Παραληρούσε! Αρχή εγκεφαλικού πυρετού, εγκεφαλίτις, είχαν διαβεβαιώσει οι γιατροί, και το επαναλάμβαναν όλοι οι συνάδελφοι του γραφείου, που εγύριζαν από το νοσοκομείο όπου είχαν πάει να τον δουν.
Φαινόντανε σαν να δοκίμαζαν ιδιαίτερη ευχαρίστηση να δίνουν πληροφορίες, έτσι με τους επιστημονικούς όρους που μόλις είχαν ακούσει από τους γιατρούς, σε κανένα καθυστερημένο συνάδελφο που συναντούσαν στο δρόμο.
- Φρενίτις, φρενίτις.
- Εγκεφαλίτις.
- Φλόγωσις της εγκεφαλικής μεμβράνης.
- Εγκεφαλικός πυρετός.
Και ήθελαν να φαίνονται περίλυποι, μα στο βάθος ήτανε ευχαριστημένοι για την υποχρέωση που είχαν εκπληρώσει, καθώς γεμάτοι υγεία έβγαιναν απ' αυτό το θλιβερό άσυλο, στο χαρούμενο φως του πρωινού.
- Θα πεθάνει; Θα τρελαθεί;
- Χμ!
- Να πεθάνει, δε φαίνεται...
- Μα, τι λέει; Τι λέει;
- Πάντα τα ίδια. Παραμιλάει...
- Καημένε Μπελλούκα!
Κι απ' το μυαλό κανενός δεν περνούσε ότι κάτω από τους πολύ ειδικούς όρους που ζούσε τόσα χρόνια ο δυστυχής, η περίπτωσή του μπορούσε επίσης να είναι πολύ φυσική και ότι όλα αυτά που έλεγε και που όλοι τα έπαιρναν για παραμιλητό, σύμπτωμα παραφροσύνης, μπορούσαν επίσης να είναι απλή και καθαρή εκδήλωση αυτού του πολύ φυσικού περιστατικού.
Αλήθεια, το γεγονός ότι ο Μπελλούκα, την προηγούμενη βραδιά είχε επαναστατήσει περήφανα στον προϊστάμενό του και ότι έπειτα από τις αυστηρές παρατηρήσεις του παραλίγο να χιμήξει πάνω του, έδινε ένα σοβαρό επιχείρημα στην υπόθεση ότι ήταν μια καθαρή παραφροσύνη.
Γιατί πιο ήμερο και υπάκουο άνθρωπο, πιο μεθοδικό και υπομονετικό από τον Μπελλούκα, δε θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
«Περιορισμένος»... ναι, ποιος είχε πει έτσι; Ένας από τους συναδέλφους του του γραφείου είχε χρησιμοποιήσει αυτή την έκφραση για να τον χαρακτηρίσει. Επιτυχημένα, ναι, περιορισμένος ο καημένος ο Μπελλούκα μέσα στα πολύ στανάχωρα όρια της στεγνής δουλειάς του του λογιστή, χωρίς άλλη σκέψη από τις ανοιχτές μερίδες, από απλογραφίες ή διπλογραφίες λογιστικές, ή από υπεξαιρέσεις και από αφαιρέσεις και προαφαιρέσεις και καταχωρήσεις, μειώσεις λογαριασμών, καθολικά, βοηθητικά βιβλία... παλιόχαρτα και πάει λέγοντας. Περιπλανώμενο αρχείο ή καλύτερα γέρικο γαϊδούρι που τραβούσε το καροτσάκι ήσυχο, ήσυχο, πάντα στον ίδιο δρόμο με το ίδιο βάδισμα, βλέποντας πάντα μπροστά του με παρωπίδες.
Ε! Λοιπόν, εκατό φορές αυτό το γέρικο γαϊδούρι είχε ξυλιστεί, μαστιγωθεί ανελέητα, έτσι στα αστεία, μόνο για να ιδούν αν θα πετύχαιναν να το κάνουν να θυμώσει λίγο, να το κάνουν τουλάχιστον να σηκώσει λίγο τα κατεβασμένα αυτιά του, αν όχι και να δείξει ότι ήθελε να σηκώσει ένα του πόδι για να δώσει μια κλωτσιά. Τίποτα! Δεχότανε τα άδικα ξυλοκοπήματα και τα σκληρά κεντρίσματα με άγια υπομονή πάντα, χωρίς ούτε να βγάλει άχνα, σάμπως να το άγγιζαν μονάχα ή καλύτερα σαν να μην αισθανότανε πια, συνηθισμένο καθώς ήτανε από χρόνια και χρόνια στα αδιάκοπα ξυλοκοπήματα αυτού του είδους.
Ακατανόητη, λοιπόν, αλήθεια, αυτή η ανταρσία του, μόνο σαν αποτέλεσμα τρέλας μπορούσε να εξηγηθεί.
Πολύ περισσότερο μάλιστα που η παρατήρηση που την προηγούμενη βραδιά του έκανε ο προϊστάμενός του ήτανε σωστή, είχε δίκιο να του την κάνει. Από το πρωί παρουσιάστηκε στο γραφείο, μ' ένα ύφος ασυνήθιστο, για πρώτη φορά και, πράγμα αληθινά υπερβολικό, που μπορούσε να παραβληθεί ίσως, με το γκρέμισμα ενός βουνού, είχε φτάσει με καθυστέρηση περισσότερη από μισή ώρα.
Φαινότανε ότι το μούτρο του σε μια στιγμή, είχε πλατύνει. Φαινότανε ότι σε μια στιγμή οι παρωπίδες τού είχαν πέσει, και τού είχε αποκαλυφθεί, τού είχε ανοίξει διάπλατα απρόοπτα ολόγυρα το θέαμα της ζωής. Φαινότανε ότι τ' αυτιά του σε μια στιγμή είχαν ξεβουλώσει και για πρώτη φορά άκουγε φωνές, ήχους, που ποτέ δεν τους είχε ακούσει.
Έτσι εύθυμος, με μια ευθυμία απροσδιόριστη και γεμάτη θάμβος, έφτασε το πρωί στο γραφείο. Κι όλη την ήμέρα δεν είχε κάνει τίποτα.
Το βράδυ, όταν ο προϊστάμενος του γραφείου μπήκε στο τμήμα του και κοίταξε τα βιβλία, τις καρτέλες, έμεινε κατάπληκτος.
- Πώς λοιπόν; Και τι έκανες σήμερα, όλη την ημέρα εδώ;
Ο Μπελλούκα τον εκοίταξε γελαστός, έτσι μ' έναν αέρα αυθάδειας, ανασηκώνοντας τους ώμους του.
- Τι σημαίνουν αυτά; φώναξε τότε ο προϊστάμενος, που τον πλησίασε και πιάνοντάς τον από το ένα πέτο τον κουνούσε. - Ε, Μπελλούκα! Τι σημαίνουν αυτά;
- Ε, τίποτα... απάντησε ο Μπελλούκα πάντα μ' αυτό το μειδίαμα, μισό αδιαντροπιά, μισό ηλιθιότητα, στα χείλια. - Τίποτε... το τρένο, κύριε Καβαλιέρε.
- Το τρένο;
- Ναι, κύριε, εσφύριξε.
- Τι διάβολο λες; Ποιο τρένο;
- Απόψε τη νύχτα, κύριε Καβαλιέρε. Εσφύριξε. Το άκουσα να σφυρίζει.
- Το τρένο;
- Ναι, κύριε. Και αν ξέρατε πού έφθασα! Στη Σιβηρία... ή μάλλον... στα δάση του Κογκό... γίνεται σε μια στιγμή, κύριε Καβαλιέρε.
Στις φωνές του εξαγριωμένου προϊστάμενου, οι άλλοι υπάλληλοι μπήκαν στο τμήμα και ακούγοντας να μιλάει έτσι ο Μπελλούκα, άρχισαν τα γέλια σαν τρελοί.
Τότε ο προϊστάμενος, που αυτό το βράδυ θα 'πρεπε να ήτανε κακόκεφος, σπρωγμένος απ' τα γέλια αυτά, εξαγριώθηκε και κακομεταχειρίστηκε το ήμερο θύμα των τόσων σκληρών αστειοτήτων του.
Αλλά αυτή τη φορά, το θύμα, με έκπληξη ή καλύτερα με φόβο όλων, επαναστάτησε, έβρισε, φωνάζοντας πάντα αυτή την παραδοξολογία για το τρένο που είχε σφυρίξει, και τώρα, όχι πια, τώρα που είχε ακούσει το τρένο να σφυρίζει, δε μπορούσε πια, δεν ήθελε πια να τον μεταχειρίζονται μ' αυτόν τον τρόπο.
Τον είχαν πάρει με τη βία, τον είχαν δέσει και τον είχαν τραβήξει σέρνοντας στο άσυλο των τρελών.
Κι εδώ μίλαγε κάθε τόσο για κείνο το τρένο. Έκανε το σφύριγμά του. Ω, ένα σφύριγμα πολύ κλαψιάρικο, σαν μακρινό, μέσα στη νύχτα, θλιμμένο! Κι αμέσως έπειτα πρόσθετε: «Φεύγουμε, φεύγουμε... Κύριοι, για πού; Για πού;»
Και τους έβλεπε όλους με μάτια που δεν ήτανε πια τα δικά του. Εκείνα τα μάτια, τα συνήθως σκοτεινά, χωρίς λάμψη, συνοφρυωμένα, τώρα γελούσαν λάμποντας, όπως τα μάτια ενός παιδιού ή ενός ευτυχισμένου ανθρώπου, και λόγια ασυνάρτητα βγαίναν από τα χείλια του. Πράγματα ανάκουστα, ποιητικές εκφράσεις, φανταστικές, παράξενες, που τόσο περισσότερο προκαλούσαν έκπληξη όσο δε μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να εξηγήσει κανείς πώς, από ποιο θαύμα, ανθίζανε στο στόμα του, δηλαδή σ' έναν άνθρωπο που ποτέ ως τότε δεν είχε ασχοληθεί με τίποτε άλλο από αριθμούς, λογιστικά βιβλία και κατάστιχα μένοντας τυφλός και κουφός μπρος στη ζωή. Λογιστική μηχανή. Τώρα μίλαγε για κορυφές χιονισμένων βουνών υψωμένες προς τον ουρανό. Μίλαγε για γλοιώδη κήτη που ογκώδη στα βαθιά των θαλασσών σχημάτιζαν με την ουρά τους ένα κόμμα. Πράγματα ανάκουστα, το ξαναλέω.
Όποιος ήρθε να μου δώσει την είδηση της απροσδόκητης αυτής τρέλας, έμενε σαν θορυβημένος που δεν έβλεπε στο πρόσωπό μου όχι μόνο θαυμασμό, αλλ' ούτε μια μικρή έκπληξη.
Πραγματικά δέχτηκα την είδηση αμίλητα. Και η σιωπή μου ήτανε γεμάτη θλίψη.
Εγώ, που εγνώριζα καλά τον Μπελλούκα, δεν είχα ιδεί ποτέ άνθρωπο να ζει σαν κι αυτόν.
Ήμουν γείτονας του σπιτιού του και όχι μόνο εγώ, μα και όλοι οι άλλοι ενοικιαστές του σπιτιού ρωτιόντουσαν, σαν και μένα, πώς μπορούσε ποτέ άνθρωπος ν' αντέξει σε τέτοιους όρους ζωής.
Είχε μαζί του τρεις τυφλές, τη γυναίκα του, την πεθερά του και την αδελφή της πεθεράς. Οι δυο απ' αυτές, πολύ γριές, από καταρράκτη, η τρίτη, η γυναίκα του, χωρίς καταρράκτη, αθεράπευτα τυφλή, με κλειστά βλέφαρα.
Και οι τρεις ήθελαν φροντίδα. Φώναζαν από το πρωί ως το βράδυ γιατί κανείς δεν τις υπηρετούσε. Οι δυο θυγατέρες χήρες, μαζεύτηκαν στο σπίτι έπειτ' από το θάνατο των αντρών τους, η μια με τέσσερα, η άλλη με τρία παιδιά, δεν είχαν ποτέ ούτε τον καιρό ούτε τη διάθεση να τις προσέξουν, το πολύ - πολύ να έδιναν καμιά βοήθεια μόνο στη μητέρα.
Με τις φτωχές απολαβές της δουλειάς του λογιστή μπορούσε ο Μπελλούκα να θρέψει όλα αυτά τα στόματα; Έβρισκε άλλη δουλειά για το βράδυ στο σπίτι, να κάνει αντίγραφα. Και αντέγραφε μέσα στις δαιμονισμένες φωνές αυτών των πέντε γυναικών και αυτών των επτά μικρών. Ώσπου αυτοί όλοι και οι δώδεκα... έβρισκαν θέση στα τρία μοναδικά κρεβάτια του σπιτιού.
Κρεβάτια ευρύχωρα, συζυγικά, αλλά τρία.
Μεγάλοι καυγάδες, κυνηγητά, αναποδογυρισμένα έπιπλα, σπασμένα βάζα, κλάματα, ουρλιάσματα, πεσίματα πραγμάτων, γιατί κάποιο από τα παιδιά ξέφευγε μέσα στο σκοτάδι και πήγαινε να μπει ανάμεσα στις στραβές γριές, που κοιμόντουσαν σ' ένα κρεβάτι ξεχωριστά, και κάθε βράδυ φιλονεικούσαν κι αυτές μεταξύ τους γιατί καμιά δεν ήθελε να μπει στη μέση και εναντιώνονταν όταν ερχόταν η σειρά τους.
Επιτέλους γινότανε ησυχία και ο Μπελλούκα εξακολουθούσε ν' αντιγράφει ως αργά τη νύχτα, ώσπου η πένα τού έπεφτε από το χέρι και τα μάτια του κλείνανε μόνα τους.
Επήγαινε τότε να πέσει, συχνά ντυμένος, πάνω σ' ένα ντιβάνι ξεχαρβαλωμένο, κι αμέσως βυθιζότανε σε βαρύ ύπνο και δύσκολα σηκωνότανε κάθε πρωί, πιο ζαλισμένος από πριν.
Ε, λοιπόν, κύριοι, στον Μπελλούκα, σ' αυτές τις συνθήκες, έτυχε ένα φυσικότατο περιστατικό.
Όταν επήγα να τον βρω στο άσυλο, μου τα διηγήθηκε αυτός ο ίδιος ακριβώς. Ήτανε ακόμη λίγο ξαναμμένος, μα πολύ φυσικά απ' αυτό που του είχε συμβεί. Γέλαγε με τους γιατρούς και με τους νοσοκόμους και με όλους τους συναδέλφους του που τον έπαιρναν για τρελό.
- Μακάρι, έλεγε. - Μακάρι!
Κύριοι, ο Μπελλούκα, τόσα και τόσα χρόνια, είχε ξεχάσει -εντελώς ξεχάσει- ότι υπήρχε κόσμος. Σας φαίνεται παράδοξο;
Απορροφημένος από το αδιάκοπο βάσανο αυτής της κακορίζικης ύπαρξής του, απορροφημένος όλη την ημέρα με τους λογαριασμούς του γραφείου του, χωρίς μιας στιγμής ανάσα ποτέ, σαν ένα ζώο δεμένο, ζευγαρωμένο στο σίδερο ενός μάγγανου ή ενός μύλου, ναι, κύριοι, είχε ξεχάσει από χρόνια -εντελώς ξεχάσει- ότι υπήρχε ο κόσμος.
Δυο βραδιές πρωτύτερα, πέφτοντας να κοιμηθεί κατακουρασμένος πάνω σ' αυτό το παλιοντίβανο, ίσως από την υπερβολική κούραση, αντίθετα με ό,τι συνήθως γινότανε, δε μπόρεσε να κοιμηθεί αμέσως. Και, απρόοπτα, μέσα στη βαθειά σιωπή της νύχτας, είχε ακούσει να σφυρίζει ένα τρένο.
Μια απροσδόκητη αστραπή. Αλήθεια, του φάνηκε ότι σε μια στιγμή ύστερα από τόσα χρόνια ξεβούλωσαν τ' αυτιά του. Συγκινημένος, τρέμοντας, είχε τρέξει με τη σκέψη πίσω από το τρένο, που απομακρυνότανε μέσα στη νύχτα.
Υπήρχε, λοιπόν! Υπήρχε έξω απ' αυτό το φριχτό σπίτι, έξω απ' όλα τα βάσανά του, υπήρχε ο κόσμος, τόσος τόσος κόσμος μακρινός, που σ' αυτόν επήγαινε εκείνο το τρένο... Φλωρεντία, Μπολώνια, Τουρίνο, Βενετία... τόσες πολιτείες, που σ' αυτές είχε πάει νέος... Ναι, ήξερε τη ζωή που ζούσαν εκεί! Τη ζωή που κάποτε είχε ζήσει κι αυτός! Και εξακολουθούσε εκείνη η ζωή, συνέχιζε πάντα το δρόμο της στην εξέλιξη, ενώ αυτός εδώ σαν ένα κτήνος δεμένο γύριζε το σίδερο του μύλου. Δεν το είχε σκεφτεί πια! Ο κόσμος ήτανε κλεισμένος γι' αυτόν στα βάσανα του σπιτιού του, στην άγονη στενοχώρια της λογιστικής του. Μα να, τώρα άνοιγε διάπλατα μπρος στα μάτια του λογισμού του, ελευθερωμένα. Του ξανάμπαινε στο μυαλό ολόκληρος σαν από ορμητικό ρεύμα.
Η στιγμή που εσήμαινε γι' αυτόν, εδώ, σ' αυτή τη φυλακή του, πέρναγε σαν ηλεκτρικό ρίγος, σ' όλο τον κόσμο, κι αυτός, με την απρόοπτα ξυπνημένη φαντασία, μπορούσε, ναι, μπορούσε να τον ακολουθήσει σε γνωστές και άγνωστες πολιτείες, έρημες χώρες, βουνά, δάση, θάλασσες... Αυτό το ίδιο ρίγος... Αυτός ο ίδιος παλμός του χρόνου... Ενώ αυτός εδώ ζούσε τούτη την αδύνατη ζωή, υπήρχαν τόσα και τόσα εκατομμύρια ανθρώπων σκορπισμένα σ' όλη τη γη που ζούσαν διαφορετικά. Τώρα, τούτη την ίδια στιγμή που αυτός εδώ υπόφερε, υπήρχαν τα χιονισμένα βουνά που υψώνανε στο νυχτερινό ουρανό τις γαλάζιες κορυφές... Ναι, ναι, τις έβλεπε, τις έβλεπε έτσι... υπήρχαν οι ωκεανοί... τα δάση...
Ε, λοιπόν, αυτός (τώρα που ο κόσμος ξαναμπήκε στο μυαλό του) μπορούσε με κάποιο τρόπο να παρηγορηθεί! Ξεσηκωμένος κάθε τόσο από τα βάσανά του, για να πάρει με τη φαντασία λίγο αέρα στον κόσμο.
Του έφτανε!
Φυσικά, την πρώτη ημέρα είχε πάει στην υπερβολή. Ήτανε μεθυσμένος. Όλος ο κόσμος, μέσα του σε μια στιγμή! Λίγο - λίγο θα συνερχότανε. Ήτανε ακόμη μεθυσμένος από τον πολύ αέρα, το ένιωθε.
Μόλις συνερχότανε από όλα, θα πήγαινε να ζητήσει συγγνώμη από τον προϊστάμενο. Θα ξανάπιανε όπως πριν τη λογιστική του. Μόνο που ο προϊστάμενος στο εξής δε θα μπορούσε να αξιώσει πολλά απ' αυτόν όπως πριν. Έπρεπε να του επιτρέπει, κάθε τόσο, στο ενδιάμεσο της καταχώρησης στα βιβλία της μιας και της άλλης εγγραφής, να κάνει μια επισκεψούλα, ναι, στη Σιβηρία... ή... στα δάση του Κογκό: «Γίνεται σε μια στιγμή, κύριε Καβαλιέρε μου. Τώρα που το τρένο εσφύριξε...»
Πιραντέλλο Λουίτζι
(Μετφρ. Θεόδωρος Μακρής)
«Νέα Εστία»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου