Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

ΜΙΑ ΆΧΑΡΗ ΕΞΑΔΕΛΦΗ

 
   Σ' αυτό το σπίτι δεν μιλούσαν για «Εκείνη». Μέχρι και το όνομά της έχασε. Ήταν απλώς «Εκείνη». Κάποιοι έκαναν το σταυρό τους όταν τη θυμούνταν, κάποιοι κορόιδευαν, κάποιοι δυσαρεστούνταν. Τους στοίχισε πολύ κόπο να πείσουν την κυρά, τη δόνια Πιεδάδ Κιρός ντε Σορόγια, ότι «Εκείνη» δεν ήταν πια εκεί. Ότι η δόνια Πιεδίτα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να κυκλοφορήσει στο έρημο σπίτι του Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες χωρίς τον κίνδυνο να πέσει επάνω σ' «Εκείνη», την κακούργα.
   «Δεν υπάρχει πια λόγος να εκπληρώσετε το τάμα, δόνια Πιεδίτα. Μπορείτε όχι μόνο να σηκωθείτε και να περπατήσετε, αλλά και να αλλάξετε και φόρεμα». 
   Επειδή το «τάμα» που η χήρα Σορόγια επέβαλε στον εαυτό της αποτελείτο από δύο αποφάσεις. Πρώτον, να μείνει ξαπλωμένη και, δεύτερον, να ξαπλώσει ντυμένη χωρίς να σηκωθεί ή να αλλάξει «ρούχα» έως ότου «Εκείνη» φύγει.
   Το θέμα είναι ότι πριν η ζωή ήταν καλύτερη ή τουλάχιστον υποφερτή. Η έπαυλη του Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες, βυθισμένη στο πένθος από τότε που πέθανε ο πατριάρχης δον Φερμίν Σορόγια, ξαναζωντάνεψε όταν η κόρη της οικογένειας, η Άνα Φερνάντα Σορόγια, παντρεύτηκε τον νεαρό λογιστή Χεσούς Ανίμπαλ ντε Λίγιο. Ο γάμος προκάλεσε αίσθηση και όλοι σχολίασαν τι όμορφο ζευγάρι ήταν η Άνα Φερνάντα -ψηλή, με κατάλευκο δέρμα, πλούσια μαύρη χαίτη και ένα υπαινικτικό μείγμα θέλησης και αγάπης στο βλέμμα, τα χείλια μισάνοιχτα πάντα για να λάμπουν τα δόντια της, ινδιάνικα ζυγωματικά, έντονα και σκληρά σε τόσο ισπανικό δέρμα, και περπάτημα, επίσης ελκυστικό, σαν να ακροπατεί και να βαδίζει με σιγουριά, συγχρόνως, που έμοιαζαν να την υποστηρίζουν αλλά και να συμπληρώνουν τη σοβαρή και στεγνή προσωπικότητα του μνηστήρα της, σαν η αυστηρή στάση και το αξιαγάπητο αν και απόμακρο χαμόγελο του λογιστή Χεσούς Ανίμπαλ ντε Λίγιο να χρησίμευαν για να σκληρύνουν τη φυσική ομορφιά, μόλις και μετά βίας «αρρενωπή», ενός άντρα είκοσι επτά χρόνων που διατηρούσε ένα πρόσωπο αμούστακου έφηβου: τέλειο δέρμα και χλωμά μάγουλα στα οποία το ξανθό μουστάκι δεν κατάφερνε να σβήσει την εντύπωση ότι ο Χεσούς Ανίμπαλ ήταν ένας νεαρός Αστουριανός Απόλλωνας με ξανθά σγουρά μαλλιά και χωρίς καθόλου αθλητικό παράστημα αλλά, σχεδόν, ασθενικός στη φίνα φυσική του ουσία, αριστοκρατική, με κανονικό ανάστημα και εξωτερικά μόνο εύθραυστος, επειδή στη γύμνια της κρεβατοκάμαρας -η Άνα Φερνάντα το ανακάλυψε την ίδια εκείνη νύχτα- ο νεαρός ορκωτός λογιστής είχε μια απίστευτη αρσενική δύναμη, διακηρύττοντας με λόγια, κατ' επανάληψη, τη σεξουαλική του ικανοποίηση, πέφτοντας γυμνός ανάσκελα, δίπλα στην Άνα Φερνάντα, ντροπαλή και σκεπασμένη στα γρήγορα με το σεντόνι, ενώ ο σύζυγός της δήλωνε εμπράκτως την ακόρεστη σεξουαλική του πείνα... 
   Από τότε που γνώρισε την Άνα Φερνάντα στην παρουσίαση της Γέννησης του περίφημου ποιητή Κάρλος Πεγισέρ, ο Χεσούς Ανίμπαλ αισθάνθηκε γοητευμένος και έπνιξε την άσχημη σκέψη ότι το κορίτσι ήταν πλούσιο, κόρη ενός εκατομμυριούχου, νεόπλουτου, προστατευόμενου ισχυρών πολιτικών και ανάδοχου χιλιάδων συμβάσεων, παντρεμένου με μία Κιρός με καταγωγή από την επαρχία, που είχε φτωχύνει για τους ίδιους ακριβώς λόγους που πλούτισε ο σύζυγός της: τις πολιτικές αλλαγές που στο Μεξικό μεταφράζονται μονίμως σε εύνοια ή δυσμένεια. Αντιθέτως, αυτή τη φορά ο Χεσούς Ανίμπαλ ήταν ο φουκαράς που δέθηκε λόγω γάμου με μια πλούσια οικογένεια. Πλούσια, αλλά άκρως ιδιόμορφη.
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ ντε Λίγιο θα προτιμούσε να αφήσει, μετά το γάμο, το πατρογονικό σπίτι των Σορόγια στη μοναχική και μονίμως ντεμοντέ τοποθεσία του Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες, στο νοτιοδυτικό άκρο της Πόλης του Μεξικού: ένα δάσος σε επικλινές έδαφος με φιδωτά μονοπάτια, μυρωδάτα πεύκα και θέα στο βουνό Αχούσκο που εξέπλητταν το πνεύμα από την εγγύτητα της διείσδυσής τους, γιγαντιαίας και ακατοίκητης μπροστά σε είκοσι εκατομμύρια κατοίκους. Θα προτιμούσε να ενωθεί με τη σύγχρονη, ασφαλή και άνετη εμπροσθοφυλακή της πόλης, στην οικιστική ζώνη της Σάντα Φε με τις ψηλές πολυκατοικίες της στο δρόμο προς την Τολούκα, με όλες τις ευκολίες σε απόσταση αναπνοής, κινηματογράφους, μαγαζιά, εστιατόρια.
   Επικράτησε η Άνα Φερνάντα. Το σπίτι στο Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες ήταν το σπίτι των Σορόγια από πάντα, εδώ πέθανε ο πατέρας της, η μητέρα της δεν θα μετακόμιζε ποτέ από ένα μέγαρο ίδιο με τη ζωή της: γέρικο, μεγάλο και άδειο. Και ούτε να του περάσει από το μυαλό του Χεσούς Ανίμπαλ, ούτε να του περάσει από το μυαλό, είπε η νιόπαντρη καλύπτοντας το στόμα του με το αρωματισμένο της χέρι, κολλώδες από αρσενικό έρωτα, να μετακομίσει από εδώ, αλλά, κυρίως, να μην του περάσει από το μυαλό, να μη διανοηθεί το θάνατο της δόνιας Πιεδάδ, επειδή αυτό θα σκότωνε τη μητέρα της και αυτή, η Άνα Φερνάντα, θα απέκλειε το σύζυγό της από τη νυφική παστάδα, δεν θα άφηνε ποτέ πια τον νεαρό άντρα της να την αγγίξει, αν αυτός επέμενε να μετακομίσουν από το Ντεσιέρτο στη Σάντα Φε.
   Πάντως ο λογιστής ντε Λίγιο δεν ήταν μόνο πολύ ερωτευμένος με την Άνα Φερνάντα Σορόγια, αλλά τη σεβόταν και γι' αυτό το γοητευτικό μείγμα απειρίας και θέλησης που κρατούσε τον Χεσούς Ανίμπαλ σε κατάσταση απολαυστικής προσδοκίας. Τι θα του ζητούσε η σύζυγός του αυτή τη φορά;
   Τίποτα. Αυτό έφεραν τα πέντε πρώτα χρόνια γάμου. Τίποτα. Η συνήθεια που δεν γίνεται τίποτα. Από τις ευτυχείς αντιθέσεις της πρώτης νύχτας του γάμου, το ζευγάρι πήγε στην πεποίθηση, που δεν ειπώθηκε ποτέ, ότι για να αγαπιέσαι, δεν χρειάζεται να μιλάς για αγάπη.
   «Μην είσαι τόσο επίμονος»
   Δεν έφτασε παραπέρα η απόρριψη της Άνα Φερνάντα, που έτρεμε τη σωματική επαφή με τον Χεσούς Ανίμπαλ, μετά τη γέννηση της κόρης τους, της Λουίσα Φερνάντα, όταν η μητέρα έπρεπε να μείνει τρεις εβδομάδες στο κρεβάτι, να παχύνει ενοχλητικά, να υποφέρει ακόμα περισσότερο για να ανακτήσει τη ματαιόδοξη σιλουέτα της και να αρνηθεί να κάνει άλλο παιδί, αλλά αναγκασμένη από τη θρησκευτική της συνείδηση να απαγορεύει τα προφυλακτικά στο σύζυγό της και να περιορίζει τη σεξουαλική επαφή στις ασφαλείς ημέρες. Ο Χεσούς Ανίμπαλ δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να τσαντιστεί όταν βρήκε την Άνα Φερνάντα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με το ψαλίδι στο χέρι, να κόβει τις άκρες από τη συλλογή των προφυλακτικών του που, πολύ αφελώς, ο νεαρός σύζυγος είχε φέρει στο σπίτι προκειμένου να συνδυαστούν η ασφάλεια και η απόλαυση.
   «Αυτά τα πράγματα τα απαγορεύει η εκκλησία».
   Ο σύζυγος αγαπούσε τη γυναίκα του. Δεν ήθελε να της βρει ψεγάδια. Τίποτα καινούργιο. Ότι η Άνα Φερνάντα ήταν βαθιά καθολική, το ήξερε από πάντα. Έτσι το αποδέχτηκε και αν κάποτε του περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να την «αποκόψει», δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι, στο μυαλό της γυναίκας του, η αγάπη προς το Θεό προηγείται της αγάπης προς τον Χεσούς, όσο ειρωνικό ή αστείο και αν ηχεί αυτό, σε βαθμό που όταν δεχόταν, σε σταθερές ημέρες, τις επιθυμίες του συζύγου της, η Άνα Φερνάντα έπαψε να αναφωνεί Χεσούς Χεσούς και άρχισε να λέει Ανίμπαλ Ανίμπαλ ή απλώς «αγάπη μου».
   «Τουλάχιστον, λέγε με “Τσούτσο” (1)», χαμογέλασε μια νύχτα ο συμπαθητικός σύζυγος.
   «Βλάσφημε. Αυτό είναι όνομα για σκυλιά», είπε η Άνα Φερνάντα πριν του γυρίσει την πλάτη για να προσευχηθεί με το ροζάριο, γυρίζοντας προς τον Χεσούς Ανίμπαλ μόνο για να ολοκληρώσει αποφθεγματικά. «Μην είσαι άγαρμπος. Έρωτας σημαίνει να μη μιλάς για έρωτα».
   Τον Χεσούς Ανίμπαλ δεν τον βάραινε η καθημερινή μετάβαση από το Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες στο γραφείο του στη γωνία Ινσουρχέντες και Μεδεγίν. Δεν υπήρχε απόσταση  στην Πόλη του Μεξικού που να μην απαιτούσε υπομονή λιγότερο από μία ώρα. Αν κάτι έθετε σε δοκιμασία τον εθνικό στωικισμό ήταν η κυκλοφορία στην πόλη. Άκουγε μουσική. Αγόρασε κασέτες με ποίηση στα ισπανικά και αισθάνθηκε τη γέννηση στο πνεύμα του κάτι δικού του αλλά λανθάνοντος. Σκεφτόταν. Μερικές φορές, χάρη στον Γκαρθιλάσο ή τον Θερνούδα, μέχρι που ονειρευόταν πιθανά όνειρα: ότι η Άνα Φερνάντα θα παραδιδόταν μπροστά στις αποδείξεις της αγάπης του συζύγου της, θα δεχόταν αυτά που είναι φυσιολογικά σε έναν γάμο και δεν θα τα ξεχώριζε από τη σωματική απόλαυση. Απραγματοποίητο όνειρο: η Άνα Φερνάντα θα δεχόταν να αφήσει το παμπάλαιο, άβολο, θλιβερό σπίτι στο Ντεσιέρτο. Απαγορευμένο όνειρο: η πικρόχολη και απομονωμένη δόνια Πιεδίτα θα περνούσε από αυτή τη ζωή σε μια άλλη καλύτερη...
   Η Άνα Φερνάντα δεν ήταν απολύτως αδιάφορη προς τις σιωπηρές επιδιώξεις του Χεσούς Ανίμπαλ. Το σπίτι του Ντεσιέρτο όχι μόνο πάλιωνε περισσότερο με τα χρόνια, αλλά και δεν επισκευαζόταν, μια διαρροή εκεί ανήγγειλε έναν υγρό τοίχο εδώ, ένα πάτωμα που έτριζε εδώ προμήνυε μια πεσμένη στέγη πιο πέρα και η γηραιά κυρία κρατιόταν από τη ζωή με λύσσα, αν και ο Χεσούς Ανίμπαλ άρχισε να σκέφτεται ότι, αν πέθαινε η πεθερά, η σύζυγος θα κληρονομούσε τις περίεργες συνήθειές της και, όπως η μνήμη του μακαρίτη πατριάρχη δον Φερμίν τους κρατούσε δεμένους στο Ντεσιέρτο, η δόνια Πιεδίτα θα περνούσε σε μια καλύτερη ζωή αλλά η Άνα Φερνάντα και ο Χεσούς Ανίμπαλ όχι: το μεγάλο σπίτι της οικογένειας τούς έδενε με το παρελθόν και με το μέλλον.
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ επέστρεφε από τη δουλειά και έμπαινε στη θλίψη μιας τεράστιας, άδειας σάλας, με ένα πιάνο μόνο, που κανένας δεν έπαιζε, και πολλές καρέκλες με την πλάτη στους τοίχους. Δεν υπήρχαν πίνακες στους τοίχους και οι κρυστάλλινες πόρτες άνοιγαν σε ένα υγρό και αδάμαστο αίθριο που έμοιαζε να μεγαλώνει μοναχό του παρά τις προσπάθειες του κηπουρού.
   Τότε ο σύζυγος σκέφτηκε κάτι που θα εξόριζε τη μοναξιά και θα εξουσιοδοτούσε επισκευές.
   «Για ποιο λόγο;» αναστέναξε η γριά πεθερά. «Τα σπίτια πρέπει να είναι σαν τους ανθρώπους, να γερνούν και να πεθαίνουν... Αυτό είναι ένα παλιό σπίτι, έχει ζήσει. Και πρέπει να το δείχνει».
   «Άνα Φερνάντα, δεν έχουμε φίλους, οι άνθρωποι που ήρθαν στο γάμο, συγγενείς; Δεν θα ήθελες να τους καλούμε πότε πότε;»
   «Αχ, Χεσούς Ανίμπαλ, αφού ξέρεις ότι η περιποίηση της μητέρας δεν μου παίρνει μόνο το χρόνο αλλά και τη διάθεση για γιορτές...»
   «Αυτοί που ήρθαν στο γάμο. Μου φάνηκαν συμπαθητικοί. Φίλοι».
   «Δεν ήταν φίλοι. Ήταν γνωστοί».
   «Συγγενείς...»
   Η Άνα Φερνάντα εξεπλάγη που για πρώτη φορά ο σύζυγός της είχε μια αποδεκτή ιδέα. Φυσικά και είχαν σόι, μόνο που ήταν πολύ σκορπισμένο. Στην Πουέμπλα και τη Βερακρούζ, στη Σονόρα και τη Σιναλόα, στο Μοντερέι ή στη Γουαδαλαχάρα, κάθε μέλος της οικογένειας που έφτανε στην πρωτεύουσα προερχόταν από αλλού, και εκεί άφηνε τις ρίζες του· οι συστολές και οι διαστολές της εσωτερικής μετανάστευσης της χώρας καθορίζονταν από πολέμους, επαναστάσεις αγροτικές, βιομηχανικές, από τα απέραντα νομαδικά σύνορα στο Βορρά, τα λασπώδη και δασωμένα σύνορα του Νότου, από πόλους ανάπτυξης, φιλοδοξία και παραίτηση, από αγάπη και μίσος, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και επίμονα κακά, από ανησυχίες για την ασφάλεια και προκλήσεις στην αβεβαιότητα.
   Έτσι, σκέφτηκε ο Χεσούς Ανίμπαλ στον καθημερινό του γολγοθά στον Περιφερειακό, είχε φτιαχτεί η χώρα και μια πρόσκληση μακρινών συγγενών θα ήταν καλοπροαίρετη, θα ήταν διασκεδαστική, θα ήταν διδακτική, επειδή όλοι είχαν ζήσει εμπειρίες που ικανοποιούσαν την ακόρεστη περιέργεια του νεαρού και ανικανοποίητου συζύγου, ο οποίος επεδίωκε, επιπλέον, να αραιώσει τη βασκική κληρονομιά του στο μέγιστο και να ξεχάσει οριστικά τη λέξη «Ισπανός» ή «άποικος». Να κάνει ένα λουτρό στη μεξικάνικη εθνική ταυτότητα.  
   Έδωσε εντολή να επισκευαστούν τα σαλόνια και άρχισαν να καταφθάνουν οι συγγενείς, με τον σύμφωνο ενθουσιασμό της Άνα Φερνάντα, η οποία προηγουμένως δεν είχε καταφέρει να βρει καμιά πρόφαση «για να λάμψει λιγουλάκι», όπως είπε, να τακτοποιήσει το σπίτι και, παρεμπιπτόντως, να απαλλαγεί από τη σκλαβιά του προσχήματος της μητέρας.
   Πως ο γερο-θείος από τη Γουαδαλαχάρα έφτιαχνε το γενεαλογικό δέντρο πριν εξαφανιστεί ο τελευταίος Κιρός, δηλαδή, ο ίδιος. Πως ο νεαρός ανιψιός από το Μοντερέι είχε δημιουργήσει ένα κέντρο για την τεχνολογική ανάπτυξη του Βορρά. Πως η τολμηρή μάνατζερ ανιψιά από τη Σονόρα είχε σχέσεις με έναν όμιλο επιχειρήσεων της Καλιφόρνια. Πως η θεία Τσονίτα από την Πουέμπλα είχε αρθρίτιδα και δυσκολευόταν να πάει κάθε απόγευμα να προσευχηθεί στην υπέροχη εκκλησία της Παρθένου της Μοναξιάς με τον όχι λιγότερο υπέροχο θόλο από κεραμικά πλακάκια, όπως συνήθιζε εδώ και σαράντα χρόνια. Πως η αδελφή της, η Πουριφικασιόν, είχε πεθάνει από δυσπεψία μετά από ένα όργιο με μαρσιπάν, ζαχαρωμένα σπόρια από γλυκοκολοκύθες και ζαχαρωτές πατάτες συν τις άλλες απολαύσεις της ζαχαροπλαστικής της Πουέμπλα και -ποιος της είπε να το κάνει- όλα αυτά μετά από μια δεκαήμερη νηστεία θρησκευτικής φύσεως προς τιμήν του Θείου Βρέφους της Ατότσα. Πως ο ξάδελφος (μακρινός) Ελσεβίρ ετράπη σε φυγή από το Ματαμόρος για ποιος ξέρει τι βρομερές γυναικοδουλειές ή λαθρεμπόριο ναρκωτικών ή άλλο λαθρεμπόριο ή καμιά τέτοια τρέλα. Πως τα αδέλφια Σορόγια από τη Σιναλόα έψαχναν να βρουν τραγουδιστή για να φτιάξουν ένα μουσικό τρίο στο Μασατλάν. Πως η εξαδέλφη Βαλεντίνα Σορόγια θα ερχόταν από τη Μορέλια του Μιτσοακάν να τους επισκεφτεί, πράγμα σπάνιο επειδή είχε τη φήμη έγκλειστης γεροντοκόρης που δεν έβγαινε ούτε για την εκκλησία, παρόλο που πήγαινε στην τράπεζα τακτικά για να εισπράξει το μηνιαίο επίδομα που της κληροδότησε ο τσιγκούνης πατέρας της δον Αμίλκαρ.
   «Για να δούμε αν προσεύχεται στον Άγιο Αντώνιο για να παντρευτεί. Πρέπει να έχει ήδη περάσει τα σαράντα», είπε η εξαδέλφη από τη Σονόρα.
   «Η εξαδέλφη Βαλεντίνα έπρεπε να γίνει καλόγρια, αλλά δεν τα κατάφερε», σχολίασε ο ξάδελφος από το Μοντερέι.
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ πίστεψε ότι βρήκε σε αυτή την παρέλαση του διάσπαρτου σογιού τον τρόπο για να ζωντανέψει το μεγάλο και ερειπωμένο σπίτι του Ντεσιέρτο, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες των συγγενών και επωφελούμενος από ένα γενεαλογικό δέντρο που θα τον έσωζε από την αιμομικτική σχέση μεταξύ των Αστουριανών και της αγαπημένης πατρίδας τους.
   Πως τη θεία Τεόφιλα από τη Γουαδαλαχάρα τη φωνάζουν 09, επειδή όλη μέρα παραπονιέται για το τηλέφωνο. Πως η οικογένεια Κιρός από τη Βερακρούζ περνάει όλη τη μέρα ακούγοντας μπολέρο σε ένα τζουκμπόξ, όλοι μαζί σαν να ήταν στο Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Πως η θεία Γκουδούλα από το Σαν Λουίς Ποτοσί ισχυρίζεται ότι το σπίτι της είναι ένα «μπιζού», η χωριάτα. Και πως ο θείος Παρμένιδες από τη Μέριδα, που είναι ένα μέτρο με ανάταση, περνάει τη νύχτα τρέχοντας μπροστά από τα στρατόπεδα έτσι ώστε να του φωνάξουν οι στρατιώτες «Ψηλά τα χέρια! Ψηλά τα χέρια!»  
   Αυτά τα ανέκδοτα συνοδεύονταν από τα ξεσπάσματα γέλιου των εκάστοτε συγγενών επισκεπτών.
   Άραγε ήταν αυτή μια εφικτή ευτυχία, η ζεστασιά των οικογενειών, η αυστηρότητα μερικές φορές, η επιείκεια άλλες; Ήταν άραγε ένα παθητικό και ευτυχισμένο σόι, ή μήπως δραστήριο και δυστυχισμένο; Ήταν η τέλεια οικογένεια επειδή ήταν βαρετή ή ήταν βαρετή επειδή ήταν τέλεια; Ή μήπως ήταν όλοι, χωρίς καμιά εξαίρεση, μέλη ενός συμβόλου, δεκτού και αποδεκτού, του μεριδίου της ευτυχίας που μας αναλογεί, πάντα ανολοκλήρωτης αλλά πάντα ολοκληρωμένης επειδή ο θάνατος είναι το απόλυτο σύνορο, ούτε νομαδικό ούτε λασπώδες, και κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πεθάνει αφήνοντας πίσω του άσχημες και λυπημένες οικογένειες;
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ αποκρινόταν μέσα του σε αυτή την ερώτηση λέγοντας ότι στην τελευταία περίπτωση αυτός παντρεύτηκε την ωραία της οικογένειας και ότι η σπουδαία ιδέα να καλούν το σκορπισμένο σόι των Σορόγια και Κιρός μετρίαζε τις αυξανόμενες ώρες αποστασιοποίησης μεταξύ του συζύγου και της συζύγου, ενθαρρύνοντας την κοινωνική συνύπαρξη που τους ανάγκαζε και τους δύο να επιδεικνύουν τους καλύτερους τρόπους τους.
   «Εντάξει», είπε η Άνα Φερνάντα. «Ας έρθει η εξαδέλφη Βαλεντίνα από το Μιτσοακάν. Ούτε καν τη θυμάμαι. Δεν είναι καθόλου ελκυστική».
   Και πρόσθεσε, καθώς βαφόταν μπροστά από τον καθρέφτη:
   «Εγώ δέχομαι τους συγγενείς για να λάμψω. Να το ξέρεις, Χεσούς Ανίμπαλ. Μη νομίζεις πως το κάνω για σένα».
   Η εξαδέλφη Βαλεντίνα έφτασε απαρατήρητη και έμεινε στο υπνοδωμάτιο που της είχαν παραχωρήσει μέχρι την ώρα του δείπνου.
   «Απαρατήρητη;» είπε σαρκαστικά η Άνα Φερνάντα. «Δεν με παραξενεύει καθόλου».  
   Και είναι σίγουρο ότι η σαραντάρα εξαδέλφη είχε μια τάση όχι μόνο να μη γίνεται αντιληπτή, αλλά και να εξαφανίζεται, μετατρεπόμενη, όπως οι χαμαιλέοντες, σε μέρος του δέντρου ή της πέτρας που ακουμπούσε. Τίποτα, ωστόσο, δεν απαγόρευε την ευγένεια και αν η Άνα Φερνάντα έμεινε καθιστή περιμένοντας να πλησιάσει η εξαδέλφη Βαλεντίνα  για να της δώσει ένα φιλί στο μάγουλο, ο Χεσούς Ανίμπαλ σηκώθηκε, αγνοώντας την αγενή στάση της συζύγου του -σαν να μην άξιζε ούτε αυτό το ελάχιστο δείγμα καλής ανατροφής- και καλωσόρισε τη Βαλεντίνα, φιλώντας την πρώτα στο ένα μάγουλο, έπειτα στο άλλο, αλλά μεταξύ των δύο φιλιών, λόγω μιας μετακίνησης των κεφαλιών τους, και στα χείλια.
   Αυτός γέλασε. Η εξαδέλφη όχι. Απομακρύνθηκε χωρίς να κοκκινήσει, αλλά απότομα. Στη μύτη του Χεσούς Ανίμπαλ έμεινε κάτι πικρό και πιπεράτο, που αντισταθμίστηκε από ένα άρωμα μόσχου και σαπουνιού.
   Όρθια, με τα χέρια σταυρωμένα στο ύψος της κάτω κοιλίας, ντυμένη στα κατάμαυρα, με μακριά φούστα και χαμηλά μποτίνια, μακριά μανίκια και λαιμό χωρίς κοσμήματα, η εξαδέλφη Βαλεντίνα Σορόγια κοίταζε τον κόσμο ατάραχη και απόμακρη. Τίποτα δεν έδειχνε να συγκινεί τα κανονικά της χαρακτηριστικά, πάρα πολύ κανονικά, σαν να την είχαν κατασκευάσει για ένα αναμνηστικό νόμισμα των Βουρβώνων, δηλαδή, μόνο προφίλ. Επειδή για να κοιτάξει στο πλάι, η Βαλεντίνα δεν είχε λόγο να κινήσει το κεφάλι της, αφού το εγχάρακτο αναμνηστικό προφίλ χώριζε σε δύο ίσα μέρη το πρόσωπο.
   Τίποτα πάνω της δεν πρόδιδε χάρη, τσαχπινιά ή κακή διάθεση. Ήταν μια αυστηρή μάσκα αυστηρής απουσίας μπροστά στον εξωτερικό κόσμο. Όπως το σώμα, έτσι και το πρόσωπο ήταν λεπτό. Το δέρμα κολλημένο στα οστά χωρίς άλλο εμπόδιο από το δέρμα που αγωνίζεται να ενωθεί με τα οστά ή του οστού που αγωνιά να φανεί πάνω στο δέρμα.
   Μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω σε κότσο, το μέτωπο πλατύ και οι κρόταφοι βουλιαγμένοι, η μύτη μακριά και διερευνητική παρά τη θέλησή της -την πρόδιδε ένα τρεμούλιασμα- και το στόμα στεγνό, χωρίς χείλια, κλειστό σαν κουμπαράς χωρίς σχισμή. Ποιο νόμισμα θα μπορούσε να το διαπεράσει, ποια βούρτσα για να πλύνει τα δόντια, ποιο φιλί για να διεγείρει τη γλώσσα; 
   Η εξαδέλφη Βαλεντίνα έκανε το γύρο των χαιρετισμών με τη σιωπή ενός απόμακρου πουλιού στον ουρανό και ο Χεσούς Ανίμπαλ αναρωτήθηκε για το λόγο της ανησυχίας που αισθάνθηκε κοιτάζοντάς την. Είναι που η Βαλεντίνα δεν έμοιαζε σε κανέναν από τους συγγενείς, είτε Κιρός είτε Σορόγια, οι οποίοι τους είχαν επισκεφτεί. Ήταν σαφές ότι, όπως λέει ο λαός, «όλοι μαζί και ο ψωριάρης χώρια».
   Το βραδινό το επιβεβαίωσε. Ενώ η φλύαρη θεία από τη Βερακρούζ μιλούσε για τα άρματα του τοπικού καρναβαλιού και ο εξάδελφος από το Μοντερέι, φανατικός του εγώ του, απαριθμούσε συναλλαγές υψηλής χρηματοδότησης, η εξαδέλφη Βαλεντίνα παρέμενε σιωπηλή, ο Χεσούς Ανίμπαλ, ανήσυχος, τόλμησε να ξεκινήσει μια κουβέντα καταδικασμένη σε αποτυχία, αν και προσπάθησε, πάντως, να βρει, τουλάχιστον, τη ματιά της παράξενης συγγένισσας. Όταν τα κατάφερε, ήταν αυτός που κατέβασε τα μάτια. Στο βλέμμα της Βαλεντίνα βρήκε μια ικεσία για ανακωχή, τη ματιά μιας γυναίκας που έχει συναίσθηση της ασχήμιας της και τρέμει τη γελοιοποίηση.
   Εκεί ακριβώς γεννήθηκε μέσα στον νεαρό σύζυγο μια προστατευτική έλξη, που κανένα άλλο μέλος μιας οικογένειας που διαμορφώθηκε από την αυτοπεποίθηση που δίνει η θρησκευτική πίστη (θα πάμε στον παράδεισο) και η επαγγελματική επιτυχία (θα πάμε στην τράπεζα) δεν έδειχνε να χρειάζεται και, φυσικά, να επιζητά, και μάλιστα από έναν «Ισπανό» που έφτασε στο Μεξικό, σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση, με εσπαντρίγες και βασκικό μπερέ.
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ γέλασε μέσα του και κοίταξε την εξαδέλφη με ύφος συνενοχής. Μήπως ήταν και οι δύο ξένοι σε αυτή την οικογένεια, δυο ξεριζωμένοι, δυο εξόριστοι;
   Ποια ήταν στην πραγματικότητα η Βαλεντίνα Σορόγια; Ο Χεσούς Ανίμπαλ  αποκοιμήθηκε με αυτή την απορία και είδε ταραγμένα όνειρα, κάποτε άσεμνα, πολύ πνευματικά άλλοτε, αν και στο τέλος η παροδικότητα έδωσε τόπο στη βεβαιότητα: σε όλα εμφανιζόταν η εξαδέλφη.
   Ξύπνιος ήδη, κατά τη διάρκεια του αρσενικού τελετουργικού του αφρού και του ξυραφιού, που είναι για ορισμένους άντρες η καλύτερη ώρα για περισυλλογή και σχεδιασμό, ο νεαρός σύζυγος σκεφτόταν ότι η ομορφιά της γυναίκας του ήταν εμφανής, όπως εμφανής ήταν και η ασχήμια της εξαδέλφης.
   Ωστόσο, σε αυτή ακριβώς την αντίθεση, ο Χεσούς Ανίμπαλ εντόπιζε μια σκέψη που κατέρρεε αμέσως από το ίδιο της το βάρος, ενώ ταυτόχρονα απελευθερωμένη, πετούσε ανάλαφρη στον αέρα. Ποιος θα μας πει ποιο πράγμα ή ποιο πρόσωπο είναι όμορφο ή άσχημο; Ποιος καθορίζει τους νόμους της ασχήμιας και της ομορφιάς; Είναι όμορφη μια μορφή που δεν κατορθώνει να εκδηλωθεί ως κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, αλλά που τολμά να εμφανίζεται ως πνεύμα; Μπορεί να είναι άσχημη μια μορφή, αντίθετα, που κατοικείται σαφώς από το πνεύμα; Και τι άλλο δίνει η ψυχή στη μορφή εκτός από την αληθινή αλήθεια, την εξωτερική εκδήλωση του πνεύματος, χωρίς το οποίο ακόμα και το ομορφότερο σώμα αποκαλύπτει, αργά ή γρήγορα, ότι ήταν μόνο χαλκός επιχρυσωμένος, ενώ η ψυχή μιας άσχημης μορφής τη μετασχηματίζει, κυριολεκτικά, σε κάτι πολύ ομορφότερο από οποιοδήποτε εξωτερικό περίγραμμα;
   Όλα αυτά ήταν σκέψεις που ο Χεσούς Ανίμπαλ δεν αναγνώριζε και που, ίσως, ήταν το ίζημα της καθημερινής ακρόασης της ποίησης στη διαδρομή του Περιφερειακού ανάμεσα στο Ντεσιέρτο ντε λος Λεόνες και στη συνοικία Χουάρες. Ήταν ένας τρόπος να επαναλαμβάνει από μνήμης τον Γκαρθιλάσο, εγώ γεννήθηκα μόνο για να σας αγαπώ, τον Γκόνγκορα, όλα βοηθούν τους εραστές, τον Πέδρο Σαλίνας, αν η φωνή ακουγόταν με τα μάτια, αχ, πώς θα σε έβλεπα, τον Πάμπλο Νερούδα, η καρδιά μου την ψάχνει και αυτή δεν είναι δίπλα μου...
   Κατεβαίνοντας για το πρόγευμα, κοίταξε προς το αίθριο και είδε τη Βαλεντίνα να περπατά με το κεφάλι σκυφτό, ντυμένη πάλι στα μαύρα, αλλά με μια ιδιομορφία. Περπατούσε ξυπόλυτη. Περπατούσε στη χλόη χωρίς παπούτσια ή κάλτσες. Ο Χεσούς Ανίμπαλ είχε την αίσθηση ότι η παράξενη εξαδέλφη, η ματαιωμένη καλόγρια, έτσι ακριβώς όπως την είχε περιγράψει ο ξάδελφος από το Μοντερέι, έκανε μ' αυτό τον τρόπο κάποια μετάνοια. Έως ότου πρόσεξε, για πρώτη φορά, ένα χαμόγελο ευχαρίστησης  σε εκείνα τα στεγνά χείλια. Τότε έκανε κάτι ασυνήθιστο. Έβγαλε τα μοκασίνια του και συνόδευσε τη Βαλεντίνα στη χλόη. Ήξερε το λόγο αυτής της πράξης. Η δροσιά του γκαζόν έδινε μια ευχαρίστηση που παραβίαζε η αιδήμων αγένεια του παπουτσιού. Να περπατάς ξυπόλυτος στο γρασίδι ήταν μια πράξη όχι μόνο απολαυστική αλλά και ερωτική. Η γη ανέβαινε σαν εύθυμο χάδι από τα πόδια στο ηλιακό πλέγμα.
   Η Βαλεντίνα δεν έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του και ο Χεσούς Ανίμπαλ έφυγε για τη δουλειά φορώντας τα παπούτσια και ξέροντας ότι εκείνο το βράδυ είχαν δείπνο στο σπίτι για τους σκόρπιους συγγενείς που τους επισκέπτονταν -τον εξάδελφο από το Νουέβο Λεόν, τη θεία από τη Βερακρούζ, τους δύο από το Ναγιαρίτ που τώρα ζούσαν στη Γουαδαλαχάρα, την εξαδέλφη Βαλεντίνα από τη Μορέλια, την Άνα Φερνάντα  και τον Χεσούς Ανίμπαλ. Δεν είχε λόγους να ανησυχεί. Η Άνα Φερνάντα ήταν η τέλεια οικοδέσποινα, θα παράγγελνε το γλυκό, θα έκλεινε τους σερβιτόρους, θα έστρωνε το τραπέζι και θα καθόριζε τις θέσεις των καλεσμένων.
   Όλα όπως πάντα. Όλα κανονικά.
   Γι' αυτό είχε επινοήσει ο σύζυγος το πρόγραμμα των οικογενειακών επισκέψεων. Η Άνα Φερνάντα ανθούσε. Δεν είχε πια μόνο μία πρόφαση, τη φροντίδα της μητέρας της, για να ξεφύγει και να απομακρυνθεί από τον Χεσούς Ανίμπαλ, ευχαριστημένο στην αρχή επειδή κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο, μακριά από τα κλάματα της κόρης τους, της Λουίσα Φερνάντα, και, τελικά, όταν ανέλαβε τη μικρή μια γκουβερνάντα, επειδή δεν επαναλήφθηκε το τελετουργικό της κοινής κλίνης.
   Τώρα, η Άνα Φερνάντα φρόντιζε τον εαυτό της και το σπίτι. Ήταν ευχαριστημένη και τον άφηνε στην ησυχία του. Ο Χεσούς Ανίμπαλ δεν χρειαζόταν πια να ανησυχεί παρέχοντάς της απόλαυση στο κρεβάτι ή θέματα για συζήτηση στο τραπέζι.
   Ο σύζυγος γύρισε νωρίτερα για να αλλάξει ρούχα και για να είναι εγκαίρως στο δείπνο. Πέρασε από την τραπεζαρία για να σιγουρευτεί για την τελειότητα της Άνα Φερνάντα όταν άκουσε μια κραυγή και μια ασυνήθιστη φασαρία από την κουζίνα. Έτρεξε προς τα εκεί και βρήκε τη Βαλεντίνα να παλεύει ενάντια στην πολιορκία ενός νεαρού μελαχρινού και παθιασμένου σερβιτόρου που προσπαθούσε να αγκαλιάσει και να φιλήσει την εξαδέλφη, ενώ αυτή αντιστεκόταν με μανία μετριασμένη από τη μπουκιά που είχε στο στόμα.
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ τράβηξε απότομα το σερβιτόρο, του έδωσε ένα χαστούκι στο στόμα, ο νέος τον κοίταξε με κακία αλλά είπε μόνο:
   «Μόλις έφευγα».
   Αλλά πριν φύγει στράφηκε στον εργοδότη του.
   «Οι γκόμενες δεν πρέπει να μπαίνουν στην κουζίνα όταν δουλεύουμε. Μας ανάβουν».
   «Είμαι πολύ λαίμαργη και πείνασα», είπε η Βαλεντίνα με έναν άλλο τρόπο, κάπως παιδιάστικο.
   «Συγγνώμη, κύριε», συνέχισε ο σερβιτόρος. «Νόμιζα ότι ήθελε να...»
   «Εντάξει», είπε με μια αντανακλαστική παρόρμηση ο Χεσούς Ανίμπαλ. «Μείνε. Κάνε τη δουλειά σου».
   Και κοίταξε την εξαδέλφη.
   «Σε καταλαβαίνω»
   Είναι πιθανό ο σερβιτόρος να έκρυψε ένα χαμόγελο που συνέχιζε τη μισοτελειωμένη φράση, «νόμιζα ότι έκανα χάρη στην κυρία», αν και η πονηριά στο βλέμμα του έλεγε στον Χεσούς Ανίμπαλ, «αν τη θέλεις, πάρ' τη,  στο κάτω κάτω εσύ είσαι το αφεντικό».
   Ο Χεσούς Ανίμπαλ είχε, στ' αλήθεια, περιέργεια να πάρει μέρος στο παιχνίδι των βλεμμάτων -ή στην απουσία τους- μεταξύ του σερβιτόρου, της Βαλεντίνα και του ίδιου και ικανοποιήθηκε που δεν ένιωσε καμία ντροπή.
   Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο σερβιτόρος, προσφέροντας την πιατέλα με τη γαλοπούλα και τη σάλτσα, δεν μπόρεσε να αποφύγει μια ματιά στο ντεκολτέ της Άνα Φερνάντα, αλλά απέφυγε να κοιτάξει, χωρίς μεγάλη προσπάθεια, τα κρυμμένα στήθη της Βαλεντίνα, η οποία, για να γλιτώσει από το βλέμμα του, έστρεψε το δικό της αργά προς τον Χεσούς Ανίμπαλ με σαφή πρόθεση ευγνωμοσύνης για την προστατευτική του στάση.
   Όλοι κουβέντιαζαν ευχάριστα, ζωντανεμένοι από την κοινωνική μάζωξη της Άνα Φερνάντα, όταν μια από τις αναπόφευκτες διακοπές ρεύματος στο νότιο τμήμα της πόλης προκάλεσε ένα εξίσου αναπόφευκτο αααα! από όλο το τραπέζι, και ο Χεσούς Ανίμπαλ, ωθούμενος από μια δύναμη που ούτε επιθυμούσε ούτε κατανοούσε, άπλωσε το πόδι κάτω από το τραπέζι μέχρι να φτάσει την άκρη του ποδιού της Βαλεντίνα.
   Η εξαδέλφη απέσυρε το πόδι για ένα δευτερόλεπτο αλλά αμέσως μετά, σαν να φοβόταν μήπως ξανάρθει το φως, το έβαλε στη θέση του, ακουμπώντας τον Χεσούς Ανίμπαλ. Έπαιξαν έτσι ώσπου ήρθε το φως. Όλοι μιλούσαν για τις επόμενες διακοπές τους, για μέρη που θα επισκέπτονταν ή επισκέφτηκαν. Μόνο η Βαλεντίνα παρέμεινε σιωπηλή, σαν να μην πήγαινε πουθενά.
   Όταν όλοι πήραν κονιάκ, εκείνη επέλεξε μια τεκίλα. Όταν ήταν πια καθισμένοι στο σαλόνι μετά το δείπνο, ο οικοδεσπότης θέλησε να αποφύγει τη ματιά της εξαδέλφης, αν και δεν του ήταν εύκολο, και έλεγε μέσα του ότι αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν τυχαία, πρέπει να υπάρχει βαθύτερος λόγος για να έρθουν τόσο σύντομα τόσο κοντά δύο άνθρωποι ξένοι, κυρίως αν δεν είναι -και δεν ήταν, όπως φαίνεται- άνθρωποι επιπόλαιοι, γιατί ο Χεσούς Ανίμπαλ έκρινε ότι ήταν χαριτωμένο που η εξαδέλφη περπάτησε ξυπόλυτη ή που μπήκε στην κουζίνα για να φάει μια μπουκιά -αυτό σκέφτηκε; σκέφτηκε- και, κατά κάποιο τρόπο, πολύ απελευθερωμένο...  
   Προσευχήθηκε να ξαναπέσει το ρεύμα και να ξαναρχίσει το φλερτ. Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Όταν την καληνύχτισε, το φιλί του Χεσούς Ανίμπαλ στο μάγουλο της εξαδέλφης ήταν φευγαλέο, αλλά παρατεταμένη ήταν η ένωση της μύτης του στη μύτη της και η αίσθηση που έδωσε και στους δύο η εγγύτητα της ανάσας τους.
   «Καληνύχτα».
   «Θα τα πούμε αύριο».
   Και πολύ χαμηλόφωνα (Χεσούς Ανίμπαλ, «η τύχη μάς ευνοεί».)
   Ο οικοδεσπότης ήξερε πολύ καλά σε ποιο υπνοδωμάτιο είχαν βάλει την εξαδέλφη Βαλεντίνα. Ο Χεσούς Ανίμπαλ περίμενε τα μεσάνυχτα για να αφήσει την κρεβατοκάμαρά του και να βρει την πόρτα της Βαλεντίνα. Να ήταν άραγε κλειδωμένη; Όχι. Ο άντρας την έσπρωξε και πέρασε σε ένα χώρο φωτισμένο από μια λάμπα νυκτός, περισσότερο παλλόμενη παρά αγνή. Η Βαλεντίνα τον περίμενε όρθια, ξυπόλυτη, με ένα μακρύ νυχτικό με κεντήματα στο στήθος.
 
   Όχι, δεν το έκανε επειδή την είχαν καλέσει μόνο για τρεις νύχτες και έτσι αυτό που θα συνέβαινε τώρα θα διαλυόταν πολύ γρήγορα, μοιρασμένο ανάμεσα στην απόσταση και τη λήθη. Και έτσι, για μια φορά, η Βαλεντίνα Σορόγια θα παραδιδόταν στον απαγορευμένο έρωτα, βέβαιη ότι δεν θα υπήρχαν συνέπειες. Δεν ήταν ούτε επειδή ήταν πεινασμένη για έρωτα και στα χέρια του εξαδέλφου τον ανακάλυψε όχι για πρώτη, αλλά για πρωταρχική φορά και γι' αυτό άξιζε τον κόπο, χωρίς περισσότερη σκέψη. Όχι, δεν ήταν επειδή, αν αφηνόταν να αγαπηθεί παθιασμένα από τον Χεσούς Ανίμπαλ, θα ελευθερωνόταν μέσα της μια αίσθηση εκδίκησης για τις απογοητεύσεις μιας ολόκληρης ζωής, κατεστραμμένης τόσο από την εξωτερική της εμφάνιση όσο και από τη συγκρατημένη συμπεριφορά που είχε καθορίσει η πρώτη.
   Όχι, δεν ήταν τίποτα που να πήγαζε από τη ζωή της και από την ίδια. Αυτό τη θάμπωσε, την υπόταξε και τη φόβισε. Ήταν ένα μικρό ρυάκι πλημμυρισμένο από τη μεγάλη λεωφόρο του αντρικού πάθους. Ήταν αυτός, ο Χεσούς Ανίμπαλ, ο μέχρι τώρα άγνωστος εξάδελφος, η πηγή της ερωτικής και συναισθηματικής θέρμης, που εκείνη τη νύχτα και τις τρεις επόμενες ακινητοποίησε τη Βαλεντίνα, όταν ο Χεσούς Ανίμπαλ της έβγαζε με μια τόσο σταθερή απαλότητα που ήταν σαν να τα σκίζει, τη φούστα από χοντρό μετάξι και το κουμπωμένο μαύρο πουκάμισο. Της έλυνε με μανία τον κότσο και τη φιλούσε μέχρι να την πνίξει, ξαπλώνοντάς την στο κρεβάτι και λέγοντάς της άλλοτε με λόγια, άλλοτε με σιωπές, δώσε μου μια στιγμή Βαλεντίνα δεν σου ζητώ τίποτε άλλο, χάρισέ μου μια ώρα και μετά άσε με να περάσω όλη τη νύχτα μαζί σου, μονολογώντας και λέγοντάς της Βαλεντίνα με τρελαίνει η πικρή και πιπεράτη μυρωδιά σου τα λυτά σου μαλλιά σαν δάσος φιδιών η γυμνή ομορφιά του σώματός σου τόσο γεμάτη τόσο στρογγυλή τόσο δύσκολη να τη μαντέψεις κάτω από τα καλογερίστικα ρούχα σου, σε τόση αντίθεση με την αυστηρότητα του προσώπου σου, έχεις ένα πρόσωπο που μεταμφιέζει το σώμα το σώμα δεν αντιστοιχεί στη μάσκα η μάσκα μετατρέπει το σώμα σε μια συντριπτική αποκάλυψη Βαλεντίνα εσύ το ξέρεις μην καλύπτεις το πρόσωπό σου κατάλαβε ότι αυτό είναι το μυστικό σου ένα πρόσωπο που κρύβει το μυστικό του σώματος, πώς θα σε ανακάλυπτα χωρίς να τολμήσω να σε γδύσω; Επειδή δεν ήσουν εσύ Βαλεντίνα που με έφερες έως εδώ είμαι εγώ από τώρα και στο εξής που θα έρχομαι εγώ σε βρήκα και δεν θέλω να σε αποχωριστώ πια εγώ ο Χεσούς Ανίμπαλ μαγεμένος από σένα και την τόσο παλιά νεότητά σου τόσο παραδομένη τόσο υπομονετική στην προσμονή της στα βάθη της καρδιάς μου, ξέρεις Βαλεντίνα; Η αλήθεια είναι ότι πέθαινα και αν η αγάπη μας είναι απάτη τότε το ψέμα μού δίνει ζωή και είναι η ζωή μου η αγάπη μου η γυναίκα μου Βαλεντίνα Σορόγια της προσμονής και της απόγνωσης, καταλαβαίνεις την τρεμούλα που μου προκαλείς την ανησυχία που μου δίνει η τρυφερή αγριάδα που γεννιέται μέσα μου καθώς μου ανήκεις εξαδέλφη Βαλεντίνα; Θα μπορούσες να με μισήσεις γι' αυτό που έχει συμβεί μεταξύ μας και εγώ μόνο θα σ' αγαπούσα περισσότερο όσο περισσότερο εσύ θα με απεχθανόσουν αλλά αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, έτσι; Μην προσπαθείς να μου εξηγήσεις τίποτα μόνο δέξου το: επειδή είσαι όπως είσαι με παγίδεψες είσαι η άγνωστη απόλαυσή μου κάθε στροφή του χρόνου σου γεμίζει την άδεια κλεψύδρα που ήταν η ψυχή μου Βαλεντίνα τι ωραία που αναδευόμαστε και οι δυο δοκίμασε να μου φερθείς άσχημα αγάπη μου και θα δεις ότι όσο περισσότερο με πληγώνεις ποτέ δεν θα καταφέρεις να αγγίξεις το καλό που μου δίνεις καθώς σε φιλώ από πάνω ως κάτω και σε διατρέχω με φιλιά από την κορφή ως τα νύχια δεν θέλω να είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος στη ζωή σου θέλω να είμαι ο μοναδικός εξαδέλφη Βαλεντίνα ο έρωτάς μου για σένα έχει ένα ισπανικό όνομα είναι ο αγιάτρευτος έρωτας η ανακάλυψή σου με μετατρέπει σε έναν πεισματάρη Χεσούς, αν με αφήσεις δεν θα μου μείνουν παρά μέρες δίχως ησυχία είσαι η γαλήνη μου η ελευθερία μου ο ομφαλός μου τα νύχια μου η πέψη μου τα όνειρά μου Βαλεντίνα εσύ με ελευθερώνεις από τα βάρη της συνείδησης της υποχρέωσης της πίστης της συνήθειας για να είμαι εγώ ο ίδιος ερωτευμένος με την άσχημη της οικογένειας που δεν συγκρίνεται με καμία μοναδική στο πάθος της που είναι όλο δικό μου και κανενός άλλου γιατί κανείς δεν θα με ζήλευε κανείς δεν θα ήθελε να σε πάρει μακριά από τα μάτια και το άγγιγμά μου εγώ είμαι μόνος στο πάθος που είναι όλο δικό μου η απόλαυσή μου απόλαυση άγνωστη σοφή και φλογερή μου Βαλεντίνα άραγε ήξερες ότι κουβαλούσες μέσα σου τόση βοή τόσο λεπτή και μεταξένια ερωτική ευαισθησία το ήξερες; Εγώ όχι μη σου κάνει εντύπωση μη σκεφτείς αυτός με κολακεύει επειδή δεν είναι αλήθεια εσύ με κολακεύεις και με απελευθερώνεις απ' όλα τα ψέματα από όλη την άσχημη υποκρισία όχι ποτέ μη λες άσχημη όπως είπες μόλις τώρα σώπα μοναδική είσαι αυτό είσαι δεν μοιάζεις με καμία ποτέ μην ξαναπείς ευγνώμων όπως τώρα αυτός που πήρε το δώρο είμαι εγώ Βαλεντίνα αν είμαι μαζί σου είμαι επειδή εσύ με κολακεύεις εσύ μου δίνεις κάτι που θέλω να αξίζω αγαπώντας σε όπως την Παρασκευή και σήμερα Σάββατο και αύριο Κυριακή προτού να φύγεις Βαλεντίνα δεν αντέχω στη σκέψη είναι σαν η μέρα να μου ρίχνει βέλη όπως στον Άγιο Σεβαστιανό γυμνό μπροστά στο τόξο της σοβαρής ματιάς σου αγάπη μου γι' αυτό σε θέλω επειδή τα μάτια σου έχουν μαύρους κύκλους και τα λεπτά σου χείλια και τα μήλα σου κοντά στο θάνατο και τα μαλλιά σου φωλιά φιδιών και τα χέρια σου νύχια αρπακτικού χωρίς αιδώ για όλο μου το δέρμα και το βάρος σου ελαφρύ κάτω από το ακόμα πιο ελαφρύ δικό μου σαν εσύ και εγώ τα σώματα της Βαλεντίνα και του Χεσούς να περίμεναν από τα παιδικά τους χρόνια τη συνάντηση που υποσχέθηκαν τα αστέρια ενός άντρα και μιας γυναίκας θλιμμένων επειδή αγαπιούνται όπως αγαπιόμαστε εσύ κι εγώ εξαδέλφη από τη σάρκα μου εξαδέλφη απαγορευμένη εξαδέλφη άσεμνη και αγνή συνάμα Βαλεντίνα αν με αφήσεις ξέρεις ότι θα κλαίω για σένα χωρίς ποτέ να διαλύσω τον πόνο την απώλειάς σου θα ζήσω και θα πεθάνω για σένα επειδή εγώ ανακάλυψα την αληθινή ομορφιά σου την ομορφιά που βλέπει μόνο αυτός που αγαπά όπως εγώ εσένα γιατί εγώ σε ανακάλυψα και δεν μπορώ να αφήσω το γήινο σώμα της εξερεύνησής μου δεν μπορώ να φρουρήσω με σκοτεινιά και λήθη το προνόμιο να είμαι ο χαρτογράφος σου ο θαλασσοπόρος σου ο κατακτητής σου επειδή το σώμα σου είναι η γη μου εξαδέλφη Βαλεντίνα το σώμα σου είναι η πατρίδα μου επειδή είμαι ο εραστής που μαζί σου γνώρισε την άγνωστη μέχρι τότε απόλαυση επειδή σ' αγαπώ Βαλεντίνα λόγω της ιδιομορφίας μου και της δικής σου επειδή κανένας δεν θα πίστευε ότι κάποιος όπως εγώ θα σε λάτρευε ούτε ότι κάποια σαν και σένα θα μου δινόταν και γι' αυτό κάθε απόλαυση είναι μια εύθραυστη και δονούμενη αμαρτία ασύγκριτη επειδή εσύ κι εγώ δεν μοιάζουμε με κανέναν και αυτό έψαχνα χωρίς να το ξέρω κι εσύ;
   ...Εγώ νόμιζα ότι είχα γεννηθεί για να ενοχλώ τους άλλους και τώρα θα πιστέψω ότι είμαι επιθυμητή επειδή είμαι διαφορετική...
   ...και επειδή είσαι άσχημη Βαλεντίνα και επειδή είσαι άσχημη...
   ...δεν θέλεις να νιώθω όμορφη χάρη σε σένα;...
   ...όχι Βαλεντίνα να νιώθεις άσχημη για να σε λατρεύω εγώ γι' αυτό που κανένας άλλος δεν θα τολμούσε να σου πει...
   ...είμαι άσχημη Χεσούς....
   ...άσχημη άσχημη άσχημη είσαι η διαστροφή μου και ο πόθος της περιπέτειάς μου προς έναν απροσδόκητο έρωτα πρώτα δώσε μου ένα λεπτό Βαλεντίνα μετά άσε με να περάσω όλη τη νύχτα μαζί σου κι έπειτα ολόκληρη ζωή...
   ...άσχημη...
   ...δείξε μου την ψυχή σου Βαλεντίνα και θα σου δώσω τη δική μου...
   ...σε ποιον να πω ότι σ' αγαπώ;...
   ...σε ποιον ότι αγαπιόμαστε;...
 
   Όλοι αποσύρθηκαν μετά το δείπνο. Μόνο η Βαλεντίνα έμεινε στο σαλόνι. Μόνο γι' αυτήν η νύχτα δεν τελείωσε.
   Τότε μπαίνει εκείνος. Όλοι έχουν φύγει. Όλοι έχουν κρυφτεί μουρμουρίζοντας. Μόνο για τη Βαλεντίνα που κρέμεται από την παρουσία που είναι έλξη: Χεσούς Ανίμπαλ.
   Η ματιά του άντρα τής λέει: «Ψάχνω να σε βρω πάλι μόνη».
   Μόνο αυτοί κοιτάζονται. Οι άλλοι κοιτάζουν πώς να αποφύγουν τις ματιές. Εκείνη ξέρει πώς μια προστατευτική έλξη μετατρέπεται σε έλξη σωματική.
   Εκείνη επιστρέφει στην πρώτη στιγμή με τον Χεσούς Ανίμπαλ.
   Εκείνη αποκόβεται από όλους τους άλλους.
   Εκείνη δεν ακούει τους ψιθύρους.
   Την τύχη της άσχημης τη ζηλεύει η όμορφη.
   Μοιάζει με τραβεστί.
   Μόνο ένας τυφλός θα την παντρευόταν.
   Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.
   Και η Άνα Φερνάντα στον Χεσούς Ανίμπαλ.
   Μ' άφησες γι' αυτό το τέρας; Δεν χρειάζεται να προσποιηθώ ότι σε περιφρονώ. Αλλά είσαι ο άντρας μου μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους. Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Δεν θα σου δώσω ποτέ διαζύγιο. Μην κάνεις όνειρα. Τόλμησε μόνο να μου πεις ότι εγώ δεν έκανα κάτι καλά. Πες μου κάτι. Τη διάλεξε η απέραντη ματαιοδοξία σου, για να νιώθεις πιο ωραίος από αυτήν; Επειδή δεν άντεχες να είσαι λιγότερο όμορφος από μένα τη γυναίκα σου; Μαύρη ώρα που φτιάξαμε το σπίτι.
   Οι συγγενείς έφυγαν.
   Η δόνια Πιεδίτα ξάπλωσε στο κρεβάτι προετοιμασμένη, όπως είπε, για να πάει «στον άλλο κόσμο, εκεί πάνω».
   Η Άνα Φερνάντα δεν ξανακάλεσε κανέναν και αφιερώθηκε στην ανατροφή της κόρης της, της Λουίσα Φερνάντα, σύμφωνα με την πιο αυστηρή καθολική ηθική.
 
Φουέντες Κάρλος
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες
(μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου)
Εκδ. Καστανιώτη
Υποσημειώσεις:
(1) Υποκοριστικό του Χεσούς (Ιησούς).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου