Ο Σταύρος άνοιξε τα μάτια, κοίταξε ολόγυρα στην άδεια κάμαρα και βόγγηξε. Θέλησε ν' ανασηκωθεί, μα πόνεσε και δε μπόρεσε. Κατάφερε μόνο να γυρίσει από το άλλο πλευρό. Και ξανάκλεισε τα μάτια. Ένα νιαούρισμα όμως από την κούνια που έστεκε δίπλα στο στρώμα του τον ξαναξύπνησε. Γύρισε πάλι με κόπο από το άλλο πλευρό, άπλωσε το χέρι και κούνησε. Μα το μωρό δε σώπαινε. Στο τέλος βαρέθηκε, βλαστήμησε και ξαναπήρε το χέρι του.
Το μωρό έκλαιγε πάντα κι ο Σταύρος κάρφωσε τα μάτια στην πόρτα. Η μέρα έξω ήταν θολή και βροχερή κι ο ήλιος, που τον είχε πάντα για σημάδι, δε σερνόταν σήμερα σε αστραφτερές στενόμακρες λουρίδες χάμω στο χώμα του σπιτιού. Κόντευε τάχα μεσημέρι; Καθώς όλες τις μέρες, τρεις μήνες τώρα που ήτανε στο στρώμα, του φαινότανε και σήμερα πως πέρασε ακέριος χρόνος από το πρωί, από την ώρα που η γυναίκα του έκλεισε την πόρτα πίσω της και πάει, αφού του έσιαξε λίγο το στρώμα, του έδωσε κι ήπιε λίγο γάλα, κι έπειτα βύζαξε το μωρό.
Τέλος άνοιξε η πόρτα και χίμησε μέσα η βροχή. Κι ένα κρύο ανεμοφύσημα τον έκαμε ν' ανατριχιάσει.
«Έμπα, διάολε, μέσα και κλείσε», φώναξε δυνατά.
Νόμισε πως ήταν η γυναίκα του. Καθώς όμως ανασηκώθηκε, είδε πως ήταν ο φίλος του ο Αντώνης και τιναζόταν από τη βροχή.
«Έλα τώρα και με πούντιασες», ξαναφώναξε.
Εκείνος έκλεισε την πόρτα:
«Καιρός, αναθεμά τον!» είπε και τράβηξε ίσια στο τζάκι. «Δίχως φωτιά είσαι; Κι αυτό τι έχει και σκούζει;»
Ο Σταύρος το βλαστήμησε.
«Τι ώρα είναι;» ρώτησε ύστερα.
«Γιόμα», είπε ο Αντώνης κι ήρθε στην κούνια και βρόντησε το πλευρό της με τη γροθιά.
«Δε φοβάται από τέτοια. Σα θέλεις, κάμε το μονάχα παραπέρα. Μου τρύπησε τ' αυτιά», είπε ο Σταύρος.
«Να, πάρε τούτο πρώτα εσύ». Κι ο Αντώνης έσκυψε και του έδωσε ένα μπουκαλάκι.
Τα μάτια του Σταύρου λάμψανε.
Ο Αντώνης γύρισε στην κούνια και σήκωσε το μωρό. Το πήρε στην αγκαλιά και περπάτησε πέρα δώθε κάμποσες φορές. Το παιδί σώπασε κι ο Αντώνης ήρθε και κάθισε στο σκαμνί κοντά στο τζάκι. Το μωρό του είχε πιάσει το δάχτυλο και βύζαινε.
«Πώς είσαι σήμερα;» ρώτησε το Σταύρο.
«Σαν πάντα», είπε κείνος και κούνησε το κεφάλι.
«Ήρθε ο γιατρός;»
«Ήρθε προψές».
«Και τι είπε;»
«Τι να πει! Τα ίδια. Η θέρμη θα πέσει, σαν κλείσει η πληγή».
«Είναι και τούτος ο παλιόκαιρος. Γδάρτης με τα σωστά», είπε ο Αντώνης.
Το μικρό άρχισε να κλαίει πάλι.
«Είπες είναι γιόμα και κείνη η γυναίκα δε φαίνεται», ξανακλαύτηκε ο Σταύρος.
«Θα σε πείνασε», του είπε ο Αντώνης και σηκώθηκε να ξαναπερπατήσει το παιδί.
Ο Σταύρος πήρε το μπουκαλάκι κι ήπιε. Ακούγοντας όμως την πόρτα που άνοιξε, το βούλωσε βιαστικά και το έκρυψε κάτω από το σκέπασμα.
Ήταν η Στέλια, η γυναίκα του, που μπήκε. Κρατούσε τα παπούτσια της στο χέρι και, για να φυλάξει απ' τη βροχή τις πλάτες, είχε ανασηκωμένο ανάποδα το φουστάνι απάνω στο κεφάλι. Το κατέβασε, πέταξε στην άκρη τα παπούτσια και στάθηκε κοιτάζοντας λίγο στενοχωρεμένα τον Αντώνη, που βαστούσε το παιδί.
Εκείνο, σαν την είδε, όρμησε να πετάξει από τα χέρια του σε αυτή.
«Γίνηκες λούτσα», της είπε ο Αντώνης και την κοίταξε στα πόδια που ήτανε σα να βγήκαν από το λουτρό.
Δεν του απάντησε. Άφησε στο τραπέζι ένα πιάτο, που βαστούσε τυλιγμένο στην ποδιά της, και πήρε το παιδί.
«Πώς είσαι;» ρώτησε τον άντρα της.
«Πείνασα», είπε αυτός. «Τι έφερες;»
«Λίγο χταπόδι. Σήμερα Παρασκευή», του απάντησε.
«Σου 'φερα 'γω μια ψίχα κρέας», πετάχτηκε ο Αντώνης. «Έλα, άναψε γλήγορα φωτιά και ψήσ' το», είπε της Στέλιας.
Αυτή τον κοίταξε.
«Εγώ βαστάω το παιδί. Δώσε μου το 'δω», ξαναείπε ο Αντώνης.
Η Στέλια στεκότανε.
«Δώσ' το 'κει, μωρή», φώναξε ο άντρας της.
Η Στέλια θέλησε να καθίσει να το βυζάξει πρώτα, μα ο άντρας της βλαστήμησε.
«Άναψε συ φωτιά και ψένω 'γω το κρέας», μπήκε στη μέση ο Αντώνης κι άδραξε από τα χέρια της Στέλιας το παιδί.
Η Στέλια πήγε κι έφερε ξύλα. Άναψε τη φωτιά, έβγαλε το βρεμένο φόρεμά της, το άπλωσε πλάι στη φωτιά σ' ένα σκαμνί και πήρε το παιδί και κάθισε στο σκαμνί και του άνοιξε το στήθος.
Ο Αντώνης έσκυψε να βάλει το κρέας να ψηθεί. Έβλεπε από 'κει μόνο τις πλάτες και το γερτό κεφάλι της Στέλιας. Ο Σταύρος ζαλισμένος, μισοέκλεισε τα μάτια κοιτάζοντας τη φλόγα.
Σε λίγο τα ξύλα γίνανε θράκια και δεν τσιτσίριζαν πια. Δεν ακουγόταν άλλο από το γουγούλισμα του μικρού που βύζαινε κι ευχαριστημένο κουνούσε το μικρό του πόδι, που έβγαινε όξω από τα σπάργανα.
Ο Αντώνης άπλωσε το χέρι και το γαργάλισε στη φτέρνα.
«Άσ' το να φάει», του είπε η Στέλια δίχως να γυρίσει.
«Τι μας έστριψες τις πλάτες;» της ψιθύρισε ο Αντώνης. Και ξαναγαργάλισε το πόδι του παιδιού.
Το παιδί ξαφνίστηκε κι άφησε το στήθος.
«Άσ' το, σου είπα, να φάει», ξαναμίλησε η Στέλια.
Μα εκείνος δεν την άκουσε. Θυμωμένη κι αυτή του χτύπησε το χέρι και με το δικό της σκέπασε τη φτέρνα του παιδιού.
Άξαφνα όμως ένιωσε το ίδιο χέρι να 'γγίζει το δικό της πόδι κάτω από το σκαμνί. Έκοψε το παιδί και πετάχτηκε ορθή και γύρισε κείθε. Ο άντρας της είχε τα μάτια του κλειστά, ο Αντώνης τής χαμογελούσε σκυμμένος στη φωτιά.
Πήγε, άφησε το παιδί στην κούνια και πήρε κι έστρωσε χάμω, δίπλα εκεί που ήταν πεσμένος ο άντρας της. Τον ξύπνησε, ο Αντώνης έβγαλε το κρέας από τη φωτιά και καθίσανε και φάγανε κι οι τρεις.
Πρώτος σηκώθηκε ο Αντώνης κι έφυγε. Η Στέλια σήκωσε τα πιάτα, φόρεσε το φουστάνι της και πάει κι αυτή.
Βγαίνοντας στο δρόμο είδε τον Αντώνη που την περίμενε. Δεν του μίλησε. Φώναξε αντίκρυ μια γειτόνισσα και βιαστικές, βουτώντας γυμνόποδες μες στα νερά που πλημμυρούσανε το δρόμο, τραβήξανε στην αποθήκη που δουλεύανε κι οι δυο.
Το βράδυ που ήρθε πάλι σπίτι, βρήκε το Σταύρο και κοιμότανε. Τον σκούντησε και τον ξύπνησε.
«Ύστερα θέλει να του κρατούμε συντροφιά όλη-νύχτα», μουρμούρισε.
Εκείνος τη βλαστήμησε και γύρισε να ξανακοιμηθεί. Μα η γυναίκα του είχε φέρει από έναν κήπο φρέσκα σεσκουλόφυλλα για να του αλλάξει την πληγή. Όταν την αλλάζανε, δε βάζανε τη σκόνη και τις γάζες που είχε διαταγμένα ο γιατρός. Τα φυλάγανε μονάχα για την ημέρα που λογαριάζαν πως θα 'ρθει και τις άλλες φορές βάζανε μια αλοιφή που αγοράσαν από κάποια γιάτρισσα.
Η Στέλια την πήρε από το ντουλάπι, άλειψε με αυτή τα δροσερά πλατιά φύλλα κι ήρθε στο στρώμα του αρρώστου κι έπιασε να τον γυρίσει, να τον ξαπλώσει καλά δίπλα, στο πλευρό. Μα καθώς του σίμωσε το πρόσωπο, η ανάσα του τη χτύπησε ζεστή, βαριά. Του άφησε το κορμί να πέσει και τινάχτηκε ορθή στα γόνατα, κοιτάζοντάς τον άφωνη, τρεμουλιαστή:
«Πού το 'βρηκες, πού το 'βρηκες;» μπόρεσε κι έβγαλε τέλος φωνή. «Πάλε, πάλε! Δεν άκουσες τι είπε ο γιατρός;»
Εκείνος τη βλαστήμησε.
«Πες μου, πού το 'βρηκες; Πού; Ήθελα να ξέρω!» Αγρίεψε κι έπιασε τις πλάτες του και τον τίναξε.
Μα σα να της φώτισε άξαφνα ένας στοχασμός το νου:
«Εκείνος το 'φερε, ε; Εκείνος!» φώναξε. «Όξω θα τον πετάξω αν ξαναπατήσ' εδώ. Θα κλειδώνω την πόρτα πίσω μου σα φεύγω. Ακούς! Δεν τόνε θέλω να ξανάμπ' εδώ! Δεν τόνε θέλω, ακούς!»
Γονατισμένη μπροστά του έτρεμε και τίναζε τις γροθιές της στον αέρα.
Ο Σταύρος την έσπρωξε και ξαναβλαστήμησε.
Ακούμπησε στον τοίχο κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. Έπειτα γύρισε και του άλλαξε την πληγή. Αμίλητη.
Κι αυτή και κείνος δεν αλλάξανε πια λόγο τη βραδιά όλη.
Την Κυριακή πρωί, δυο μέρες ύστερα, η Στέλια έσιαξε το σπίτι, συγυρίστηκε λίγο κι αυτή και περίμενε να 'ρθει ο γιατρός. Πολλή πίστη δεν του είχε πια, μα είχε απελπιστεί κι από τη γιάτρισσα που της πούλησε την αλοιφή. Κόντευε να πιστέψει πως και κείνη της έδωσε το γιατρικό μόνο για να πάρει χρήματα, όπως κι ο γιατρός. Του γιατρού τού είχανε δοσμένα ως τώρα δυο δεκάρικα και θα 'κανε να λάβει άλλο ένα ακόμα. Γι' αυτό λοιπόν τον περίμενε όξω στην πόρτα, να του μιλήσει ξάστερα και να γυρέψει να της πει και κείνος καθαρά: Έχει καμιά ελπίδα πως θα γιάνει ο άντρας της ή όχι; Κι ανίσως και δεν έχει, τότε τι θέλει κι έρχεται; Άλλες δραχμές δεν έχουνε να του δίνουν. Τύχη τους που βρέθηκε καλός κι ο αφεντικός, που δουλεύανε στην αποθήκη του, και πλήρωσε κείνος το ένα το δεκάρικο και κοντά σ' αυτό και τα γιατρικά. Αν δεν ήταν κι η γυναίκα του πονόψυχη και δεν της έδινε πότε το ένα πότε το άλλο, όποτε πάει, δε θα μπορούσανε να τα βγάλουν πέρα. Πώς θα τα βγάζανε! Με τη μια κι είκοσι, που παίρνει μεροδούλι αυτή; Μια στιγμή κόντεψε να κατεβεί και κείνο στη δραχμή, μα ο αφεντικός τη λυπήθηκε και δεν της έκοψε αυτής τα είκοσι λεπτά, καθώς το 'καμε στις άλλες. Της τα δίνει κρυφά από κείνες. Όλα τούτα θέλει να τα πει του γιατρού και να του βγάλει από το στόμα την αλήθεια: Θα γιατρευτεί ο άντρας της ή όχι; Κι αν δε γιατρευτεί...!
Μπροστά της, εκεί που καθόταν στο κατώφλι, ο ήλιος έλαμπε σήμερα στις μουσκεμένες φράχτες των ολόγυρα σπιτιών, κι η νότια σηκωνότανε ψιλός τρεμουλιαστός αχνός απάνωθέ τους στον αέρα. Τα πρώτα φυλλαράκια σκάζανε χλωρόξανθοι κόμποι στ' αγριόβατα που πλεκόντανε στις φράχτες και τα σπουργίτια πηδούσαν στα κλαδιά τσιμπώντας, αφήνοντας ψιλές, κομμένες, τρυπητές λαλιές. Το μωρό στην αγκαλιά της Στέλιας σκιρτούσε ακούγοντάς τα, άνοιγε τα μάτια γελαστά, τα έκλεινε θαμπωμένα από τον ήλιο, τα ξανάνοιγε, γουγούλιζε κι άπλωνε το χέρι για να πιάσει τα πουλιά.
«Έλα π'λί, έλα π'λάκ· έλα στο παιδί», του έκανε η μάνα κι άπλωνε κι αυτή το χέρι και καλούσε το πουλί κι ήθελε να γελάσει στο μωρό, η ψυχή της όμως ήταν θολωμένη με το στοχασμό πως μπορεί να μην ξανασηκωθεί ο άντρας της.
Τον είχε συνηθίσει με όλη την κακή, τη δύστυχη ζωή που πέρασε μαζί του. Μα και πρωτύτερα, δίχως αυτόν, η ζωή της δεν ήτανε καλύτερη εκεί στο λασποχώρι, κοντά στον Άραχθο, απ' όξω από το ρωμαίικο το σύνορο, απ' όπου είχε 'ρθει. Ολημερίς στον ήλιο και στα κρύα, μισόγυμνη, ξυπόλυτη, δούλευε και κει, καθώς κι εδώ· κι ο πατέρας της, τ' αδέρφια, η μάνα τη βλαστημούσαν και τη δέρνανε και κει. Όξω στα χωράφια που θερίζανε, στα νερά που σκάφτανε μαζί γνώρισε το Σταύρο και τα σιάξανε. Είχε 'ρθει από κάπου από το τούρκικο βαθύτερα, κι ο πατέρας της, φτωχοκολήγας σ' ένα τσιφλίκι, δεν ήθελε να του τη δώσει, γιατί δεν ήξερε πούθε κρατά η σκούφια του. Μα στον πόλεμο, άμα ο ελληνικός στρατός, που είχε περάσει τα σύνορα, ξανάφυγε και μαζί του λακίσανε κι οι χωρικοί, μέσα στην αντάρα του γενικού φευγιού, ο Σταύρος την έκλεψε και μπήκε στο ρωμαίικο. Τις πρώτες μέρες γύρεψε να ζήσει σαν πρόσφυγας με τους πολλούς. Μα σαν είδε πως ο στρατός ξαναμπήκε στο τούρκικο και πως πολλοί πηγαίνανε κοντά για πλιάτσικο, άφησε τη Στέλια με τ' άλλα γυναικόπαιδα σ' ένα χωριό κοντά στην Άρτα, κρέμασε στον ώμο το τουφέκι που του 'δώσαν από την αποθήκη του στρατού και ξαναπέρασε το γεφύρι με τους άλλους αντάρτες. Γλήγορα όμως γύρισε πάλι με άδεια χέρια μαζί με το στρατό που ξαναέφυγε, πούλησε τον γκρα για ένα δεκάρικο και τράβηξε με αυτό να βρει τη Στέλια και να τη στεφανωθεί. Μα η Στέλια ήταν χαμένη. Από τις άλλες τις γυναίκες έμαθε πως την πήρανε κάποιοι φαντάροι και κάμανε προς το ρωμαίικο. Και κίνησε κοντά τους ρωτώντας και γυρεύοντας. Τη βρήκε τρεις βδομάδες ύστερα μονάχη της κάπου κοντά στην Πούντα. Την έδειρε και θέλησε να την αφήσει. Μα εκείνη του 'πεσε στα πόδια, του είπε πως την πήρανε χωρίς να το θέλει, πως πήγε κοντά τους γιατί τους φοβήθηκε, όπως μια φορά κι αυτή κι η μάνα της φοβηθήκαν τους νιζάμηδες που ήρθαν και τις πήραν από το χωριό, αφού δείρανε και 'δέσαν τον πατέρα και τον τρανό της αδερφό. Κι ο θυμός του Σταύρου πράυνε. Την πήρε και τράβηξε πιο μέσα στο ρωμαίικο, όσο που βγήκε κάπου και λογιάστηκε δραγάτης και τη στεφανώθηκε. Ζήσαν αυτού κάμποσους μήνες κακά ψυχρά, μα ο Σταύρος άκουσε πως παραμέσα σε μια πόλη κερδίζουν το ψωμί ευκολότερα στις αποθήκες που δουλεύουν τα καπνά. Περίμενε όσο που λευτερώθηκε η γυναίκα του κι ύστερα την πήρε μαζί με το παιδί και ξεκινήσαν για την πόλη. Το παιδί τούς πέθανε στο δρόμο κι όταν έφτασαν εκεί, βρεθήκανε κι οι δυο με λεύτερα τα χέρια. Στην αρχή στενοχώρεσε το Σταύρο η κλειστή ζωή μες στον πνιχτό αέρα, στη βαριά τη μυρουδιά. Μα τη συνήθισε σιγά - σιγά και το αντρόγυνο βρέθηκε μια στιγμή ευχαριστημένο στο χαμόσπιτο αυτό εδώ στην άκρη της πόλης. Όμως αντίκρυ από την αποθήκη που δουλεύαν ήταν η ταβέρνα, το κρασί φτηνό κι ο Σταύρος άρχισε να πίνει με τους άλλους άντρες. Πρώτα μονάχα εκεί, έπειτα όμως και στα μαγαζιά το βράδυ και στο τέλος να μεθά κιόλας, να 'ρχεται στο σπίτι αργά τη νύχτα. Η Στέλια ήθελε να του κλαυτεί. Μα της αγρίευε. Κατόπι άρχισε κιόλας να τη δέρνει, να της θυμίζει πως την κλέψαν οι φαντάροι. Ένα βράδυ που δεν του άρεσε και το φαγί, την πέταξε όξω από την πόρτα και της φώναξε την ατιμία της στη γειτονιά. Ύστερα πήγε και την πήρε πάλι μέσα, μα την ξανάδειρε, γιατί δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί του. Κι έτσι περάσανε δυο χρόνια, όσο που μια νύχτα, λίγες μέρες αφού σηκώθηκε από τη νέα της λεχωνιά, τον φέρανε στο σπίτι λαβωμένο στα πλευρά. Μάλωσε στην ταβέρνα και του δώσανε τη μαχαιριά. Η μαχαιριά βαθιά δεν ήταν και πήρε γλήγορα να γιάνει, μα δεν άκουσε το γιατρό και βγήκε πάλι στην ταβέρνα πριν να κλείσει ολότελα, για να ξαναπέσει χάμω με αφορμισμένη την πληγή και με πλευρίτη. Τρεις μήνες τώρα, όλο το χειμώνα, με βήχα και με θέρμη. Στην αρχή ο γιατρός τούς έλεγε πως η πληγή θα κλείσει άμα πάψει η θέρμη, τώρα τους λέει πως η θέρμη θα κοπεί άμα γιάνει ολότελα η πληγή. Τον μπόδισε να πίνει σπίρτο, δεν του δίνει ούτε κρασί. Τον πρώτο μήνα, όσο ήταν το πολύ κακό με το βήχα και τη θέρμη, βάσταξε ο άρρωστος, δε γύρεψε να πιει. Μα όταν του φάνηκε πως πήρε λίγο το καλύτερο, άρχισε να πιθυμά το σπίρτο. «Μια σταλιά μονάχα, μια σταλιά για ν' αποκοιμηθώ», φώναζε όλη νύχτα που δεν μπορούσε να κλείσει βλέφαρο. Τον λυπήθηκε κι αυτή, απόκαμε κιόλας κι η ίδια με την κακονύχτια κι ένα βράδυ πήγε και του έφερε. Μα δυνάμωσε ο βήχας και δεν του ξανάδωσε. Προτιμούσε ν' ακούει τα βογγητά και τις βλαστήμιες του. Στην αρχή ερχότανε συχνά ένας πατριώτης του και του κρατούσε συντροφιά κι αγρυπνούσε πλάι του τη νύχτα. Μα εκείνος δεν είναι 'δω πια, έφυγε από τον τόπο. Τώρα, κανένα μήνα πριν, παρουσιάστηκε ο Αντώνης. Ήτανε φίλοι με τον άντρα της, μα πρωτύτερα δεν ερχότανε στο σπίτι. Δουλεύανε μαζί στην αποθήκη. Από τον καιρό ακόμα που ήταν καλά ο άντρας της άρχισε να την πειράζει, να της πετά λόγια, όταν την έβρισκε μόνη πουθενά. Μα αυτή δεν ήθελε μήτε να τον δει στα μάτια της. Τον ήξερε πως είχε πρωτύτερα μια παντρεμένη. Έπειτα μάλωσε με κείνη κι έπιασε μια κοπέλα σε άλλη αποθήκη. Και δεν ξαναφάνηκε ίσαμε τις προάλλες, που την απάντησε στο δρόμο και την ξαναπείραξε. Και μια μέρα παρουσιάστηκε στο σπίτι να δει τι κάνει ο άντρας της. Έπειτα ξαναήρθε πάλι φορτωμένος πορτοκάλια. Ο άντρας της στο πρώτο δεν τον είδε με καλό μάτι, έπειτα όμως, όταν του έφερε δυο ψάρια και κρασί, του άρεσε. Αυτή δεν άφησε τον άντρα της να πιει κι έκαμε καβγά με τον Αντώνη. Μα ο άντρας της άρχισε να τη βλαστημά. Εκείνος δεν ξανάφερε κρασί, μα δεν έπαψε να φέρνει πάντα κατιτί και να την πειράζει όπου τη βρει. Μια βραδιά τον έβρισε όξω στην πόρτα, μα εκείνος γέλασε και της είπε πως θα γίνει δική του, ό,τι και να κάνει. Τον έχασε καμιά βδομάδα, μα τώρα πάλι παρουσιάστηκε προχτές...
«Τάχα θα ξανασηκωθεί;» συλλογίζεται ωστόσο η Στέλια και περιμένει το γιατρό. Μα του αντρός της η φωνή την έκραξε από μέσα. Σηκώθηκε, άνοιξε και μπήκε.
«Πού είσαι, μωρή; Καλά τις άλλες μέρες, είσαι στη δουλειά. Μα σήμερα πού κάθεσαι; Τι μ' αφήνεις μοναχό;»
Και βόγγηξε ο Σταύρος κι αναστέναξε.
«Απ' όξω 'δω ήμουν. Καθόμουνα με το παιδί στον ήλιο· να πάρει ψίχα αγέρα το φτωχό», ψιθύρισε η Στέλια, σα να ήθελε να δικαιολογηθεί. Τον λυπήθηκε, της φάνηκε στ' αληθινά κακό πως τον αφήνει μοναχό. Της φάνηκε κακό ακόμα και πως περίμενε το γιατρό να τον ρωτήσει κρυφά από αυτόν.
«Το παιδί! ... Πού έκοβε πες η γλώσσα σου στη γειτονιά;» είπε κείνος.
Τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή. Κάθισε ύστερα σε μιαν άκρη κι έσκυψε τα μάτια χάμω.
«Δε μ' άναψες ούτε φωτιά», ξανακλαύτηκε ο Σταύρος.
«Σήμερα φωτιά με τέτοιον ήλιο! Ή λες περσεύουνε τα ξύλα;» μουρμούρισε η Στέλια.
«Όξω είν' ο ήλιος. Εγώ πού να τον βρω! Μ' αφήνεις να παγώσω. Θέλεις να πεθάνω, να πάρεις άλλονε».
Μέσα της θύμωσε η καρδιά, μα δε μίλησε. Τον άφησε να λέει. Μα σε λίγο της φάνηκε πως άκουσε πατήματα όξω από την πόρτα και πετάχτηκε να βγει.
«Άντε όξω πάλε», της φώναξε τραχιά ο άντρας της. «Άντε όξω να δεις. Ποιος ξέρει ποιος σε καρτερεί. Μη δε σε ξέρω!»
Άλλες φορές, σαν ήτανε στα πόδια του και της άρχιζε τέτοια λόγια, σώπαινε. Σώπαινε γιατί γνώριζε πως αν τον αγρίευε περσότερο, θα ξεθύμαινε το κακό στη ράχη της. Έπειτα, όταν έπεσε στο στρώμα κι η γκρίνια του πήρε κι άψωνε, σώπαινε πάλι γιατί τον λυπότανε. Τη στιγμή αυτή όμως, σαν να πνίγηκε κάθε λύπη μέσα της, δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Και σα δεν είχε πια το φόβο του, γύρισε πίσω κι όρμησε ίσια πάνω του:
«Αχάριστε!» φώναξε σφίγγοντας τη γροθιά μπροστά στο πρόσωπό του και στάθηκε αγριεμένη εκεί.
«Σκρόφα! Σκρόφα!» μάνιωσε κι ο άρρωστος κι έκαμε να την πιάσει. Μα μη μπορώντας, άρπαξε το μπουκάλι που είχε κάτω από το σκέπασμά του και το σήκωσε απάνω της.
Η Στέλια έστρεψε πίσω γλήγορα, για να φυλάξει το παιδί που είχε στην αγκαλιά, και το μπουκάλι έσπασε στη ράχη της. Μα καθώς γύρισε, είδε μπροστά της τον Αντώνη που έμπαινε στην πόρτα.
«Όξω από 'δω! Όξω απ' το σπίτι μου!» φώναξε χιμώντας κατ' αυτόν. «Εσύ τα φταις, εσύ 'σαι η αφορμή!»
Ο Αντώνης στάθηκε ακούνητος και την κοίταζε. Στο ένα χέρι κρατούσε μια μποτίλια με κρασί και στο άλλο ένα κομμάτι κρέας.
«Όξω από 'δω! Μη στέκεσαι!» του ξαναφώναξε η Στέλια.
«Χίμησε να με σκοτώσει, να με πνίξ' η άτιμη», φώναξε την ίδια ώρα ο Σταύρος από πίσω της.
«Αυτός εδώ, αυτός θα σε σκοτώσει», έδειξε η Στέλια τον Αντώνη.
«Τι έχετε; Τι πάθατε;» έκαμε να μπει στη μέση τούτος, μα η Στέλια είχε αγριέψει:
«Είτ' αυτός θα φύγει αμέσως είτε 'γω. Ή τόνε διώχνεις ή δε θα με ξαναϊδείς», φώναξε πάλι του αντρός της και τον κοίταξε σα να πρόσμενε ν' αποφασίσει.
«Δεν πας στο διάολο; Δεν πας εκεί που πήγες και την άλλη...»
Δεν περίμενε ν' ακούσει όλο το λόγο του. Χίμησε όξω με το παιδί στην αγκαλιά.
Τράβηξε πέρα στα χωράφια. Πού πήγαινε δεν ήξερε. Βρέθηκε μπροστά σ' ένα λογκάκι με μουριές και θέλησε να μπει εκεί. Μα την ξαφνίσανε φωνές και βγήκε γλήγορα πίσω και πάει μακρύτερα στον κάμπο. Ήταν έρημος σήμερα. Μόνο παιδιά γυρνούσαν εδώ κι εκεί μικρά μπουλούκια και 'στήναν δίχτυα για πουλιά, και μερικά κοπάδια βόσκανε. Η Στέλια φοβότανε τους σκύλους κι έστριβε αλλούθε σαν τους ξαγνάντιζε από μακριά. Μια στιγμή βρέθηκε κοντά στα σπίτια ενός χωριού. Άκουσε τις φωνές των παιδιών που παίζανε κι εκεί, τής φάνηκε ακόμα πως άκουσε κι αχούς από βιολιά. Γάμος θα γίνεται, στοχάστηκε· γίνεται κι άλλη τυχερή. Άφησε το χωριό στο πλάι και ξανατράβηξε προς τα χωράφια. Άλογα πεδικλωμένα βοσκούσανε κοντοπηδώντας, πουλάρια τρέχανε, χλιμιντρούσαν, κυλιόντανε στη χλωρασιά. Παρέκει την τρομάξαν μερικά γελάδια. Σταμάτησε. Θέλησε να στρίψει πίσω. Μα παραμέρισε μονάχα και περάσανε μπροστά της. Κάποια γυρίσανε και την κοιτάξαν παράξενα και νυσταγμένα. Δυο χωριάτες, που απάντησε παραπέρα, τη χαιρετήσανε κουνώντας το κεφάλι. Σταμάτησε και τους κοίταξε καθώς πηγαίνανε με τα ταγάρια στον ώμο και με τα τσαρούχια τους στο χέρι. Μα εκείνοι δε γυρίσανε να δουν.
Και τράβηξε μακρύτερα. Λεύκες, ιτιές, φτελιές και φράξα, αλλού μονάχα κι αλλού σύδεντρα περνούσανε τριγύρω της, φραγές, οργώματα κι αυλάκια με νερά θολά εδώ την κάνανε να τα πηδήσει, εκεί ν' αλλάξει μονοπάτι. Κάπου προβάλανε σκεπές αχεροκάλυβων, κάπου ασπρίζανε στον ήλιο χαμηλά σπιτάκια. Με το χειμώνα ήταν κλεισμένα κι έρημα, η Στέλια όμως παραμέριζε από αυτά. Φοβότανε να δει ψυχή και φοβότανε πάλι τους σκύλους, όπου αυτιαζότανε φωνή, όπου άκουγε σφύρισμα βοσκού, βελάσματα, κουδούνια. Έφευγε, μάκραινε. Έπεσε μια στιγμή σ' ένα σύλλογκο παλιούρια, σ' ένα βάλτο που μυρίζαν οι βοστίνες και τα βατράχια πηδούσανε και κράζανε φουσκώνοντας τα λαιμά, τεντώνοντας τα μάτια, γυαλίζοντας παρδαλοπράσινα στον ήλιο. Βγήκε από κείθε πάλι στα χωράφια. Μα ένας λαγός που πήδησε από τα θάμνα την ξάφνισε ξανά, παρέκει ένας δραγάτης, που πρόβαλε με το σταχτί σεγκούνι του και το τουφέκι στον ώμο, την έκαμε και κρύφτηκε σκύβοντας πίσω από τα χαμόκλαδα. Πέρασε και δεν την είδε. Κάπου κάθισε ύστερα να βυζάξει το παιδί της. Και σηκώθηκε πάλι και κίνησε. Το μεσημέρι ήτανε περασμένο πια. Το είδε από τον ίσκιο των κλαριών, το ένιωσε και μέσα της. Μα τράβηξε. Μακραίνοντας, φεύγοντας πάντα.
Έφτασε τέλος σε μια ρεματιά· ήτανε κατεβασμένη. Στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε. Ύστερα σήκωσε το φουστάνι της και θέλησε να την περάσει. Μα με το πρώτο πάτημα το νερό τής έφτασε ως το γόνα, κι όπως το ρέμα έτρεχε γλήγορο, θολό μπροστά της, ένιωσε να ζαλίζεται. Γύρισε, ξανανέβηκε στον όχτο και στάθηκε. Τότε κατάλαβε, τότε θυμήθηκε να ρωτήσει πού πηγαίνει. Ένιωσε τα πόδια της βαριά, κομμένα. Κάθισε χάμω, ακούμπησε στα γόνατά της το μωρό και κοίταξε χαμένα μπρος της. Πέραθε από τη ρεματιά, το λιβάδι απλωνότανε στρωτό και στην άκρη του νερού φυτρώναν λυγαριές και βάτα κι άλλα θάμνα, τούφες τούφες. Τα θάμνα μόλις είχαν πάρει και χλοΐζανε, μα το λιβάδι το πλουμίζαν τα λουλούδια. Υφάδι κρόκινο πλεκόταν με το πράσινο στο βάθος σε απαλό στρώμα χρυσόχλωρο και μέσα λάμπαν σκορπιστοί παρδαλοί τόνοι· άσπροι, άλικοι, γαλάζιοι, βυσσινί και κρεμεζί, βαθιοί, ανοιχτοί, περίσσιοι. Η Στέλια πολέμησε να ξεχαστεί το μωρό της με τα «λουλουδάκια». Μα εκείνο γύρευε το στήθος της. Του το άνοιξε και σφίγγοντάς το εκεί έσκυψε κι αυτή και συλλογιζότανε.
Το νερό περνούσε με σμιχτή βουή μπροστά της. Μόνο άμα σκόνταβε σ' ένα κλαδί μιας λυγαριάς, που έγερνε απάνω του, και πότε ήθελε να το πηδήσει, πότε να το συνεπάρει, ξεχώριζε μέσα στη βουή ένα ψιλό, κομμένο φλοίσβημα, όμοιο με δοκιμή που κάνει άπλερο πουλί να κελαηδήσει. Η Στέλια σα ν' άκουγε αυτό μονάχα, κοίταζε το νερό που σούφρωνε, παιγνίδιζε, γλιστρούσε τριγύρω στο κλαδί, και συλλογιζότανε. Σα να την έσερνε κι αυτή ένα όμοιο κύμα. Όλα θολά ήτανε στο νου της ως την ώρα εκείνη, θολά σαν το νερό που κοίταζε. Έφευγε· χωρίς να ξέρει πού, χωρίς να ξέρει από ποιον φεύγει; Από τον άντρα της; Πρώτη φορά δεν ήταν που την έβριζε. Μη δεν την έδιωχνε συχνά κι ο ίδιος, όταν ερχόταν μεθυσμένος σπίτι; Και μια φορά δεν το αποφάσισε κι αυτή να φύγει, σαν τα μισόφτιασε με κάποιον που δουλεύανε στην αποθήκη μαζί; Τότε δεν είχε ακόμα το παιδί και πήγε και τον έσμιξε κρυφά τη νύχτα δυο - τρεις φορές. Μα κατάλαβε πως ο σκοπός του δεν ήτανε να την πάρει να φύγουνε· την ήθελε να την έχει μοναχά όταν του χρειαζότανε. Άμα την παραφορτώθηκε, τον φοβέριξε πως θα το πει του αντρός της, κι έμεινε με τούτον. Και τού τα βάσταξε όλα κι όσο ήτανε γερός και τώρα που έπεσε. Και τον περίμενε να γιατρευτεί. Και την αυγή αυτή ακόμα μη δεν έκλαιγε μέσα της, άμα στοχαζότανε πως δε θα ξανασηκωθεί; Τον ξανάφερε μπροστά της χάμω στο στρώμα του πεσμένον, κι η καρδιά της πήρε να λυπηθεί. Μα η θωριά του Αντώνη βγήκε ανάμεσα και την αγρίεψε. Αυτός ο άνθρωπος ήταν μπροστά της σα βρυκόλακας, σαν ίσκιος που τον είχε σταλμένο η κόλαση. Από τη στιγμή που τον πρωτοείδε ταράχτηκε, κρυάδα πέρασε βαθιά της σα να της άγγιξε σίδερο την καρδιά. Η ματιά του την τρόμαζε, κι όταν τον έβλεπε να μπαίνει σπίτι τους, θαρρούσε πως μαζί του σίμωνε κάποιο κακό. Το βράδυ εκείνο που την έπιασε στην πόρτα και της έσφιξε το χέρι και της είπε πως θα γίνει δική του με όσα και να κάνει, τής πάγωσε το αίμα. Μπήκε στο σπίτι τρέμοντας, και τη νύχτα το γέλιο του τής ξάφνιζε τον ύπνο. Τον ξαναβλέπει μπροστά της τώρα, καθώς τον άφησε πίσω στο σπίτι να στέκει ορθός στην πόρτα, και την πιάνει ο ίδιος τρόμος που δε στοχάζεται άλλο, παρά πώς να φύγει μακριά, όσο μπορεί μακρύτερά του. Μα νιώθει να μην τη βαστούν τα πόδια της και γέρνει, σκύβει πάλι το κεφάλι και κλείνει τα μάτια και συλλογίζεται.
Άμα τα ξανάνοιξε, είδε το παιδί της που κοιμότανε στο στήθος της. Της φάνηκε πως κι αυτή είχε κοιμηθεί, της φάνηκε πως είχε ονειρευτεί κιόλας. Τι όμως, δε θυμότανε. Ψηλά ο ήλιος έπαιρνε να βασιλέψει κι έγερνε πέρα στα βουνά. Κάπου εκεί πίσω μακριά ήξερε πως ήταν το χωριό της. Και της φάνηκε πως είχε ξεκινήσει να πάει εκεί. Νόμισε ακόμα πως αυτό είχε ονειρευτεί όταν κλειστήκανε τα μάτια της. Και πριν που έτρεχε σαν την τρελή στον κάμπο... τα χωράφια, οι φραγές, τα νερά, τα βόδια, τ' άλογα, όλα σα να τής είχαν ξυπνημένη τη λαχτάρα της ζωής, που πέρασε στον κάμπο του χωριού της φυτρωμένη, κολλημένη εκεί, ένα πράμα του κι αυτή, ένα κομμάτι του, ένα κλαρί να πεις ή ένας σβώλος γης. Έρημος κιόλας καθώς ήταν σήμερα, τής γέννησε μέσα της κάποιον παρόμοιο τρόμο σαν εκείνον που ένιωθε πάντα εκεί στον τόπο της, όταν τύχαινε και βρισκότανε στην ερημιά ολομόναχη. Από τότε που την πήραν οι νιζάμηδες και την φέραν έξω στα χωράφια και πέρασαν τη νυχτιά με αυτή και με τη μάνα της, δε διάβηκε ποτέ από φράχτη δίχως τρόμο, δεν είδε κλαδί να σειέται, ίσκιο να σέρνεται, δεν άκουσε ποτέ της τον αέρα να φυσά στην πόρτα, να τρίζει έξω στα φύλλα, δίχως να φοβηθεί πως δε θα ξαναφανεί μπροστά της φέσι κόκκινο και δε θ' απλώσουν άγρια χέρια να την αγκαλιάσουν. Με τον τρόμο αυτό έφυγε από το χωριό. Και θυμήθηκε κείνη τη νύχτα και θυμήθηκε ύστερα τη μάνα της. Την είχε αφήσει άρρωστη όταν ακολούθησε το Σταύρο. Έπειτα έμαθε πως πέθανε από την κακοπάθεια στο φευγιό. Έκλαψε τότε λίγες μέρες, μα ύστερα τη λησμόνησε κι αυτή, όπως όλα. Από τους άλλους τους δικούς της, τρία χρόνια τώρα που έφυγε από κείνους, δεν άκουσε, δεν έμαθε. Δεν ήξερε αν ακόμα ζει ο πατέρας της κι αν είναι στο χωριό. Κάποιοι που είχαν έρθει από κείνα τα μέρη, τής είπανε πως, άμα πέρασε ο πόλεμος κι οι χριστιανοί ξαναγυρίσαν στα χωριά, δεν είδανε να γυρίσει με τις άλλες κι η δική της φαμελιά. Κάποιες φορές τη γύρεψε με το νου της, στοχάστηκε άλλα μέρη, άλλα τσιφλίκια, όπου λογάριαζε ο πατέρας της να πάει, αν τόνε διώχναν από 'κει που ήτανε. Και κάποτε σε στιγμές απελπισμένες τής φάνηκε πως, γυρνώντας και ρωτώντας, τη βρήκε τέλος. Μα πάντα τρόμαζε, σα φανταζότανε πως στέκει στην πόρτα του πατέρα της. Τον έβλεπε να την παίρνει με το ξύλο, έβλεπε τον αδερφό της να την κυνηγά με τις κλωτσιές. Θυμότανε πόσες φορές την είχε δείρει ο ένας, όταν τη μάθαινε πως κρυφοσμίγει με το Σταύρο, θυμότανε πως ο άλλος γύρευε να τη βρει να τη σκοτώσει, όταν άκουσε πως πέρασε κλεμμένη τα σύνορα. Και τώρα τα ξαναθυμήθηκε κι είδε να στέκεται στην πόρτα του πατέρα της με το μωρό στην αγκαλιά. Και ξανατρόμαξε και ρώτησε αν αλήθεια κίνησε για 'κει. Κι αν δεν κίνησε για 'κει, τότε για πού; Όλος ο κόσμος τής απλώθηκε σαν ερημιά τρανή κι έγειρε το κεφάλι κι άρχισε να κλαίει.
Το παιδί της ξύπνησε και γύρεψε πάλι το στήθος της. Του το έδωσε, μα ήτανε στεγνό. Έβαλε το κλάμα. Το χτύπησε για να σωπάσει. Μα εκείνο έκλαψε πιο δυνατά και, στο μάκρος, αλαφιαστήκαν τα σκυλιά. Η Στέλια πετάχτηκε ορθή κι έριξε γύρω φοβισμένες ματιές. Το μωρό δεν έπαυε και τ' αλυχτήματα σιμώσανε. Σε μια στιγμή δυο σκύλοι στεκόνταν άγριοι στον αντικρινό όχτο και γαβγίζαν, τεντώνοντας τ' άσπρα γυαλιστερά τους μάτια, τής δείχνανε τα μυτερά τους δόντια, τα κόκκινα λαρύγγια τους, χιμώντας πότε δώθε πότε κείθε, όθε εκείνη έκανε, φοβερίζοντας ολόρθοι να πηδήσουνε τη ρεματιά. Μα το νερό ήταν πλατύ και δεν το αποφασίζανε. Μια φωνή ακούστηκε να τους κράζει απόμακρα, μα η Στέλια είχε γυρίσει πίσω κι έφευγε τρεχάτη, χάθηκε μέσα στις λυγαριές. Δεν έκαμε προς το χωριό, πήρε το άλλο μονοπάτι που βρήκε μπρος της. Πού πήγαινε; Το ξανασυλλογίστηκε, όταν ξαναπάντησε τη ρεματιά. Είχε γεφύρι εδώ και στάθηκε λίγη ώρα και κοίταζε πάλι το νερό που έτρεχε κάτω. Μα δεν πέρασε από πέρα. Έστριψε πάλι πίσω στα χωράφια. Το χωριό είχε μείνει δίπλα, γύρω της έβλεπε μονάχα δέντρα και λιβάδια. Το βασίλεμα τα φώτιζε χλωμά, οι ίσκιοι απάνω τους μακραίναν ολοένα, τα πουλιά σκορπούσανε μισές, σβηστές φωνές. Έβλεπε που έπιανε το βράδυ, που ο αέρας κρύωνε. Κι ένιωσε να πεινά κι άρχισε να τρέμει, να φοβάται. Κι έτρεχε, τραβούσε σα να ήθελε κάτι να βρει, σα να γύρευε κάπου να τρυπώσει. Άξαφνα ξάνοιξε μακριά την πόλη που απλωνόταν ισκιωμένη. Σ' ένα καμπαναριό μονάχα και στις κοντές ραχούλες πέρα έλαμπε αχνά η τελευταία αντιφεγγιά του ήλιου, που είχε μισοκρυφτεί πίσω από το βουνό. Της φάνηκε τόσο θλιμμένη, τόσο κρύα, παγερή, σαν να ήταν η τελευταία που φώτιζε την πλάση. Και ξαναστάθηκε μια στιγμή και κοίταζε. Γυρνούσε πάλι εκεί; Όχι, όχι! Μα τότε πού πηγαίνει; Πού;... Ήθελε να σωριαστεί χάμω να κλάψει, ξανακίνησε όμως στα χαμένα, δίχως να ξέρει πάλι πού. Και το βράδυ όλο και θόλωνε. Περπατούσε γλήγορα, σα να ήθελε να του ξεφύγει. Απόμακρα κουδούνια την ξανατρομάξαν. Τάχυνε περσότερο το βήμα, όσο που απάντησε μπρος της μια καλύβα. Ήτανε δίχως πόρτα και σκέφτηκε να μπει μέσα να τρυπώσει. Μα καθώς έσκυψε και μπήκε, ξανάρχισε το παιδί να κλαίει και βγήκε βιαστική και πήρε το ίδιο μονοπάτι. Την έβγαλε, ότι έπεφτε το πρώτο σούρουπο, στο ίδιο το λογκάκι με τις μουριές, όπου είχε σταματήσει πριν από το μεσημέρι. Μα μόλις έκαμε λίγα πατήματα, το μισοσκόταδο που έπεφτε κι απλωνόταν κάτω από τα δέντρα τη φόβισε και γύρισε και κάθισε στην άκρη από το ξέφωτο, ακουμπώντας σ' έναν κορμό δέντρου. Ήταν αποκαμωμένη πια και μέσα η καρδιά της έτρεμε. Βάρος θολό έσφιγγε το νου της, ζάλη τής θόλωνε τα μάτια, δε συλλογιζόταν πια τίποτες. Έβλεπε μονάχα ολόγυρα την ερημιά και της φαινότανε πως είναι μόνη, καταμόναχη στον κόσμο· έβλεπε να σκοτεινιάζει το βράδυ πάντα περσότερο και της φαινότανε πως σβήνει, πως χάνεται κι αυτή με το υστερνό το απόφωτο που σβούσε. Κι έσφιγγε το παιδί, που αποκοιμήθηκε στα στήθη της, και ξανάρχισε να κλαίει, όσο που αποκοιμήθηκε κι αυτή.
Μα την ξύπνησε ξανά η φωνή του παιδιού. Είχε γλιστρήσει από τα χέρια της κι έπεσε χάμω κι ανοίγοντας τα μάτια στο σκοτάδι, τρόμαξε. Η Στέλια το άρπαξε στην αγκαλιά και σηκώθηκε ορθή, τρομαγμένη και κείνη. Την πρώτη στιγμή δεν ένιωσε πού ήταν, δε θυμήθηκε. Νόμισε πως έβλεπε όνειρο. Κρύος, ψιλός αέρας φυσούσε από τον κάμπο και βούιζε πίσω στο λόγκο και σφύριζε ανήσυχα στ' άφυλλα κλαδιά. Κατάλαβε να τής ανατριχιάζει το κορμί. Έπιασε τα χέρια του παιδιού, ήταν παγωμένα. Έριξε τα μάτια φοβισμένα γύρω της. Δεν έβλεπε άλλο από σκοτάδι και κάποιους ίσκιους που αναδεύανε και σειόνταν και σα να μουρμουρίζανε. Ύστερα μια στιγμή σωπάσαν όλα και τώρα τής φάνηκε η ερημιά περσότερο τρομαχτική. Κάποια φτερά, μαύρα φτερά, θάρρησε πως περνούσανε τριγύρω της και τής σβουρίζανε στ' αυτιά, στο πρόσωπο και την αγγίζανε και την ανατριχιάζαν πάλι ολόβολη. Έβγαλε μια κραυγή μουγκή κι αγκάλιασε το πρώτο δέντρο για να μη σωριαστεί. Όταν ξανάνοιξε δειλά τα μάτια, είδε τ' αστέρια που λάμπανε στον ουρανό, και στο μάκρος πέρα ένα πλατύ, μακρύ αχνοσύγνεφο που κρεμιόταν ανάερο από πάνω από την πόλη και κάτωθέ του τρεμοφέγγανε θαμπά τα φώτα. Τότε θυμήθηκε. Μα η βουή στο λόγκο ξανασάλεψε, τα κλαδιά τρίξανε πάλι. Και το μωρό έκλαιγε. Το έσφιξε στην αγκαλιά κι έφυγε σαν κυνηγημένη. Οι ίσκιοι τρέχανε κοντά της, το σκοτάδι την έζωνε, την έσφιγγε, την κυνηγούσε πίσω της, μπροστά της, γύρω. Έτρεξε όσο που βρήκε το μεγάλο δρόμο. Κι έτρεξε κι εκεί. Σταμάτησε μόνο σα βρέθηκε μπρος στην πόρτα του σπιτιού της.
Την άνοιξε και μπήκε μέσα.
Στο τζάκι σπιθήριζε η φωτιά. Ο Αντώνης καθισμένος εκεί κάπνιζε το τσιγάρο του και δίπλα γυάλιζε το ποτήρι του μισόγεμο κρασί. Ο άντρας της ήταν αποκοιμισμένος.
Η Στέλια δεν καλησπέρισε. Πήγε ίσια στην κούνια κι ακούμπησε το μωρό κι έσκυψε 'κει να το αποκοιμίσει. Έτρεμε όμως το σαγόνι της, τα δόντια της χτυπούσαν και κρύο δυνατό την έπιασε μεμιάς εκεί που κουνούσε. Κατάλαβε πως δεν όριζε πια τα χέρια της, τα πόδια της μουδιάζανε και μερμηγκιάζαν, αισθάνθηκε να της περνά τα σπλάχνα, να τα ρουφά, φλόγα στεγνή σαν να τα δαγκάνανε ψιλά δόντια, να τα βυζαίνανε, να τα τρυπούσανε σκουλίκια· τα χείλη της ήταν ξερά, η γλώσσα της τραχιά και ξένη μες στο στόμα της, ο λάρυγγάς της φλογισμένος, το μέτωπό της το έσφιγγε γύρω ένα στεφάνι σιδερένιο, μια πυρό, μια παγωμένο. Και στα μάτια της μπροστά τρεμοφεγγίζαν φωτεινές γραμμές σαν ψιλά σύρματα πλεχτά, περνούσαν γύροι σπιθηριστοί και λάμπανε και σβήνανε και πάλι φέγγανε και σπιθηρίζανε και τρέμαν και στριφογυρίζαν αμέτρητοι, άπαυτοι, άσωστοι. Νόμισε πως άνοιξε η σκεπή και πέφτανε μπροστά της βροχή τ' άστρα καθώς τα είχε δει μια νύχτα, όταν ήτανε μικρή. Σκέπασε με τα χέρια της τα μάτια για να μην πέσει. Μα ζαλίστηκε περσότερο. Τρεμουλιαστά μπόρεσε κι ανασηκώθηκε, κατάφερε και σύρθηκε ως την άκρη του τζακιού και σωριάστηκε σκυμμένη απάνω στη φωτιά.
Ο Αντώνης στην αρχή έμενε ακούνητος και δε μιλούσε. Μα όταν την είδε πως έτρεμε και δε μπορούσε να κρατήσει την καρδιά της, γέμισε το ποτήρι του και σίμωσε και της το έβαλε στα χείλη. Η Στέλια θέλησε ν' αντισταθεί, όμως το άδειασε όλο κι έγειρε το κεφάλι της στον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια. Το κορμί της έτρεμε όλο ακόμα. Ο Αντώνης έπιασε τα χέρια της· ήτανε πάγος. Σήκωσε το χράμι όπου καθότανε και τη σκέπασε και της τύλιξε τα πόδια.
Άμα η Στέλια ξανάνοιξε τα μάτια, τον είδε ξαπλωμένον πάλι αντίκρυ της και την κοίταζε.
«Μου ήρθε σα σκοτούρα», του είπε και τον κοίταξε κι αυτή. Σα να ήθελε να δει αν είναι κείνος ο ίδιος που την τρόμαζε πρωτύτερα.
«Σκιάζουμαι θα 'σαι νηστική», της είπε.
Και δίχως να περιμένει απόκριση, πήγε κι έφερε από το τραπέζι το φαγί, που απόμεινε από πριν που είχαν φάει με το Σταύρο, και το έβαλε μπροστά της.
Η Στέλια έσκυψε και πήρε κι έτρωγε. Ο Αντώνης τής ξαναγέμισε το ποτήρι.
«Έτσι ντε, έτσι σε θέλω κι όχι να σεκλετίζεσαι», της είπε, όταν το είχε πιει κι αυτό ως κάτω.
Εκείνη δε μίλησε. Είχε χορτάσει και το κρασί άρχισε να τη ζεσταίνει. Δεν έτρεμε η καρδιά της πια κι οι φωτεινοί γύροι δεν παίζανε μπροστά στα μάτια της. Αλλιώτικα γύριζαν τώρα όλα εμπρός της, αλλιώτικα όλα γύρω της θολώνανε και τρέμανε σε νύσταγμα γλυκό, σε μαλακό αποκάρωμα. Δε θυμότανε πια τίποτες απ' όλη την ημέρα, δε γνώριζε καλά καλά ποιος ήτανε και κείνος που καθόταν αντίκρυ της και την κοίταζε σα να ήθελε κάτι να πει, σα να ήθελε να κουνηθεί, να ήθελε κάτι να κάμει.
Μια στιγμή αναδεύτηκε ο άντρας της, πολέμησε να γυρίσει και βόγγηξε δυο - τρεις φορές. Η Στέλια λάγγεψε κι αναταράχτηκε κι αυτή. Μα ο άντρας της ησύχασε κι ακούστηκε πάλι το ρουχαλητό του.
«Ήρθε ο γιατρός;» ρώτησε η Στέλια τον Αντώνη. Μα ή δεν άκουσε ή δε θυμόταν τώρα πια τι απόκριση τής έδωσε. Κι ακόμα δε θυμότανε καλά καλά πώς και πότε έφυγε κείνος. Όταν τα χαράματα την ξύπνησε το κλάμα του παιδιού, βρέθηκε 'κει στο ίδιο μέρος κοντά στο τζάκι, ντυμένη καθώς είχε πέσει. Το φως μονάχα ήταν σβηστό κι η φωτιά ξεσπιθισμένη. Κι ο άντρας της βογγούσε και τη βλαστημούσε.
Πριν πάει στη δουλειά της, τού έδωσε τον καφέ και τού έσιαξε το στρώμα καθώς πάντα. Εκεί που σίμωσε το στόμα του, η ρακή τής μύρισε βαριά. Μα δε μίλησε, ούτε ταράχτηκε η καρδιά της. Και το μεσημέρι που ξαναήρθε ο Αντώνης και στην τσέπη του είδε την μποτιλίτσα να φουσκώνει, έκαμε πως δεν κοίταξε 'κει. Πήρε μόνο από το χέρι του το ψώνιο που έφερε κι έβαλε τραπέζι και φάγανε κι οι τρεις μαζί.
Το βρήκε σαν καλύτερο έτσι. Αφού το ήθελε ο άντρας της, γιατί ν' αντισταθεί αυτή; Κι ο Αντώνης, όταν είδε πως η μποτιλίτσα με το σπίρτο κι ό,τι άλλο έφερνε από την αγορά ευχαριστούσανε το Σταύρο, ερχότανε συχνότερα με αυτά, έφερνε το βράδυ και κρασί και πίνανε κι οι τρεις. Μια νύχτα κιόλας, που έξω έριχνε δαρτή βροχή, τα μάτια του κλειστήκαν εκεί που κουβεντιάζαν με τη Στέλια πλάι στη φωτιά κι ο Σταύρος λάγιαζε στην άκρη του. Εκείνη πήρε μια βελέτζα και τον σκέπασε, μάζεψε τη φωτιά, έσβησε το φως κι έπεσε κι η ίδια παραπέρα και κοιμήθηκε κοντά στην κούνια του παιδιού.
Κι από 'δω και μπρος ο Αντώνης αποκοιμιότανε δίπλα στο τζάκι κι ας ζέστανε ο καιρός και σβήσαν τη φωτιά. Μόνο πως τώρα το Σταύρο άρχισε να τον πειράζει. Βογκούσε, αναθεμάτιζε πιο πολύ τη νύχτα κι έβηχε ολοένα και περσότερο. Ο γιατρός, όταν τον ρώτησε η Στέλια αν θα ξανασηκωθεί ο άντρας της, μάζεψε τους ώμους· κι όταν του είπε πως δεν έχουνε να τον πληρώνουν άλλο, έπαψε να 'ρχεται.
Ο Σταύρος όμως άρχισε να τον γυρεύει και φώναζε τη γυναίκα του γιατί δεν πήγαινε να τον φέρει:
«Μ' αφήνεις να πεθάνω, να πάρεις άλλονε».
«Σκάσε, ρέψε αυτού που κείτεσαι», του φώναζε και κείνη κι έκλεινε την πόρτα πίσω της.
Αν δεν ήταν ώρα να πάει στην αποθήκη, έπαιρνε το παιδί και πήγαινε στη γειτονιά ή καθόταν έξω από την πόρτα και του έδειχνε τα πουλιά που κελαηδούσαν ή τ' αριά σύννεφα του Απρίλη που περνούσανε στον ουρανό.
Μα πάλι ερχόντανε στιγμές που τον λυπότανε. Και μια μέρα ζήτησε του Αντώνη να φέρει το γιατρό.
Εκείνος την κοίταξε και γέλασε:
«Δε λυπάσαι να πετάξουμε τις δυο δραχμές;» της είπε.
Μα ο Σταύρος δεν έπαψε να τον γυρεύει κι η Στέλια πήγε στον αφεντικό που δούλευε και τον παρακάλεσε κι έστειλε κείνος το δικό του γιατρό.
Ο γιατρός διώρισε κάτι κι είπε πως θα ξαναρθεί. Μα όταν ξαναήρθε, βρήκε τον άρρωστο χειρότερα, την πληγή πιο σαπισμένη.
«Δεν έχει γιατρειά ο άντρας σου», είπε της Στέλιας που έτρεξε πίσω του έξω από το σπίτι.
Η Στέλια έσκυψε το κεφάλι, ακούμπησε στον τοίχο κι έκλαψε όταν έφυγε ο γιατρός. Ύστερα μπήκε μέσα και πήγε και κάθισε κοντά στον άρρωστο. Και του έπιασε το χέρι.
Εκείνος την άφησε μια στιγμή να το κρατήσει, έπειτα το πήρε και την έσπρωξε:
«Φεύγα», της είπε. «Θέλεις να πεθάνω».
«Όχι, δε θέλω· μην το λες αυτό», ψιθύρισε η Στέλια έτοιμη να ξανακλάψει.
«Το θέλεις για να πάρεις άλλον», ξαναείπε ο άρρωστος.
Η Στέλια σώπαινε.
«Φεύγα· δε στάθηκες ποτέ καλή. Και τώρα με γελάς».
«Όχι, όχι», έκαμε κείνη να πει, μα η θολή ματιά του καρφώθηκε απάνω της και δεν την άφησε να τελειώσει.
«Σώπα. Με γελάς. Εδώ μέσα με γελάς...»
Ο βήχας τον έκοψε κι η Στέλια έμεινε μουδιασμένη εκεί, με χαμηλωμένα μάτια.
Ο Σταύρος πάλεψε ώρα με το βήχα κι η Στέλια πολεμούσε να τον βοηθήσει, κρατώντας το κορμί του ορθό· όσο που έπεσε αποκαμωμένος χάμω, ναρκωμένος από τη σκόνη που του διώρισε ο γιατρός κι ένα παιδί της γειτονιάς πήγε και την έφερε.
Όταν τη νύχτα ήρθε ο Αντώνης μεθυσμένος κι έπεσε να κοιμηθεί κοντά της, η Στέλια του ψιθύρισε σιγά τι άκουσε από το γιατρό και τι κατόπι από τον άντρα της. Μα ο Αντώνης γέλασε.
«Μη, μη δυνατά», τον παρακάλεσε. «Άστονε να πεθάνει πρώτα».
Καθώς μιλούσανε, δε νιώσανε κι οι δυο κάτι που σύρθηκε στην άκρη. Όσο που ξάφνου η Στέλια άκουσε κοντά της μια φωνή βραχνή.
Έμεινε σαν πετρωμένη.
«Να πεθάνω! Να πεθάνω! Ε, μωρή; Δε με γελάς;» έκραξε η φωνή.
Και πάλι σώπασε μες στο σκοτάδι.
«Έλα, μωρή· νειρεύεται», της είπε ο Αντώνης που δεν άκουσε καλά.
Η Στέλια πήρε θάρρος ν' ανασηκωθεί. Μα ένας πνιγμένος βήχας ξέσπασε μεμιάς. Η Στέλια πετάχτηκε· πήγε κι άναψε το φως.
Ήταν ο άντρας της που είχε συρθεί δαγκάνοντας τα χείλη, κρατώντας την αναπνοή, κι έφτασε ίσια με την άκρη του τζακιού. Μπόρεσε και φώναξε τα λίγα λόγια κι ύστερα του πιάστηκε η πνοή. Ο βήχας τον έπνιξε.
Η Στέλια έμεινε πάλι μάρμαρο. Τον έβλεπε ν' αγκομαχά, να σφίγγει τις γροθιές γερμένος μπρούμυτα, σωριασμένος στο τζάκι. Μόνο το κεφάλι του είχε ορθό, τα δόντια του τρίζανε, γυαλίζαν, τα τουφωμένα γένια του αφρούς γεμάτα, τα μάτια του γυρεύανε να πεταχτούν από τις τρύπες τους και την κοιτάζαν άγρια και κόκκινα σαν αίμα, σα φωτιά.
«Μωρή, μωρή...» ρέκαξε πάλι κι έκαμε να της αδράξει τα πόδια με τα δόντια, καθώς εκείνη έσκυψε να τον σηκώσει. Μα δεν έφτασε κι άδραξε το αγκωνάρι του τζακιού.
«Δε με γελάς ε; Μπροστά στα μάτια μου! Τι να σου κάνω! Και κεινού...» Έδειξε τον Αντώνη, που είχε γυρίσει από το άλλο πλευρό.
Και βλαστήμησε κι έβρισε και φρύαξε, όσο που ο βήχας τον ξανάπνιξε κι έπεσε βουβαμένος χάμω.
Το πρωί τον άφησε μαμουριασμένο στην άκρη του και πήγε στη δουλειά της. Παρακάλεσε μια γειτόνισσα να ρίξει μια ματιά σ' αυτόν και στο μωρό. Άμα γύρισε το μεσημέρι, βρήκε τη γειτόνισσα στην πόρτα.
«Ε, μωρή», της είπε κείνη, «ο άντρας σου πεθαίνει ολοένα. Δεν το είδες; Η πληγή του πήρε και μυρίζει. Πώς στέκεστε 'κει μέσα!»
«Το είδα, μα τι να κάνω;» αποκρίθηκε η Στέλια.
Κι έσκυψε το κεφάλι της και μπήκε μέσα.
Ο Σταύρος ήταν ακίνητος, πεσμένος στη θέση που τον άφησε. Γύρισε και την κοίταξε άφωνος. Τον κοίταξε και κείνη δίχως να μιλήσει. Έπειτα πήγε στο παιδί της.
Το πήρε, το έβαλε στα στήθη της και ξαναέσκυψε το κεφάλι. Κάποια θλίψη, κάποιος τρόμος σαλεύανε μέσα της χαμένα και θολά. Η ανάσα του θανάτου, που φυσούσε από την άκρη εκεί όπου ήταν ο άντρας της πεσμένος, την ανατρίχιαζε. Κι η θύμηση της χτεσινής νυχτιάς τη βάραινε. Όχι γιατί ένιωθε να φταίει, μα έτσι θολά τη βάραινε, τυφλά, χωρίς να ξέρει κι η ίδια το γιατί. Ένα βαρύ άφαντο χέρι που το ένιωσε πάντα να τη σκουντά, να τη σπρώχνει, να τη σέρνει όπου ήθελε, το ένιωθε και τώρα να την κρατά δεμένη εδώ και να της σωριάζει το βάρος αυτό μέσα της. Από την ανοιχτή όμως πόρτα φύσημα δροσερό χυνότανε μέσα στο σπίτι και σκορπούσε τη μυρουδιά της πρασινάδας έξω κι έφερνε τον αχό από κελαηδίσματα χελιδονιών, που σκίζανε το λαγαρό αέρα. Κοίταξε κι είδε πέρα φωτεινό τον πράσινο τον κάμπο, τον ουρανό απάνω ατάραχο κι ολάστραφτο. Και μια επιθυμιά τής ήρθε ξαφνικά, μια λαχτάρα να πάρει το παιδί της και να φύγει έξω από 'δω, μακριά. Ν' αφήσει μοναχό το χάρο να τελειώσει εκείνο που άρχισε. Στο χέρι της δε στέκει να το σταματήσει. Ας τον αφήσει τότε να κάμει γλήγορα, γληγορότερα όσο μπορεί. Τι θέλει, τι γυρεύει πια αυτή εδώ μέσα; Η βραχνή φωνή, που την ξάφνισε ψες τη νύχτα στο σκοτάδι, τής ξαναπάγωσε το αίμα. Την άκουγε ακόμα. Κι ένιωθε ακόμα να της καίει το πρόσωπο η μουχνή ανάσα του άλλου, να της ζώνουνε τη μέση τα τραχιά, βαριά του χέρια. Και της φάνηκε πως άκουσε στο δρόμο πατήματα, πως είδε κάποιον ίσκιο που πέρασε από πίσω της. Και θέλησε να πεταχτεί, να φύγει πριν εκείνος μπει στην πόρτα της, να φύγει κι από το θάνατο μακριά κι από κείνονε μακριά.
Μα ο άρρωστος τής φώναξε με αδύνατη φωνή:
«Τι κάθεσαι, μωρή; Πεινάω».
Δεν κουνήθηκε.
«Πεινάω, μωρή. Τι έφερες;» άκουσε να της ξανακράζει.
Ξύπνησε.
«Τι να φέρω; Πού να τα 'βρω να φέρω;» ψιθύρισε.
Ο άρρωστος βλαστήμησε:
«Θα μ' αφήσεις νηστικό, μωρή; Για να πεθάνω;»
Η Στέλια κοίταζε τώρα στην πόρτα περιμένοντας. Ο Αντώνης την είχε βάλει την περασμένη μέρα και γύρεψε του αφεντικού της τα μεροδούλια της μπροστά για ολάκερη την εβδομάδα. Τής άφησε όσα της χρειαζόντανε για την ημέρα και τ' άλλα τής τα πήρε. Κι η Στέλια τον περίμενε τώρα να φέρει τίποτε να φάνε.
Εβγήκε έξω στη γωνιά του σπιτιού κι αγνάντεψε στο δρόμο και ξαναγύρισε και στάθηκε στην πόρτα με σκυμμένο το κεφάλι.
«Πού 'ναι τος, μωρή; Δεν έρχεται;» φώναξε ο άντρας της.
Κι έβρισε και ξανακλαύτηκε πως τον αφήνουν έτσι να πεθάνει.
Η Στέλια βγήκε, ξαναγνάντεψε στο δρόμο κι ύστερα ήρθε, άφησε το παιδί στην κούνια και βγήκε πάλι έξω και πάει.
Τράβηξε στην αγορά και πήρε αράδα τα μαγαζιά όσο που βρήκε τον Αντώνη. Έτρωγε με τη συντροφιά του.
«Τι θέλεις;» τη ρώτησε 'κει που τον έκραξε στην πόρτα.
«Πεινάει... πεινάμε», του είπε.
Εκείνος στάθηκε μια στιγμή. Έπειτα μπήκε μέσα και σε λίγο γύρισε κρατώντας ένα πιάτο. Το έδωσε της Στέλιας κι αυτή το έφερε του αντρός της και κάθισε κοντά του και φάγανε. Αμίλητοι κι οι δυο.
Άμα τελειώσανε κι η Στέλια κίνησε να φύγει, ο Σταύρος τής φώναξε:
«Να πιω, να πιω. Δε μου 'φερες; Δε σου 'δωσε;»
Έφυγε χωρίς να του απαντήσει.
Άμα γύρισε, τον βρήκε να βλαστημά, να βρίζει και να βήχει. Τον ξενύχτισε κρατώντας τον. Ο Αντώνης δεν ήρθε κείνη τη βραδιά.
Το άλλο μεσημέρι η Στέλια έτρεξε στη γειτονιά. Την άλλη μέρα πήγε στη γυναίκα του αφεντικού όπου δούλευε και γύρισε στον άντρα της με το φαγί και με την μποτιλίτσα ολόγεμη. Ο Σταύρος την άρπαξε από τα χέρια της δίχως να γυρίσει τα μάτια στο φαγί. Η όρεξη τού είχε κοπεί. Το φαρμάκι της σαπισμένης πληγής σκόρπισε τώρα σε όλο το αίμα του. Τη νύχτα ο Αντώνης άφηνε το παράθυρο ανοιχτό· αλλιώς φούντωνε η μυρουδιά την κάμαρα και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Σιγά σιγά ο άρρωστος παράλυσε. Είχε απομείνει ένας σωρός μονάχα κόκκαλα, που θέλανε λες παντούθε να τρυπήσουν το κερένιο δέρμα και να πεταχτούν, που τρίζανε σε κάθε βήξιμο σα ρεπιασμένη σκεπή σπιτιού που την τραντάζει ο άνεμος. Η Στέλια φοβότανε μη σωριαστούν σε τρίψαλα στα χέρια της όταν έκανε να του 'γγίξη το κορμί, να το ανασηκώσει, να το γυρίσει από την άλλη τη μεριά. Στο κάθε άγγισμα πονούσε ο άρρωστος, σε κάθε σάλεμα βογκούσε, σε κάθε πιάσιμο ήθελε να βρίσει. Μα και το ξερό το στρώμα από κάτω του σα να ήτανε πυρά δαυλιά, σα να ήτανε γεμάτο με βελόνες, με μύτες κοφτερές γυαλιών. Όταν τον ακουμπούσανε στο μαξιλάρι, ο βήχας τού δάγκανε, τού έσφιγγε το λαρύγγι να τον πνίξει, και γύρευε να τον σηκώσουν πάλι. Με το νόημα. Η λαλιά του ήτανε πια κούφιος, μουγκός αχός, τα μάτια του απομέναν μια θολή, μουντή ασπράδα που σάλευε στεγνή και κρύα μέσα στις κόχες. Και σα χωμένα, κολλημένα μέσα σε αυτές τα βλέφαρα δεν μπορούσανε να κλείσουν ούτε μια στιγμή.
«Να πιω, να πιω», τραυλίζανε μόνο τα παραλυμένα χείλη.
Η Στέλια τού άδειαζε στο στόμα ένα κουτάλι από το γιατρικό, που έδωσε ο γιατρός για να του αλαφρώνει τους πόνους. Μα ο άρρωστος ζάρωνε το πρόσωπο, δοκίμαζε να βλαστημήσει και γύρευε κάτι άλλο. Η Στέλια γέμιζε το κουτάλι από την μποτιλίτσα που είχε φέρει ο Αντώνης και το άδειαζε στο στόμα του κι αυτό. Μα ούτε κείνο τον ησύχαζε.
Δεν πήγαινε πια στη δουλειά της. Περίμενε κοντά στον άρρωστο την ώρα που θα τον λευτέρωνε. Κάποτε ερχότανε καμιά γειτόνισσα, ράντιζε μέσα την κάμαρα με ξύδι που έφερνε μαζί της, έβαζε τη Στέλια να ησυχάσει λίγη ώρα κι έμενε κείνη και παράστεκε το θάνατο. Αυτός δεν έφτανε κι η γειτόνισσα σήκωνε τη Στέλια κι έφευγε.
Μερικές νύχτες έμεινε κι ο Αντώνης άγρυπνος και συναλλαζόταν με τη Στέλια κοντά στον άρρωστο. Μα στο τέλος βαρέθηκε. Άρχισε να βλαστημά και κείνος.
«Δεν πάει άλλο αυτή η δουλειά», είπε μια βραδιά που ήρθε προς τα μεσάνυχτα και τη βρήκε ορθή σιμά στον άντρα της.
«Έλα να τον κρατήσεις μια στιγμή. Πάει, κόπηκα», τον παρακάλεσε η Στέλια.
Ήταν αποκαμωμένη.
Εκείνος την κοίταξε μονάχα και σωριάστηκε στη γωνιά.
«Δεν πάει άλλο αυτή η δουλειά. Πιάσε και στρώσε», της ξαναείπε σε λίγο.
Η Στέλια τον κατάλαβε που ήταν μεθυσμένος και πήρε και του έστρωσε να κοιμηθεί. Μα εκεί που τον σκέπαζε, την άδραξε από το φουστάνι.
«Έλα, πέσε και συ», της είπε και την τράβηξε.
Η Στέλια τον κοίταξε άφωνη.
«Πέσε σου 'πα· γι' αυτό ήρθα. Έλα 'δω, σε θέλω!» της φώναξε και την τράβηξε πιο δυνατά.
Εκείνη έκαμε να φύγει, μα έπεσε χάμω για να μη φωνάξει.
«Θεό δεν έχεις!» του ψιθύρισε.
Την έσφιξε. Ο ανασασμός του τής άγγιξε το πρόσωπο και τη ζάλισε. Έγειρε το κεφάλι της στα χέρια και δάγκασε τα χείλη.
Ο άρρωστος βόγκηξε κι άρχισε να βήχει. Η Στέλια έκαμε να τιναχτεί.
«Διάολε!» τής φώναξε ο Αντώνης και τής άρπαξε τα χέρια. «Δε φεύγεις από 'δω. Δεν πάει άλλο αυτή η δουλειά, σου είπα!»
Και τεντώθηκε προς το τζάκι κι έσβησε το λυχνάρι που έκαιγε 'κει.
Ξανακούστηκε το βογκητό του Σταύρου.
«Αντώνη! Αντώνη! Σατανά!» μούγκρισε η Στέλια και τινάχτηκε.
Μα ένα χτύπημα την ξανασώριασε χάμω. Κι έμεινε λουφασμένη, τρέμοντας και ν' ανασάνει. Εκεί της φάνηκε πως κάτι γλίστρησε από κοντά της. Και της φάνηκε πως κάτι σκόνταψε στην κούνια και την τράνταξε. Και το μωρό ξύπνησε κι άρχισε να κλαίει. Έτρεξε 'κει.
Μα καθώς έσκυβε στην κούνια, κραυγή πρώτα βραχνόστριγκη, έπειτα μουγκή ακούστηκε από την άλλη άκρη. Γύρισε κείθε και στο απόφεγγο που έμπαινε από το παράθυρο είδε κάτι να σαλεύει εμπρός στο στρώμα που ήταν πεσμένος ο άντρας της. Μια στιγμή κι η κραυγή σβήστηκε. Μια στιγμή πάλι ένα ροχάλισμα και σώπασε κι αυτό.
Πετάχτηκε κι όρμησε 'κει.
«Πάει τώρα, σύχασε. Έλα, πέσε», της είπε ο Αντώνης πηδώντας από 'κει μπροστά της και την έπιασε από το χέρι.
Τότε κατάλαβε:
«Φονιά, φονιά!» ξεφώνισε και ξαπολύθηκε χιμώντας προς την πόρτα:
«Τρεχάτε και τον έπνιξε! Τρεχάτε!»
Την άνοιξε φωνάζοντας πιο δυνατά, χτυπώντας ξέφρονη τα χέρια στο σκοτάδι.
Ο Αντώνης έκαμε να την τραβήξει, μα δεν μπόρεσε.
Οι γειτόνοι ξυπνήσαν τρομαγμένοι από τις φωνές και τρέξανε.
Την μπάσανε μέσα κι ανάψανε το φως. Βρήκανε το Σταύρο ξαπλωμένο ανάσκελα στο στρώμα του. Τα μάτια του είχανε χυθεί έξω από τις κόχες· άσπρα πάντα και στεγνά, τώρα μέναν ασάλευτα.
Το μωρό έσκουζε στην κούνια, η Στέλια φώναξε:
«Τον έπνιξε! Τον έπνιξε!»
«Ποιος; Ποιος;» ρώτησε μια φωνή.
«Εκειός, εκειός εκεί!» έδειχνε η Στέλια, γυρίζοντας τα μάτια τρομαγμένα ολόγυρα.
Μα δεν ήτανε κανείς. Ο Αντώνης πριν, αφού δεν μπόρεσε να την κρατήσει, την έσπρωξε, γλίστρησε πίσω της και χάθηκε έξω στο σκοτάδι.
«Θα είδε το χάρο», είπε μια γυναίκα και σταυροκοπήθηκε καθώς την είδε να στέκει ορθή, ολότρεμη, και να κοιτάζει άγρια, χαμένα, με τα χέρια τεντωμένα προς την πόρτα.
Χατζόπουλος Κωσταντίνος,
Τασώ, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα Κωσταντίνου Χατζόπουλου»
Εστία, Αθήνα 1916
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου