδούσε αδιάκοπα. Ήξερε, μου φαίνεται, τη δύναμη που είχε το τραγούδι της, καθώς κάθε όμορφο τραγούδι που βγαίνει από όμορφο στόμα, σε μια όμορφη ακρογιαλιά. Άμα έβλεπε καμιά λυγιά γαλάζια ανθισμένη μου 'λεγε: Όποιος περάσει από λυγιά / και δεν κόψει κλωνάρι, / να μη χαρεί τα νιάτα του / κι ας είν' και παλληκάρι. 
   » - Κόψε, κόψε, μου 'λεγε. Και όταν έκοβα, την άρπαζε αυτή και την έβανε στον κόρφο της. Ύστερα, ένα σωρό στιχάκια. Πού τα 'ξερε εκείνα όλα; Λες και ήτανε ζωντανή τραγωδία. Και παράξενο πράγμα! Ύστερα έμαθα και λησμόνησα ένα σωρό τραγούδια. Μα δεν πιστεύω να λησμόνησα ένα από τα στιχάκια της. Και κάθε ένα που λέω ή ακούω, μου φαίνεται πως βρίσκομαι σύσσωμος στον τόπο και στη στιγμή που το τραγούδαγε αυτή. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά και δε μπορεί να παλιώσει. Ως πότε λες του λόου σου θα βαστάξει; Όσο να πεθάνω;» 
   «Μπορεί, καημένε Φανή». 
   «Θα σου πω καμπόσα από κείνα που τραγουδούσε τότε». 
   Ο Φανής ξερόβηξε και αρχίνησε το τραγούδι: «Το θυμάσαι από πότε άρχισα να σ' αγαπώ; / Ή το ξέχασες, πουλί μου, και προσμένεις να στο πω; / Φεγγαράκι ήταν τότε, καλοκαιρινή βραδιά / και μου δρόσιζε τ' αγέρι την καημένη μου καρδιά. / Θάλασσα π' όλα τα νερά και τα ποτάμια πίνεις / και τα δικά μου δάκρυα πιε, πλατύτερη να γίνεις. / Θάλασσα βαρεί τον άμμο, / σ' αγαπώ μα τι να κάμω! / Τ' αγαπημένα φαίνονται από την περπατησιά τους / κι από το σείσιμο των χεριών κι από το λύγισμά τους. / Θάλασσα, πικρό ν' το κύμα / σ' αγαπώ κι ας είναι κρίμα». Φθάνουν τώρα, να γυρίσουμε και το πανί, γιατί κοντεύουμε να φθάσουμε στ' Αντελικό. Βάλε πλατιά στην πλώρη. Μπορείς;... Από την άλλη πάντα... έτσι, καλά. Μα θα νυχτώσουμε μου φαίνεται, στα καλά, όσο να φθάσουμε μέσα». 
   «Και τι σε μέλει»; του είπα. «Φοβάσαι»; 
   «Ναι. Τρέμω σαν τον τοίχο». 
   «Τότε λοιπόν λέγε. Αφήσαμε στον Άϊ - Σώστη την ιστορία». 
   «Έβαλες, βλέπω, περιέργεια να την ακούσεις. Ας είναι. Είχε βαλθεί με τα δυνατά της να με παλαβώσει. Γιατί το 'κανε; Να ο Θεός κι ας την κρίνει, όπως την έκρινε. Μα όχι, όχι. Κάλλιο το κακό να 'χε πέσει στο δικό μου το κεφάλι. Εφθάσαμε λοιπόν στην εκκλησούλα του Άϊ - Σωστιού. Επήραμε το κλειδί και ανοίξαμε. Μαζί μας ήρθε κι ο καπετάν - Στάμος, ο καραβοτσακισμένος φύλακας του φαναριού. Έκαμε το σταυρό του κι έφυγε. 
   » - Κυρά Νέννω, της είπε φεύγοντας, σαν τι αγάπη θα σου 'χει ο Άϊ - Σώστης! Αν δεν έρθεις, δε βλέπει φως. 
   » - Και ποιος δε μ' αγαπάει εμένα; είπε και μου 'ριξε μια ματιά, σαν να με ρωτούσε, αν είναι αλήθεια. Και η δική μου η ματιά απάντησε. Αχ! Ναι. Και ποιος είναι τόσο σιδερένιος; 
   »Ανάψαμε τα καντήλια και πήγαμε ν' ασπαστούμε. Αυτή γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και φίλησε ήσυχα τις εικόνες. Εγώ, σαν κάτι να μου 'ρθε, όταν πήγα να φιλήσω το Χριστό. Τραβήχτηκα πίσω. Μου φάνηκε σαν να μ' άμπωξε. Πάλε θυμήθηκα την οσία Μαρία, όταν ήτανε αμαρτωλή, πώς την άμπωξε η Παναγία, όσο που έλυωσε στην έρημο τις αμαρτίες της. Η καρδιά μου πάλε φούσκωσε. Στα χείλη μου ανέβηκε ένα ήμαρτον. Εσιχάθηκα τον εαυτό μου, εφοβόμουνα τον ίσκιο μου. Εκοίταξα τριγύρω μου. Δεν ήτανε κανείς. Οι δυο μας μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησούλας. Αυτή στεκόταν μπροστά στο Χριστό και τον εκοίταζε μ' ένα βλέμμα αγνό, σαν να 'βλεπε τον αληθινό Θεό. Επήγα κοντά της. Τα λόγια έφθαναν στα χείλη μου, μα δε μπορούσαν να βγούνε. Ήθελα να της πω: 
   » - «Νέννω, δεν κάνουμε καλά. Δε φοβάσαι το Θεό, Νέννω; Να χωρίσουμε γλήγορα να μη χαθούμε για πάντα.
   »Αυτά ήθελα να της πω και αμέσως να φύγω. Επήγα κοντά της, έπιασα το χέρι της με το χέρι μου, τα μάτια μας και πάλε απαντηθήκανε. Μα δεν ξέρω πώς το πήρε, τι φαντάστηκε πως θα 'λεγα μεσ' στην εκκλησιά. Μ' άμπωξε αλαφρά στο στήθος και γλήγορα πέταξε στην πόρτα. Εκεί ακούμπησε στο μάρμαρο, εσταύρωσε τα χέρια της και, μισά τραγουδιστά μισά με λόγια, μου είπε, όπως συνήθιζε να τα λέει όλα με τραγούδια: Σαν το κερί π' ανάβουνε στον Άγιο κι όλο λυώνει, / έτσι αγαπά κι ο φρόνιμος και δεν το φανερώνει. Αυτό μ' έφερε στα σωστά μου, μ' έφερε σε γνώση. Σωστά, έτσι αγαπάει κι ο φρόνιμος, μα δεν το φανερώνει. Γιατί; Είναι πράμμα άθελο και ο Θεός το συγχωρεί. Φτάνει να μην ειπείς, να μην κάμεις τίποτε κακό. 
   »Ησύχασα. Επήγα κοντά της. Αυτή βγήκε έξω κι έκατσε στον ίσκιο, απάνω σε μια πέτρα. Δε μ' εκοίταζε τώρα, εκοίταζε τη θάλασσα. Εγώ στάθηκα από πάνω της.  
   » - Με θέλεις τίποτε Νέννω; 
   » - Ναι. Σύρε να κόψεις εκείνη τη δάφνη που 'χει δυο κλωναράκια... δος μου την... πήγαινε τώρα να προσκυνήσεις και συ. 
   »Έκαμα ό,τι μου είπε. Σπανίως ασπάστηκα εικόνες με τόση ευλάβεια όση τότε. Τα δάκρυα μου 'ρχονταν στα μάτια, το βάρος της καρδιάς μου αλάφρυνε. Αισθανόμουνα σαν ν' αθωώθηκα από κάποια αμαρτία. Αν ήμουνα μόνος, δε θα ντρεπόμουνα να πέσω στις πλάκες, να κλάψω και να χτυπήσω το κεφάλι μου στα πόδια του Χριστού. Τότε θα ξαναγινόμουνα αθώος, θα ησύχαζα τέλεια. Μου ήρθε αυτή η σκέψη και γύρισα κατά την πόρτα να ιδώ, αν με κοιτάζει η Νέννω. Απάντησα το βλέμμα της καρφωμένο απάνω μου. Α, το διαβολοκόριτσο! Τι βλέμμα ήταν εκείνο! Δαιμονισμένο, παμπόνηρο, βλέμμα γεροντικό όχι κοριτσίστικο, σαν να με λυπόταν, σαν να με περιφρονούσε. Και την εκοίταζα και δεν το σπάραγε από πάνω μου. Άρχισα να τα χάνω πάλι. Εκείνη η άσπλαχνη, άνοιξε το στόμα της και με τη συνηθισμένη γλυκιά φωνή της είπε ένα κοφτερό, φαρμακερό τραγούδι που θ' ανατριχιάζω πάντα, όταν τ' ακούω: Από την πόρτα τσ' εκκλησιάς / όσο να πας στη μέση / κάνε μετάνοιες και σταυρούς / άλλος μη με κερδέσει. Και γέλασε μ' ένα γέλιο κοροϊδευτικό, όπως ήτανε και η ματιά της. 
   »Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Όλο το πείσμα που κληρονόμησα από τη μάνα μου ήρθε στην καρδιά μου. Ένα μίσος φοβερό αισθάνθηκα τότε γι' αυτή, μια περιφρόνηση, μια σιχαμάρα, που μου 'ρθε να τη φτύσω, να την πατήσω σαν σκουλήκι. «Την άτιμη! Λοιπόν με κοροϊδεύει! Τι θα πει αυτό το τραγούδι; Τι θα ειπεί το γέλιο; Τι θα ειπεί η ματιά; Λοιπόν κοροϊδεύει και με τα θεία. Δεν καταλάβαινε τη θέση, όπου βρισκόμαστε την ώρα εκείνη! Καλά το 'λεγαν λοιπόν πως είναι διαβολεμένη, πως άλλο δεν έχει στο νου της παρά να παίζει και να γελάει, να ζουρλαίνει κόσμο και να διασκεδάζει. Και βρήκε με μένα να γελάσει, τον πρώτο της ξάδερφο! Και πού; Μεσ' στην εκκλησία! Και πότε; Την ώρα που η δική μου η καρδιά ήτανε γεμάτη αγάπη και λατρεία και αθωότητα!» 
   »Εβγήκα αμέσως όξω. Το μάτι μου θα 'δειχνε το θυμό μου, γιατί την είδα ευθύς να ζαρώνει. 
   » - Σήκω, της είπα, να φύγουμε. 
   » - Γιατί; 
   » - Έτσι. 
   » - Δε σ' αρέσει εδώ; 
   » - Όχι, δε μ' αρέσει. 
   »Τι τα θέλεις! Ο άντρας είναι πάντα άντρας, όσο κι αν είναι μικρός. Την είδες και σηκώθηκε σαν γάτα βρεγμένη και χωρίς να πει τίποτε, τράβηξε κατά το γιαλό, όπου είχε αράξει η γαΐτα μας. Στο δρόμο τής έπεσε η δάφνη, δεν ξέρω αν επίτηδες ή κατά λάθος. Την άρπαξα, τη μάδησα και την έριξα στη θάλασσα. Μ' εκοίταξε με παράπονο, χωρίς να μου πει ένα γιατί. Αυτή της η υπακοή άρχισε να με μαλακώνει. 
   »Μπήκαμε στη γαΐτα και γυρίσαμε τις πλάτες. Αυτή κοίταζε τον Πάπα κι εγώ το Ζυγό. Ούτε λόγο στο δρόμο. Φτάσαμε στο Σκοινιά. Εμένα μου 'χε περάσει λίγο ο θυμός. «Ποιος ξέρει, έλεγα, πώς να της ήρθε εκείνη τη στιγμή. Κοριτσίστικο μυαλό, όσο και να 'ναι. Ίσως δεν το 'πε για κακό. Μπορεί και να γελάστηκα, όπως ήμουνα στο σκοτάδι και δεν κατάλαβα τον τρόπο και τη ματιά της.» Και επειδή, όπως ξέρεις, εύκολα πιστεύουμε εκείνο που μας αρέσει -παιδί κιόλας ήμουνα- άρχισα να μετανιώνω για τον τρόπο μου. Και όταν ήθελα να βγούμε από τη γαΐτα, πήγα να της δώσω το χέρι μου. Δεν το θέλησε, πήδησε μόνη της και λάσπωσε το δεξί της σκαρπίνι. 
   » - Βλέπεις; της είπα. Λάσπωσες. 
   » - Και τι σε μέλει εσένα; 
   »Έτσι εκείνη την ημέρα είχαμε κάκια (50) ως το δειλινό, έτσι, χωρίς να πούμε ούτε λόγο ψυχρό. Το μεσημέρι δεν έκατσε αντίκρυ μου, δε μου 'δωκε νερό, δε γύρισε καν να με κοιτάξει. Αν ο μπάρμπας μου και η θεια μου δεν ήτανε τέτοιοι που ήτανε και αν δεν ήμαστε τόσο συγγενείς, εκείνα τα κάκια μοναχά θα 'φταναν για να βγούμε στο φόρο (51). Μα πέρασε κι αυτό χωρίς υποψία. 
   »Πέρασαν ακόμα τρεις τέσσαρες μέρες μαζεμένες.  
  »Σεις οι γραμματισμένοι δεν πιστεύετε στα μάγια. Και μένα, αν με καλορωτήσεις τώρα, καλά καλά δεν τα πιστεύω, γιατί και η θρησκεία μας δεν τα θέλει και τα τιμωρεί βαριά. Θυμάσαι δα τι έπαθε εκείνος «ο Θεόφιλος ο εξ Αδανών της Κιλικίας διότι κατέφυγεν εις ένα μάγον Ιουδαίον θέλοντας ο Θεόφιλος να εισέλθη πάλιν εις το οφφίκιόν του.» Για την περίσταση εκείνη όμως τι θέλεις να σου πω και τι θα 'λεγες και του λόου σου με ούλα τα γράμματά σου; Εγώ είδα στη ζωή μου κι άλλους ν' αγαπούνε και ξέρω τι κάνουνε. Αναστενάζουν, τραγουδάνε παθητικά τραγούδια, κεντάνε στα μπράτσα τους αχ! βαχ!, γράφουνε ραβασάκια, χάνονται για ν' απλώσουν το χέρι απάνω στην αγαπημένη τους κι άλλα τέτοια καμώματα, που του λόου σου τα ξέρεις καλύτερα από μένανε τον αγράμματο. Μα σ' εμένανε συνέβαιναν άλλα πράμματα αλλόκοτα, που φοβάμαι να σου τα πω, μη με πάρεις για παλαβό. Μου φαινόταν πως τριγύρω από όλο το σώμα μου είχα ένα φόρεμα από αέρα πυκνό που με χώριζε από τον άλλο κόσμο. Μου φαινόταν πως ήξεραν την αγάπη μου όλα τα πάντα, η θάλασσα, τ' αστέρια, οι γλάροι, τα ψάρια, τα φύκια, τα χαμόκλαδα και τα ξερά καλάμια που είναι στρωμένο το νησί. Και πως κι αυτά την αγάπαγαν όπως κι εγώ. Όταν κάποτε απομακρυνόταν από κοντά μου, δεν είχα ανάγκη να ρωτήσω πού είναι για να πάω να την εύρω. Τα ποδάρια μου μ' επήγαιναν εκεί χωρίς να το σκεφτώ, έτσι όπως τα σκυλιά τα πάει η μύτη τους εκεί που είναι το κυνήγι, ή όπως το χλιμίντρισμα του πουλαριού τραβάει τη μάνα του τη φοράδα, όπως το χελιδόνι το τραβάει η παλιά του φωλιά, όπως τα λουλούδια τραβούν τα μελίσσια, όπως η μπάφα (52) που 'χει το βοτάραχο, έτσι χωρίς σκέψη βγαίνει από τον αυλέμονα να πάει στο κανάλι, όπως, όταν είναι μπασσά, έτσι χωρίς αέρα η θάλασσα σκεπάζει το γιαλό, όπως ο ήλιος ξεκινάει απ' την Ανατολή και τραβάει ίσα στη Δύση, χωρίς να κάμει λάθος ποτέ... Κατάλαβες;» 
   «Καταλαβαίνω, καημένε Φανή». 
   «Και άλλα ακόμα πιο παράξενα. Χάιδευε, να πούμε, το βασιλικό της ή τα νυχτολούλουδα; Εγώ εστεκόμουνα δύο τρία βήματα παρέκει. Ε, το λοιπόν! Εγώ καταλάβαινα επάνω μου τα δάχτυλά της κι ανατρίχιαζα γλυκά από τα χάδια της και λίγωνα, κοβόταν η φωνή μου. Αν τύχαινε το πρωί, να πούμε, να με βουρτσίσει, όλη την ημέρα καταλάβαινα στην πλάτη μου το χέρι της. Αισθανόμουνα καθαρά ως πού είχαν εγγίξει τα δάχτυλά της. Αμμή τη νύχτα; Οι πελάδες μας ήτανε η μία από την άλλη ως δέκα - δώδεκα βήματα. Ε, λοιπόν... να σου το πω; Εγώ τη νύχτα ήξερα καλά πότε είναι πλαγιασμένη από το δεξί πλευρό και πότε από το αριστερό. Αισθανόμουνα καθαρά καθαρά πως άπλωνε το χέρι της από την πελάδα της κι έφθανε στη δική μου και ανάμεσα από τον τοίχο το απίθωνε απάνω μου κι ένιωθα την απαλάμη της ακουμπισμένη εδώ απάνω στ' αριστερό μου μπράτσο. Και όταν γύριζα από το άλλο πλευρό, το χέρι της ακουμπούσε στο δεξί μου μπράτσο. Και γι' αυτό καμιάν ανάγκη δεν αισθανόμουνα ν' αγγίξω εγώ απάνω της. Και πού μπορώ να σου εξηγήσω όλα όσα αισθανόμουνα; Ας είναι! Αν δεν υπάρχουν μάγια, εγώ ήμουνα χωρίς άλλο παλαβός. Μα ας εξακολουθήσουμε την ιστορία. 
   »Έν' απόγιομμα ήρθε το ψαρόπουλο που πήγαινε στ' Αντελικό τα ψάρια και τα βοτάραχα και μας είπε πως του 'πε ο βλησιδιάρης (53) μας πως θε να 'ρθει το βράδυ με τη γυναίκα του και με το κορίτσι του να καθίσουνε στο ιβάρι δυο - τρεις μέρες. Όλοι φανήκαμε πως χαρήκαμε γι' αυτό, μα ποιος ξέρει τι ο καθένας μας σκέφτηκε; Εγώ, να σου πω την αλήθεια, χάρηκα με τα σωστά μου, είχα καταντήσει να τη φοβούμαι κάπως τη Νέννω και τον εαυτό μου ακόμα, προ πάντων στη μοναξιά. Όσος περισσότερος κόσμος ήτανε, τόσο περισσότερη ασφάλεια μου φαινότανε πως είχα και ύστερα έτσι βαθιά - βαθιά στην ιδέα, μ' εκολάκευε και τούτο. «Ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει! Μπορεί κι αυτή να 'ναι όμορφη, μπορεί να μ' αγαπήσει, μπορεί κι εγώ...» Παιδί, βλέπεις, ήμουνα. Εκειό είναι άντρες και κάνουν τέτοιες σκέψεις. Μα κοίταξα να μη δείξω τίποτε. Έτσι νόμισα τουλάχιστον, πως έκρυψα απ' όλους την ιδέα μου. Μα εκείνη ήτανε διαβολοκόριτσο, έβλεπε και μέσα στο μυαλό. Και μια ώρα το βράδυ - βράδυ που βρεθήκαμε μοναχοί μας σε μιαν άκρη του νησιού, από κάτω από μια ανθισμένη μυρτιά, γύρισε, με κοίταξε στα μάτια και μου 'πε με στίχο, όπως πάντα: Τόσ' ήτανε η αγάπη μας, τόσ' ήταν' η φιλιά μας / μια ξένη κι ανεπάντεχη ήταν η χωρισιά μας. 
   »Εγύρισα τα μούτρα μου και δεν εμίλησα. Μα εκείνη ήρθε σιμότερα, έβαλε το στόμα της κοντά στ' αυτί μου και εξακολούθησε: Της Χιος τα περιστέρια / της Σμύρνης τα πουλιά / ήρθανε και μου είπαν / τη νέα σου φιλιά. 
   » - Δε σε καταλαβαίνω. Δεν ξέρεις τι λες, μου φαίνεται, είπα με θυμό, που μ' έκαμε ευθύς να μετανιώσω. Εκείνη δεν εθύμωσε. Μ' έπιασε από τα δυο χέρια και μου είπε: 
   » - Στάσου να ιδώ τα μάτια σου. Δεν εχάρηκες που θα 'ρθει η Ρηνούλα; 
   » - Ποια Ρηνούλα; Δεν ξέρω τι λες. 
   » - Αν δεν ξέρεις, καταλαβαίνεις. Λέγε. Χάρηκες ή όχι; Λέγε, λέγε, λέγε. Και μου τίναζε τα χέρια με δύναμη. 
   » - Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον φωνάξαμε, της είπα. 
   » - Κάμε όρκο πως δε χάρηκες. Κάμε ντε, σαν κοτάς. 
   » - Τι όρκο να κάμω; 
   » - Να σε φάει η θάλασσα. 
   » - Να με φάει, είπα με τρεμουλιασμένη φωνή. Μα τι, ζηλεύεις εσύ; 
   » - Ξέρεις πόσο σε ζηλεύω / που αν ήταν δυνατόν / ήθελα να σε φυλάγω / κι απ' τον ίσκιο σου αυτόν. 
   »Τότε για πρώτη φορά άρχισα να γνωρίζω τι θα πει ζήλια, τι θηρίο άγριο τον κάνει τον άνθρωπο και προ πάντων τη γυναίκα. Τα μάτια της έβγαναν αστραπές, καθώς με κοίταζε, που μ' έκαμαν να κατεβάσω τα δικά μου. Αρχίνησα να τρέμω στα χέρια της όπως τρέμει το ποντίκι στα νύχια της γάτας. Μα τυχερό μου και τη στιγμή εκείνη ακούστηκε η φωνή του βλησιδιάρη μας. Δεν ήξεραν και είχαν φέρει το προιάρι εκεί. Είχανε ζυγώσει στα ρηχά και είχαν κολλήσει απάνω στη σαβούρα και φώναζαν να πάνε να τους βγάλουν. Τρέξαμε και μεις, επήγαν τα παιδιά με τη γαΐτα και τους πήρανε. Ύστερα πελάγωσαν (54) και ξεκόλλησαν το προιάρι. Ήτανε ο βλησιδιάρης μας ο κυρ - Θανάσης, η γυναίκα του και το κορίτσι του, η Ρηνούλα. Όμορφο κορίτσι ήτανε, άσπρο, παχουλό, αφράτο. Μα τι το θέλεις! Κάτι του 'λειπε. Του 'λειπε η χάρη, το γούστο, η λάμψη των ματιών. Του 'λειπε εκείνο που 'χε η Νέννω και μάγευε και γήτευε, όπως γητεύει το φίδι εκείνον που θα φάει. 
   »Έμειναν στο ιβάρι δυο μέρες και τρεις νύχτες. Το τι τράβηξα αυτές τις μέρες δε λέγεται. Τυραννία σωστή, όχι να πεις. Δεν κόταγα να της κάμω μια περιποίηση, να της μιλήσω, να την κοιτάξω στα μούτρα. Πάντα γκρίνια, πάντα παράπονο. Μ’ έβανε η ίδια να κάτσω κοντά στο ξένο κορίτσι κι ύστερα μ’ αγριοκοίταζε. Ήθελε να κάνουμε εκδρομές, να πηγαίνουμε στα τζένια, στα ιβάρια, στις πελάδες, και γυρίζαμε με καυγάδες. Έβρισκε πάντα μια αφορμή να θυμώνει, να φωνάζει, να αγριεύει, να μου δείχνει πως με μισεί, πως με περιφρονεί, πως δε θέλει να με ξέρει. Και τα τραγούδια της όλα τέτοια ήτανε αυτές τις μέρες: Γιατί μ’ ακούς που τραγουδώ, θαρρείς πως σ’ αγαπάω; / Σα χόρτο σε καταπατώ, σαν άνθος σε μαδάω. / Η αγάπη σου ήταν ψεύτικη σαν τ’ Απριλιού το χιόνι / π’ αποβραδίς το ρίχνει ο Θεός κι ως την αυγή το λυώνει. Κι άλλα κι άλλα, πού να στα λέω τώρα! Είδα κι έπαθα να περάσουν αυτές οι μέρες. Αχ! Ας ήξερα πως θα ‘ρχόταν μέρα όλα αυτά τα τραγούδια να ταιριάζουν σ’ αυτή και δε θα ‘μουνα έτσι χαμένος. Θα κοίταζα κι εγώ να τη σκάσω λίγο. Μα όχι, τώρα θα το ‘χα μετανιώσει. Είναι τόσο θλιβερή, τόσο δυστυχισμένη! 
   »Το κακόμοιρο το ξένο κορίτσι δεν ήξερε τι να κάμει. Βαρέθηκε κι ήθελε να φύγουν μια ώρα πρωτύτερα. Κανείς δε θα μου το βγάλει από το νου πως αυτή τα είχε καταλάβει όλα. Μπορεί μάλιστα να ‘βανε με το νου της και περισσότερα απ’ ό,τι ήτανε. Και πώς θ’ ανατρίχιαζε βέβαια να ξέρει πως είμαστε δυο αδερφών παιδιά! Μπα! Χωρίς άλλο το κατάλαβε! Γιατί θυμάμαι ένα βράδυ είχαμε πάει στον Προκοπάνιστο, που ξεκαλοκαίριαζε η οικογένεια του Σταύρου του μπακάλη, γιατί είχε κι αυτός να κάμει στο κιστ. Εκεί όπου καθόμαστε στο καλύβι, στην κουβέντα απάνω μάς είπανε οι Σταυρέισσες ότι ήτανε άρρωστος βαριά ο καπετάν – Πιερρής. Θα τον έχεις ιδεί και του λόου σου εκείνο το γέρο τον καπετάν – Πιερρή, που τον έχει ο καραβοκύρης του Προκοπανίστου έτσι σαν ψυχικό. Μια φορά αυτός είχε καράβια δικά του, μα ναυάγησε και ξέπεσε εδώ. Έχει μια βαρκούλα χιλιομπαλωμένη και ψαρεύει μ’ αυτή. Στη χώρα δεν πάει ποτέ, όλο εδεκεί κάθεται. Βοηθάει τους ψαράδες στο ξύσιμο, στ’ αλάτισμα, τους λέει καληώρες και τρώει χάρισμα στο ιβάρι. Ο καραβοκύρης τότε τόσο τον λυπότανε, που τον άφηνε να ψαρεύει για λογαριασμό του, ως και με ψιλά παραγάδια. Που ξέρεις τι καυγάδες γίνονται γι’ αυτά τα ψιλά παραγάδια, γιατί σακατεύουν τις μαρίδες και τα κεφάλια (55). Αυτός λοιπόν ο καπετάν – Πιερρής την ημέρα εκείνη είχε θερμανθεί. Θέρμη όχι χωρατά, που ταραζόταν η πελάδα απ’ το ριγιό που του ‘ρθε. Μα γερό κόκκαλο, σκυλί, δεν είχε ανάγκη. Ωστόσο η Νέννω θέλησε να του κάμει το νοσοκόμο, για να λυώσει, φαίνεται, τις αμαρτίες της. Πήρε λίγο κινίνο, το ‘φκιασε χάπια και μου λέει κρυφά: 
   » - Πάμε να το δώσουμε στον καπετάν – Πιερρή ή θα μείνεις με τη Ρηνούλα;
    »Αυτό δα έλειπε! - Πάμε! της λέω. Ήτανε η πρώτη φορά από τότε που ‘χε έρθει η Ρηνούλα, που το πρόσωπο της Νέννως είχε πάλε τη συνηθισμένη του γλυκάδα. Γι’ αυτό ήμουνα πολύ ευχαριστημένος και με μεγάλη χαρά επήγα κοντά της. 
   »Η πελάδα του καπετάν – Πιερρή ήτανε στην άλλη άκρη του ιβαριού. Ήτανε σκοτάδι, πίσσα, γιατί τα σύγνεφα είχανε σκεπάσει τ’ αστέρια. Φύσαγε κι ένας βοριάς κρύος κρύος σαν να ‘τανε χειμώνας. Ο μαύρος ο γέροντας ήτανε στριμωγμένος σε μιαν άκρη της πελάδας, χωρίς φανάρι και ούρλιαζε από το κρύο. Εμπήκαμε μέσα. Η Νέννω του ‘δωκε τα χάπια, του ‘βαλε κι ένα ποτήρι νερό και του ‘λεγε πώς θα τα πάρει. Εκείνος βόγγαγε μοναχά και μεις εσταθήκαμε στριμωγμένοι στην πόρτα της πελάδας. Χωρίς άλλο δεν είχαμε το νου μας στο γέροντα την ώρα εκείνη. Και ωστόσο δεν εφεύγαμε, εστεκόμαστε να κοιτάζουμε τα κουρελιασμένα σύγνεφα που παράδερναν στον ουρανό και ν’ ακούμε το Βοριά που μούγκριζε στη θάλασσα. Το κρύο πάγωνε τα χέρια μας που είχαν πάλι πιαστεί σιγά – σιγά, σαν την πρώτη φορά κάτω από τη θάλασσα. 
   » - Τι συλλογιέσαι; της είπα. 
   » - Τίποτε. 
   » - Πώς τίποτε; 
   » - Συλλογιέμαι με τι μοιάζει η αποψινή βραδιά. 
   » - Και με τι βρίσκεις; 
   » - Με την καρδιά εκεινού π’ αγαπάει και δεν τον αγαπούνε. 
   » - Γιατί μου τα λες αυτά Νέννω; Τι σου ‘φταιξα και με βασανίζεις τόσο; 
   » - Έχεις δίκιο. Τι μου ‘φταιξες! Έτσι ήθελα κι έτσι έπαθα / και πιο πολλά να πάθω / γιατί τη γνώμη σου από πριν / δε ρώτησα να μάθω. 
   » - Θέλεις λοιπόν να με παλαβώσεις; της είπα, με φωνή παραπονιάρικη. Αυτή, σαν να με συμπόνεσε και δεν είπε τίποτε. Μον’ έβαλε το χέρι της στην πλάτη μου. Της έζωσα κι εγώ τη μέση της τη δαχτυλιδένια κι έγειρα στον ώμο της. Τα μαλλιά της, ανεμισμένα από το βοριά, ήρθανε μέσα στο στόμα μου. Εκόλλησα τα χείλη μου στην πλεξίδα της και κόντευα να μείνω, όταν ακούστηκε η φωνή της Ρηνούλας: 
   » - Μα πού είστε καλέ; Τι; Έρωτα κάνετε με τον καπετάν – Πιερρή; Αυτός ο λόγος μάς ανατάραξε και τους δυο. Ξεχωρίσαμε αμέσως και προσπαθήσαμε να μιλήσουμε. Η Νέννω είπε βραχνά: 
   » - Εδώ είμαστε. Εγώ μουρμούρισα: 
   » - Τι λέει αυτή; 
   » - Εσύ ξέρεις, μου λέει η Νέννω. Αν έφτασες ως αυτού να της πεις... Άναψα από το θυμό μου. 
   » - Πώς; Για άτιμο με παίρνεις ή για θεοπάλαβο; 
   »Η Ρηνούλα επλησίασε, μα δε μπορούσαμε να της μιλήσουμε. Αυτό με κάνει να πιστεύω πως κάτι υπόπτευσε αυτό το κορίτσι. Κι από τότε, όταν τη βλέπω, η καρδιά μου χτυπάει. Μα τώρα πάνε αυτά, πέθαναν για τον άλλο κόσμο. 
   »Τέλος πάντων, έκαμε ο Θεός κι αποφάσισαν να φύγουν οι βλησιδιαραίοι μας. Έκαμα το σταυρό μου με τα δυο μου χέρια. Θα μας άφηναν επιτέλους στην ησυχία μας. Θα έπαυαν τα πείσματα και ο βοριάς και οι θαλασσοφουρτούνες. Θα φύσαγε πάλε το μαϊστραλάκι της αγάπης μας και της χαράς μας. Και δεν είχα γελαστεί. Την άλλη μέρα όλα ήτανε μέλι γάλα. Κι έτσι για να γιορτάσουμε τη νέα μας αγάπη και τη νέα μας ησυχία, η Νέννω παρακάλεσε τον πατέρα της να μας δώσει ένα μεγάλο προιάρι, να πάμε στον Παλιοπόταμο, το πιο ακρινό της λίμνης ιβάρι. 
   »Ξεκινήσαμε την άλλη μέρα, μόλις έσκασε τ’ αστέρι, εγώ, η Νέννω, η θεια μου κι ένας μεσόκοπος ψαράς, που τον έλεγαν -με συμπαθάς κιόλα- Αχιλλέα Κατρίλλα. Περάσαμε και πήραμε και τους Σταυραίους από τον Προκοπάνιστο και γινήκαμε μια καλή παρέα, από καμιά δεκαριά άνδρες και γυναίκες. Στο δρόμο ήμαστε όλοι ζωηροί. Τραγούδια, χωρατά, γέλια. Ετρώγαμε ρεβανί, επίναμε μαστίχα, επετροβολιόμαστε με τα σύκα και με τα σταφύλια, παραβγαίνανε τα δυο προιάρια ποιο θα περάσει το άλλο, ήτανε μια χαρά αλήθεια, ύστερα μάλιστα από τις κακές μέρες που είχαμε περάσει εγώ και η Νέννω. Ως και οι γριές δεν αποκοιμηθήκανε. Περιττό να σου πω τώρα πως όλα τα λόγια και όλα τα τραγούδια και όλα τα σύκα της Νέννως πέφτανε σε μένα. Ήμουνα αληθινός βασιλιάς, πιο χαρούμενος, πιστεύω, από πολλούς βασιλιάδες που ‘χουν πολέμους και σκοντάμματα. Ως κι εκείνη η ιδέα της αμαρτίας που ποτέ δεν έλειπε από το βάθος της καρδιάς μας, για να πικραίνει όλες μου τις χαρές, ως κι αυτή είχε σχεδόν σβήσει. Έπειτα εκείνη την ώρα όλα ήτανε αθώα. 
   »Εβγήκαμε πρώτα στην Παναγιά την Προκοπανιστιώτισσα και ανάψαμε τα καντήλια της με το λάδι που ‘χαμε μαζί μας. Κολατσίσαμε εκεί σπάρους περασμένους σε μια σχίζα, όπως τους ψένουν οι ψαράδες, τραβήξαμε και το άσπρο κρασί του κυρ – Σταύρου και κινήσαμε πάλε. Είχε βγάλει βοριά και πηγαίναμε πρίμα. Ήθελα να πάμε από μέσα από το Διχάλι και να γυρίσουμε απ’ όξω, από το λούρο (56) της Θολής. Έχεις πάει στον Παλιοπόταμο;» 
   «Όχι». 
   «Α! Είναι πολύ όμορφα. Το Διχάλι είναι σαν να περνάς ποτάμι. Στενός πόρος κι από το ‘να μέρος κι από τ’ άλλο είναι καλαμιές και αρμυρίκια. Βγήκαμε σ’ έναν όμορφο γιαλό, που ‘ναι ο Άι- Γιάννης των καλογήρων που λένε, παμπάλαια εκκλησία, κατεστραμμένη τώρα. Τα κονίσματα τα πήραν οι ψαράδες στον Προκοπάνιστο για να τσ’ ανάφτουν τα καντήλια. Εμπήκαμε μέσα, εγώ κι η Νέννω, και γράψαμε στους τοίχους τα ονόματά μας: «Φανής – Νέννω. Νέννω – Φανής». Ύστερα πήγαμε στο γιαλό που είναι ένας σωρός ψόφια κοχύλια και μάσαμε δυο μαντίλια. 
   » - Εδώ, έλεγε η Νέννω, είναι το νεκροταφείο των κοχυλιών. Εγώ τα ‘χω ακόμα σ’ ένα νεροκολόκυθο και τα φυλάω αυτά τα κοχύλια. 
   »Χαράξαμε με το σουγιά ένα Ν κι ένα Φ σε μια αγριοσυκιά, που ήτανε όξω από την εκκλησούλα και είχαμε όρεξη να λησμονηθούμε εκεί, αν δεν μας έκραζαν από το προιάρι. Στον Παλιοπόταμο φτάσαμε κοντά στο μεσημέρι. Εκεί μάς εδέχθηκαν οι ιβαράδες, αλιέψανε φρέσκα κεφάλια και τα φκιάσανε βραστά και ψητά. Έφκιασαν και κοκορέτσι με τ’ άντερα και τα συκώτια και σφονδύλια των ψαριών, όπως φκιάνουμε εμείς στα ιβάρια, και φάγαμε σαν θεοί. Το μεσημέρι μάς έβαλαν στις πελάδες και κοιμηθήκαμε λίγο και κοντά στις τέσσερις ξεκινήσαμε να πάμε στις Σκρόφες. Οι Σκρόφες, επειδή δεν έτυχε να τις ιδείς, είναι δυο βουνά, το ένα μεγαλύτερο και το άλλο μικρότερο, η Σκροφοπούλα. Ύστερα έρχεται το κανάλι κάτω, που περνάει το παπόρι και λίγα μέτρα παρέκει είναι η Οξιά, στην περιφέρεια του Θιακιού. Έρχονται και βόσκουν εκεί τα πρόβατα του Στάικου από το Θιάκι. Εκεί κάτω στη Σκροφοπούλα είναι ένα πηγαδάκι που βγάνει λαμπρό νερό, καλύτερο απ’ το Καλαμωτό. Κινήσαμε λοιπόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, να πάμε. Οι γριές επήγαιναν μαζί και λέγανε, μου φαίνεται, για προξενιές. Η Νέννω με το κορίτσι του κυρ – Σταύρου και μια ανιψιά του επήγαιναν μπροστά. Εγώ, ο κυρ – Σταύρος, ο Αχιλλέας και ένας άλλος ιβαράς από τον Παλιοπόταμο πηγαίναμε πίσω. Αυτοί έλεγαν για τους σκάπλους που τους επείραζαν και ψάρευαν μέσα στα ιβάρια. Εγώ δεν έδινα πεντάρα γι’ αυτά. Η καρδιά μου φλουτούραγε (57) να πάω μπροστά. Μα το ένα ντρεπόμουνα που ήτανε και ξένες και το άλλο φοβόμουνα από τη Νέννω μην αρχίσει τα ίδια πάλε αλά Ρηνούλα. Πριν βασιλέψει ο ήλιος φτάσαμε στη ρίζα απ’ το βουνό. Εβγάλαμε νερό, ξαποστάσαμε, και ο ιβαράς απ’ τον Παλιοπόταμο μάς έδειχνε πού ήτανε πριν η μπούκα του ποταμού και μάς έλεγε πώς έπεσε τον παλιό καιρό εκεί ένα καράβι με σιτάρι και έτσι εβούλωσε από τα χώματα που κυλάει ο Άσπρος. Αφού ξαποστάσαμε, λέει η Νέννω: 
   » - Ανεβαίνουμε στο βουνό; 
   » - Τι έκαμε; λέει η θεια μου. Έχετε όρεξη να σας φάνε τα φίδια και οι σκορπιοί; 
   » - Εγώ θ’ ανεβώ, λέει η Νέννω με πείσμα σαν μικρό παιδί. 
   » - Κόπιασε, λένε όλοι, μονάχη σου, σαν σου βαστάει, ανέβα. 
   » - Όχι μονάχη μου, λέει, θε να ‘ρθει κι ο Φανής. 
   » - Ο Φανής δεν παλάβωσε να πάρει τα πάρακλα (58), να τσακίσει τα ποδαράκια του και να σκίσει και τα σκαρπίνια του. 
   » - Εγώ λέω πως θα ‘ρθει. 
   » - Αν πήρε το μυαλό του αέρα κι αυτουνού! λέει η θεια μου. 
   » - Αέρα, ξεαέρα θε να ‘ρθει. Δε θα ‘ρθεις, Φανή, όπου πάω εγώ; 
   »Έσκυψα το κεφάλι, εκοκκίνισα, μα πήρα ένα πάλο και ξεκινήσαμε ν’ ανεβούμε από το μονοπάτι. Η θεια μου, για καλό και για κακό, μάς έδωκε μαζί μας και τον Αχιλλέα. 
   »Δεν έχεις ανεβεί σ’ αυτό το βουνό. Τι άγριο, τι κοφτερό, τι απότομο! Άλλο να σου λέω και άλλο να το ιδείς! Στουρνάρι (59), αδερφέ, στουρνάρι, ξουράφια είναι κείνα τα λιθάρια. Και όλο τρύπες τρύπες απ’ τη θάλασσα που το καβαλικεύει, όταν είναι φουρτούνα. Λες κι είναι σκαμμένο με το σκαρπέλο, όχι βουνό, σκελετός αληθινός του βουνού, μάλιστα ως εκεί που φτάνει το κύμα, γιατί στην κορφή είναι λιγάκι ίσωμα. Πώς ανεβήκαμε κι εγώ δεν ξέρω. Ο Αχιλλέας επήγαινε μπροστά ξυπόλυτος, γιατί τα ποδάρια του είχανε γερό τομάρι από ταμπακαριό (60), όπως έχουνε τώρα και τα δικά μου. Εμείς πηγαίναμε πίσω, γλιστρώντας και λαχανιάζοντας, πότε ορθοί, πότε με τα χέρια, πότε με τα γόνατα και πότε σέρνοντας, για να μην ξεκολλήσουμε και ροβολήσουμε τον κατήφορο. Την τραβούσα, με τραβούσε, ιδρώναμε, γελάγαμε, λαχανιάζαμε, ώσπου φτάσαμε στην κορφή. Εκεί πέσαμε ξάπλα απάνω σ’ ένα ίσωμα για να ξανασάνουμε. Ο Αχιλλέας δεν έκατσε. Πήγε να χωθεί μεσ’ στ’ άγρια κι αγκαθερά χορτάρια, για να ‘βρει, λέει, το καλοχόρτι. Η Νέννω καθόταν. Εγώ, ξαπλωμένος, είχα το χέρι μου στη μέση της και κοιτάζαμε κατά την Ανατολή. Πίσω μας, στη Δύση, βαριά και ψηλή η Οξιά μάς έκρυβε τον ήλιο και τον ουρανό και μάς έκοβε το μαΐστρο. Μπροστά μας φαινόταν η λίμνη και τα ιβάρια και πέρα η χώρα και ο κάμπος σαν μια αληθινή ζωγραφιά, με γαλάζια και πράσινα και κόκκινα και άσπρα και σκούρα χρώματα, που χαιρόσουν να τα βλέπεις. Ο ήλιος, χωρίς να φαίνεται, έριχνε από τα πλάγια της Οξιάς τις τελευταίες άσπρες αχτίδες του κατά τη χώρα και σκόρπαγε την καταχνιά της λίμνης και φαίνονταν τώρα καθαρά καθαρά τα σπίτια της χώρας και οι εκκλησιές, αν και ήτανε δώδεκα ώρες μακριά με το προιάρι. Κάτω στα πόδια της Σκροφοπούλας φαίνονταν τα ιβάρια της Θολής και του Παλιοπόταμου, καλαμωτές ίσες, τρίγωνες και τετράγωνες, σαν τα σχέδια που φκιάναμε στην πλάκα τον καιρό που είμαστε στο σκολειό. Οι ψαράδες με τα προιάρια τους φαίνονταν σαν μικρά παιδάκια που παίζουνε με τα σκαφίδια (61). Μακριά, ασθενική και λιγοστή, ακουγόταν η βοή από τ’ ανοιχτό κανάλι. Αρχίσαμε να ξεκουραζόμαστε και η πρώτη κουβέντα που κάμαμε, άμα μπορέσαμε να μιλήσουμε, ήτανε: 
   » - Αχ! Τι όμορφα που είναι εδώ! 
   » - Εδώ, είπα εγώ, ήθελα να περάσω τη ζωή μου σαν ασκητής. 
   » - Μονάχος σου; λέει η Νέννω. 
   » - Όχι μονάχος μου, με σένα. 
   » - Με μένα βέβαια, λέει, τώρα που βλέπεις εμένα. Σας ιδείς άλλη, με άλλη.Της είχε ανάψει πάλε η ζήλια. 
   » - Άδικα με βασανίζεις, Νέννω, της είπα. 
   » - Εγώ, λέει, σε βασανίζω; Ή εσύ μου ‘ψησες το ψάρι στη γλώσσα, τώρα τρία μερόνυχτα; Ο Θεός το ξέρει τι τράβηξα εγώ και τι φαρμάκια ποτίστηκα, τι μαυρίλα έχει η καρδιά μου! Μα ας είναι… Τα ‘θελα και τα ‘παθα. Έχεις δίκιο και συ… Λέγοντας αυτά, έβαλε τα χέρια της στα μάτια κι αρχίνησε τα κλάματα. 
   »Ήμουνα παιδί τότε χαζό και άμαθο και τα ‘παιρνα όλα μετρητά. Δεν ήξερα το συναξάρι του έρωτα και πως αυτά είναι τροπάρια που ψάλλονται σε κάθε άγιο. Και τα λόγια της μ’ έσφαζαν. «Εγώ να την ποτίσω φαρμάκια τη Νέννω μου, που την αγαπούσα καλύτερα κι από το Θεό -τρομώ και λέω- εγώ να την κάμω να κλαίει από τη ζήλια; Εγώ να κοιτάξω άλλη γυναίκα;» Και θυμόμουνα την κρυφή χαρά που είχα αισθανθεί, όταν έμαθα πως θα ‘ρθει η Ρηνούλα, και μου ‘ρχόταν να σκοτωθώ γι’ αυτό. Στο τέλος δεν εβάσταξα κι εγώ. Πλημμύρισε η καρδιά μου και με πήρε το παράπονο. Έπεσα στην ποδιά της και την επότισα με δάκρυα σαν το μικρό παιδί: 
   » - Όχι, Νέννω μου, της έλεγα, όχι, μην πικραίνεσαι εσύ. Όχι, για μένα δεν υπάρχει άλλη γυναίκα, κόσμος δεν υπάρχει άλλος από σένα. Εσύ είσαι το φως μου, εσύ είσαι η ψυχή μου. Μην κλαις, Νέννω μου. Τι θέλεις, να σκοτωθώ; Μην κλαις και με σφάζεις, μην κλαις και με πεθαίνεις. Σώπα! Και της φιλούσα τα χέρια, τα γόνατα, την ποδιά. 
   »Παρηγορήθηκε. Εσφόγγισε τα κοκκινισμένα μάτια της, μου ‘πιασε το κεφάλι με τα δυο της χέρια, μου σφόγγισε τα δάκρυα, μ’ εκοίταξε κατάματα χαμογελώντας ανάμεσα στα κλάματα, μου παραμέρισε τα μαλλιά και με φίλησε στο μέτωπο. Ύστερα μ’ έπιασε από το χέρι και μου είπε: 
   » - Σήκω τώρα. Είμαι ευχαριστημένη.  
   »Απάνω στην ώρα ήρθε και ο Αχιλλέας με το καλόχορτο στα χέρια και μας λέει: 
   » - Ας πάμε τώρα τον κατήφορο. Εγώ την έκαμα την κουμπάνια (62) μου, θα βγάλω κάνα τάλαρο από τούτο που ‘μασα, γιατ’ είναι περίβαλτο (63) για τσ’ κάλοι. Εγώ το δίνω και τσ’ αρχόντοι, στον κυρ - Ασμάκη τον Παττά, στον κυρ - Σπύρο τον Τενεκέ, λέει ο λόγος. 
   »Κατεβήκαμε. Μάς μάλωσαν λίγο που αργήσαμε και μείναμε εκείνο το βράδυ στον Παλιοπόταμο. Το άλλο απόγιομα, κατά τις τρεις που ‘χε γυρίσει ο πονέντης και δυνάμωνε το μαΐστρο, ξεκινήσαμε να πάμε απ’ όξω από το κανάλι. Πότε διπλαρώναμε στο λούρο της Θολής, πότε ξεμακραίναμε κατά το κανάλι, για να ‘χουμε λίγο κύμα, να γελάμε. Άμα βλέπαμε πουθενά κι άσπριζαν τα ζαμπάκια (64) που φυτρώνουν μοναχά τους στο λούρο της Θολής και του Καλαμωτού κι ευωδιάζει ο τόπος όλος, ως το κανάλι, εβγαίναμε εγώ και η Νέννω, για να μαζέψουμε. Οι άλλοι βαριόνταν ή δειλιάζανε. Αχ! Τι ώρες ήταν εκείνες! Τι γλυκό απόγιομα περάσαμε κάτω από τα μυρωδάτα κέδρα της Θολής κι απάνω από τα μαλακά ζαμπάκια π’ ανάσταιναν νεκρό! Τα χέρια, το λαιμό, τα μάγουλά της, τα μάτια, το στόμα, το σαγόνι, τα φρύδια, τα μαλλιά, τ’ αυτιά της ακόμα, όλα, όλα τα ‘χω σκεπασμένα με χιλιάδες γλυκά, αλησμόνητα φιλιά. Πάει, πάει και η θρησκεία, πάει και η κόλαση κι ο φόβος κι η αμαρτία, όλα, όλα λησμονήθηκαν εκείνες τις στιγμές. Α! Τι θηρίο που είναι ο άνθρωπος! Κι ύστερα παραπονιόμαστε που γίνονται σεισμοί και πέφτουν αρρώστιες και φτώχεια και φυλλοξήρα. Δε λέμε καλύτερα πώς μάς βαστάει η γης, τέτοιοι που ‘μαστε, και δε σχίζεται να μάς καταπιεί μια ώρα αρχύτερα! Και πάλι λέω: Τι τη θέλουμε την κόλαση, τι τους θέλουμε τους διαβόλους με την ουρά και με τα κέρατα, που τρώνε σαν λυσσασμένοι τους αμαρτωλούς; Κόλαση είναι αυτός ο κόσμος, διάβολοι είμαστε μεταξύ μας. Ποιος να μου το ‘λεγε εμένα εκείνη τη στιγμή που περιφρονούσα το Θεό -τρομώ και λέω- κι ήθελα να πεθάνω στην αγκαλιά της, με το στόμα κολλημένο στο γλυκό της στόμα, ποιος να μου το ‘λεγε πως θα ‘τανε η τελευταία μέρα της ζωής μου, πως εκείνο το ζαχαρένιο στόμα θα γινόταν για μένα δηλητήριο, πως θα μ’ έσφαζαν εκείνα τα τριανταφυλλένια χέρια και θα μ’ έπνιγε η μαλακή, η μυρωμένη αγκαλιά της; Έτσι είναι. Ο Θεός μισάει την αμαρτία, και μάλιστα τέτοια βρωμερή και σιχαμένη και θανάσιμη αμαρτία. Μα ο άνθρωπος τα πληρώνει εδώ απάνω και κανείς μην καυχηθεί πως θα ξεφύγει από του Θεού το χέρι, όπως δεν εξέφυγε και ο Δαυίδ και ο Σολομών και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Και τι είναι η κόλαση και τα καζάνια και η πίσσα και το κατράμι και ο πύρινος ποταμός και η δίψα και το σκοτάδι και τα άλλα βασανιστήρια του Άδου, μπρος στης καρδιάς τα βάσανα, μπρος στη λύσσα της ζήλιας, μπρος στην περιφρόνηση εκείνης που ‘χες για Θεό σου και λάτρευες για Παναγιά σου; Μα ας πάμε με τη σειρά. 
   »Γυρίσαμε στο Σκοινιά το βραδάκι. Ο μαΐστρος είχε μολαϊμίσει και, επειδή ήτανε χάση του φεγγαριού ακόμα, είχε βαρέσει η ρήχη (65). Το προιάρι δεν εζύγωνε. Δώσαμε, πήραμε με το σταλίκι, μπήκανε στη θάλασσα οι ψαράδες να τ’ αμπώξουνε, τίποτε. Δεν ξεκόλλαγε. Τότε άλλος τρόπος δεν ήτανε παρά να ξυπολυθούμε και να μπούμε και μεις στο νερό. Η θάλασσα ήτανε ζεστή ακόμα από τον ήλιο και οι γριές δεν άργησαν. Ξυπολύθηκα κι εγώ. Ετοιμάστηκε να ξυπολυθεί και η Νέννω. Εγώ ντράπηκα για λογαριασμό της που ήτανε άντρες εκεί, ζήλεψα ίσως και λίγο, και δεν την άφησα. 
   » - ‘Οχι, της λέω, μην ξυπολιέσαι εσύ, θα κρυώσεις. Εγώ σε παίρνω καβάλα. 
   » - Θα πέσετε και οι δύο μέσα, έλεγαν οι άλλοι. 
   » - Όχι, δε θα πέσουμε. Έλα, έλα. Στηρίχτηκε, έκατσε απάνω στα χέρια μου και μ’ έπιασε κι αυτή από το λαιμό! Αισθανόμουν τα χέρια της στο πρόσωπό μου και στα μαλλιά μου την αναπνοή της. Το βάρος μού φαινόταν πούπουλο κι έλεγα να μην τελειώσει ο δρόμος».
 
   «Ως εδώ φτάνει η χαρά μου. Ύστερα γυρίζει το φύλλο. Μα στάσου να γυρίσουμε και το πανί, γιατί μάς πάει κατά τον Πάπα. Να πάρουμε και τούτη τη βόλτα, για να σε βγάλω στον Ανεμόμυλο. Μα τώρα θα τελείωσε η μουσική και θε να ‘φυγε κι ο κόσμος, που ‘θελες ν’ ακούσεις ξύλα κούτσουρα, περσινά ξινά σταφύλια». 
   «Βάλε πλατιά, Φανή, να γυρίσουμε», του είπα. «Και δε με μέλει εμένα για μουσική, μοναχά λέγε την κουβέντα σου». 
   «Αφού το θέλεις, λέω. Για μένα είναι γλυκός ο πόνος να τα θυμούμαι. Κι ύστερα από σαράντα χρόνια θα τα θυμούμαι σαν να ‘ταν χθες. Να μη στα πολυλογώ, την άλλη μέρα το απόγιομα λέει η Νέννω: 
   » - Πάμε και μεις, Φανή, στο Καλαμωτό, που θα πάει το παιδί για νερό, να ιδούμε πώς σκάβουν και το βγάνουν, μην εύρουμε και κανένα ζαμπάκι; 
   »Πότε της είπα όχι σε τίποτε; Μπήκαμε στο προιάρι με τις βαρέλες και πήγαμε. 
   »Το παιδί έσκαφτε στον άμμο με το φκυάρι για να βγάλει νερό και μεις επήγαμε παρέκει στο γιαλό και ξαπλωθήκαμε απάνω στα φύκια, που είναι σωρός ως εκεί πάνω. Δυο παρτίδες αρμένιζαν από τη Ζάκυθο, ένα καράβι και μια γολέτα, και τα κοιτάζαμε. Ξαπλώθηκα στα γόνατά της κι αρχίνησε το τραγούδι. Αυτή μού χάιδευε τ’ αυτί κι εγώ μ’ ένα καλάμι στο χέρι έγραφα στον άμμο τ’ όνομά της. Ακουγόταν τώρα δυνατή η βοή του καναλιού. Εγώ είχα σαν ένα πλάκωμα στην καρδιά μου, μα δεν έλεγα τίποτε. 
   »Άξαφνα ακούμε πίσω μας μια φοβερή ποδοβολή, ένα θόρυβο δαιμονισμένο, σαν να περνούσε μια πυροβολαρχία ή σαν να ‘πεφταν στο πλάγι μας αστροπελέκια. Ξαφνιασμένοι γυρίζουμε πίσω μας και μένουμε σαν ξεροί. Ως τριάντα μαύρα θηρία, με μεγάλα μαύρα κεφάλια, με κατάμαυρα τρομερά κέρατα, έρχονταν κατά πάνω μας. Έσκαφταν βαθιά τη γη με τα πλατιά ποδάρια τους και σαν σύγνεφο σηκωνόταν ο άνεμος. Μούγγριζαν, σκουντιόνταν, κερατίζονταν. Εμένα μου ήρθε ορμή να πέσω στη θάλασσα. 
   » - Μη φοβάστε, μη φοβάστε, μάς φώναξε κάποιος. Μα εμένα με κράτησε άλλη φωνή: 
   » - Μάνα μου! έβγαλε η Νέννω μια φωνή και λιγοθύμησε. Την άρπαξα στην αγκαλιά μου, τη ράντισα με θάλασσα, την κούνησα, της φώναξα, ήρθε και το ψαρόπουλο και μόλις και μετά βίας από ώρα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και συνήρθε. Μα έτρεμε ακόμα από το φόβο της, ήτανε κίτρινη σαν το λεμόνι και δε μπορούσε να βγάλει μιλιά. Την πήραμε σχεδόν στα χέρια και την πήγαμε στο προιάρι. Έτρεμε ολόβολη (66). Κρύο δυνατό την είχε πιάσει. Έβγαλα το σουρτούκο μου (67) και την εσκέπασα. Της εζέσταινα τα χέρια μέσ’ στα δικά μου. Τα είχα κι εγώ σαν χαμένα». 
   «Μα τι ήτανε αυτά τα θηρία; Όνειρο τα είδατε»; ερώτησα το Φανή. 
   «Μωρ’ τι όνειρο! Ήτανε τα βουβάλια του Βαλανδρέα από το Νιχώρι, που βόσκουν στον κάμπο του Νιχωριού κι όταν τα πιάνει η κάψα, διψάνε κι έρχονται να ποτιστούνε στο Καλαμωτό. Περνάνε τη μπούκα κολυμπώντας κι έρχονται στο Καλαμωτό και χαλάνε τα μποστάνια των ψαράδων. Τότε είχαν έρθει και τα κυνηγούσε ένα ψαρόπουλο με τη σέσλα (68) για να τα διώξει και γι’ αυτό τρέχανε. Δε χτυπάνε ποτέ, εκτός αν είναι λυσσασμένα, κι όταν κουκνιάζουν (69) το Μάη. Μα τι μάς έκανες εμάς, δεν τα ξέραμε και πάθαμε αυτό το κακό! 
   »Είδαμε και λάβαμε όσο να φτάσουμε στο Σκοινιά. Σ’ αφήνω τώρα να καταλάβεις την ταραχή της θειας μου και του μπάρμπα μου τη φωνή, τα χολογήματα (70), τις κατάρες στην ώρα που ξεκινήσαμε, στα βουβάλια και σ’ εκείνον που τα ‘χει, τις παρακάλιες στον Άϊ – Σώστη, τους σταυρούς, τις μετάνοιες, τα δόξα σοι ο Θεός που δε μας πείραξαν κι όλα εκείνα που κάνουν οι μανάδες σε τέτοιες περιστάσεις, προ πάντων όταν το ‘χουν μονάκριβο το παιδί τους. Κι εμέ να μου φαίνεται πως τα ‘φταιγα εγώ, γιατί, αν δεν ήθελα εγώ, η Νέννω δε θα επήγαινε μοναχή της. Κι άφησε να μου ‘ρχεται η ιδέα πως ήτανε αυτό τιμωρία Θεού για την αμαρτία μας και πως η Νέννω θα πέθαινε απ’ αυτό. Εννοείται πως η απόφασή μου ήτανε να μη ζήσω ούτε μια στιγμή, αν πάθαινε τίποτε. Μα τι το όφελος, να χανόμαστε έτσι! 
   »Με σφιγμένη την καρδιά επήγαινα κρυφά στην πελάδα μου ή όπου έβρισκα μοναξιά, από κάτω από κανένα σκοίνο ή καμιά αγράμπελη ή αγριομουριά, κι εγονάτιζα, κι εχτυπούσα το στήθος μου κι έκλαιγα για να δείξω στο Θεό τη μετάνοιά μου, όπως έκανε ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε το Χριστό, και ορκιζόμουνα να γιατρευτεί και να μην της πιάσω ποτέ το χέρι. Έταζα να πάω καλόγηρος, να γίνω ασκητής, να λυώσω το κρίμα μου και το κορμί μου, να ξυω το μάρμαρο και να τρώω, σαν τον όσιο Παλαμά, να ζωστώ με μάλλινες φασκιές, σαν τον άγιο Συμεών το σαλό… και τι δεν έταζα, όταν μου ερχόταν η ιδέα πως η Νέννω πάσχει από τις αμαρτίες μας! Με όλα αυτά όμως η ξαδέρφη μου δεν έπαιρνε το καλύτερο. Η κάψη της ανέβαινε, παραμιλούσε κιόλα κάποτε κι έλεγε τ’ όνομά μου. Και τότε νέος τρόμος μ’ έπιανε εμένανε, μήπως φανερώσει τίποτε στο παραμίλημά της. 
   »Αφού έκαμαν όλα τα γυναικεία, ξόρκια, ταξίματα και ρεμέντια (71) είδανε κι απόειδανε κι αποφάσισαν να πάμε ούλοι μέσα. Ετοιμαστήκαμε, είπε ο μπάρμπας μου να φκιάσουν στο προιάρι έτσι σαν τέντα με το πανί και να πάμε αμπώνοντας. Μα και πάλε φοβόντανε μην κρυώσει χειρότερα αν πάμε νύχτα, μην τη βαρέσει το λιοπύρι, αν πάμε μέρα. Κόντευε να χάσουμε τα μυαλά μας, όταν έρχεται ο Μπούνιος που ‘παιρνε τα ψάρια του Προκοπανίστου και μας λέει πως ήρθε στον Προκοπάνιστο ο γιατρός ο Πολύβιος να περάσει δυο – τρεις μέρες με την οικογένεια του κυρ – Σταύρου, που ‘χανε τότε πολλές σχέσεις. Είχανε, μου φαίνεται, και κουμπαριά, έλεγαν πως θα τον κάμουν και γαμπρό. Τον θυμάσαι και του λόου σου το γιατρό τον Πολύβιο πώς ήτανε τότε στα γιάμια (72) του. Τώρα αχάμνινε και ξέπεσε κιόλας από το τζόγο και τις καλοσύνες -μα τότε ήτανε γαμπρός περιζήτητος, όμορφος, όπως ήτανε αλήθεια, ξανθός, παχύς, άσπρος σαν το γάλα, ό,τι είχε έρθει από την Ευρώπη, με όνομα, με πελατεία που δεν την είχε κανένας. Πολύβιος απάνω και Πολύβιος κάτω. Αυτός ήτανε ο αληθινός βασιλιάς του τόπου μας. Τον καμάρωναν οι μανάδες και οι πατεράδες και τα κορίτσια πέφτανε για δαύτονε από τα παραθύρια. Μα άκου να σου πω τώρα και μάθε το από μένανε. Άμα βλέπεις άνθρωπο ξανθό και παχύ και γλυκομίλητο και πολυλογά, να ξέρεις πως είναι σαχλός και σιχαντερός. Και άμα είναι κιόλα γιατρός κι έχει σπουδάσει στα Παρίσια, να το ‘χεις βέβαιο πως είναι αγύρτης και άτιμος και επικίνδυνος. Μακριά, όσο μπορείς, από τέτοιο άνθρωπο κι ας τον λέει ο κόσμος και θεό. Γιατί ο κόσμος τις περισσότερες φορές δεν ξέρει ούτε τι κάνει, ούτε τι λέει. 
   »Τότε δεν τα ‘ξερα όλα αυτά. Μα όσο για το γιατρό τον Πολύβιο, ήξερα πως είναι άτιμος, γιατί ερχόταν στο σχολείο -θα το θυμάσαι και του λόου σου- και μεις οι μαθητές το λέγαμε μεταξύ μας. Μα κι αν τα ‘ξερα, τι θα ‘κανα που της θειας μου τής φάνηκε πως τον έστειλε ο Θεός και ο Άϊ – Σώστης μέσ’ στα χέρια μας! Χωρίς πολλά λόγια αποφάσισαν να τον προσκαλέσουμε κι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να τον πάρω με το ψαρόπουλο, επειδή, λέει, ήξερα πώς να τον κουβεντιάσω, σαν να χρειαζόταν και σ’ αυτό διπλωματία, βλέπεις. 
   »Επήγα πράγματι την άλλη μέρα πρωί – πρωί και τον ηύρα που ‘παιρνε τον καφέ του με το γάλα. Ό,τι είχε βγει από το λουτρό και καθότανε πλατιά – πλατιά με μία πουκαμίσα εξήντα νούμερο και με το σώβρακο μπρος στις γυναίκες, χειρότερα από μας τους ψαράδες. Ετράβαγε πούρο και διάβαζε και μια φράγκικη εφημερίδα. Τριγύρω του στέκονταν οι άλλοι και τον υπηρετούσαν και, καθώς μου φάνηκε, δεν έκρεναν δυνατά, αν δεν τους έκρενε εκείνος. Καταλαβαίνεις τώρα με πόση συστολή επήγα κοντά και με τι καρδιοχτύπι του ‘πα μπερδευτά – μπερδευτά να ‘ρθει να ιδεί την ξαδέρφη μου που ‘ναι άρρωστη. Έκαμε πως δεν άκουσε και τράβηξε μια ρουφηξιά πούρο και γύρισε ένα φύλλο της εφημερίδας που ‘χε ζωγραφιές που οι άλλοι κοίταζαν από μακριά με λοξό μάτι. Τι τα θέλεις! Η πόζα είναι μεγάλο πράμα και καλότυχος που την καταφέρνει όπου πρέπει! Οι άλλοι μ’ άκουσαν τι του είπα, μα κανείς δεν ετόλμησε να του διακόψει το σοφό του διάβασμα. Πάλι του ξαναείπα: 
   » - Κυρ γιατρέ… σε παρακαλεί… 
   »Ανασήκωσε τα μάτια του από το χαρτί, κρύφτηκε στον καπνό που ‘βγαλε το πούρο του και με κοίταξε, όπως δεν κοιτάζουμε εμείς το διακονιάρη που μας ζητάει μια πεντάρα ή τη χελώνα που κλωτσάμε στον κάμπο με το ποδάρι μας. Αυτό μ’ άναψε και μένα και μ’ ωφέλησε, γιατί δυνάμωσε τη φωνή μου και του είπα ό,τι ήθελα. Στάθηκε λίγο, ξανακοίταξε την εφημερίδα κι ύστερα, χωρίς να με κοιτάζει, μού είπε: 
   » - Και πού είναι αυτή η εξαδέλφη σου; 
   » - Εδώ στο Σκοινιά σας είπα. Ήρθαμε με το προιάρι να σας πάρουμε. Σας παρακαλώ… 
   » - Καλά… περίμενε. 
   »Και φυλλολόγαε (73) την εφημερίδα. Τότε άνοιξαν και οι άλλοι τα στόματά τους να με ρωτήσουν, αν είναι βαριά, και να τον παρακαλέσουν να κάμει λίγο γρήγορα. Εσούφρωσε τα φρύδια του, βλαστήμησε που δεν τον αφήνουν ως κι εδώ ήσυχο και, τέλος, με άργητα το αποφάσισε να ντυθεί και να έρθει. Στο δρόμο διάβαζε πάλι και κάπνιζε, χωρίς να μιλάει. Μοναχά από ώρα σε ώρα μου ‘δινε καμιά διαταγή σαν να ‘μουνα κοπέλι του. Αχ, αναθεματισμένα β’βάλια τι σας χρώσταγα να μού κάμετε τόσο κακό! Ύστερα από τόσα χρόνια που πέρασαν και από τόσα άλλα κακά που έπαθα, έχω ακόμα -το πιστεύεις;- ένα μίσος σ’ αυτά τα ζώα. Και όταν τώρα πηγαίνω κάποτε εγώ να τα διώξω από τα μποστάνια, αλύπητα τα βαρώ με το φκυάρι ή με τις πέτρες ή με το σταλίκι. 
   »Εφτάσαμε τέλος πάντων στο Σκοινιά, άλλη πόζα εκεί ο εξοχότατος, άλλα κομπλιμέντα από όλους. Τον επήγαμε στο μεγάλο καλύβι, που ήτανε η Νέννω πεσμένη. Στάθηκε ορθός, αν και του δώσαμε τρεις καρέκλες. Τον εκοίταζα στα μάτια. Μου φάνηκε πως η πόζα αρχίνησε λίγο να πέφτει, όταν την είδε έτσι στα κάτασπρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα μαλλιά σκορπισμένα στο καθαρό μαξιλάρι, με τα μάτια σφαλιστά, με τα μαύρα μακριά της τσίνορα, κόκκινη κόκκινη από τη θέρμη που της είχε ανάψει. Της έπιασε το χέρι, το κεφάλι, το λαιμό, και ύστερα είπε να την ανασηκώσουν για να την εξετάσει και στο στήθος. Τι είχε; Πούντα είχε ή περιπλεμονία (74) για να την εξετάσει και στο στήθος; Θέρμη ήτανε από το φόβο της, κινίνο ήθελε, όπως και της έδωκε ύστερα. Η μάνα της την ανασήκωσε και η Νέννω άνοιξε τα μάτια της και τον εκοίταξε. Μα η ματιά της ήτανε χαμένη σαν από τον άλλο κόσμο. Την ξεκούμπωσε -ω, λύσσα που την είχα εκείνη τη στιγμή, ακουμπισμένος στη μεσιανή κολώνα του καλυβιού, μακριά!- έβαλε μια πετσέτα κι ακούμπησε τ’ αυτί του στα στήθια της, ύστερα στις πλάτες της, την εχτύπησε με το χέρι παντού, της είπε να πάρει ανάσα, να βήξει, να πει «τριάντα-τρία» πολλές φορές και ύστερα την άφησε τέλος πάντων. Χωρίς να κοιτάξει κανένανε από μας που τον κοιτάζαμε στα μάτια, έβγαλε το πορτοφόλι του κι έγραφε τη συνταγή. 
   » Τι έχει γιατρέ; τον ερώτησε η μάνα της. Είπε ένα ελληνικό που δεν το νόησε κανείς μας. Η μάνα της άρχισε να του λέει την ιστορία, πώς συνέβηκε. Αυτός έγραφε. Στο τέλος λέει: 
   » - Μα, ας μην κάνουν τέτοιες ανοησίες. Όλοι γύρισαν και με κοίταξαν, σαν να ‘φταιγα εγώ για την αρρώστια της. Ύστερα μάς έδωκε τη συνταγή. 
   » - Να στείλετε, λέει, να της πάρετε αυτό το φάρμακο, τώρα το πρωί είναι λίγο σέντλιτο, σέγκλιτο -κάτι τέτοιο είπε- να παίρνει ένα ζεύγος κάθε ώρα. Θα ρίχνει τη μια σκόνη στο ποτήρι και σ’ ένα άλλο ποτήρι την άλλη από το ζεύγος με λίγο βύσσινο ή άλλο τι εύποτον, καταλάβατε; Έπειτα να ανακινεί με εν κοχλιάριον (75) το εν και κατόπιν να το αναμιγνύει και να πίνει το εν ζεύγος. Αναλόγως και τα άλλα κατά ώραν. Καταλάβατε; 
   »Ανοίξαμε όλοι τα στόματά μας. Τόσο μπερδεμένα ήτανε. Οι άλλοι εκοίταζαν εμένα κι αυτός εγύρισε να με ρωτήσει αν το κατάλαβα. Εγώ αρχίνησα να τα πω, μα έστριψε τα μούτρα του. 
   » - Δε θα κάμετε τίποτε, είπε. Φοβούμαι μήπως αναμείξετε τα ζεύγη και πάθουμε τίποτε. Κι αρχίνησε να μας το ξαναπεί. Τότε η θειά μου έλαβε το θάρρος να τον παρακαλέσει, με πολλά κομπλιμέντα, να μείνει το γιόμα αν είναι δυνατόν. Αυτός καμώθηκε στην αρχή, ύστερα είπε να στείλουν να του φέρουν ένα βιβλίο που ‘χε στον Προκοπάνιστο και τ’ απεφάσισε να μάς τιμήσει εις το γεύμα δια της παρουσίας του. Τότε πλια άρχισαν οι περιποιήσεις στο ιβάρι μας. Κι ο Άι – Σπυρίδωνας ο θαυματουργός να ήτανε, δεν θα τον κολάκευαν έτσι. Άφησαν και την άρρωστη, για να περιποιούνται το γιατρό. 
   »Εγώ τι να σου πω! Ήμουνα ή δεν ήμουνα, κανείς δε με λογάριαζε. Μ’ είχανε μοναχά για να υπηρετώ κι εγώ και να κάνω κάποτε και το δραγουμάνο, σαν να μην εκαταλάβαινε τα ρωμέικα η αφεντιά του, σαν να ‘χε γεννηθεί στη Λόντρα ή στα Παρίσια. Άφησε πλια τις κουβέντες της θειας μου με την Περσεφόνη τη γυναίκα ενός ψαρά, που την είχαν φέρει και αυτή για περιποίηση, από την ημέρα που αρρώστησε η Νέννω. Δεν ήξεραν τι να πρωτοθαυμάσουν. Την ομορφιά του την αγγελική, την επιστήμη του, που δεν την είχε άλλος στον κόσμο ή την καλοσύνη του; «Ακούς εκεί, μωρ’ αδερφή, τέτοιος άνθρωπος να καταδεχτεί να κάτσει για να της δώσει μόνος του το γιατρικό!» Το γιατρικό ήρθε, τής το ‘δωκε μόνος του, και -μα την κακή του την ημέρα- την ωφέλησε αμέσως. Καθάρσιο ήτανε, βλέπεις, την ενέργησε, ίδρωσε, της έπεσε η κάψη. Τότε πλια τον ανέβασαν στα ουράνια. Στο τραπέζι τον έβαλαν στην απάνω μεριά, του ‘βαλαν προσκέφαλα να κάτσει, του ‘βαλαν μπροστά του το καπόνι που ‘χαν σφάξει, ψάρια, βοτάραχα, ρεβανί, του ‘παν ένα εκατομμύριο φορές «μάς συγχωρείς, μάς συγχωρείς» για τούτο, για κείνο, για όλα. Κι αυτός έφαγε έναν κόρακα, σαν να ‘τανε νηστικός ένα μήνα ή σαν να ‘ρχόταν από κλείσιμο γυροβολιάς. Ύστερα το ‘βαλε στο κρασί με τα ροδάκινα. Κι όσο έπινε, τόσο έπεφτε η μεγάλη πόζα του και λυότανε ο γλωσσοδέτης του. Τώρα το ‘βαλε στη φλυαρία. Έλεγε, έλεγε για την Αθήνα, για την Ευρώπη, για τις σχέσεις που είχε, για τα μεγαλεία, τις διασκεδάσεις, τα θέατρα, που κανείς μας δεν εκαταλάβαινε. Το ‘φερνε με τρόπο να πει πως είχε σχέσεις με μεγάλους, πως τον προξενολόγαγαν από χίλιες αρχοντοπούλες με εκατομμύρια, πως είχε ένα σωρό ερωμένες – τέλος πάντων όλο για τον εαυτό του κι όλο στο μεγαλείο το χτύπαγε. 
   »Ο μπάρμπας μου σαν να βαρέθηκε λίγο κι είπε πως έχει δουλειά κι έφυγε. Η θεια μου και η Περσεφόνη τον άκουγαν χάσκοντας κι από ώρα σε ώρα έδιναν καμιά απάντηση που δεν ταίριαζε διόλου ή ρωτούσαν τίποτε χαμένα που, αν ήτανε άλλος, θα ‘κοβε αμέσως την κουβέντα. Μα αυτός είχε το σκοπό του. Φυσικός αγύρτης, όπως είδα κι άλλους ύστερα εις τη ζωή μου, προ πάντων γιατρούς, πολιτικούς, και από εκείνους που γράφουν τις εφημερίδες. Γιατί η τύχη μου μ’ έριξε σε πολλά. Εγώ σιχάθηκα ν’ ακούω περισσότερο και σηκώθηκα και πήγα κοντά στη Νέννω, με όλα τα νοήματα που μου ’κανε η θεια μου μην τύχει και προσβαλθεί ο εξοχότατος. Η ξαδέρφη μου είχε ιδρώσει. Ο ύπνος την είχε ωφελήσει και άνοιξε τώρα τα ματάκια της γλυκά – γλυκά κι αδύνατα και με κοίταζε. Έβαλα το χέρι μου στο κεφάλι της. Ήτανε δροσερή. 
   » - Σε ξύπνησα, Νέννω; την ερώτησα. 
   » - Όχι, δεν εκοιμόμουνα. Εγώ τ’ άκουγα όλα όσα ελέγατε… 
   » - Τις σαχλαμάρες του γιατρού; 
   » - Δεν έλεε σαχλαμάρες, με συγχωρείς. Έλεε για την Ευρώπη, τι ζωή περνούν οι καλότυχοι! Ωστόσο στο τραπέζι άκουσαν που μιλάγαμε και σηκώθηκαν και ήρθανε. 
   » - Καλά είσαι, μάτια μου; Καλά; ρωτούσαν οι γυναίκες. Κι ο γιατρός πλησίασε σα θεός, αφού αυτός ήταν που ‘καμε το θαύμα: 
   » - Ε, τσατσαμάρω (76), της λέει, πώς πάει το κουράγιο; Και της έδωκε χαϊδευτικά μια μυτιά (77). 
   » - Καλά, γιατρέ μου, σας ευχαριστώ. Σε σας θα χρεωστώ τη ζωή μου. 
   » - Όχι δα! έκαμε ο γιατρός καμαρώνοντας. 
   » - Αλήθεια, αλήθεια! είπανε κι οι άλλες γυναίκες κι ο εξοχότατος καμάρωνε περισσότερο. Ψηλάφησε πάλι την κοιλιά της και το στήθος της και της είπε: 
   » - Ε, θέλεις τώρα να φας; 
   » - Ό,τι πείτε σεις γιατρέ. 
   » - Εγώ λέω να φας κάτι. 
   » - Αφού το λέτε, τρώω. 
  »Ο γιατρός θρονιάστηκε τώρα στο κεφάλι της κι άρχισαν τις κουβέντες, σαν να γνωρίζονταν από χίλια χρόνια. Αυτή τον ευχαριστούσε με τα λόγια και με τις ματιές και με το γλυκό της χαμόγελο για την καλοσύνη του και τη σωτηρία της. Αυτός άρχισε να χωρατεύει μαζί της και να διηγείται πόσους άλλους και άλλες άρπαξε από το στόμα του Χάρου. Μα πόσους έστειλε άναυλα (78) στον Κάτω Κόσμο δεν έλεγε, όπως δε λένε ποτέ οι εξοχότατοι. Οι γυναίκες επήγανε να ετοιμάσουν το φαί για το βράδυ. Εγώ έκατσα σε μιαν άκρη, χωρίς κανείς να με χαμπερίζει (79), και τους εκοίταζα. 
   »Από κείνη την ημέρα άρχισε για μένα ζωή βασανισμένη, μαρτύριο που σαν κι αυτό δεν επέρασε ούτε η αγία Ειρήνη, όταν την έκαψαν ολοζώντανη οι διαβόλοι και έμενε μοναχά το στόμα της για να προσεύχεται. Εκείνη τουλάχιστον έβλεπε μπροστά της τους αγγέλους και την παράδεισο, ενώ εγώ δεν έβλεπα άλλο παρά την κόλαση και σε τούτη τη ζωή και στην άλλη. Αχ! Να μη σου το χρωστάει ο Θεός να ‘ρθεις στη θέση μου. Μα αν έρθεις καμιά φορά, θα καταλάβεις τι θα πει να σ’ αρπάζουν τη χαρά απ’ την καρδιά σου, να σ’ αρπάζουν την ελπίδα, το θησαυρό σου, μέσα στην ώρα που νομίζεις πως τον κατέχεις όλο δικό σου! Και τι είναι ο θησαυρός που παίρνουν οι κλέφτες από το φιλάργυρο, τι είναι η ίδια η ζωή, όταν μάς την αφαιρεί το χτικιό μέσα στη νιότη μας, μπρος στο μαρτύριο που τραβάει η ψυχή, όταν της παίρνουν τη λατρεία της, εκείνη που αγαπούσε περισσότερο από όλο τον κόσμο, περισσότερο ακόμα κι από τον εαυτό της; Και δεν είναι μοναχά αυτό, είναι και η περιφρόνηση που αισθάνεσαι, η ντροπή να σε τσαλαπατάει ο άλλος, να μη σε λογαριάζει για τίποτε. Αχ! Πώς σε μια στιγμή, για έναν ψεύτη, που θα ‘χε πει τα ίδια σε χίλιες πρωτύτερα, για έναν αγύρτη που δεν της έκαμε άλλο καλό παρ’ ό,τι θα της έκανε και κάθε άλλος με μια δραχμή, πώς λησμόνησε και περιφρόνησε μια καρδιά που τη λάτρευε σαν τη δική μου; Και ωστόσο τη λησμόνησε! 
   »Από τότε η θέσις μου ήτανε ελεεινή. Δεν ήξερα κι εγώ πώς να φερθώ. Μου ‘ρχόταν να της πέσω στο λαιμό και να της πω πως είναι ψεύτης, άτιμος, αισχρός. Να της πω όσα λέγανε στο σχολείο για δαύτον, πράματα που δε λέγονται, ούτε σε άνδρα, όχι σε κορίτσι, ίσως και τον μισήσει, ίσως και τον σιχαθεί. Μα πώς να τολμήσω τέτοιο πράμα, αφού έβλεπα να τον λατρεύει, να τον κοιτάζει στα μάτια, να κρέμεται από τα χείλη του, όταν μιλεί,να του κάνει αυτή περισσότερο έρωτα, ενώ εκείνος εθυμότανε κάποτε και την πόζα του! Δε θα μ’ έδιωχνε; Δε θα μ’ έβριζε; Δε θα με κορόιδευε; Και τι ήμουνα στο τέλος εγώ; Ένα παλιόπαιδο φτωχό, μαθητής του γυμνασίου, χαμένο πράμα και -το χειρότερο- πρώτος της ξάδερφος. Γιατί εζήλευα; Τι δικαίωμα είχα να την κοιτάζω, να την φυλάγω, να τη τυραννώ; Είχα, θα πεις, το δικαίωμα της αγάπης. Μα και ο άλλος τής έδειχνε την ίδια αγάπη. Και τι ήτανε ο άλλος; Ο περιζήτητος γαμπρός του τόπου μας, το καμάρι των κοριτσιών, που θα την ζήλευαν όλες αν τον έπαιρνε. Αυτά και άλλα τέτοια ένα σωρό γύριζαν στο δόλιο μου κεφάλι και πότε μ’ έκαναν γκρινιάρη, ιδιότροπο, κακό, πότε κοίταζα να φαίνομαι αδιάφορος και περήφανος, κι ας μ’ έσφαζαν μέσα μου δίκοπα μαχαίρια. 
   »Κάποτε ήθελα να τους φυλάγω, δεν τους άφηνα μοναχούς μια στιγμή, τους γινόμουνα βαρετός και μου το ‘δειχναν. Κάποτε τους άφηνα ελεύθερους, μάλιστα τούς έκανα και πλάτες. Κι όταν με κοίταζαν μ’ ένα χαμόγελο χαρούμενο και κοροϊδευτικό, χαμογελούσα κι εγώ σαν να τους έλεγα: - Καλά κάνετε. Χτυπάτε. Τ’ αξίζω. Αυτοί είχαν πάρει δρόμο. 
   »Το βράδυ της ίδιας ημέρας τον παρακάλεσαν το γιατρό να μείνει στο Σκοινιά. Έμεινε, αν και με κάποια δυσκολία. Την άλλη μέρα έμεινε ευκολότερα. Την άλλη χωρίς παρακάλια και χωρίς καν να του το ειπούνε. Οι γυναίκες το ‘χανε κρυφή χαρά. Ο μπάρμπας μου ούτε ζεστός ούτε κρύος. Τον καλότρεφαν μοναχά και τον καλοπότιζαν και του ‘καναν όλα τα θελήματά του. 
   »Η Νέννω έγινε καλά, μα ήταν αδύνατη. Χρειαζόταν συντροφιά, κουβέντα, διασκέδαση. Και ο γιατρός ο καημένος ήτανε τόσο καλός και πρόθυμος σε όλα! Δεν ξεκόλλαγε από το πλάγι της, τής έλεγε χίλια δυο νόστιμα πράμματα, τής έδειχνε ζωγραφισμένες εφημερίδες, που ντρεπόμουνα εγώ να τις βλέπω, τής έκανε μπάσο όταν τραγουδούσε, τη συνόδευε στον περίπατο. Ως και κούνια, μωρ’ αδερφέ, τής έφκιασε και κουνηθήκανε μαζί, λέγοντας πως έτσι φκιάνουν στα Παρίσια και πως έχει κουνηθεί πολλές φορές με κορίτσια υπουργών και με πριγκιπέσσες, για να βαστάει έτσι και την πόζα του, μέσα στις κουταμάρες που έκανε. Εγώ ήμουνα το γέλιο και το ξενύσταγμα της συντροφιάς, για να κάνει ο γιατρός τα αστεία του. Αν λέγανε για ταξίδια, για βαπόρια, για σιδηροδρόμους, για τον κακό του τον καιρό, γύριζε να με ρωτάει: 
   » - Και συ δε μας λες τίποτε; Δεν επήγες στο Αιτωλικό, να ιδείς τα αμάξια και τα λεωφορεία; 
   »Αν λέγανε για ναπολεόνια, που σκόρπαγε τάχα στα Παρίσια η αφεντιά του, σαν ο κόκκοτος (80) τ’ αυγά, με ρωτούσαν και μένα τι χαρτζιλίκι μού δίνει κάθε μήνα η μάνα μου. Αν έλεγαν για έρωτες και προξενιές και συνοικέσια, με ρωτούσαν και μένα τι λέει η γραμματική και η άλγεβρα γι’ αυτά τα πράμματα. Και γελούσαν όλοι δυνατά, και γελούσε μαζί τους και η Νέννω. Τότε το μίσος μου γύριζε κατ’ αυτής. Μ’ έπιανε φοβερή επιθυμία να την εκδικηθώ, να τρέξω μόνος μου σ’ αυτόν τον άθλιο, που φαινόταν τώρα ότι τον λατρεύει, και να του πω: - Μη την πιστεύεις, όχι, σε γελάει και σένα, όπως και μένα. Είναι ψεύτρα, στρίγγλα, οχιά…» - «Αλίμονο! Λέω τέτοια λόγια γι’ αυτή τώρα που είναι τόσο δυστυχισμένη! Αλλά μου ‘λειπε το θάρρος. Άρχιζα μοναχά απ’ όξω απ’ όξω πως οι γυναίκες κάνουν έρωτα με πολλούς και δεν αγαπούν κανένα, στριφογύριζα να φτάσω εκεί που ήθελα… μα τι να πω; Και έπειτα ποιος την έπιανε αυτή; Αυτή τα παράσταινε τα περασμένα σαν παιδιάτικα, χαμένα, κουτσουνόπανα. Κι αυτά τα ‘λεγε όχι για κείνον, που ούτε καταλάβαινε, ούτε τον έμελε διόλου, όσο για μένα, για να με βάλει στη θέση μου. Γιατί όμως απόφευγε τόσο να βρεθούμε μια στιγμή οι δυο μας, αφού έτσι τα θεωρούσε τα περασμένα, παιδιάτικα και χαμένα; 
   »Έξι μέρες έμεινε αυτός στο νησί μας την πρώτη φορά, έξι ώρες δεν κατόρθωσα να την πετύχω μοναχή. Και δυο – τρεις φορές που την επέτυχα, δεν είχα διάθεση. Βρισκόμουνα στην απόφασή μου να τους αφήσω ελεύθερους, να θάψω μόνο τον εαυτό μου, για να κάμω αυτούς ευτυχείς. Η θεια μου, που αρχίνησε και αυτή ν’ ανοίγει τα μάτια της, μ’ έστελνε πάντα μαζί τους. Και κάποτε έβρισκα κι εγώ ευχαρίστηση να τους ακολουθάω έτσι στα βουβά, χωρίς να φαίνομαι πως τους προσέχω, μα να τους βασανίζω σε κάθε βήμα, σε κάθε γέλιο, σε κάθε παιχνίδι, που γύριζαν και μ’ έβλεπαν στο πλάγι τους, γυρισμένο κατά τη θάλασσα, μα με το μισό μάτι απάνω τους. Αλλά τον περισσότερο καιρό έφευγα μακριά τους. Τους άφηνα στο γιαλό να λένε όσα λίγο πριν έλεγα κι εγώ και τριγύριζα μονάχος μου στο νησί. Επήγαινα στους σκοίνους, στις μυρτιές, στις αγράμπελες, που άλλοτε πηγαίναμε μαζί, κι εκεί καθόμουνα και συλλογιζόμουνα τα περασμένα και τα τωρινά, και κάποτε μ’ έπαιρνε το παράπονο κι έκλαιγα σαν ζουρλός, και χτυπιόμουνα σαν λυσσασμένος. Αλλά το μεγαλύτερο μαρτύριο το τραβούσα τη νύχτα. Λες και το ‘καμαν επίτηδες για να με βασανίσουν, και τον έβαλαν να κοιμάται στην πελάδα μου μαζί με μένα. Μού πήραν τα προσκέφαλα και τα σεντόνια μου, όπως μού ‘χαν πάρει και την ξαδέρφη μου και του τα ‘δωκαν να κοιμάται εκεί στο πλάγι μου, σαν να ‘θελαν να με κάμουν κακούργο με το στανιό. Αυτή τον έφερνε το βράδυ ως την πόρτα της πελάδας, τον καληνύχτιζε γλυκά κι έφευγε τραγουδώντας, όπως άλλοτε για μένανε: Μεσ’ στον αφρό της θάλασσας / η αγάπη μου κοιμάται / παρακαλώ σας κύματα / μη μου τήνε ξυπνάτε. Αυτός ο ξετσίπωτος γδυνόταν μπροστά της, φορούσε την εξήντα νούμερο πουκαμίσα του και ξαπλωνότανε. Αχ! Και τι σιχαντερό ύπνο έκανε! Ξαπλωνόταν, άνοιγε τα πόδια του, φύσαγε, ξεσκεπαζόταν, μούγκριζε σαν γομάρι, με κλώτσαγε, με στρίμωχνε σε μιαν άκρη και μ’ άφηνε να ψένωμαι. Άδικα γύριζα τα μάτια μου στην Παναγίτσα, που φώτιζε το λιγοστό φαναράκι και κοίταζα να προσηλώσω το νου μου στο Θεό, όπως έκανα στο σπίτι μου, όταν η φτώχεια βασάνιζε εμένα και τη μάνα μου. Τόσο το χειρότερο. Τότε αμέσως μού πήγαινε στο νου μου πως με σιχαίνεται και ο Θεός και οι άνθρωποι, πως δε θα ‘χω ανάπαυση ούτε εδώ ούτε στον άλλο κόσμο, πως έχασα τα πάντα γι’ αυτή και πως αυτή τώρα με κλωτσάει. Η μετάνοια και η λύσσα μ’ έκαναν να σηκώνομαι από το στρώμα. Άλλοτε έπεφτα τ’ απίστομα, γονάτιζα, τραβούσα τα μαλλιά μου, έγδερνα το στήθος μου, τυραγνιόμουνα ως την αυγή. Κι όταν γύριζα τα μάτια μου στο μπόγια μου και τον έβλεπα να ξύνεται στον ύπνο και να ρουχνάει (81) αξύπνητα κι ευτυχισμένα, μια φοβερή ιδέα με τριγύριζε και με πολιορκούσε. Να βγω όξω, να πάρω το μαχαίρι που ξεκοιλιάζουν τις μπάφες οι ψαράδες -και ήξερα πού το βάνουν- και να τον σφάξω. Ή να πάρω ένα βαρύ λιθάρι που ήταν όξω από την πελάδα μας και να του τσακίσω το κεφάλι, να το κάμω τρίψαλα, όπως του φιδιού, και να βλέπω με χαρά το σώμα του να σπαρταράει, σαν το σπάρο που πιάστηκε στ’ αγκίστρι, και να ξεψυχάει. Και δεν ξέρω τι μ’ εμπόδιζε να το κάμω αυτό! Ήτανε τάχα ο φόβος του Θεού που μ’ έβλεπε από κει πάνω; Ήτανε δειλία μοναχά; Ήτανε της μάνας μου ο πόνος της κακομοίρας; Ή ήτανε ακόμα βαθιά – βαθιά στην άμοιρη καρδιά μου, που χόχλαζε από λύσσα, κάποιο μικρό καταπάτι (82) της αγάπης της και φοβόμουνα μην την πικράνω, αυτή και μοναχά; Τέλος ησύχαζα με την απόφαση να φύγω. Να φύγω μακριά από αυτούς τους κολασμένους, να μη τους βλέπω, να μη τους ακούω, να μη σκέφτομαι, αν μπορώ, γι’ αυτούς. Να φύγω αμέσως αύριο, μόλις ξημερώσει, είτε με δικό μας είτε με ξένο προιάρι, χωρίς ν’ αποχαιρετίσω κανένα, χωρίς να δω κανένα. Μα πόσες φορές -πες μου- την έλαβα αυτή την απόφαση και μέρα και νύχτα, και πόσες φορές την παρέβηκα, χωρίς να ξέρω κι εγώ το γιατί! Πότε ήθελα τάχα να μη δώσω υποψία, πότε ήθελα να πω πριν δυο λόγια, πότε να μη τους κάμω φεύγοντας την καρδιά τους, πότε τούτο, πότε εκείνο. Και μέσα σ’ όλα αυτά τα «πότε», μού φαίνεται, μια ήταν η αλήθεια. Πως περίμενα και ήλπιζα να φύγει πριν ο εχθρός μου. Ο φτωχός, είχα ακόμα τη δύναμη να συγχωρήσω, και αν την άφηνα, να την αφήσω τουλάχιστον με αγάπη και όχι με έχθρητα. 
   »Ωστόσο ο κόσμος δεν ήτανε στραβός. Οι ψαράδες άρχισαν να μουρμουρίζουν και στον Προκοπάνιστο οι Σταυρέισσες πίστεψαν πως αλήθεια ο γιατρός θε να ‘παιρνε τη Νέννω. Πολλές φορές έπιασα τη θεια μου και την Περσεφόνη να τα κρυφοκουβεντιάζουν, «πως πρέπει αυτή η δουλειά να τελειώσει» και να καλοτυχίζουν τη Νέννω με τη μοίρα της. Οι γυναίκες, τι τα θέλεις, είναι πάντα γυναίκες, ξεροκέφαλες κι αλαφρόμυαλες, που τις γελάει κι ένα μικρό παιδί, φτάνει να ‘χει θάρρος και αγυρτεία. 
   »Κάποια μέρα, τέλος πάντων, παραγγέλνουν από τον Προκοπάνιστο οι Σταυρέισσες να πάει ο γιατρός που τον θέλουν. Με κακή καρδιά έφυγε το πρωί και μάς έταξε πως θε να ‘ρθει το γιόμμα. Μου φάνηκε πως ξύπνησα από όνειρο βαρύ και θλιβερό και φοβόμουνα μην κλείσω πάλι τα μάτια μου και το ξαναδώ. Η Νέννω πήρε το κέντημά της και κάθισε στο γιαλό από κάτω από ένα αρμυρίκι. Μια βελονιά περνούσε και μια ματιά έριχνε στη θάλασσα. Επήρα κι εγώ ένα βιβλίο και κάθισα παρέκει. Έκανα πως εδιάβαζα, αλλά τα μάτια μου ήτανε απάνω της. Τ’ αχείλι της έσταζε φαρμάκι. Ήταν χλωμή – χλωμή και με βία κρατούσε τα δάκρυά της. Και η λύπη και η αχνάδα την έκαναν πιο όμορφη, πιο γλυκιά. Α! Τι μπαίγνιο (83) είναι ο άνθρωπος, όταν αγαπάει αληθινά! Σε λίγο είχα λησμονήσει το δικό μου το μαρτύριο και λυπόμουνα μοναχά για τη λύπη της. Και -το λέω ακόμα σήμερα με ντροπή μου- ήρθε ώρα που μοναχή μου επιθυμία ήτανε να τη δω και πάλι γελαστή κι ευτυχισμένη. Και επειδή ήξερα πως ένα και μοναχό ήτανε γιατρικό για τη λύπη της, κοίταζα κι εγώ τη θάλασσα, όσο πλησίαζε το γιόμμα, για να δω τον εχθρό μου να ‘ρχεται πάλι. Μα πέρασε το γιόμμα κι ο γιατρός δεν φαινόταν. Ήρθε η ώρα μία. Ο μπάρμπας μου ήθελε να φάμε και οι γυναίκες, μ’ όλη τη στενοχώρια που ‘χανε, έστρωσαν τραπέζι. Η Νέννω δεν έβαλε χαψιά στο στόμα της, δε μπορούσε να βγάλει μιλιά, δε δεχόταν κρίση από κανένανε. Το δειλινό έπεσε κατακέφαλα στο κρεβάτι με πονοκέφαλο, όπως έλεγε, που θα ‘φευγαν τα μηλίγγια της. Άλλο δεν έμενε παρά να φέρουμε πίσω το γιατρό. 
   »Εμπρός Φανή, σ’ ενέργεια το προιάρι και στον Προκοπάνιστο για να τον φέρεις. Όταν επήγα, καθόταν, όπως και την πρώτη φορά, ανάμεσα από τις Σταυρέισσες και τους μολόγαγε τώρα χαμπέρια. Αυτός γελούσε και χειρονομούσε, ενώ κουβέντιαζε, εκείνες δάγκωναν τα χείλια τους και χτυπούσαν τα γόνατά τους. Δεν άκουσα τι λέγανε μα ο Θεός δε μου το βγάνει από το μυαλό πως αυτός καυχιότανε ότι τον αγαπάει η Νέννω και τους διηγιότανε με πολλά μάλιστα παραπανίσια, τη ζωή του Σκοινιά.Τη ρεζίλευε ο κακούργος. Τον πήρα και πήγαμε στο Σκοινιά. Ούτε ντροπή ούτε διάκριση απ’ αυτή. Μόλις τον είδε, τής πέρασαν όλα. Σηκώθηκε να του παραπονεθεί πως την ελησμόνησε. Αμέσως ο εξοχότατος διέταξε περίπατο στον Άϊ – Σώστη και η θεια μου μ’ έστειλε και μένα για φανάρι. Πήγα. Ήμουνα τώρα ή δεν ήμουνα μαζί τους ένα το ‘χανε. 
   »Εφθάσαμε στον Άϊ- Σώστη και βρήκαμε τον καπετάν – Στάμο με τη γυναίκα του. Αχ! Τίποτε δεν είχε αλλάξει από τότε που κόβαμε μαζί τις λυγιές και τις δάφνες! Η γυναίκα του καπετάν – Στάμου ήτανε νοστιμούλα και ο γιατρός δεν έλειψε να τη γλυκοκουβεντιάζει. Η καπετά – Στάμαινα τον ρωτούσε τι να κάμει για τη θέρμη, που την πείραζε πότε πότε, κι αυτός της έλεγε αστεία ξετσίπωτα, πως τάχα αρρωσταίνει, γιατί ο καπετάν – Στάμος είναι γέροντας, και πως πρέπει να παίρνει αρσενικό αφού το κιννίνο δεν την πιάνει, και άλλες τέτοιες ατιμίες. Η Νέννω τον εκοίταζε με μάτι μαύρο από τη ζήλια. 
   » - Νέννω, της λέει εκείνος, για να τη βγάλει από μπροστά του, και να ξυλοκουτσουρίζει ελεύθερα με την ξένη γυναίκα, Νέννω, σύρτε σεις απάνω στο φανάρι με το Φανή, για να δείτε τη δύση του ηλίου κι έφθασα κι εγώ. Αυτή κοντοστεκόταν. - Πηγαίνετε κι έφθασα, διέταξε πάλε η αφεντιά του. Πηγαίνετε πριν πέσει ο ήλιος στη θάλασσα, αξίζει να τον δείτε. 
   »Και κείνη, που μ’ είχε άλλοτε βασανίσει για τη Ρηνούλα, χωρίς να ‘χω καμιά ιδέα, τον άκουε σαν ζώο, τον άφησε με την άλλη, και σκυφτή σκυφτή κι αμίλητη ανέβηκε στο φανάρι. Ανέβηκα κι εγώ μαζί της. Τα γόνατά μου έτρεμαν και κοβόταν η αναπνοή μου σαν να ‘μουνα γέροντας ή χτικιασμένος. Ο μαΐστρος, που κάτω φαινόταν αδύνατος, εκεί απάνω φύσαγε μπουρίνι, που ‘λεγες και θα ξεριζώσει το φανάρι. Τ’ αυτιά βουίζανε σαν ανεμόμυλος, η φωνή χανόταν από το στόμα. Ο ήλιος κατέβαινε στη θάλασσα. Κοκκίνιζαν απάνω τα σύγνεφα, στάχτωναν τα βουνά και πρασίνιζαν οι κάμποι και φαίνονταν καθαρά και κάτασπρα της χώρας τα σπίτια. Η θάλασσα, κατά τη δύση, είχε ένα κύμα κόκκινο σαν αίμα, μα όχι πολύ δυνατό, έτσι σαν κόκκινο μεταξωτό ζαρωμένο. Ο ήλιος έγγιζε τώρα στη θάλασσα. Δεν ήτανε πλια στρογγυλός, όπως τον βλέπουμε, ήτανε -παράξενο πράμμα- σαν τετράγωνος. Από κάτω από τη θάλασσα ένας άλλος ήλιος, κατακόκκινος κι αυτός, μα ζαρωμένος σαν το γυαλί του φαναριού, ανέβαινε αγάλια αγάλια, όσο κατέβαινε ο απάνω ήλιος. Και ήρθε μια στιγμή που και οι δυο ήλιοι έγγιζαν τις άκρες των κι έκαμναν ένα μεγάλο λαμπροκόκκινο τετράγωνο. 
   »Η Νέννω εστριμώχθηκε από τη στενή και χαμηλή πορτούλα του φαναριού και βγήκε στο στενό μπαλκονάκι του, χωρίς να πιάσει το χέρι μου. Φορούσε μια πολκίτσα (84) από σγουρό εξήντα νούμερο Μεσολογγίτικο κι ένα μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, για να μην κρυώσει. Το πρόσωπό της αχνό – αχνό, τα μάτια της ολάνοιχτα και λιγωμένα σαν να μην έβλεπαν τίποτε και σαν να κοίταζαν άλλον κόσμο. Ωμοίαζε σαν εκείνες τις ρωσικές Παναγίες που φέρνουν από το Άγιο Όρος οι καλογέροι. Τη σεβόσουνα και τη λυπόσουνα να τη βλέπεις. Ήρθε μια στιγμή κοντά μου και κοίταζε τους δυο ήλιους που χάνονταν περισσότερο, σαν να κατάπινε ο ένας τον άλλον. Χίλια παράπονα ήρθαν στο στόμα μου και το μάτι μου έδειξε πώς θα της τα ‘λεγα. Μ’ άφησε άξαφνα και γύρισε κατά το γυαλί του φαναριού. Κόλλησε το μέτωπό της στο χονδρό και κρύο τζάμι και κοίταζε μέσα στον κόκκινο καθρέφτη του φαναριού, που φαινόταν ένας άλλος κόσμος διπλός σε όλα και κατακόκκινος, σαν μαγεμένος. Διπλά και κόκκινα ήτανε τα βουνά, διπλά τα δέντρα και τα καλύβια, διπλό το κύμα και η χώρα και το κόκκινο τετράγωνο που έφκιαναν οι δυο ήλιοι. Ήτανε αλήθεια σαν εκείνα τα μαγεμένα πανοράματα που φέρνουν κάποτε εκείνοι, που ξέρουν -καθώς λένε- τη Σολομωνική και προστάζουν τους διαβόλους. Άφηνες τον αληθινό κόσμο, για να θαυμάσεις εκείνον τον ανύπαρχτο και μαγικό κόσμο, που έφκιανε το κόκκινο γυαλί του φαναριού. Έτσι, καμιά φορά, όταν κοιμάσαι έξω και πέφτουν του φεγγαριού οι αχτίδες στα κλειστά μάτια σου, ονειρεύεσαι χίλιους ήλιους και χίλιους κομήτες χρυσούς και πράσινους και κόκκινους, που πέφτουν στη γη και σταυρώνονται στα ουράνια, σαν μεγάλα πυροτεχνήματα που φκιάνει το χέρι του Μεγαλοδύναμου. Και ξυπνάς κάποια ώρα και τα χάνεις και πάλι κλεις τα μάτια σου για να τα δεις. 
   »Επήγα κι εγώ στο γυαλί. Η καρδιά μου ακουγόταν, πιστεύω, με όλη τη βοή του μαΐστρου. Εκόλλησα το μέτωπό μου κοντά στο δικό της και δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω. Το μισό μου αχείλι έτρεμε. Τα χέρια μου ήτανε παγωμένα και το κεφάλι μου φωτιά. Είδες όταν μας πιάνει μόρα στον ύπνο μας και θέλουμε να μιλήσουμε και δε μπορούμε, σαν να ‘χουμε χίλιες οκάδες βάρος στα στήθια μας; Έτσι κι εγώ, είχα τόσα να πω και είχα γλωσσοδέτη. Η Νέννω μίλησε πρώτη. Χωρίς να γυρίσει σε μένα το βλέμμα της, με τα χείλη μισάνοιχτα, με σιγαλή τη φωνή, μου είπε: 
   » - Κοίταξε, δυο ήλιοι. Σαν να μου ‘φυγε η μόρα. 
   » - Ναι, είπα, δυο ήλιοι, όπως είναι και δυο αγάπες. 
   »Άρχισα μ’ αυτή την κουταμάρα και ποιος ξέρει τι θα ‘λεγα ακόμα, αν μ’ άφηνε. Της έπιασα σφιχτά σφιχτά το χέρι και κοίταξα ν’ αντικρίσω τα μάτια της. Αυτή, ήσυχα αλλά με δύναμη, ξέφυγε από κοντά μου, γύρισε κατά τη θάλασσα, έριξε τα μάτια της κάτω και με μια φωνή μισοσβησμένη, χωρίς να μου ρίξει μια ματιά, άρχισε να τραγουδάει μ’ ένα βαθύ – βαθύ αχ. Και είπε αυτό το τραγούδι: Σταλαμματιά, σταλαμματιά το μάρμαρο τρυπιέται / μ’ αγάπη που δεν παίρνεται δεν πρέπει ν’ αγαπιέται. Μπαλταδιά μου ήρθε και ζαλίστηκα. Φοβήθηκα μην πέσω από τα χαμηλά κάγκελα του ψηλού φαναριού κι έκατσα κάτω στις πλάκες. Ο Θεός ξέρει τι μπορούσα να πω και τι μπορούσα να κάμω εκείνη την ώρα, εκεί ψηλά, ανάμεσα από τον ουρανό κι από τη θάλασσα. Ίσως τέτοια λόγια και τέτοια πράμματα που να πεθάνω ύστερα από τη λύπη μου ή να χτυπάω το κεφάλι μου όσο ζω. Μα για καλή μου τύχη, την ίδια στιγμή ξετρύπωσε από την πορτούλα του φαναριού το πλατύ πρόσωπο του άλλου με το αιώνιο σιχαμερό του χαμόγελο. Με σκούντησε, χωρίς καν να με κοιτάξει και φώναξε στη Νέννω, ενώ ακόμα βασανιζόταν, παχύς όπως ήτανε, να ξετρυπώσει στο μπαλκόνι. 
   » - Ε; Ευχαριστηθήκατε; Δε σας είπα εγώ; Μα πρέπει να ξέρει κανείς, για να ευχαριστιέται και στη θάλασσα, πρέπει να κόβει και το κεφάλι του. Πες πως ήσουνα τώρα στο αστεροσκοπείο των Παρισίων… 
   »Και ίδρωνε για να βγει. Η Νέννω δεν είπε τίποτε, μα με μιας ξαστέρωσε το συγνεφιασμένο πρόσωπό της και έτρεξε κοντά του, σαν να ‘χε χρόνια να τον δει. Του ‘δωκε τα δυο χεράκια της, σαν να ‘θελε να τον βοηθήσει. Τα ‘σφιξε εκείνος μέσα στ’ άσπρα και παχουλά χέρια του και βγήκε. Αμέσως γύρισαν στ’ ‘αλλο πλευρό του μπαλκονιού κατά το βουνό, και μ’ άφησαν εμένα κατά τη θάλασσα. Μάς χώριζε μονάχα το πάχος του φαναριού και δεν τους έβλεπα. Ένα βήμα να ‘κανα, θα βρισκόμουνα στο πλάγι τους. Θ’ άκουγα τι λέγανε με τόσο διάφορες φωνές, με πείσμα, με γέλια, με γλυκάδα. Θα ‘βλεπα τα μάτια τους και τα χέρια τους. Θα βεβαιωνόμουνα για κείνα που μάντευα. Μα δεν το ‘καμα. 
   »Είδες καμιά φορά στο λόγγο που παν οι Αμπλιανίτισσες νύχτα με το τσεκούρι για να κόψουν ξύλα και να τα φέρουν ως το γιόμμα μέσα, και βρίσκουν κανένα αγριοπρίναρο και του ρίχνονται να το κόψουν; Δίνουν, δίνουν τσεκουριές. Το σκάβουν βαθιά – βαθιά που μονάχα μια φλέντζα (85) και η φλούδα το κρατάει. Σειέται εκείνο λυπητερά σε κάθε τσεκουριά, ξεκολλούν τα φύλλα του και πέφτουν, μα αυτό μένει ορθό. Όσο που μια τελευταία τσεκουριά κόβει τη φλέντζα και τη φλούδα με μιας. Και τότε σωριάζεται και πέφτει τ’ άγριο πρινάρι κι αντηχάει ο λόγγος τριγύρω και προγκάει από το βρόντο του το μουλάρι το δεμένο εκεί στο χαμόκλαδο και βρίζει και καταριέται η Αμπλιανίτισσα. Η τελευταία αυτή τσεκουριά δεν ήταν η δυνατότερη, μα αυτή που το ‘ριξε το περήφανο και δυνατό πρινάρι. Έτσι συνέβη και με μένα. Εκείνο το τραγούδι ήταν η τελευταία τσεκουριά της καρδιάς μου. Δεν εβάσταξα πια, σωριάστηκα με μιας. Μένει και θα μένει ακόμα το ξερό το κούτσουρο λαβωμένο. Μπορεί -εγώ σου λέω- να πετάξει και τίποτα πράσινα παρακλάδια, μα θα ‘ναι προσωρινά κι αδύνατα. Το κλαρί δεν θα ξαναγίνει ποτέ, κι αν ακόμα μπορούσα να ζήσω όσο και το δυνατό αγριοπρίναρο του λόγγου». 
   «Είσαι και ποιητής, Φανή», του είπα, επειδή από ώρα εθαύμαζα την ευφράδεια και την ποίηση και την πλαστικότητα που έδινε στον απλοϊκό του λόγο το πάθος και η φυσικότης, χαρίσματα που δεν θα μπορούσα να τα πλάσω εγώ ο ίδιος. 
   «Ναι», μου είπε. «Γίνομαι ρήτορας, όταν μιλώ γι’ αυτά, μα δεν μιλώ συχνά».Έκαμε μια χειρονομία, για να μην τον διακόψω άλλο και εξακολούθησε. «Είχε νυχτώσει, όταν κατεβήκαμε από το φανάρι. Επήγαμε, όπως πάντα, το γιαλό – γιαλό ως το Κόμμα, και από κει με το προιάρι στο Σκοινιά. Σ’ αυτόν τον δρόμο εγώ εσχημάτισα τέλεια την απόφασή μου. Ίσως η χινοπωρινή ψυχρούλα που είχε αρχίσει να με βοήθησε πολύ σ’ αυτή μου την απόφαση. Μα όταν εφθάσαμε στο Σκοινιά, η καρδιά μου ήταν ήσυχη, το βλέμμα μου αδιάφορο, χαμογελούσα με όσα έβλεπα και μιλούσα έτσι με αντρίκια περηφάνια, σαν να ‘μουνα εγώ εκεί μέσα ο ανώτερος. Μου φάνηκε πως κι ο γιατρός το παρατήρησε κι έπαυσε να μου φέρεται με το συνηθισμένο του τρόπο. Εκείνο το βράδυ καταδέχθηκε για πρώτη φορά να γυρίσει σε μένα το λόγο και μάλιστα να συζητήσουμε και πολιτικά χωρίς να κάνει πως με κοροϊδεύει». 
 
   «Καιρό είχα να περάσω τόσο ήσυχη νύχτα, να κοιμηθώ βαριά και χωρίς όνειρο ως τα ξημερώματα. Τότε σηκώθηκα και ετοιμάσθηκα για φευγιό. Σηκώθηκαν και οι άλλοι και θέλησαν στην αρχή να μ’ εμποδίσουν, μα δεν επέμειναν, γιατί εγώ προφασίσθηκα το σχολείο, που θ’ άνοιγε σε λίγες μέρες. Αποχαιρέτησα όλους και τελευταία τη Νέννω. 
   »Εσήκωσα τα μάτια μου κι αντίκρισα τα δικά της. Μου φάνηκε πως έδειχναν απορία γι’ αυτή μου την απόφαση, σαν να ‘θελαν να μάθουν πώς φεύγω, τι ήταν αυτό το ξαφνικό, πώς βρίσκεται τώρα η καρδιά μου, τι σκέπτομαι και τι λογαριάζω, τη μισώ ή τη συγχωρώ, θέλω να την ξαναϊδώ ή θα χωρίσουμε για πάντα. Σε όλα αυτά που με ρωτούσαν σιωπηλά τα μάτια της, τα δικά μου έμειναν αδιάφορα, σαν να μην ένιωθαν τίποτε. Κι ας ήτανε μαθημένα να διαβάζουν αμέσως κάθε σκέψη της, κάθε θέλημά της. 
   »Επήδησα στο προιάρι και στάθηκα στη μέση. Το ψαρόπουλο άμπωνε στην πλώρη. Ο ήλιος μόλις είχε σκάσει και ωστόσο έκανε ζέστη από τώρα, γιατί ήτανε μπουνάτσα μεγάλη, φύλλο δεν κουνιότανε, κύμα δε ζάρωνε. Λάδι η θάλασσα, καθρέφτης σωστός. Εστάθηκαν εις το γιαλό, ο γιατρός, η θεια μου, η Περσεφόνη και η Νέννω μ’ ένα κόκκινο φόρεμα και με μια κόκκινη ομπρέλα. Δεν έμαθα ποτέ γιατί έτσι εξαιρετικά είχε στολιστεί εκείνη την ημέρα. Εφεύγαμε. 
  »Τώρα που η καρδιά μου ήταν ήσυχη, τώρα που δεν εθάμπωνε τόσο τα μάτια μου η ανεμοζάλη της ζήλιας και της αγάπης, τώρα έβλεπα καθαρότερα την ομορφιά της. Το πρόσωπό της το ξάστερο και τα αγγελικά της μάτια τα μαργιόλικα, η μέση, το κορμί της, το στάσιμό της, οι κινήσεις της, είτε ήταν χαρούμενη, γελαστή και ζωηρή, είτε σκεπτική και συγνεφιασμένη, είτε ήσυχη και ατάραχη, σαν τη θάλασσα, όλα της, όλα ήτανε άλλο πράμα ομορφιά. Μπορεί σαν κι αυτή να ‘ναι κι άλλες στον κόσμο, μα καλύτερη καμιά δε μπορεί να ‘ναι, γιατί καλύτερη δε γίνεται. Είδα από τότε και ξέρω πολλά όμορφα πράματα, και γυναίκες και ταξίδια και πολιτείες. Είδα το βασίλεμα του φεγγαριού και τα ξημερώματα, που κοκκινίζει γύρω ο ουρανός σ’ Ανατολή και Δύση, σαν να βγαίνουν ήλιοι χρυσοκόκκινοι, είδα την αυγή στο λόγγο και την άνοιξη στο βουνό, είδα της νύχτας την αστροφεγγιά, τη σιγαλιά της λίμνης. Μα ποτέ δεν εκατάλαβα εκείνο που καταλάβαινα τότε, βλέποντας αυτή στο γιαλό, με το κεφάλι λίγο γερμένο και με τα μάτια της καρφωμένα απάνω μου. Δυστυχία της! Ήτανε η τελευταία φορά που θα την έβλεπα άνθρωπο και γι’ αυτό εντύθηκε όλη εκείνη τη χάρη, όλη εκείνη τη λαμπράδα. Εφεύγαμε, κι άφηναν κι αυτοί το ακρογιάλι. Πρώτος έφυγε ο γιατρός, ύστερα η θεια μου, ύστερα η Περσεφόνη. Η Νέννω έμενε ακόμα. 
   »Τώρα δεν διέκρινα πλιά τα χαρακτηριστικά της. Έβλεπα μοναχά το κόκκινο φόρεμα και τ’ άσπρο πρόσωπό της. Δεν κουνιότανε, δε χαιρετούσε, στεκόταν ακίνητη και κοίταζε το προιάρι μας. Σε λίγο φαινόταν μοναχά το κόκκινο. Σε λίγο στρίψαμε και μια μυρτιά εσκέπασε το κορμί της. Κοκκίνιζε μοναχά η ομπρέλα. Κι αυτή εστεκόταν ακόμα εκεί. Αυτό έφθασε να με ταράξει πάλι, να λιώσει τον προσωρινό πάγο που ‘χε ντυθεί η καρδιά μου και ν’ αρχίσει πάλι να βράζει. Χάνονταν αγάλια αγάλια και τα καλύβια και οι καλαμωτές και οι σκοίνοι και οι λυγαριές και τα μύρτα, και πάλι εκείνο το κόκκινο σημάδι φαινόταν ακόμα στο γιαλό, σαν να ‘χε καρφωθεί εκεί πέρα, σαν να ‘τανε σημαία από παρτίδο, σαν να ‘ταν συγνεφάκι του ουρανού. Ύστερα τελείωσε. Στρίψαμε λίγο ακόμα κι όλα χάθηκαν. Μαυροπρασίνιζαν τώρα μοναχά οι στεριές του Σκοινιά. Και σε λίγο κρύφτηκαν κι αυτές πίσω από το λούρο τ’ Άϊ-Σωστιού. Μα τότε, χάθηκαν όλα από μπρος μου, χωρίς ελπίδα να τα ξαναϊδώ, όταν μου φάνηκαν όλα όνειρο μοναχά γλυκόπικρο, που διέλυσε η πρώτη αχτίδα, τότε, σαν άνοιξα τα μάτια μου και είδα το λάκκο που μόνος μου είχα σκάψει – τότε λαχτάρησε με μιας η καρδιά μου και μια φωνή φοβερή σηκώθηκε μέσα μου να με ρωτάει: -Τι έκαμες; Τώρα τι θα κάμεις; Το σκέφθηκες καλά;Και μια φοβερή, ακατανόητη επιθυμία μ’ έπιασε να γυρίσω πίσω, να ιδώ ακόμα κι από μακριά την πελάδα της, το νησί μας, να ιδώ άλλη μια φορά, κι απέ ας πεθάνω. Και γλήγορα γλήγορα κι ανήσυχα άρχισα να βασανίζω το μυαλό μου για καμιά πρόφαση. Μην ξέχασα τίποτε, μην εύρω τίποτε να της πω. Τι να βρω! Και έτοιμος ήμουνα να γυρίσω το προιάρι, χωρίς να ξέρω τι θα πω, και να γίνω γέλιο του κόσμου. Μα έξαφνα, μια ιδέα με σταμάτησε. Μια εικόνα που μου ‘ρθε τότε στο νου μου. -Για φαντάσου να την εύρω μπράτσο με το γιατρό να γλυκομιλούν και να γελάνε! Με τι βλέμμα θα με ιδούν, πόσο θα με περιφρονήσουν! Τι θα πω! Πώς θα φύγω! Στη στιγμή κοκκίνησα με μόνη την ιδέα. Χτύπησε δυνατά η καρδιά μου και σαν να τους είχα εμπρός μου ή να τα ‘λεγα σε κανένα.- Μπα! είπα τινάζοντας το χέρι. Αυτή τη χάρη δεν θα την ιδούνε. 
   »Και τραβήξαμε. Φθάσαμε στη χώρα. 
   »Να σου πω τώρα πώς ήμουνα τότε, δε θα μπορέσω γιατί κι εγώ δεν καταλάβαινα. Εκείνο που είμαι βέβαιος, είναι πως δεν ήμουνα και πολύ μακριά από την παλαβομάρα. Αυτό το καταλάβαινε όποιος και να μ’ έβλεπε, όποιος και να με κουβέντιαζε. Όσο που πήγε να παλαβώσει και η μάνα μου. Δεν έμεινα παρά δυο μέρες και δυο νύχτες στο σπίτι μου -θέλω να πω στο γιαλό, για να κοιτάζω κατά τη δύση, να βλέπω τις στεριές του Βασιλαδιού και το φανάρι τ’ Άϊ-Σωστιού τη νύχτα όταν ο αέρας δεν μου το ‘κρυβε κι αυτό. Ύστερα έβαλα σ’ ενέργεια το σχέδιό μου. Έφυγα για την Πάτρα. Δεν ήθελα τίποτα να χρωστάω στο μπάρμπα μου, δεν ήθελα τίποτε να βλέπω δικό της, και προ πάντων φοβόμουνα μην την ιδώ καμιάν αυγή να ‘βγει στο μώλο μπράτσο με τον αρραβωνιαστικό της το γιατρό. Ούτε μάνα συλλογίστηκα, ούτε σχολείο, ούτε τίποτε. Πήγα στην Πάτρα να μπω σε κατάστημα. Το τι τράβηξα από τότε, ένας Θεός το ξέρει. Τι πείνα, τι γύμνια, τι περιφρόνηση, τι βάσανα! Τι κλάματα έκαμα, τι φαρμάκια ποτίστηκα, πόσες φορές πήγα στη θάλασσα να πνιγώ! Πώς δεν παλάβωσα, όταν έμαθα πως πέθανε η μάνα μου με τ’ όνομά μου στο στόμα της, χωρίς να την ιδώ, χωρίς να της κλείσω τα μάτια της! Αχ, δυστυχισμένη μάνα, πολυβασανισμένη! Και πάλι δεν με καταράσθηκε στο θάνατό της, και πάλι ξεψύχισε με το «Φανή» της στο στόμα! Και τι να στα λέω; Με βλέπεις. Ύστερα από πέντε χρόνια γύρισα να γίνω ιβαροκόπελο. 
   »Μα τι είναι αυτά τα δικά μου βάσανα, εμπρός σ’ εκείνης τα μαρτύρια! Αχ! Θε μου! Θε μου! Βαριά πολύ βαριά την ετιμώρησες την άμοιρη, για την αμαρτία της! Ας έπεφτε στο κεφάλι μου όλη η οργή σου. Ή ας την έκανες κι αυτή δυστυχή, φτωχή, ορφανή, μα ας της άφηνες τη χάρη της, ας της άφηνες κάνε την ανθρωπιά της! Μα τώρα...» 
   «Τώρα τι;» ερώτησα. «Εγώ είχα μάθει πως πήρε ένα λοχαγό κι όλοι την έλεγαν καλότυχη». 
   «Καλότυχη, ναι. Αυτός ο λοχαγός της έδωκε αρρώστια κ’ έπεσε η μύτη της και την εχώρισε». 
   «Φρίκη! Αλήθεια;» 
  «Αλήθεια, ναι. Εκείνο το ζαχαρένιο, το ουράνιο πρόσωπό της, σε παίρνει φόβος τώρα να το βλέπεις. Μια τρύπα μεγάλη στη μέση. Από κει βγαίνει η φωνή της, από κει κάποτε και η γλώσσα της και το φαΐ που τρώγει. Αλίμονο, πες, και τρις αλίμονο!» 
   «Γι’ αυτό δεν την είδα ποτέ, από τότε που ήρθα». 
   «Και πού να την ιδείς! Μέσα σ’ ένα κελάρι σκοτεινό που κάθεται διπλωμένη σε μια αγκωνή, γιατί το φως της στραβώνει τα δόλια της μάτια -αχ, εκείνα τα μάτια!- και ξύνεται και ξύνεται με τα νύχια της και σκούζει να την ξύσουν, όλη πληγή, όλη σαπίλα, όλη λέπρα, όλη βρώμα και δυσωδία, σκιάχτρο των ξένων, σιχασιά των δικών της, βάρος του κόσμου, βάρος και του χάρου που δεν την πονεί και δεν την καταδέχεται να την πάρει! Αχ, αχ!… Μα ό,τι κι αν είναι για τους άλλους, για τον κόσμο, για τους γονείς της, και για το Θεό ό,τι κι αν είναι. Για μένα όμως, για το Φανή της, για τον ξάδερφό της, για τον αγαπητικό της, θα ‘ναι πάντα η ίδια, η Νέννω μου, η γλυκιά Νέννω της λίμνης του Σκοινιά, της Σκροφοπούλας!» 
 
Ο Φανής δεν εκρατήθηκε περισσότερο. Ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατά του και αναλύθηκε σε δάκρυα άφθονα, τα οποία εσφόγγιζε με τα χέρια του και με το πλατύ και αρμυρό σωβράκι του. 
   Ηθέλησα να του δώσω παρηγοριά, άκαιρη σαν πάσα παρηγοριά και του είπα: 
   «Σώπα, καημένε Φανή, παρηγορήσου. Είσαι νέος και θα γιατρευθείς. Μεθαύριο θα πας στο ναυτικό, θα ιδείς κόσμον άλλον και θα τα λησμονήσεις αυτά». 
  Εσήκωσε με μιας το κεφάλι του και μ’ ένα ύφος ευγενικό και υπερήφανο, μου έριξε μια ματιά γεμάτη δύναμη και έμπνευση και με φωνή βραχνή μα σταθερή μου είπε: 
   «Όχι, όχι, μην το λες αυτό. Δε θέλω να τη λησμονήσω».  
  Και πάλι έσκυψε το πρόσωπο στα γόνατά του, και πάλι άρχισε τ’ αναφιλητά. 

   Ωστόσο ο μαΐστρος είχε διπλαρώσει το προιάρι μας στο γιαλό. Το πανί μας είχε χαλαρωθεί και τρίζανε θλιβερά τα τριτσαρόλια μας, ενώ εμείς εμέναμε εκεί, αραγμένοι και ακίνητοι.   

 
Τραυλαντώνης Αντώνης
 
   Περιοδικό «ΓΡΑΜΜΑΤΑ»
 
 
Σημειώσεις:
 
(1) προιάρι: Μικρό πλεούμενο, χωρίς καρίνα με επίπεδο πυθμένα, κατάλληλο για τα αβαθή νερά των λιμνοθαλασσών. 

(2) (α)πίστομα: μπρούμυτα 

(3) σκότα: Το σκοινί που χρησιμοποιείται στο πλοίο για τη ρύθμιση του ανοίγματος των πανιών. 

(4) δοιάκι: Ο μοχλός με τον οποίο στρέφει κάποιος το πηδάλιο μιας βάρκας ή καϊκιού. Η λαγουδέρα. 

(5) Ορτσάρω: Πλέω με το πανί τεντωμένο κόντρα στον άνεμο.

(6) αμπάριζα: Παραδοσιακό παιχνίδι.

(7) κεχηνός: χάσμα, κενό, βουβαμάρα

(8) πρίμα: πολύ καλά, ευνοϊκά

(9) μολαϊμίζω (για τον καιρό): μαλακώνω, ηρεμώ, ησυχάζω

(10) νυχτόμπασμα: Το δυνάμωμα του αέρα κατά το νύχτωμα, ειδικά των νοτιοδυτικών ανέμων.

(11) σταλίκι: Πάσσαλος στον οποίο οι ψαράδες έδεναν κάτι (π.χ. τα δίχτυα) ή χρησίμευε ως ορόσημο. / Μακρόστενο κοντάρι, συνήθως με διχαλωτή άκρη, που το βυθίζουν οι βαρκάρηδες σε αβαθή νερά και πιέζοντάς το στο βυθό κινούν τις βάρκες τους.

(12) ιβαροκόπελο: ιβάρι + κοπέλι: το παιδί, το αγόρι, ο νεαρός άντρας που εργάζεται σε ιχθυοτροφείο.

(13) ψαροπούλα: Το πλοίο με το οποίο κουβαλούν τα ψάρια.

(14) κούτλας: Ένα ψάρι κουτό. Για κοροϊδία λένε έτσι και τους ψαράδες.

(15) τουμπανιάς: πελεκάνος

(16) κιστ: Μετοχικό μίσθωμα ιχθυοτροφείου. Οι ψαράδες το διαιρούν σε λεπτά, δηλαδή μερίδια.

(17) κρένομαι: μιλιέμαι

(18) ναμτ: επάξια

(19) τζιμάλι: ομορφιά

(20) ανεβασμός: ανέβασμα, ανάπτυξη, ξεπέταγμα

(21) πίσπιλο: πολύς, πλήθος

(22) φαλ(κ)ιδεύω: αποδυναμώνω, εξασθενώ

(23) μαζέψουνε

(24) ξεδομένη: ξεβγαλμένη, άτομο που του αρέσει να διασκεδάζει, κυριαρχείται από ερωτική επιθυμία

(25) Κούλα (πιθανόν Καψάλη): γνωστή ως «Κυρία Κούλα» τραγουδίστρια του 19ου αιώνα.

(26) Ο Θανάσης Μπαταργιάς γεννήθηκε το 1847 και πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1917 στο Μεσολόγγι. Ήταν περίφημος τραγουδιστής της εποχής του. Είχε διακριθεί στα Γιαννιώτικα, τα κλέφτικα και τα ερωτικά λιανοτράγουδα. Έχει μνημονευθεί από πολλούς ποιητές και από τον Κ. Παλαμά.

(27) αμπώχνω: σπρώχνω, απωθώ, αποκρούω, απομακρύνω

(28) αφρίνα: Ο Ανθός Αλατιού (Fleur-de-sel) που παράγεται μόνο στις αλυκές του Μεσολογγιού.

(29) πλια: πια

(30) κόνα: εικόνα

(31) κοτάω: τολμώ, ρισκάρω

(32) πατσαβούρες

(33) χαμαρέσω: αρέσω κάπως, ψιλαρέσω

(34) σιχαντερός: σιχαμερός, αηδιαστικός

(35) αψώνω: ζωηρεύω, γίνομαι έντονος, ανάβω

(36) ιβάρι: ιχθυοτροφείο

(37) τζένια: ο τρόπος με τον οποίο οι ψαράδες του Μεσολογγιού πιάνουν τις μπάρες, το ψάρι δηλαδή που δίνει αυγοτάραχο.

(38) αντρίτσα: ψάθινο καπέλο

(39) απαγάλια: ήρεμα, ήσυχα, αργά

(40) πάλος: παλούκι, πάσσαλος

(41) αβαράρω: απομακρύνω πλεούμενο από κάποιο επικίνδυνο σημείο, αποφεύγω εμπόδιο

(42) κολοφωτιά: πυγολαμπίδα

(43) μαρνάρος: ναύτης, θαλασσινός

(44) αυλέμονας: ρηχάδα, κατάλληλος γιαλός για αγκυροβόλι, βυθός με αρκετό βάθος, άπατα

(45) διπλαρώνω: πλευρίζω

(46) Πελάδα: μικρό καλύβι στημένο πάνω σε πασσάλους μπηγμένους μέσα στη θάλασσα ή και στην άκρη του νησιού, όπως εννοούνται εδώ.

(47) γαΐτα: μικρό ξύλινο ιστιοφόρο σκάφος, πολύ χαμηλό και με μικρό βύθισμα, που χρησιμοποιούσαν κυρίως στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγιού.

(48) πλατόνι: είδος ελαφιού

(49) πετσαλίδα: φουσκάλα, πληγή

(50) τα κάκια: κακίες, πείσματα

(51) βγαίνω στο φόρο: ξεμπροστιάζομαι, ρεζιλεύομαι, ντροπιάζομαι

(52) η μπάφα: το θηλυκό του ψαριού κέφαλος (στράδι) απ’ την κοιλιά του οποίου οι ψαράδες βγάζουν το αυγοτάραχο

(53) βλησιδιάρης: ο έμπορος που αγοράζει εργολαβικά τα προϊόντα του ιχθυοτροφείου.

(54) πελαγώνω: πλέω στ’ ανοιχτά

(55) το κεφάλι: ο κέφαλος (το ψάρι)

(56) λούρος: λωρίδα

(57) φλουτουράω: φτερουγίζω

(58) παίρνω τα πάρακλα: βρίσκομαι σε κατάσταση απόγνωσης

(59) στουρνάρι: σκληρή και αιχμηρή πέτρα

(60) ταμπακαριό: βυρσοδεψείο

(61) σκαφίδι: μικρό πλεούμενο, καραβάκι

(62) κουμπάνια: εφοδιασμός

(63) περίβαλτο: μοναδικό, εξαιρετικό, κατάλληλο

(64) ζαμπάκι: μανουσάκι, νάρκισσος

(65) η ρήχη: η άμπωτη

(66) ολόβολος: ολάκερος, ολόκληρος

(67) σουρτούκο: είδος αντρικού πανωφοριού

(68) σέσλα (σέσουλα): το σκαφίδι για το άδειασμα των νερών από τη βάρκα

(69) κουκνιάζω: Η αντίδραση των βοδιών όταν τσιμπηθούν από αγέλη κούκνων (=έντομο που τσιμπάει τα βόδια), κουνούν την ουρά πέρα δώθε και τρέχουν από δω κι από κει.

(70) χολόγημα (αχολόγημα) συγκεχυμένος και ακαθόριστος ήχος, θόρυβος

(71) ρεμέντιο: πρόχειρη θεραπεία στο πλαίσιο της λαϊκής ιατρικής, γιατροσόφι, γιατρικό

(72) γιάμι/γιάμια: μέρες ακμής

(73) φυλλολογάω: ξεφυλλίζω, φυλλομετρώ

(74) περιπλεμονία: παλαιότερη ονομασία της πνευμονίας

(75) κοχλιάριο: κουτάλι

(76) τσατσαμάρω: η αλεπού στα λαϊκά παραμύθια, αλεπού, αλεπουδίτσα, πονηρούλα

(77) μυτιά: ελαφρό χτυπηματάκι

(78) άναυλα: χωρίς ναύλο, με το ζόρι, άρον – άρον, βιαστικά. Χωρίς τον οβολό για το Χάροντα, το βαρκάρη του Κάτω κόσμου σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη.

(79) χαμπερίζω: υπολογίζω, λογαριάζω

(80) κόκκοτος: κόκκορας, πετεινός

(81) ρουχνάω: ροχαλίζω

(82) καταπάτι: κατακάθι, καταστάλαγμα, υπόλοιπο

(83) μπαίγνιο: υποχωρητικός, μικρόμυαλος άνθρωπος, κορόιδο

(84) πόλκα: μεταξωτό και πολύ εφαρμοστό γυναικείο μπλουζάκι που τονίζει το στήθος.

(85) φλέντζα: λεπτή φλούδα ξύλου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου