Κατά το βραδάκι έκλεισα το καπάκι της γραφομηχανής μου. Βγήκα στο διάδρομο, άνοιξα την εντοιχισμένη γκαρνταρόμπα κι έβγαλα το παλτό μου, αυτό το δεύτερο δέρμα μου που χωνόμουνα ολόκληρη μέσα του. Άνοιξα την εξώπορτα, έβαλα απ' έξω το κλειδί στην κλειδαριά και με τ' άλλο χέρι τράβηξα δυνατά την πόρτα πίσω μου. Αυτές τις μοντέρνες κλειδαριές πρέπει πρώτα να τις συνηθίσει κανείς. Τα κουμπιά του ασανσέρ ήταν σβηστά κι όταν έφτασα στο ισόγειο είδα ότι κρεμόταν πάλι στην πόρτα του η ταμπέλα ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ. Με πιάσανε τα γέλια. Όταν μένεις στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας όπως εγώ, επιτρέπεις στον εαυτό σου, πού και πού, να γελάσει, αν μένεις όμως στον ένατο ή στον δέκατο, αλλάζει το πράμα. Όμως ξεφεύγω απ' το θέμα μου. Πέρασα, λοιπόν, τον ενδιάμεσο τοίχο που είναι για να μη γίνεται ρεύμα και πρόσεξα ιδιαίτερα να κλείσει η γυάλινη είσοδος πίσω μου μ' ένα απαλό τσιφ. Στη συνέχεια, σκαρφάλωσα το βουναλάκι άμμο που στήσανε οι εργάτες των δημοσίων έργων ίσια μπροστά στην είσοδο της νεόκτιστης οικοδομής μας κι αφού πέρασα το δρόμο απέναντι, ακούμπησα πάνω σ' ένα ηλεκτρικό φανάρι κι άδειασα τα παπούτσια μου, πρώτα το δεξί, μετά τ' αριστερό, αυτό το κάνω πάντα με την ίδια σειρά. Η ατμόσφαιρα, κυριολεκτικά, μ' έπνιγε. Ήταν μαλακιά και πηχτή. Ίδιο υγρό σφουγγάρι. Πέρασα το σινεμά, μπροστά απ' το ταμείο στεκόταν πολύς κόσμος ουρά, όμως εμένα καθόλου δε μ' ενδιέφερε το σινεμά. Εγώ πήγαινα στο καφέ - μπαρ να πιω στα γρήγορα το γάλα μου με χυμό φρούτου και μετά να γυρίσω αμέσως πίσω στη γραφομηχανή μου.
Ο μπάρμαν με γνώρισε αμέσως. Έβαλε το ποτήρι γάλα με βατόμουρα μπροστά μου, πριν προλάβω καλά - καλά ν' ανέβω στο σκαμνί, κι εγώ το κατέβασα μονορούφι, παρόλο που σήμερα θα προτιμούσα να πιω γάλα με κεράσι, όμως δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω. Τον πλήρωσα και καθώς γύριζα το σκαμνί για να κατέβω, έπεσε στο οπτικό μου πεδίο το τελευταίο τραπεζάκι στη γωνία, δίπλα στη βιτρίνα, και στο τραπεζάκι καθότανε η γυναίκα που, ειδικά γι' αυτήν, είχα έρθει σήμερα στο καφέ - μπαρ. Τώρα το θυμήθηκα. Καθόταν με γυρισμένη την πλάτη προς τα μένα, το πρόσωπο προς το παράθυρο, και καθότανε στητή και τεντωμένη σαν να 'τανε έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να πεταχτεί απάνω και να το βάλει στα πόδια. Ήτανε μόνη της στο τραπεζάκι, όπως και πρόσφατα, τότε που μιλήσαμε για πρώτη φορά οι δυο μας. Μου είχε πει πως έμενε σ' ένα μοντέρνο διαμέρισμα στην πολυκατοικία ακριβώς απέναντι, απ' την άλλη μεριά του δρόμου· τα παράθυρά της, στον 7ο όροφο, έβλεπαν προς τα 'δω, το παράθυρο της κουζίνας και του σαλονιού, η γυναίκα μού 'δειξε ακριβώς ποια, ήτανε και τα δυο σκοτεινά και φυσικά και σήμερα ήτανε σκοτεινά. Η γυναίκα ήταν μεταφράστρια ή «συνοδός», όπως συνηθίζεται να λέγεται εδώ σ' εμάς το επάγγελμα. Δουλεύει πολύ και είναι καλά ταχτοποιημένη. Έχει ραδιόφωνο, τηλεόραση και πικ - απ, το ψυγείο εννοείται βέβαια -γενικά τα έχει όλα, όσα χρειάζεται ένας μοντέρνος άνθρωπος σήμερα, αυτό μου το τόνισε. Όμως δεν ήτανε αυτά που εμένα μ' ενδιέφεραν, άλλα ήθελα εγώ να μάθω απ' αυτήν.
«Θα μας παραγγείλω δυο καφέδες», είπα εγώ τώρα καθώς καθόμουνα κοντά της. Αυτή δεν άλλαξε καθόλου τη στάση της, όμως μ' αναγνώρισε.
«Πάλι στους δρόμους, ψάχνοντας υλικό για τα ρομάντζα σας;» ρώτησε ειρωνικά.
Κατάπια το θυμό μου για την πολυλογία μου, σηκώθηκα και πήρα τον κατάλογο απ' το διπλανό τραπεζάκι, γύρισα με τον κατάλογο στο χέρι κι έκανα πως τον μελετούσα. Στο κάτω κάτω ένα καφέ - μπαρ δεν είναι παρά ένα καφέ - μπαρ. Δεν θα 'πρεπε να νομίζουν πως εμείς οι συγγραφείς περνάμε όλη μας τη ζωή όπως τα σκυλιά με τη μουσούδα πάντα κάτω στο έδαφος ακολουθώντας κάποια ίχνη. Ήμουν έτοιμη να σηκωθώ και να φύγω, όμως ακριβώς εκείνη τη στιγμή με ρώτησε η γυναίκα:
«Συνηθίσατε στο καινούργιο διαμέρισμα;»
«Κάπως», απάντησα εγώ μονολεκτικά.
Θυμήθηκα πως και την προηγούμενη φορά είχαμε μιλήσει διεξοδικά για το θέμα της μετακόμισής μας και τα καινούργια διαμερίσματα. Κι εκείνη δεν είχε πολύ καιρό που έμενε εδώ, ήρθε πριν ένα ή δύο μήνες, πήγαινε και ξαναπήγαινε στα γραφεία ευρέσεως κατοικίας, ώσπου τα κατάφερε, ήταν βέβαια και κάπως πιο εύκολο μια που είχε το παλιό της διαμέρισμα για αλλαγή, πάντως ένα ήταν ολοφάνερο, πως αιτία για όλα αυτά ήταν κάποιος άντρας που για χατίρι του, έτσι στα καλά καθούμενα, αναγκάστηκε ή θέλησε ν' αλλάξει σπίτι. Όμως αυτά, στο κάτω κάτω, μου τα 'χε ήδη ξαναπεί την προηγούμενη φορά και δεν είχα όρεξη να τ' ακούσω για μια δεύτερη, και γενικά, το καλύτερο που 'χα να κάνω ήταν να σηκωθώ και να γυρίσω πίσω στη δουλειά μου.
Όπου ξαφνικά αλλάζει και δείχνει πως θέλει οπωσδήποτε να μου πει περισσότερα.
«Όταν μένει κανείς δέκα χρόνια συνέχεια στο ίδιο σπίτι», άρχισε να λέει, «δύσκολα συνηθίζει έτσι εύκολα κάπου αλλού. Εγώ έμενα στην οδό... Το διαμέρισμά μου ήταν στο ισόγειο και πάνω από μένα έμενε μια οικογένεια κάποιου μηχανικού, αυτός, η γυναίκα του και δυο παιδιά. Το αγόρι θα συμπληρώσει φέτος τα δεκάξι. Όταν ήταν οχτώ, έπαιζε μια μέρα ποδόσφαιρο στο δρόμο κι η μπάλα του ξέφυγε κι έσπασε το τζάμι μου -κι από 'δω άρχισε όλη η ιστορία. Είναι γελοίο το πόσο ασήμαντες είναι καμιά φορά οι αφορμές που αλλάζουν ριζικά τη ζωή ενός ανθρώπου. Σε μένα ήταν το σπασμένο τζάμι. Αυτό και τα σου 'πα μου 'πες για το ποιος θα πληρώσει τη ζημιά, μ' έφεραν κοντά στον Ρόμπερτ, τον πατέρα του παιδιού, με τον οποίο έπειτα, οχτώ χρόνια ολόκληρα, είχα ερωτικές σχέσεις. Θέλω να πω, τον ήξερα βέβαια και προηγουμένως, όμως μονάχα εξ όψεως, όταν τύχαινε και συναντιόμασταν. Και μερικές φορές τον έβλεπα να στέκεται το πρωί μαζί με τη χαριτωμένη του νεαρή σύζυγο μπροστά απ' την πόρτα του σπιτιού μας και να περιμένει το αυτοκίνητο της εταιρείας του· κάπου κάπου πήγαινε κι η γυναίκα του μαζί, όταν ήθελε να κατέβει στην πόλη για ψώνια. Και τότε στεκόταν αυτή ακουμπισμένη απάνω του, ίδιο σύμβολο της προστατευμένης και πολυχαϊδεμένης συζύγου, γοητευτική, όπως και να το κάνουμε, πάντως, κατά το δικό μου γούστο, μάλλον άχρωμη, πάντα καθωσπρέπει ντυμένη κι άσπιλη. Κι εγώ κοίταζα απ' το παράθυρό μου σα μαγεμένη πώς εκείνος αγκάλιαζε απαλά τη γυναίκα του μόλις έφτανε το αυτοκίνητο και τη βοηθούσε ν' ανέβει. Πίεζα μάλιστα το μέτωπό μου πάνω στο τζάμι για να βλέπω καλύτερα πώς θα έφευγαν και πώς θα περνούσε το χέρι του τρυφερά κάτω απ' το μπράτσο της καθώς ξεκινούσε το αμάξι. Δεν είμαι απ' τη φύση μου ζηλόφθονη, όμως τις μέρες αυτές χαλούσε όλη μου η διάθεση. Το ξέρω, ήταν γελοίο, κι έκανα ό,τι μπορούσα, φυσικά, για να καταπολεμήσω αυτά μου τα συναισθήματα. Στο κάτω κάτω δεν έπρεπε να θεωρώ υπεύθυνο το κάθε ευτυχισμένο ζευγάρι για ότι εγώ ήμουν μονάχη. Και πόσα είναι, άλλωστε, τα ευτυχισμένα αντρόγυνα!»
Ξαφνικά τρόμαξα, δίπλα μου στεκόταν η κοπέλα του καφέ - μπαρ και ρωτούσε επιταχτικά τι θα πάρουμε.
Παράγγειλα στα γρήγορα χυμό με γάλα παρόλο που θέλαμε καφέ, όμως η κοπέλα είχε κιόλας φύγει και τα τακούνια της χτυπούσαν κάπου πιο πέρα πάνω στο σκληρό τσιμεντένιο πάτωμα.
«Κατά τα άλλα η συμπεριφορά του Ρόμπερτ προς τη γυναίκα του δεν άλλαξε», συνέχισε να λέει η συντρόφισσά μου με τη μονότονη φωνή της, κι εγώ δεν ήμουν σίγουρη αν τελικά αντιλήφθηκε καν τη μικρή διακοπή.
«Αυτή ήταν, άλλωστε, κι η δικαιολογία που είχε πάντα έτοιμη στην άκρη της γλώσσας του. Είχε ένα “ελεύθερο” για το θέατρο και δυο φορές το μήνα πήγαινε στην όπερα ή στην οπερέτα με τη γυναίκα του, καμιά φορά μάλιστα και σε κανένα κέντρο να χορέψουνε, και τις Κυριακές, όταν ο καιρός ήτανε καλός, νοίκιαζε ένα αυτοκίνητο και πήγαινε με την οικογένειά του στην εξοχή ή κατάφερνε το σοφέρ να τους πάει καμιά βόλτα, όμως αυτό ήταν αντίθετο προς τις αρχές του κι ο Ρόμπερτ σπάνια έκανε κάτι που ήταν αντίθετο προς τις αρχές του. Τις περισσότερες φορές πηγαίνανε στο εξοχικό τους σπίτι που το είχανε νοικιάσει, κάπου στα βόρεια απ' την πόλη, περίπου πενήντα χιλιόμετρα από 'δω -για σκεφτείτε, ξέχασα πραγματικά πώς το λέγανε το μέρος. Δεν παίζει, άλλωστε, ρόλο. Μια μοναδική φορά, πήγα κι εγώ εκεί, αυτό έγινε στην αρχή αρχή και θα προτιμούσα να μην πω τίποτα. Τους είχα πάρει τότε το κατόπι με το τρένο.
»Πολύ ωραία, θα μπορούσα θαυμάσια να χτυπήσω, καλέ, τι έκπληξη! Τα παιδιά θα μ' άρπαζαν αμέσως, θα μ' έσερναν στην κούνια ή θα οργάνωναν κανέναν αγώνα φέντερ - μπαλ, η γυναίκα του θα έφτιαχνε καφέ - όμως εγώ σηκώθηκα και γύρισα αμέσως σπίτι μου. Αργότερα, το εξομολογήθηκα κάποια στιγμή στον Ρόμπερτ, αυτό με την εκδρομή μου, κι εκείνος θύμωσε εκ των υστέρων, με τα σωστά του. Μα, εγώ, είπε, είμαι σχεδόν άνθρωπος της οικογένειας, κι η γυναίκα του μ' έχει κλείσει πραγματικά στην καρδιά της, δεν είχα ανάγκη να κρύβομαι, αυτό μονάχα υποψίες θα μπορούσε να της γεννήσει. Και, στο κάτω κάτω, εγώ τίποτα δεν της είχα στερήσει. Κι ολόκληρο το υπόλοιπο βράδυ το ξόδεψε για να με πείσει πως όλα ήταν μια χαρά και σε απόλυτη τάξη. Τότε ήτανε, ξέχασα να το πω, που έκανα εκείνη τη βλακεία με τα ηρεμιστικά χάπια. Ήταν ομολογουμένως μεγάλη βλακεία. Γιατί, φυσικά, δεν είχα πάρει αρκετή δόση, όχι τόσα δηλαδή, όσα θα χρειάζονταν, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να... Ίσως μάλιστα να το 'κανα μόνο και μόνο από πείσμα, ίσως για να τον κάνω να με προσέξει, όμως τότε δεν ήθελα, με κανέναν τρόπο, να το παραδεχτώ. Αναγκάστηκα να υποστώ όλα τα σχετικά, όλες τις δοκιμασίες που ακολουθούν μια τέτοια πράξη, μου κάναν πλύση στομάχου, μ' εξέτασαν μάλιστα και σε ό,τι αφορά την πνευματική μου κατάσταση. Το ωραίο είναι πως η γυναίκα του ήταν εκείνη που μ' έφερε με το τρυφερό της χεράκι ξανά στη ζωή. Ήθελε να μου τηλεφωνήσει κι επειδή δε μπορούσε να πάρει γραμμή, κάλεσε τις βλάβες και οι άντρες των συνεργείων από την τηλεφωνική υπηρεσία, είναι γνωστό δα τι τσακάλια είναι, ας πούμε, το σωστό να λέγεται. Αν έσπαζε κανένας σωλήνας, οι πιθανότητες ν' αποτύχει η απόπειρά μου θα ήτανε σημαντικά μικρότερες. Οι άντρες του συνεργείου της τηλεφωνικής υπηρεσίας χίμηξαν στο γραφείο μου ακριβώς τη στιγμή που άρχιζα μαλακά μαλακά να πέφτω σε λήθαργο και το πρώτο που αντίκρισα μόλις άνοιξα πάλι τα μάτια μου, ήταν το πρόσωπο της γυναίκας του, πολύ κοντά, ίσια πάνω μου, τόσο κοντά που ένιωθα τη ζεστή της ανάσα. Και τότε μ' έπιασαν τα υστερικά γέλια. Κι ήταν πράγματι πολύ αστείο: Με βοήθησε να ξαναγυρίσω πάλι στη ζωή για να με κάνει πάλι ικανή να την απατώ με τον άντρα της -τέτοια σπουδαία αστεία κάνει καμιά φορά η ζωή. Τέλος πάντων, όπως έλεγα, με πήγαν στο νοσοκομείο. Ο Ρόμπερτ ήρθε να με βρει μόνο αφού ξαναγύρισα σπίτι μου.
»Ερχόταν κάθε Τετάρτη κάτω σε μένα, εκτός απ' τις μέρες που ήμουν υπηρεσία. Κάθε Τετάρτη, οχτώ ολόκληρα χρόνια συνέχεια. Η Τετάρτη ήταν πολύ βολική μέρα για όλους μας. Η γυναίκα του πήγαινε σε κάτι συγκεντρώσεις που είχαν σχέση με την οικογένεια κι αν καμιά φορά έμενε στο σπίτι, τότε έκανε μπάνιο τα παιδιά της ή έγραφε γράμματα ή κάτι έκανε, τέλος πάντων, που δε χρειαζότανε η παρουσία του συζύγου της. Ο Ρόμπερτ στην αρχή εφεύρε ένα σωρό προφάσεις και ταλαιπώρησε φυσικά και τις κλασικές πια συνεδριάσεις. Όμως με τον καιρό έγινε τεμπέλης. Τι να κάθεται τώρα να βασανίζει το μυαλό του! Τη μια φορά έλεγε πως έσταζε η βρύση μου, την άλλη πως θα 'ρθει να σιάξει την ηλεκτρική μου καφετιέρα. Έπιανε πολύ το χέρι του και μια γυναίκα που ζει μόνη κι από πάνω είναι μορφωμένη, χρειάζεται πάντα κάποια σχετική βοήθεια. Ξέρω τι σκέφτεστε τώρα: Μα καλά, τελείως τυφλή ήταν, τέλος πάντων, αυτή η γυναίκα; Ή: Θα τα 'ξερε από καιρό όλα μα ήταν αρκετά έξυπνη για να καμώνεται την ανήξερη. Λάθος! Σας λέω ειλικρινά πως όλο αυτό το διάστημα, ιδέα δεν είχε. Καμάρωνε στο ρόλο της πολυχαϊδεμένης συζύγου και χαμπάρι δεν είχε πάρει πως σε μένα χρωστούσε στην πραγματικότητα την ύπαρξη του γάμου της. Απ' αυτή την άποψη, φέρθηκε πανέξυπνα φέρνοντάς με ξανά στη ζωή. Μόνο που εκείνη το 'κανε τελείως αυθόρμητα, στον ύπνο της αν θέλετε, υπνοβατώντας, χωρίς να κάτσει να το σκεφτεί. Μονάχα εγώ ήξερα το πώς και γιατί, κι αυτό μου 'δινε ένα αίσθημα ανωτερότητας. Και μη νομίζετε πως δεν εκμεταλλεύτηκα αυτό μου το προνόμιο! Οι ερωτικές μας στιγμές ήτανε σύντομες; Πολύ καλά, όμως τον έρωτα δεν τον μετράνε με τον πήχη. Και στο κάτω κάτω, έπαιρνα την εκδίκησή μου για τις τόσες ώρες μοναξιάς που ήμουν υποχρεωμένη να περνάω, με το που πλάγιαζε μαζί μου. Και τι θρίαμβος! Κάτι, έλεγα μέσα μου, κάτι πρέπει να 'χω το ιδιαίτερο που, όσο κι αν ψάχνει στη νόμιμη του επάνω πατώματος, αυτή δε μπορεί να του το δώσει. Πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να τον καταλάβει! (Εγώ είχα πάψει από καιρό να καταλαβαίνω τον εαυτό μου). Όμως ίσως με νιώθετε τώρα, γιατί τόσο καιρό επέμενα να συνεχίζω έτσι, γιατί τ' αποφάσισα, ας πούμε...
»Κι όμως κάποτε έφτασε το μαχαίρι στο κόκαλο. Σας το 'πα ήδη πως για πολλές εβδομάδες, μ' αφάνταστη επιμονή πήγαινα και ξαναπήγαινα στο γραφείο ευρέσεως κατοικίας. Μου 'χε μπει η έμμονη ιδέα πως όλα αυτά είχαν σχέση με το διαμέρισμα και πως μόλις θ' άλλαζα σπίτι, θα γλίτωνα απ' αυτή την κόλαση. Θέλω να 'μαι ειλικρινής, ίσως να το 'κανα επίτηδες μόνο και μόνο για να οξύνω τα πράγματα, να τον αναγκάσω να πάρει μιαν απόφαση, στο κάτω κάτω, τα οχτώ ολόκληρα χρόνια που ερχόταν μαζί μου ήταν αρκετή απόδειξη πως είχα γίνει πια ένα μέρος της ζωής του. - Για να είμαι σύντομη: Πήρα την έγκριση για το καινούργιο διαμέρισμα και μετακόμισα με κάθε μυστικότητα. Μετά του έστειλα την απόφασή μου -με συστημένο γράμμα- στην εταιρεία που εργαζόταν. Το βρίσκετε κάπως κακόγουστο; Στη θέση μου δε μπορεί να 'ναι κανείς εκλεκτικός. Η ουσία για μένα ήταν πως, τελικά, τ' αποφάσισα να περάσω στη φάση του παζαρέματος, πως δεν ήμουν πια διατεθειμένη να παίζω το ρόλο του αντικειμένου, πως ξεκίνησα για να κερδίσω πίσω ένα μέρος του χαμένου μου αυτοσεβασμού».
Ήπιε μια γουλιά απ' το ποτήρι της, που εδώ και μια αιωνιότητα το είχε βάλει μπροστά της η κοπέλα του καφέ - μπαρ, μετά το 'σπρωξε πάλι πιο πέρα, σταμάτησε όμως τη διήγησή της. Έμοιαζε σαν να ξέχασε την παρουσία μου. Κοιτάζαμε κι οι δυο μας σιωπηλά έξω τον κιτρινιάρικο δρόμο, τα φώτα του ρεστοράν απέναντι και την πολυκατοικία όπου τα φωτισμένα τετράγωνα παράθυρά της έμοιαζαν τώρα με κύβους βαλμένους τον ένα επάνω στον άλλο, όπως στα παιδικά παιχνίδια. Στον έβδομο όροφο έχασκε μια σκοτεινή τρύπα στην πυραμίδα.
«Τον ξανάδατε από τότε;» ρώτησα εγώ τελικά. Όμως αυτή ούτε που άκουσε τι τη ρώτησα, συνέχισε βιαστικά σαν να 'βαζε μεγάλη προσπάθεια να μιλήσει και σα να 'θελε να τελειώνει μια και καλή μ' όλα αυτά.
«Δεν απάντησε στο γράμμα μου. Στην αρχή ανησύχησα, βέβαια, τα 'βαλα με τον εαυτό μου, φυσικό αυτό. Δεν κάνει να φέρεται κανείς τόσο σκληρά στους συνανθρώπους του. Όμως μετά ανακάλυψα πως δεν πήγε δα να πεθάνει. Συνόδευε όπως πάντα τη γυναίκα του στο θέατρο ή τη συναυλία ή στα κέντρα και τα Σαββατοκύριακα πηγαίνανε στην εξοχή. Τις ξέρω δα τις συνήθειές του. Αχ, ναι, και τι κάνει τώρα τις Τετάρτες; Τις προάλλες ήρθε και με βρήκε η γυναίκα του και μου άνοιξε την καρδιά της: Ο άντρας της άρχισε τελευταία να κάνει κορδελάκια. Μάλιστα, «κορδελάκια» το είπε και πως τον έπιασε μια δυο φορές να λέει ψέματα, κι αν εγώ νομίζω πως κάτι τέτοιες αταξίες μπορούν να γίνουν επικίνδυνες και να βλάψουν στο τέλος το γάμο τους; - Ε, λοιπόν, κατάφερα κατά κάποιο τρόπο, να την ξεπροβοδίσω μ' ένα δυο παρηγορητικά λόγια, που σ' αυτές τις περιπτώσεις, τα 'χουμε πρόχειρα».
Τινάχτηκε ξαφνικά όρθια. Νομίζω πως ήτανε ακριβώς την ίδια στιγμή που, απέναντι στην πολυκατοικία, άναψε ξαφνικά ένα φωτεινό τετράγωνο, εκεί όπου λίγο πιο πριν, έχασκε η σκοτεινή τρύπα στην πυραμίδα και μια ανταύγεια απ' το φως του ήρθε κι έλαμψε πάνω στο πρόσωπο της γυναίκας που τώρα έσκυβε πάνω μου.
«Πρέπει να φεύγω».
Δεν καταλάβαινα, την κοίταζα σαστισμένη και δεν έβγαζα άκρη.
«Μα, δε βλέπετε; Άναψε φως στο παράθυρό μου!» είπε ανυπόμονα. Έτρεξε στην κρεμάστρα και ξεκρέμασε ένα σάλι από το τσιγκέλι, ένα μάλλινο σάλι, απ' αυτά τα μεγάλα που σκεπάζουν το κεφάλι και τους ώμους, όμως αυτή το 'δεσε στη βιασύνη της ένα χοντρό κόμπο κάτω απ' το σαγόνι της, πράγμα που φάνταζε περίεργα.
«Τον ξανακέρδισα», είπε. Και το είπε χωρίς θρίαμβο, χωρίς μετάνοια και χωρίς ντροπή. Με χαιρέτησε ακόμα μια φορά κουνώντας το κεφάλι και την είδα που πέρασε την πόρτα, βγήκε στον δρόμο κι ανακατεύτηκε μέσα στον κόσμο που, ακριβώς αυτή την ώρα, γεμίζει την πλατεία μπροστά από το καφέ - μπαρ όταν το σινεμά σχολάει και οι επόμενοι θεατές στέκονται ουρά έξω από το ταμείο.
Μπρίνινγκ Ελφρίντε
«ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου