Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΜΕΡΕΣ ΒΡΟΧΗ

  
   Ήταν περασμένα μεσάνυχτα· τ' ορνίθι είχε λαλήσει εδώ και τόση ώρα -τάχα γι' αυτό λάλησε ή για τον καιρό;- μα στο σπιτάκι αγρυπνούσαν ακόμα. Η Ξένη, καθισμένη στο παραγώνι, κοίταζε το κούτσουρο, που στραβό και χιλιοκαμπουριασμένο καθώς ήταν, μπορούσε να πει κανένας πως το 'βαλαν στη φωτιά για να σιάξει. Είχε απλωμένα τα χέρια της η γυναίκα και σχεδόν καίονταν οι άκρες των δαχτύλων στη θράκα· δεν έμοιαζε να το νιώθει καθώς ήταν παραδομένη σε σκέψεις.
   Σε μια άκρη, χάμω, κοιμόνταν τα τρία παιδιά κι έμενε τόπος και για τη μάνα τους. Στ' άλλο μέρος, δίπλα στο παράθυρο με τζάμια, ήταν το κρεβάτι του Βάγγελου. Είχαν τη μέση του στο γύψο, γιατί έπασχε από σπονδυλίτιδα. Ο νέος διάβαζε στο αδύνατο φως του λύχνου ένα βιβλίο κι έριχνε πότε - πότε καμιά ματιά στην αδερφή του.
   Έν' απ' τα παιδάκια στέναξε στον ύπνο του λαφριά· η μάνα γύρισε, κοίταξε κατά το μέρος του για λίγο, ύστερα στέναξε κι αυτή και πάλι έσκυψε το κεφάλι στη φωτιά. Είχε ένα μικρό προσωπάκι και στο αντιφέγγισμα της φωτιάς ξεχώριζαν οι πρόωρες ρυτίδες, που τις χάραξε πάνου του η βασανισμένη ζωή, και τα χέρια της ήταν σακατεμένα απ' τις χοντρές δουλειές. Το περισσότερο σχεδόν μέτωπο κρυβόταν απ' το μαύρο κεφαλομάντηλο, που οι άκρες του ήταν δεμένες πίσω. Άλλοτε τα μάτια της έδειχναν πόνο κι άλλοτε το βλέμμα της προσηλωνόταν πάνω σ' ένα καρβουνάκι -εκείνο που έκαιε πιο ζωηρά- αφαιρεμένο, άψυχο. 
   Όξω ο αέρας λύσαγε κι η βροχή ακουόταν να δέρνει τη σκεπή· τρεις μέρες δεν είχε ξεσταλαματήσει.
   Ο Βάγγελος, σε λίγο, πέταξε το βιβλίο στο περβάζι του παραθύρου κι έχωσε τα χέρια του κάτω απ' τα σκεπάσματα μ' ευχαρίστηση, γιατί είχαν παγώσει.
   «Ε, Ξένη», είπε, «δεν είναι ώρα για ύπνο;»
   Εκείνη άκουσε καλά τι της έλεγε, μα ρώτησε:
   «Τι;»
   Δεν της ξανάπε, μόνο την κοίταζε προσεχτικά.
   Χωρίς άλλο είχε αλλάξει κι όλο στενοχωρημένη την έβλεπε από χτες. Τι να τρέχει τάχα; Μη κι είναι απ' αυτόν;... Έξι μήνες όμως τώρα δεν τον βαρέθηκε, κι έτσι απότομα;...
   «Βαθιά συλλογή έχεις», είπε μισοσιγανά.
   Η γυναίκα έριξε μια ματιά πρώτα στα παιδιά κι ύστερα γύρισε σ' αυτόν με θλιμμένη όψη:
   «Τι να κάμω, έρμε Βάγγελε», μουρμούρισε και κούνησε το κεφάλι.
    Σηκώθηκε με αργό περπάτημα, πήγε έσβησε το λύχνο κι έπεσε κι αυτή δίπλα στα μικρά.
 
   Οι μέρες περνούσαν πολύ μονότονα και φαίνονταν ατέλειωτες οι ώρες, γιατί έμοιαζαν τόσο! Απ' το παράθυρο δεν έβλεπες άλλο τίποτα από σύννεφα πυκνά και μαύρα, που διάβαιναν άλλοτε αργοκούνητα κι άλλοτε γρήγορα, κυνηγημένα απ' το νοτιά.
   Τα τζάμια έπρεπε κάθε τόσο να τα καθαρίζουν, γιατί τα χνώτα τα θόλωναν· απ' όξω τα 'δερνε τ' ανεμόβροχο και, καθώς έτριζαν, έφερναν ένα ρίγος στους ανθρώπους που ήταν μέσα στο σπίτι. Χαμηλά, επειδή δεν εφάρμοζε καλά η πόρτα, έμπαιναν νερά και δυο τρεις λινάτσες, που είχαν ρίξει για να τα σταματούν, ήταν καταμουσκεμένες.
   «Θε μου! Τι κακό είναι τούτο», είπε κάνοντας το σταυρό της η Ξένη.
   Έριχνε με τ' ασκί και η βοή απ' τα κατεβασμένα λαγκάδια έφτανε όλο και πιο δυνατή. Τα παιδιά ανέβηκαν στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζαν το νερό, που έτρεχε παντού κι έκανε χίλια ρεματάκια.
   «Τρέξε, μάνα, να ιδείς», φώναξε κάποια ώρα το μεγαλύτερο. «Η κατεβασιά πήρε μια κότα».
   Η γυναίκα γρήγορα - γρήγορα πήγε, άνοιξε την πόρτα  και πετάχτηκε όξω. Όταν γύρισε με καταμουσκεμένα τα ρούχα της, ήταν στενοχωρεμένη, γιατί δεν είχε προφτάσει να ιδεί αν η κότα ήταν δική της.
   «Και τι θα 'κανες;» της μίλησε ο Βάγγελος απ' το κρεβάτι του χαμογελώντας. «Πάει στο καλό σαν την πήραν τα νερά και, για να την πάρουν, ψόφια θα 'τανε». 
   Πήγε στη γωνιά κοντά εκείνη και κάθισε για να τη στεγνώσει η φωτιά.
   «Μα να μην ξέρω!» αποκρίθηκε κι ύστερα ρώτησε το παιδί, το Γιαννάκη, αν είδε τι χρώμα είχε το πουλί.
   Αλλά με τέτοιον κατακλυσμό, ποιος δίνει προσοχή στο χαμό μιας κότας!
   Σε λίγο πήρε πάλι την κάλτσα κι έπλεκε. Το μαγέρεμα και το πλέξιμο ήταν όλες της οι δουλειές, τώρα που την είχε αποκλείσει η βροχή. Ε, μια μέρα, δυο το πολύ, καλό ήταν να ξεκουραστεί κι αυτή· μα πήγαιναν στις πέντε και δεν έλεγε να ξεκόψει ο καιρός. Η στενοχώρια της ήταν μεγάλη, που δε μπορούσε να κάνει καμιά εξωτερική δουλειά· η κάλτσα δεν έφερνε ψωμί!
   Ωστόσο, μια τέντζερη γεμάτη φασόλια έβραζε κι έδινε έναν ευχάριστο τόνο στη ζωή του σπιτιού το χόχλασμά της, που ακουόταν όσες φορές κόπαζε η νεροποντή όξω και ησύχαζαν τα στοιχεία.
   Η λάμψη της φωτιάς στιγμές - στιγμές γινόταν πιο δυνατή απ' της μέρας το φως· έρχονταν κατάμαυρα σύννεφα και σκουντούφλιαζε άξαφνα, σα να πλάκωνε απότομα η νύχτα· κι ο αέρας μάζωνε τον καπνό απ' το μπουχαρί, που πήγαινε να βγει, και τον γύριζε πίσω· τότε συννέφιαζε και μέσα στο σπίτι.
   «Δοξασμένος ο Θεός», έκαμ' ο Βάγγελος, «που με την κακοκαιριά σάς ανάγκασε να κάτσετε μέσα. Μα την αλήθεια, σαν να βαριέμαι τη μοναξιά... Ε, Ξένη, σήμερα δε σου φαίνεται πως είναι μέρα επίτηδες για το παραγώνι;... Και για φασουλάδα;... Δε θυμάμαι ποτές  καλύτερη απ' τη σημερινή. Όλα τα 'χει: αέρα, βροχή, κρύο και καπνό που δε μπορεί να βγει. Επιτυχία!»
   Για κάθε κουτσοξυλαράκι ή παλιοτενεκέ, που περνούσε απ' όξω η κατεβασιά, τα παιδιά έβγαζαν χαρούμενες φωνές, με τα κεφαλάκια τους κοντά - κοντά και τις μύτες πλατυσμένες πάνω στο τζάμι.
   «Καλή μέρα για το παραγώνι», είπε η Ξένη, «μα έχουμε πέντε, που δεν κάμαμε καμιά δουλειά». 
   Ο νέος, πύρωσε τα χέρια του στα κάρβουνα ενός μικρού μαγκαλιού, δίπλα στο κρεβάτι, κι ύστερα τα χουχούλιξε κιόλας σα να κρύωναν ακόμα.
   «Σώπα, καημένη», είπε μ' αφρόντιστο ύφος κι έσιαξε το μουστάκι του.
   Η αδερφή του πικροχαμογέλασε.
   «Σωπαίνω», μουρμούρισε, «μα δε θα 'χουμε να φάμε».
   Ανάμεσα στα μπουμπουνητά, ξεχώρισε κι η μικρή καμπάνα να χτυπάει λυπητερά· καθώς άρπαζε ο αέρας κάμποσες φορές τη φωνή της, ό,τι έφτανε ως εδώ ήταν πιο πένθιμο.
   «Η καμπάνα, η καμπανούλα!» φώναξαν τα παιδιά σαν να επρόκειτο για κάτι πολύ σπουδαίο και πήδηξαν απ' το περβάζι του παραθύρου. Το μικρότερο, τεσσάρων χρονών αγοράκι, με καστανόξανθα μαλλιά, έτρεξε και χώθηκε σε μια καλυβούλα που είχαν φκιάσει με σκαμνιά και ρούχα στην αγκωνή· φώναξε και τ' αδέρφια του να το συντροφέψουν.
   Ο μεγάλος πήγε, κάθισε κοντά στη μάνα του και τη ρώτησε αν χτυπούσε για εκκλησία ή νεκροκαμπάνα. Εκείνη αφουγκράστηκε λίγο κι ύστερα γύρισε στο Βάγγελο κι αναρωτήθηκε:
   «Ποιος να πέθανε ο καημένος;» 
   Ο νέος δε μίλησε για λίγο. Έτσι, άθελα, έφερε το χέρι στο πρόσωπο. Τον τελευταίο καιρό είχε δυναμώσει κάμποσο και τα μάγουλά του γέμιζαν. Η φτωχιά η Ξένη τον περιποιόταν όσο μπορούσε πιο πολύ· γι' αυτόν θα 'χε πάντα κάποιο ιδιαίτερο φαγάκι, και ψωμί του ζύμωνε μ' αλεύρι σιταρίσιο ψιλοσιτισμένο. «Το ψωμί του μπάρμπα», έλεγαν τα παιδιά και θεωρούσαν μεγάλη ευτυχία να τους δώσουν λίγο απ' αυτό, καμιά Κυριακή ύστερ' απ' την εκκλησία, ή όταν πήγαιναν σκολειό, να βάλουνε στη μαρούδα τους, για να φάνε το διάλειμμα.
   Ήταν καλύτερα, μα έπρεπε έξι μήνες ακόμα να μείνει στο κρεβάτι. Έξι μηνών μέρες! 
   «Κάποιος που ήταν τυχερός», είπε απότομα.
   Βέβαια, για κάποιον άλλον που στεκόταν στα πόδια του κι ήταν γερός κι ευτυχισμένος ίσως στη ζωή, ερχόταν ο θάνατος, μα σ' αυτόν το σακάτη που τρύπαγε το κορμί του στο στρώμα... Έτσι είναι όλα τα πράματα!
   Πόσο είχε αλλάξει! Πριν απ' την αρρώστια, τα χαρακτηριστικά του έδειχναν μια αυτοπεποίθηση απέραντη και κάποια ζωώδικη αδιαφορία για το καθετί· ίσως επειδή τα φρύδια του ήταν σμιγμένα· τώρα όμως το πρόσωπό του είχε μαλακώσει κι οι αμφιβολίες ζωγράφισαν απάνω γραμμές συμπαθητικές.
   Ωστόσο, ήταν βέβαιος πως δεν έπρεπε να φοβάται θάνατο. 
   Η Ξένη είδε που ήρθαν στο Βάγγελο οι λυπητερές σκέψεις και, λησμονώντας τα δικά της, πήρε χαρούμενη όψη.
   Μα ως το βράδυ εκείνος μελαγχολούσε.
 
   Σα να ήταν μακριά απ' τον κόσμο. Αφού δε μπορούσαν να βγούνε, δεν ήξεραν τίποτα απ' ό,τι γινόταν όξω, στις γειτονιές, την αγορά. Κι η ανάγκη έκανε να μαζεύονται πιο πολύ στον εαυτό τους κι η ζωή τους είχε ένα εντελώς ξεχωριστό ενδιαφέρον. Τα παιδιά ήταν αφρόντιστα, χαρούμενα, και το σπιτάκι φαινόταν στα μάτια τους κόσμος ολόκληρος, που τώρα τους δινόταν ο καιρός να τον εξερευνήσουν.
   Το βράδυ της άλλης μέρας, όταν είχε σκοτειδιάσει καλά -πράμα που γινότανε πολύ νωρίς- βγήκε η Ξένη μια στιγμή να κλείσει τις κότες και γύρισε πάλι, με αγκαλιά ξύλα και προσανάματα, που τα 'ριξε στην αγκωνή να στεγνώσουν.
   Λύχνο δεν είχαν ανάψει ακόμα, μα φώτιζε γλυκά η φωτιά τα προσωπάκια των παιδιών γύρω στο τζάκι. Δε μιλούσαν κι ο Γιαννάκης, το μεγαλύτερο, σα να 'ταν θλιμμένος. Τ' άλλα κοίταζαν τη φλόγα και πότε - πότε τσίγριζαν το κούτσουρο με τη μασιά και πετούσε μικρές τσίκες, σταχταλήθρες.
   Η μάνα άναψε το φως και πήγε να κρεμάσει πίσω απ' την πόρτα τον βρεγμένο σάκο της. Εκεί είδε γραμμένο με κιμωλία κάτι.
   «Τι να λέει εδώ, Γιαννάκη;» ρώτησε.
   Το παιδί γύρισε, την κοίταξε, ύστερα και τα γράμματα, μα δεν αποκρίθηκε· τα χείλια του κουνιόνταν και κατάπιε έναν κόμπο.
   «Τι είναι;» έκαμε ο Βάγγελος με περιέργεια.
   «Κάτι γράμματα», είπε η Ξένη. «Δεν τα βλέπεις εσύ απ' αυτού».
   Ο Τέλης, το μεσαίο παιδάκι, που πήγαινε κι αυτός σκολειό, σηκώθηκε απ' τη γωνιά και σίμωσε στην πόρτα.
   «Θα το διαβάσω 'γω», είπε κι άρχισε να συλλαβίζει, ενώ η μάνα του έφερε το λύχνο πιο κοντά στ' άσπρα γράμματα.
   «Θα - θα - νααα - θανα - σά - κης - Β. Θανασάκης Β. Δε γράφει άλλο, μπάρμπα».
   Με γραμματάκια ίσια και αδέξια ήταν γραμμένο το όνομα και το Β. Άλλος απ' το Γιάννη βέβαια δεν το 'γραψε.
   «Μάνα», φώναξε ο Τέλης που ξανάχε πάει στη γωνιά, «ο Γιαννάκης κλαίει».
   Το παιδί είχε κρύψει το πρόσωπό του στα χέρια κι έκλαιγε σιγανά.
   Είχαν μάθει πως πέθανε ένας μαθητής, ο Θανάσης Βρασιάνος και γι' αυτό ίσια ίσια χτυπούσε η καμπάνα προχτές, καθώς είπε μια γειτόνισσα. Ήταν φίλος του παιδιού.
   Κάποιος κεραυνός, που έπεσε κοντά, τάραξε το σπιτάκι απ' τα θέμελα κι η βροντή του, σα να 'σκισε τον αέρα μ' αφάνταστη μανία, έκαμε όλους να φοβηθούν. Ο Τέλης με το μικρότερο, το Φίλιππα, πιάστηκαν απ' της μάνας τους το μισοφόρι κλαίοντας κι ο Γιαννάκης σήκωσε το κεφάλι και φάνηκαν τα δακρυσμένα του μάτια γεμάτα τρόμο. Η γυναίκα σταυροκοπιόταν και κοίταζε τα κονίσματα.
   «Μέγας είσαι, Θε μου», μουρμούρισε κι έσκυψε να ησυχάσει τα παιδιά, που έκρυβαν τα πρόσωπά τους στις δίπλες του μισοφοριού για να μη βλέπουν τ' αστραποβολήματα.  
   «Καλά που δεν έπεσε στο κεφάλι μου», είπε ο Βάγγελος μ' ένα ψεύτικο γέλιο. Ήθελε να δείξει πως δεν τον έγνοιασε, μα η μεγαλοδύναμη φωνή της φύσης κρατούσε για κάμποσο την καρδιά του σε ταραχή.
   «Κι αυτοί δε με ζυγώνουν», πρόστεσε για τους κεραυνούς.
   Η Ξένη σταυροκοπήθηκε πάλι.
   «Σε καλό σου, παιδάκι μου», έκαμε με μορφασμό σα μάλωμα, «μη θέλεις να τα βάλεις με τον Κύριο!»
   Ένας τρελός αέρας άρχισε όξω κι ακουόταν ν' αρπάζει και να πετάει μ' ορμή ό,τι εμπόδιο έβρισκε στο διάβα του. Τα δέντρα στέναζαν και πολλά κλαδιά τους έσπαζαν με κρότο· κάμποσες πλάκες απ' τη σκεπή έγιναν συντρίμμια πέφτοντας.
   «Αρμενίζουμε, παιδιά», φώναξε ο Βάγγελος. «Έλα 'δω, βρε μασκαρατζίκο Φίλιππα. Έλα 'δω!»
   Το παιδάκι έτρεξε και χώθηκε στη ζεστασιά του κρεβατιού, ησυχασμένο πια.
   Η Ξένη έβανε λάδι στο καντήλι να το ανάψει κι ας μην ήταν την αυριανή γιορτή. Με τέτοιον καιρό ποιος ήξερε τι μπορούσε να γίνει... καλά θα 'ταν να φέγγει το καντηλάκι μπροστά στα κονίσματα. Ας έβλεπαν οι Αγίοι να μη λάχει κανένα κακό.
   Έκανε θυσία απόψε η φτωχιά γυναίκα· μα να μη βλέπουν οι Αγίοι; Ποιος θα φύλαγε από κάθε κακό; Το καντηλάκι με το γλυκό του φως  θα 'ταν σα μια ελπίδα, μια συντροφιά την άγρια αυτή νύχτα· στα σκοτεινά, θα έμοιαζε να βρίσκονται όξω, στους πέντε αέρηδες, να χαροπαλεύουν!
   Κι έμπαινε μέσα στο σπίτι αέρας, γιατί δεν ήταν ταβανιασμένο. Α, λίγο διέφερε απ' όξω το μικρό αυτό καλύβι. Χάμω είχε άλειμμα, χώμα και γελαδοσβουνιές, και τα τείχια ασουφάτιστα· μόνο γαλαχτισμένα τα είχε η καλή νοικοκυρά κι έδειχναν όψη υποφερτή. Τι να ζεστάνει εκεί μέσα η φωτιά; Η δύναμή της έφτανε ένα μέτρο ολόγυρα ή λιγότερο και πιο πέρα ήταν η βασιλεία του αέρα, που τρύπωνε μεσ' απ' τις χαραμάδες της σκεπής.
   Τα χέρια του Βάγγελου πάγωναν όξω απ' τα σκεπάσματα, αν και είχανε δίπλα του ένα τενεκέ με κάρβουνα· όταν κρύωνε πολύ, πολύ, φώναζε τα παιδιά και πήγαιναν κι έπεφταν στο κρεβάτι του να τον ζεστάνουν.
   Αυτές τις μέρες δα, δεν είχε λόγο να παραπονιέται. Ήταν όλοι στο σπίτι, τον περιποιούνταν - τέσσερις άνθρωποι, κουβέντα, συντροφιά, φαγάκι ζεστό... Όμως όταν έκανε καλό καιρό! Η αδερφή του ξονοδούλευε, τα παιδιά πήγαιναν σκολειό κι ο Φίλιππας ακόμα έφευγε με τη μάνα του. Αν ήθελε τίποτα... Δεν ήταν καθόλου καλή η ζωή του τις καλοκαιριάτικες μέρες, όσο κι αν είχαν καρδιά χρυσή κάμποσες γειτόνισσες.
   Όξω σφύριζε ο αέρας, καθώς έβρισκε αντίσταση κάπου, και νόμιζες πως έχουν ψυχή τ' άψυχα που βογγούσαν. Μια στάλα δεν έπεφτε τώρα και τα ρέματα δεν ακούονταν να βουΐζουν, όχι γιατί δεν είχαν νερό, μα που του αέρα το πανηγύρι ήταν αφάνταστα θορυβώδικο.
   Πέρασε ένα τέταρτο της ώρας, όταν έπαψε η τρικυμία· να ξεμάκρυνε έμοιαζε, γιατί η βοή των λαγγαδιών ήταν σα συνέχειά της. Λίγες στιγμές έτσι. Κι άξαφνα μια αστραπή φώτισε πέρα - πέρα το συννεφιασμένο ουρανό κι από μακριά ακουόταν να ζυγώνει ένας αχός.
   «Ακούς, ακούς τι ιλέμι έρχεται», είπε η Ξένη, «με τ' ασκί θα ρίξει απόψε».
   Τα παιδιά, ο Γιαννάκης με τον Τέλη την κοίταξαν με ζωηρή έκπληξη.
   «Έχει ασκιά γεμάτα νερό και τ' απολάει ο Παπουλάκης», είπε ο μικρός Φίλιππας και χώθηκε καλά στα σκεπάσματα του μπάρμπα του.
    «Αλήθεια, μάνα;» ρώτησε ο Τέλης.
    «Ναι, παιδί μου, σας το 'χω πει τόσες φορές», είπε η γυναίκα.
   Δεν άργησε να φτάσει ο κατακλυσμός και σε μια στιγμή τα ρεματάκια πλημμύρισαν κι η κατεβασιά με θόρυβο τραβούσε στα λαγκάδια.
    «Να ξεκόψει δεν έχει σκοπό», έκαμε στενοχωρεμένη η Ξένη.
    «Τώρα μού φαίνεται πως τα βάνεις εσύ με το Θεό», είπε ο Βάγγελος θέλοντας να την πειράξει.
    «Δοξασμένο ας είναι τ' όνομά του. Εγώ κλαίω τον πόνο μου. Πόσο θα κρατήσει αυτός ο καιρός; Να, μια βδομάδα πέρασε κι ακόμα...»
   «Ε, να σου πω», της κάνει ο νέος, «δε σ' απαντάει να καθίσεις πέντε μέρες σπίτι σου! Σύχασε κει δα στη γωνιά κι όταν κρατήσει, θα κρατήσει· τα ξύλα δε φεύγουν απ' το λόγγο. Έχω ακόμα λίγα λεφτά και δε θα πεινάσουμε».
   Έφαγαν και τα παιδιά, αφού άδικα παρακάλεσαν τη μάνα τους να τους μολογήσει κάνα παραμύθι, έπεσαν να κοιμηθούν.
   Ο Βάγγελος κάπνισε τσιγάρο κι ύστερα πήρε ένα βιβλίο κι άρχισε να διαβάζει στο φως του λύχνου. Άλλη απόλαψη απ' το διάβασμα δεν είχε έξι μήνες τώρα κι, ευτυχώς, ο δάσκαλος τού δάνειζε κάνα βιβλίο.
   Τι να 'κανε; Αυτός δεν είχε συνηθίσει ποτέ το διάβασμα· όλη μέρα δούλευε, τον καιρό που ήταν γερός, και το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, η κούραση γρήγορα του 'κλεινε τα μάτια. Δεν ήξερε δα και πολλά γράμματα. Είχε διαβάσει στα μικρά του χρόνια κάτι λαϊκές φυλλάδες· τότε δεν είχε πιάσει ακόμα δουλειά. Ύστερα έφυγε για την κοντινή πόλη και μπήκε γκαρσόνι κάπου. Ήταν ευτυχισμένοι καιροί! Μα μια μέρα, του είπαν ότι ήταν ανάγκη να τον βάλουν στο γύψο. Και ξέπεσε στην αδελφή του που, όταν ήταν καλά, τη βοηθούσε και την πάντρεψε κιόλας.
   Τον πρώτο μήνα είχε συντροφιά ταχτικά. Οι παιδικοί φίλοι πήγαιναν κάθε μέρα σπίτι και κάθονταν ώρες, μα σιγά - σιγά οι επισκέψεις έγιναν πιο αραιές κι ύστερα στη χάση και στη φέξη τον θυμόταν κανένας.
   Τι να 'κανε; Ο καιρός περνούσε τόσο αργά! Διάβασε κάτι φυλλάδες που κονόμησε στη γειτονιά κι ύστερα ζήτησε κάνα βιβλίο απ' το δάσκαλο. Αναγκαστικά συνήθισε να διαβάζει, για να 'χει μια συντροφιά.
 
   Η Ξένη έβαλε νέα κάρβουνα στο μαγκάλι και κάθισε κοντά στο τζάκι με την κάλτσα της· γρήγορα όμως την άφησε στην ποδιά της και παραδόθηκε σε σκέψεις. Να 'πεφτε να κοιμηθεί, δε μπορούσε τόσο νωρίς· μήπως ήταν και κουρασμένη απ' τη δουλειά;
   Συλλογίσθηκε τι θα 'κανε όταν κρατούσε, με ποια θα πήγαινε για ξύλα, που ήταν πιθανό να τη φωνάξουν για πλύσιμο κι άλλα· μα πιο πολύ οι λογισμοί της τριγύριζαν στα παιδιά: 
   Ήταν ακόμα μικρά και δεν είχαν πολλές φασαρίες· μα σαν μεγάλωναν; Ω, όταν ζούσε ο μακαρίτης ο πατέρας τους, πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα! Δούλευε, αυτή βοηθούσε και περνούσαν καλά. Τα παιδιά δεν είχαν πεινάσει τότε ποτές. Μα ήρθαν οι δύστυχοι καιροί. Όλα τα βάρετα έπεσαν σ' αυτή και κόντευε να γονατίσει.
   Όχι, δεν κιότευε για τώρα· τα μπροστινά τη φόβιζαν. Τι θα γινόταν τα παιδιά; Αν έκανε πως αρρωστούσε μια μέρα κι έπεφτε στο στρώμα; Αν -Θεός να φυλάξει- έκλεινε τα μάτια -άνθρωποι είμαστε- και τ' άφηνε μικρά ακόμα, πού θα 'βρισκαν έν' αποκούμπι; Θε μου!
   Ήταν σαν το κορμί του δέντρου π' αν το 'κοβες θα μαραίνονταν και τα κλωνάρια. Ένα γονάτισμα κι έφταναν στην άκρη του γκρεμού. Κάνα πουγγί δεν είχαν για να πεις ότι θα τους κρατούσε λίγο καιρό. Τίποτα, τίποτα...
   Ας έδινε γεια ο Θεός, που ως τώρα δεν τους παράτησε.
  Να, ο Γιαννάκης, το καημένο, κόντευε να τελειώσει το δημοτικό σχολείο· τι να το 'κανε έπειτα; Να το προχωρούσε και στο Ελληνικό ή σε καμιά τέχνη; Ώσπου να βγάλει λεφτά, θα περνούσαν χρόνια ακόμα. Και τ' άλλα παιδιά μεγάλωναν, ήθελαν παπούτσια, ρούχα... τι δεν ήθελαν! Τους είχε από μια αλλαξούλα καλή δριλλένια, μα τα καθημερνά τους ήταν γεμάτα μπαλώματα. Τάχα αυτή θα μπορούσε  να τα βγάλει πέρα; Κι ο Βάγγελος ο δυστυχισμένος... έξι μήνες ακόμα στο γύψο. Είχαν έρθει όλα τα κακά μαζί!
   Α, να μπορούσε να 'ξερε τι θα γίνονταν τα παιδιά!
  Και βασάνιζε τον εαυτό της φριχτά με παρόμοιες σκέψεις. Χίλιους κιντύνους βρήκε να φανταστεί και για το μέλλον τίποτα καλό δεν έβλεπε. Η στενοχώρια τής έσφιγγε πιο δυνατά την καρδιά λίγο - λίγο κι ενώ στην αρχή έλπιζε και σε κάποια προκοπή, όσο συλλογιζόταν, τόσο της φαίνονταν όλα κακά και μαύρα.
   Στο τέλος, δεν ήξερε πια τι να κάνει, δε μπορούσε να υποφέρει το βάρος της δυστυχίας που λογάριαζε να 'ρθει και μισοτρελαμένη, άρχισε να κλαίει σιγανά.
 
   Είχε περάσει η ώρα· η φωτιά, καθώς έμενε ασυδαύλιστη κι έπεφταν σταλαματιές απ' το μπουχαρί, κόντευε να σβήσει.
   Ο Βάγγελος άφησε το διάβασμα και κάπνιζε ένα άλλο τσιγάρο· κοιτάζοντας τον καπνό που ανέβαινε, συλλογιζόταν αν θα 'ταν καλύτερα να 'χε κι αυτός, καθώς ο ήρωας του βιβλίου, όλες τις ανέσεις ενός καλού σπιτιού, με δωμάτια ζεστά και μια νοσοκόμα να τον περιποιείται. Ήταν όμως τόσο ευχαριστημένος, τις τελευταίες βροχερές μέρες που είχε συντροφιά και τίποτα δε ζήλευε παραπάνω, αφού άλλωστε ένιωθε ότι τίποτα περισσότερο απ' ό,τι είχε, δεν ήταν δυνατό να απολάψει.
    «Ας βρέχει, Θε μου, κι αύριο», είπε μέσα του.
   Την ίδια ευκή έκαναν και τα παιδιά κάθε βράδυ, γιατί με την κακοκαιριά, κατέβαζε το ρέμα και δεν  πήγαιναν σκολειό.
 
   Τα μουντόχρωμα σύννεφα, που διάβαιναν και τέλος δεν είχαν, βάραιναν στο στήθος της ορφανής γυναίκας σα βουνά. Δε γύριζε πια να κοιτάξει απ' το παράθυρο, γιατί μεγάλωνε η στενοχώρια της, καθώς έβλεπε μόνο τη μυγδαλιά τους με γυμνά κλαδιά, πάντα με το ίδιο μολυβί φόντο, και το νερό, που απ' τις πλάκες της οστρέχας κυλούσε στη γη, σε πολλές λεπτές νεροσυρμές. Σα σκοινάκια άσπαστα έμοιαζαν, που περιτριγύριζαν το σπίτι και δεν τους άφηναν να βγουν όξω.
   Τόσο καιρό δεν είχαν θαμπώσει τα μάτια της και δούλευε χωρίς να συλλογιστεί την αυριανή μέρα. Δεν έμενε καθόλου καιρός για τέτοια χασομέρια· μοχτούσε κι οι στενοχώριες ήταν της ώρας και περνούσαν γρήγορα. Έβλεπε μόνο πως τα παιδάκια της μεγάλωναν μια χαρά και γρήγορα θα τα καμάρωνε λεβεντόπουλα.
   Άλλοτε σαν έπαιζαν, χαιρόταν η καρδιά της. Σήμερα τής έφερναν μια θλίψη τα τρεξίματά τους μεσ' στο σπίτι, γιατί τάχα, κάποιο κακό τα καρτερούσε, ενώ ήταν αφρόντιστα.
   Είχαν την καλυβούλα τους, καμωμένη από δυο σκαμνιά κι ένα χεράμι, στην αγκωνή, κι έπαιζαν τον Κύριο Γιατρό.
   Ο Γιάννης ήταν η γριά Βάβω κι ο Φίλιππας το αγκονάκι της, που το 'χε άρρωστο, μέσα στο «Σπίτι».
   «Βάβω, με πονεί η κοιλούλα μου», έκανε το μικρό ξπλωμένο κάτω απ' το χεράμι.
   Και το 'λεγε σοβαρά, σοβαρά.
   Η Βάβω ήταν απ' όξω και μάζευε ξύλα ν' ανάψει τη φωτιά.
  «Έκρινες, μωρέ Γιακουμή», ρωτούσε σα να μην άκουσε τάχα καλά -γριούλα ήταν η κακόμοιρη- κι εξακολουθούσε να μαζεύει προσανάματα.
   «Βάβωωω!»
   «Ωχ το μικρό μου! Τι θέλεις μάτια μου;»
  Και μπήκε μέσα, αφού γονάτισε, για να μη χαλάσει το «Σπίτι». Ο Γιακουμής είχε όλες τις αρρώστιες. Τον πονούσε η κοιλούλα του, το κεφαλάκι του, τα ματάκια του, το ποδαράκι του και θα πέθαινε.
   «Το γιατρό, το γιατρό», ξεφώνισε η Βάβω, «φέρτε το γιατρό!» 
   «Όχι! Όχι! Ο Γιακουμάκης δε θέλει το γιατρό», φώναξε κι ο μικρός. «Άμα έρθει ο γιατρός, θα πεθάνω 'γω. Ένα χαμομήλι θέλω».
   Μα η Βάβω έπρεπε να γλιτώσει το «γιόκα» κι έτρεξε μονάχη της, γυναίκα αυτή, να φέρει το γιατρό. Τον βρήκε, που ετοιμαζόταν να κάμει επίσκεψη σε κάποιον άρρωστο και του είπε να πάει αμέσως να γλιτώσει «το Σταυραϊτό της», «τα μάτια της», και του χάριζε ό,τι ήθελε, κι ένα βασίλειο. 
   Εκείνος -ο Τέλης- ακατάδεχτος και σκληρός, ούτε γύρισε να κοιτάξει τη φτωχιά, μόνο πήρε το μπαστούνι του και θέλησε να βγει όξω. Η γριά όμως έπεσε πάνω του και τον κράτησε, μα τόσο αδέξια που έριξε το κολάρο του -κομμάτι άσπρο χαρτί. Ε, τότε πλέον θύμωσε στα γερά και παρά λίγο να δείρει τη Βάβω.
   Ο Γιακουμής λησμόνησε την αρρώστια του, έπαψε τα κλάματα, ανασηκώθηκε και κοίταζε μ' ενδιαφέρον τη σκηνή αυτή.
   Τέλος τα παρακάλια κι οι ευκές της κακόμοιρης της γριάς μαλάκωσαν τον άπονο και μαζί τράβηξαν για το «Σπίτι».
   «Αυτός είν' ο άρρωστος;» ρώτησ' ο Γιατρός κατσουφιασμένος καθώς έφτασαν. «Αυτός είναι σηκωμένος, δεν έχει τίποτα».
    Τότε θυμήθηκε το ρόλο του ο Φίλιππας, έπεσε και άρχισε να κλαίει.
   Τον εξέτασε προσεχτικά, ακροάστηκε, του χτύπησε με τα δάχτυλα την κοιλιά. Κι έπιασε το χέρι του να δει το σφυγμό. Τα πράματα ήταν πολύ ζαβά, καθώς είπε στη Βάβω ιδιαίτερα. Αν καλούσαν άλλο γιατρό, σίγουρα δε θα μπορούσε να κάμει τίποτα στο παιδί, μα αυτός ήξερε ένα φάρμακο αλάθευτο. Έπρεπε να πιει ο μικρός τέσσερις δόσεις στάχτη.
   Αμέσως η γριά πήγε στη γωνιά κι έβαλε σε χαρτάκια τις δόσεις. Ύστερα θέλησε να τις δώσει στο παιδί. Τότε είχαν κλάματα και κακό, γιατί με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να τις πάρει.
   «Θα τις κάνουμε ένεση», είπε ο Γιατρός παίρνοντας ένα βελόνι.
   Ο Φίλιππας άρχισε τώρα να κλαίει στ' αλήθεια, μα έβαλαν τα γέλια τ' αδέρφια του και τον αγκάλιασαν. Έτσι τελείωσε με χαρές το παιγνίδι, για ν' αρχίσει σε λίγο άλλο: «Ο φύλαξ της οικίας». Το δεύτερο αυτό το είχε πάρει ο Γιάννης απ' τ' αναγνωσματάρι!
   Γελούσε με την καρδιά του ο Βάγγελος για τη σοβαρότητα των παιδιών. Και την Ξένη την πήραν στο τέλος τα γέλια. Της φάνηκε κακό, όμως, κι όχι σωστό σε μια μάνα, που ένιωθε τις δυστυχίες του σπιτιού της, και για να δικαιολογηθεί:
    «Κάνουν τον κάθε πικραμένο να γελάει», είπε.
   «Κλάψε!» της έκαμε ο αδερφός της. «Έχεις απ' το πρωί εκεί δα μαζωμένη και στάει φαρμάκι το χείλι σου. Τις άλλες μέρες πετιόσουνα τουλάχιστο κι όξω, να ιδείς κατά πού τραβάνε οι καπνοί απ' τα μπουχαριά».
   Κούνησε το κεφάλι της και δε μίλησε. Μόνο τράβηξε το μαύρο μαντήλι και της έκρυψε το ρυτιδωμένο πρόσωπο.
    Τα παιδιά, τα παιδιά! Όλο σ' αυτά η σκέψη της.
   Πού ένιωθαν τα δόλια σε τι κατάσταση βρίσκονταν! Το είχαν ίσιωμα και παιγνίδια ήταν η μόνη τους φροντίδα. Κόντευε το μυαλό της να φύγει απ' τα βάσανα!
   Δε μπορούσε πλέον να κρατήσει το βάρος των συλλογισμών της, σηκώθηκε, κουκουλώθηκε μ' ένα ρούχο και βγήκε, για να πάει σε κάποιο γειτονικό σπίτι, να ξεσκάσει λίγο.
   «Θα πεταχτώ μια στιγμή στη Γιώργαινα, να τη ρωτήσω κάτι», είπε του Βάγγελου.
   Άρχισε σωστό πανηγύρι στο σπίτι. Άλλο απ' τα παιδιά έκανε το σκύλο κι αλυχτούσε, άλλο το λύκο. Ως κι ο μπάρμπας τους έλαβε μέρος στα παιγνίδια. Με φωνές μόνο βέβαια. Σχεδόν είχε χορτάσει τη συντροφιά, δεν του έκανε καμιά εντύπωση πλέον. Ότι τέσσερις άνθρωποι ήταν μέρα νύχτα κοντά του, έτοιμοι να τον περιποιηθούν. Ζητούσε κάποια άλλη πηγή ευτυχίας. Έπαιζε λοιπόν όπως ήταν δυνατό.
    Δε λογάριαζε ότι μπορούσε να σιάξει ο καιρός και πάλι τα πράγματα να 'ρθούνε στην κατάσταση που ήταν πριν. Κι αν του έμπαινε καμιά τέτοια σκέψη, απόφευγε να τη δουλέψει στο μυαλό του.
   Η Ξένη γύρισε σε λιγότερο από μια ώρα και πάλι κάθισε στο παραγώνι. Μίλησε λίγο με τον αδερφό της κι ύστερα οι ίδιες στενόχωρες σκέψεις την κυρίεψαν.
    Άξαφνα ακούστηκε ένα λάλημα πετεινού, έπειτα άλλο πιο μακριά και τρίτο κοντύτερα. Και σαν αντίλαλοι σβησμένοι απ' της βροχής το μονότονο αχό, έφτασαν τα μακρινά λαλήματα. Ήταν πολύ νωρίς.
   «Μην έδινε ο Θεός και γινόταν τίποτα», είπε η γυναίκα. 
   «Σαν τι;» ρώτησε ο Βάγγελος.
   «Δεν ακούς; Τα κοκόρια λαλούνε», έκαμε η αδελφή του με μια ελπίδα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο.
   Τα παιδιά λυπήθηκαν.
   Δεν φαινόταν από πουθενά όμως να ξανοίγει. Όλο τ' απόγιομα κι ως τα μεσάνυχτα έβρεχε, δέρνοντας αλύπητα τη γη ο ουρανός. Κι η ελπίδα της λίγο - λίγο έσβηνε και κάτι σαν τα μολυβόχρωμα βουνά ένιωθε να της σφίγγει την καρδιά, σα για να τη λιώσει.
 
   Την αυριανή, ήταν πιο άθλιος ο καιρός. Δεν ήθελε να φωτίσει η μέρα, μόλο που ήταν αργά. Τέτοιο σκουντούφλιασμα, δεν ξανάχαν ιδεί ως τώρα. Τα σύννεφα διάβαιναν χαμηλά τόσο, που σχεδόν άγγιζαν τις κορφές απ' τις λεύκες. Τ' ανεμόβροχο, έκανε το παράθυρο να τρίζει ξεψυχισμένα, σα να 'ταν στα τελευταία του πια, κι η βοή των λαγκαδιών όλο και δυνάμωνε.
   Ο Βάγγελος είχε τα νεύρα του. Καθώς είδε απ' το πρωί την Ξένη να είναι χειρότερα απ' τις άλλες μέρες στενοχωρεμένη, θύμωσε.
   «Να σου πω», της έκαμε μια στιγμή που γκρίνιαζε γιατί δεν ησύχαζαν οι μικροί, «τα παιδιά δε σου φταίνε τίποτα, μην τα μαλώνεις».
   «Σώπα μοναχά», του αποκρίθηκε με κατεβασμένο το πρόσωπο.
   Έβαλε το μαγέρεμα και κάθισε κοντά στο παράθυρο, για να βλέπει που έπλεκε, μουρμουρίζοντας:
   «Τώρα στερνά, γινήκαμε κι αρχόντισσες. Άλλη δουλειά απ' το πλέξιμο και τα εργόχειρα δεν έχουμε!»
   «Ω, διάολε», είπε σιγανά μέσα στα δόντια του ο νέος, που άρχισε να υποψιάζεται ότι γι' αυτόν τα έκανε όλα η αδερφή του.
   Για κάμποση ώρα σώπαιναν. Τα παιδιά κάτι μαστόρευαν. Ύστερα ανασήκωσε το κεφάλι ο Βάγγελος, έβαλε τα χέρια του από κάτω και κοίταζε στα μάτια τη γυναίκα.
   «Να σου πω, Ξένη», είπε προσπαθώντας να μην έχει η φωνή του τον απότομο τόνο της έχθρητας, που γρήγορα γεννήθηκε μέσα του. «Μα τι κάνεις έτσι τις τελευταίες μέρες;»
   Κούνησε το κεφάλι της θλιβερά.
   «Πάμε χαμένοι», είπε μόνο.  
  Δε θέλησε να εξηγήσει τους φόβους της, τις αμφιβολίες, τα κακά προμαντέματα. Γιατί τάχα; Τι θα είχε να κερδίσει; Κι απ' τ' άλλο μέρος, δεν είναι τόσο εύκολο ν' ανοίγει κανείς την καρδιά του διάπλατα σε κάποιον,  που δεν είναι άλυτα δεμένος μ' αυτόν. Αδερφός της ήταν ο Βάγγελος, μα αύριο ο καθένας θα τραβούσε το δρόμο του.
   Αφού πέρασε ώρα, είπε, έτσι σα συνέχεια των λογισμών της:
   «Και σήμερα έχουμε δεκαοχτώ μέρες...»
   Και στέναξε βαθιά.
   Της κοβόταν η καρδιά, προπάντων όταν θυμόταν ότι προχτές είχαν πει ο Γιαννάκης με το Φίλιππα:
   «Μάνα, πότε θα μας φκιάσεις καθάριο ψωμί, καμιά μπουγατσούλα; Ούτε του μπάρμπα δεν ξανάφκιασες καλό ψωμί!»
   Πού να ξέρουν ότι δεν είχαν εξασφαλισμένη ούτε τη μπομπότα τους, πως μόλις βαστιόνταν!
   Θέλησε πεισματικά να κρατήσει δυο δάκρυα που ένιωθε ν' ανεβαίνουν στα μάτια της, μα δεν το κατάφερε.
   Ο Βάγγελος μετάνιωσε τώρα, γιατί είχε υποψιαστεί την αδερφή του. Αυτή έξι μήνες τον είχε περιποιηθεί χωρίς να βαρυγκωμίσει.
   Η βροχή λιγόστευε, έπεφτε ψιλή - ψιλή σα δροσούλα και τ' απογευματάκι κράτησε σχεδόν. Ήταν όμως βαριά η ατμόσφαιρα και τα σύννεφα κατάμαυρα. Δε φώτιζε καλά. Στο ύστερο έπεσε καταχνιά και, σε είκοσι βήματα, δεν ξεχώριζαν καλά τα πράματα. Ο Φίλιππας ήθελε σώνει και καλά να βγει όξω, για να χωθεί μέσα στα σύννεφα και να μη τον βλέπουν τ' αδέρφια του. Ήταν όλο χαρά τα μικρά, που έγινε κάποια αλλαγή. Κράτησε δυο, τρεις ώρες.
   Λίγος αέρας κι ο πέπλος, που έδειχνε τόσο μαγευτικά τα κοντινά σπιτάκια, καθώς έκρυβε καθετί μακρινό, αυτός ο πέπλος, που φέρνει τη μελαγχολία όταν διαρκεί και την ευχαρίστηση όταν για λίγη ώρα δίνει μια γραφική ομορφιά στα πράματα, άρχισε να σκίζεται. Κάτι σύννεφα σαν κουρέλια διάβαιναν, σαν κρεμασμένα από αόρατα κινητά σκοινιά, κι άφηναν ένα μέρος τους στις λαγκαδιές, που έμεναν λίγ' απομεινάρια της καταχνιάς.
   Δεν άργησε να φανεί ένας καταγάλανος ουρανός. Ο ήλιος, που δεκαοχτώ μέρες σωστές, δεν είχε χαρίσει ούτε μια αχτίδα του στη γη, έκανε να λαμπιδίζουν τα λακκάκια κι όλο σχεδόν το μέρος, γιατί κρατούσε νερό. Οι κότες άρχισαν να τριγυρίζουν εδώ, εκεί, τινάζοντας κάθε στιγμή τα φτερά τους, μ' αριστοκρατικά και μεγαλόπρεπα κουνήματα. Τα κοκόρια διαλαλούσαν θριαμβευτικά την προμαντευτική τους δύναμη, γιατί από χτες είχαν νιώσει την αλλαγή του καιρού, και τα σκυλιά έψαχναν για κάνα κόκκαλο ενώ άχνιζε το τομάρι τους.
   Η Ξένη σα να 'γινε άλλος άνθρωπος. Άρχισε να φέρνει γύρα στο σπίτι, σκούπισμα, συμμάζωμα κι άλλες μικροδουλειές, που η χλιμάρα κι η συλλογή δεν την άφηναν απ' το πρωί να τις κάμει. Έβαλε και για να ζυμώσει αμέσως κάνα λειψό ψωμάκι. Αύριο θα 'χε σίγουρα δουλειά.
   Και πραγματικά, ύστερ' από λίγο άκουσε να τη φωνάζουν.
   «Ποιος είναι;» ρώτησε βγαίνοντας στην πόρτα.
   «Εγώ. Μου είπε η κυρά Αργύρω, αύριο έχει πλύσιμο λέει, αν σου βολεί να πας».
   «Καλά, κυρά μου, θα πάω πες της». 
   Όλα ήταν καινούργια όξω. Σαν να 'βγαζαν για πρώτη φορά οι γειτόνισσες τα ζωντανά τους να λιαστούνε και σαν τώρα μόνο τα μυξιάρικα να τραγουδούσαν στα κατώφλια τους, πελεκώντας κάνα ξυλαράκι για δείχτη του αλφαβητάριου. Πόσο όμορφη είναι η ζωή! Τα λαγκάδια βουΐζουν κι είναι σαν ένα νανούρισμα, οι γιδούλες βελάζουν, τα παιδάκια τραγουδούν, η γη λαμποκοπάει κι αχνίζει μόλις.
   Ο Γιαννάκης και τ' αδέρφια του, ξεφωνίζοντας χαρωπά, χοροπηδούσαν στην αυλή να ξεμουδιάσουν λίγο. Ανάμεσα στις πλάκες ήταν νερά. Ο Βάγγελος ανακουνιόταν στο κρεβάτι του, γιατί οι φωνές των μικρών τον ενοχλούσαν, του τρυπούσαν τ' αυτιά.
   «Είναι απελπισία αυτά τα διαβολάκια», είπε κάποια στιγμή.
   Η Ξένη τ' άκουσε.
  «Γιαννάκη, Τέλη», φώναξε. «Ετοιμάστε τις μαρούδες σας, αύριο σκολειό!»
   Έρχονταν τα βάσανα πάλι, μα κι οι παιδικές απολάψεις. Θα 'βρισκαν τους φίλους και τα χαρωπά παιγνίδια.
   «Και το «Σπίτι» θα το χαλάσουμε;» ρώτησε σαν παραπονεμένος ο Φίλιππας.
   «Όχι, θα σου το αφήσουμ' εκεί δα!» μουρμούρισε ο μπάρμπας του.
   Παρηγορήθηκε όμως το παιδί, όταν του είπε η μάνα του ότι θα πήγαιναν στη θεια-Αργύρω αύριο και θα του 'δινε καλούδια.
   Αν έλειπε ο Βάγγελος, που δεν είχε κανένα λόγο να μη λυπάται, βλέποντας καθαρά πια πως η ώρα που θα 'μενε μόνος έφτασε, μπορούσε να πει κανένας ότι η χαρά μπήκε στο σπιτάκι με τις αχτίνες του ήλιου που βασίλευε.  
   Είχε καιρό η μικρομάνα να καθίσει να λογαριάσει το πώς θα τα 'βγαναν πέρα;... Τι θα γίνονταν τα παιδιά;... Μην τους έβρισκε καμιά αρρώστια;
    Άγγιζε η δουλειά κι η πίστη σ' αυτή.
  «Πήγαμε να σαπίσουμε, να μαζωχτούμε κουβάρια», είπε η Ξένη, κοιτάζοντας αχόρταγα το διάφανο ουρανό. «Δεκαοχτώ μέρες, Θε μου, βροχή!»
   Ο Βάγγελος στέναξε.
   «Για μένα βρέχει έξι μήνες τώρα και θα βρέχει άλλους έξι», έκαμε σ' ένα θλιμμένο τόνο.
   Η αδελφή του γέλασε.
   «Κουτός που είσαι», του έκαμε. «Όσο είμαι καλά εγώ, μη φοβάσαι. Έξι μήνες ακόμα; Ναι! Ήταν άνωθεν, βλέπεις, αυτό. Εγώ δεν έμεινα πεντάρφανη με τρία παιδιά; Δοξασμένος ο Θεός, τα καταφέρνουμε μια χαρά. Θα ιδούμε και μέρες πολύ καλύτερες».
   Ο νέος συλλογίστηκε πόσο παράξενο ήταν να βλέπει τώρα την Ξένη όλο χαρά κι ελπίδες. Χτες, προχτές, σήμερα το πρωί ακόμα, έμοιαζε με καταδικασμένο άνθρωπο, που τίποτα καλό δεν καρτερεί πια.
 
Λουκόπουλος Νίκος
(1928)
«Νέα Εστία»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου