... Στην αφετηρία...
To
διήγημα του Κώστα Παρορίτη «Το
παιδί τ' αφέντη»,
που δημοσιεύτηκε στο
περιοδικό «Ο Νουμάς» (τεύχος
712, 1920), αναδεικνύει,
μέσα από την τραγική ιστορία του κεντρικού
ήρωα, του Γιάννου, το θέμα της κοινωνικής
αδικίας και αποτυπώνει
κι αυτό επίσης, όπως κι άλλα έργα του
συγγραφέα,
τους σοσιαλιστικούς και κομμουνιστικούς
προβληματισμούς του. Σύμφωνα
μ' αυτό, λοιπόν, ο Γιάννος, ένα απλοϊκό
χωριατόπαιδο που βρίσκεται στον πόλεμο,
αναγκάζεται, ύστερα από πολλές άκαρπες
προσπάθειες να πάρει κάποια άδεια για
να επισκεφτεί τη λεχώνα γυναίκα του και
τον νεοεγέννητο γιο του, να λιποταχτήσει.
Φυσικά, συλλαμβάνεται -τραγικό είναι
ότι η γυναίκα του πεθαίνει κι ο ίδιος
δε γνωρίζει τη μοίρα του νεογέννητου
παιδιού του- φυλακίζεται και περνάει
στρατοδικείο όπου καταδικάζεται σε
θάνατο. Τι νόημα έχει ο τίτλος του
διηγήματος και «το
παιδί τ' αφέντη», μια φράση που συνεχώς
έρχεται στο στόμα του άτυχου Γιάννου;
Το νόημα του τίτλου θ' αποκαλυφθεί κατά
τη διάρκεια της δίκης, μια μικρή ασήμαντη
λεπτομέρεια, που κανείς απ' όλους εκείνους
που καταδίκαζαν σε θάνατο χωρίς
ελαφρυντικά τον Γιάννο δεν ήθελε να
λάβει υπόψη...
❇
Είχε ‘ρθει κείνη την ώρα το ταχυδρομείο του λόχου. Ο δεκανέας
κρατούσε με το χέρι υψωμένο το φάκελο και τον κουνούσε στον αέρα.
Ο Γιάννος ζύγωσε αργά, δισταχτικά, με τα μάτια κολλημένα στο φάκελο. Είχε πολύν καιρό να λάβει γράμμα από το σπίτι του.
― Αλήθεια, κυρ δεκανέα; ρώτησε μ’ ένα χοντρό χαμόγελο.
Τον είχανε πολλές φορές γελάσει έτσι για να κάνουνε γούστο.
«Γιάννο, γράμμα» του φωνάζανε. Κείνος ζύγωνε με λαχτάρα, και τότε
σκάζανε κάτι γέλια…
Ο Γιάννος πήρε στα χέρια του το φάκελο, στραπατσαρισμένο,
λιγδιάρικο, έφερε απάνω τα μάτια του χαρούμενα, γιομάτα υποψία, τονέ
ψηλάφησε με τα χοντρά του δάχτυλα για να βεβαιωθεί πως ήτανε αληθινά το
γράμμα που καρτερούσε, έβγαλε ένα χοντρό γέλιο φχαριστημένο, κάτι σα
χλιμίντρισμα, και ξεκίνησε να πάει να βρει το φίλο του, που του διάβαζε
πάντα τα γράμματα.
Τονέ βρήκε και του ‘δωσε το φάκελο.
― Διάβασ’ τό μου, του είπε.
Κείνος πήρε το γράμμα και κάθισε σε μια πέτρα. Ο Γιάννος κάθισε
αντίκρυ του καταγής, σταυροπόδι. Τον κοίταζε μια στα μάτια και μια στα
δάχτυλα, καθώς προσπαθούσανε να σκίσουνε το φάκελο.
― Από τη γυναίκα σου είναι, του είπε, ρίχνοντας πρώτα πρώτα μια ματιά στην υπογραφή.
Ο Γιάννος ανακάθισε κι ένα χαμόγελο ανέβηκε στα χοντρά του χείλια.
― Άι, άι, μωρέ τονέ κατάφερες πάλε το διάδοχο, φώναξε ο φίλος του.
Τα μάτια του Γιάννου αστράψανε.
― Το λέει, αλήθεια; ψιθύρισε σκύβοντας το χοντρό, μαλλιασμένο κεφάλι του, πάνω από την κόλλα τη χαρακωμένη.
Είχε κιτρινίσει.
«Στις 17 του μήνα λευτερώθηκα. Ένας παίδαρος ώσαμε κει πάνω. Και πώς σου μοιάζει…»
Ο Γιάννος είχε γουρλώσει τα μάτια του καθώς κείνος ξακολουθούσε το διάβασμα….
Πήρε το γράμμα, σαν τέλειωσε το διάβασμα, από τα χέρια του φίλου
του, το ξανακοίταξε, το δίπλωσε και το ‘χωσε στον κόρφο του…
Από τότες ο Γιάννος άλλαξε ολότελα. Ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε,
ούτε τραγουδούσε. Και τραγουδούσε τι όμορφα… Τραγούδια πάντα της
πατρίδας του, της ξενιτιάς… Τώρα γύριζε πάντα αμίλητος, σκεφτικός,
συλλογισμένος, βαρύς… Οι άλλοι στρατιώτες τονέ πειράζανε μα αυτός
περνούσε δίχως να τους δώσει απάντηση… Ήτανε κι από φυσικό του βαρύς,
λιγόλογος…
Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του… Αυτός να είναι τώρα πατέρας…
Κι ένας παίδαρος, σου λέει, ώσαμε κει πάνω! Και να του μοιάζει κιόλας…
Ήτανε το πρώτο του παιδί. Κι είχε πέντε χρόνια παντρεμένος. Σαν
πήγε στρατιώτης άφησε γκαστρωμένη τη γυναίκα του. Είχε ένα φόβο πως δε
θα ‘κανε παιδί, ν’ αφήσει κλερονόμο, μα να, που ο Θεός του ‘κανε τη
χάρη… Μα, τι τ’ όφελος. Να του ‘ρθει η ευτυχία στο σπίτι του, κι αυτός
να μην είναι κει να τηνέ χαρεί… Να πιάσει το γιο του στα χέρια του, να
τονέ σηκώσει αψηλά πάνω από το κεφάλι του, να τονέ παίξει, να τονέ
φιλήσει….
Τόσον καιρό στρατιώτης και δεν είχε γυρέψει ούτε μια μέρα άδεια. Γιατί
να μην του δώσουνε τώρα κι αυτουνού μιαν άδεια, να πεταχτεί για λίγες
μέρες στο χωριό του, δε θέλει πολύ, να ιδεί μόνο το γιο του, να ιδεί και
τη γυναίκα του και να γυρίσει πάλε στο λόχο;…
Βγήκε στην αναφορά, και ζήτησε άδεια… Του κάκου… Διαταγή αυστηρή να μη δώσουνε σε κανένα άδεια…
Η μελαχολία του καθότανε στην ψυχή σα μαύρο σύννεφο… Το στόμα του
σφιχτά σφαλισμένο… Γύριζε δώθε κείθε, και κάποτε στεκότανε και κοίταζε
γύρω του σα χαζός… Πολλές φορές και σαν του μιλούσανε, αργούσε ν’
αποκριθεί. Χρειαζότανε τώρα ώρα για να συμμαζώξει το νου του, που ήτανε
πάντα σκόρπιος…
Ετοιμαζότανε μυστικά η καινούρια μεγάλη επίθεση. «Θα ζήσω τάχατες
να ξαναγυρίσω, ή θα πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι;» μουρμούρισε. Στη σκέψη
πως μπορούσε να σκοτωθεί στην επίθεση, δίχως να δει το γιο του, που του
‘μοιαζε κιόλας, ―ένας παίδαρος ώσαμε κει πάνω― ένιωσε μια θολούρα ν’
ανεβαίνει στα μάτια του.
Κάποτε το αποφάσισε να παρουσιαστεί στο λοχαγό του και να του
μιλήσει για την άδεια… Παρουσιάστηκε και στάθηκε μπροστά του σε στάση
προσοχής, με το χέρι πάνω στο στραπατσαρισμένο πηλήκιο. Μα μόλις θέλησε
ν’ ανοίξει το στόμα του, τα λόγια χαθήκανε, υποχωρήσανε πίσω, σαν το
νερό της βρύσης που στερεύει άξαφνα.
― Εμπρός, τι θέλεις; του φωνάζει ο λοχαγός με αυστηρό τόνο, ανυπόμονος κι αηδιασμένος πια να δέχεται παράπονα.
Κείνος ξακολουθούσε να σωπαίνει, σαστισμένος, με το χέρι κολλημένο πάντα στο πηλήκιο…
― Λέγε, βρε βλάκα, τι θέλεις;
Κι ο λοχαγός, αφού τονέ σκυλόβρισε πρώτα, βλάκα, ζώο, του ‘βαλε και τρεις μέρες περιορισμό για τη χαζομάρα του….
Μια μέρα ο Γιάννος ξαφανίστηκε από το λόχο…
Κι ούτε τον ξαναείδε πια κανείς…
― Κοίταξε, κακομοίρη, να τα πεις καλά στους στρατοδίκες, για να σε
λυπηθούνε, του είπε ένας στρατιώτης από κείνους που τονέ φέρανε
συνοδεία.
Κάθισε στο χαμηλό πάγκο που καθόντανε οι κατηγορούμενοι, αντίκρυ στην έδρα των δικαστών. Είχε την έκφραση σκιαγμένου ζώου.
Έφερε μια ματιά τριγύρω. Δεν κατάλαβε πολλά πράματα. Ένα μονότονο
βουητό άκουγε που ερχότανε από την έδρα. Ήτανε η φωνή του γραμματέα που
διάβαζε γλήγορα το κατηγορητήριο….
― Λιποταξία ενώπιον του εχθρού. Ουμ… σκούρα τα πράματα, είπε ο στρατιώτης.
Ο Γιάννος φορούσε ακόμα την παλιά, τριμμένη στολή του. Φορούσε
ακόμα και τις ίδιες αρβύλες που οι σόλες τους με τα πολλά χοντρόκαρφα
είχανε φαγωθεί. Πηλήκιο δεν είχε κι ήρθε ξεσκούφωτος στο δικαστήριο. Τα
μαλλιά του μακριά, αχτένιστα, κατεβαίνανε στο κούτελό του…
Ο Γιάννος, με τα μάτια χαμηλωμένα κοίταζε το πάτωμα· κάποτε σήκωνε
δειλά δειλά το κεφάλι του κι έριχνε καμιά ματιά και στην έδρα. Δεν
ένιωθε κανένα μίσος για τους δικαστές και φαινότανε πως ούτε το
υποψιαζότανε πως αυτοί οι αξιωματικοί με τις κεντημένες στολές, με το
φχαριστημένο, ικανοποιημένο, φαιδρό ύφος, θ’ αποφασίζανε σε λίγο για την
τύχη του. Ίσως και για τη ζωή του….
Άκουσε ένα κουδούνι να χτυπάει. Μέσα στη σαστισμάρα του του φάνηκε
πως άκουγε την καμπάνα της εκκλησιάς του χωριού του να χτυπάει την ώρα
του εσπερινού.
Ανατρίχιασε.
Ο νους του ήτανε στο χωριό του… Ποιος να του το ‘λεγε; Να ιδεί τη
γυναίκα του ύστερα από τόσον καιρό κι άξαφνα να τηνέ χάσει. Έτσι, μέσα
σε πέντε μέρες… Τα θυμότανε ένα ένα… ύστερις ήρθανε και τον πιάσανε.
Τονέ δέσανε σφιχτά. Το παιδί του; Τι ν’ απόγινε τώρα το παιδί του;
Θυμάται πως μια γειτόνισσα το λυπήθηκε που θα ‘μενε στο δρόμο και το
πήρε στο σπίτι της… Μα από τότε περάσανε τόσοι μήνες, κι αυτός σάπιζε
στη φυλακή, υπόδικος… «Ένας κοτζάμ παίδαρος ίσαμε κει πάνω… Και πώς μου
‘μοιαζε κιόλας. Να ζει τάχατε ή να πέθανε;»
Στη σκέψη αυτή ανατινάχτηκε τρομαγμένος. Σήκωσε το κεφάλι του και
κοίταξε λοξά στην έδρα. Μπροστά στεκότανε κάποιος και δηγιότανε. Ούτε
άκουσε τι έλεγε… Ίσως κανένας μάρτυρας…
Πώς γινήκανε όλα τόσο γλήγορα… Πότε ήτανε που έφυγε από το μέτωπο,
πότε γύρισε στο χωριό του, αρρώστησε η γυναίκα του, πέθανε, τον πιάσανε,
έζησε τόσους μήνες στη φυλακή… Σε κάθε σκέψη του η εικόνα του γιου του,
του παρουσιαζότανε μπροστά. Τι παίδαρος, πώς του ‘μοιαζε κιόλας…
― Κατηγορούμενε, ακούστηκε μια αυστηρή φωνή.
Πετάχτηκε απάνω, σα να ‘βλεπε κανένα κακό όνειρο. Σπρώχτηκε μπροστά στην
έδρα, σκυφτός. Τι λιγνός που ήτανε! ένα μάτσο κόκκαλα μέσα σ’ ένα παλιό
τρύπιο σακί.
― Τι απολογείσαι; ρώτησε ο πρόεδρος.
Κοίταξε γύρω μ’ ένα ύφος αμήχανο. Είχε στο πρόσωπο πάντα την έκφραση ενός σκιαγμένου ζώου που πιάστηκε στο δόκανο.
― Τι απολογείσαι; ξαναρώτησε ο πρόεδρος.
Ένα ηλίθιο γέλιο ανέβηκε στα χείλια του. Σήκωσε τους ώμους του,
κούνησε το μεγάλο, χοντρό κεφάλι του, η γλώσσα του ανακατώθηκε μέσα στο
στόμα του. Κάτι γουργούρισε και σώπασε.
― Υποκρίνεται το βλάκα, μουρμούρισε ο βασιλικός επίτροπος, μ’ ένα
πολύξερο ύφος, κουνώντας το κεφάλι του· ύστερα πρόστεσε πάλε: «Σήμερα
ακριβώς διάβαζα κάτι σχετικό. Το χρονικά της ποινικολογίας σημειώνουνε
πολλά ανάλογα περιστατικά. Χρειάζεται πολλή προσοχή στους τέτοιους…»
Δεν πίστευε αυτά που ‘λεγε, μόνο ήθελε να περάσει για πολυδιαβασμένος, που ήτανε η αδυναμία του.
― Έλα, έλα, λοιπόν, τι απολογείσαι; ξαναείπε ο πρόεδρος βιαστικός, με αυστηρότερο τόνο.
Ένας στρατοδίκης κοίταξε το ρολόι του: ― Αργήσαμε, μουρμούρισε.
― Βέβαια, τέτοιες δίκες τυπικές πρέπει να τελειώνουνε γλήγορα,
μουρμούρισε ο διπλανός στρατοδίκης, ένας νεαρός υπολοχαγός με μια στολή
καινούρια, κολλημένη στο κορμί του.
Ο Γιάννος έσπρωχνε τον εαυτό του να μιλήσει, μα όσο ανάγκαζε τη
γλώσσα του να κουνηθεί, τόσο κείνη κόλωνε, σα μουλάρι που στηλώνει χάμω
τα πόδια του κι αρνιέται να προχωρήσει. Τα λόγια ανακατευόντανε μέσα
του, μπερδευόντανε, εξαϋλωνόντανε σα δοκιμάζανε να βγούνε από το στόμα
του. Και σάμπως δεν το ‘θελε κι ο ίδιος να μιλήσει, να τους τα ξηγήσει
όλα….
― Το παιδί τ’ αφέντη….
Αυτό μπόρεσε επιτέλους να πει.
Ο πρόεδρος τον κοίταξε στα μάτια.
― Ποιανού αφέντη;
― Του αφέντη μας δα που ‘χει το χτήμα.
― Ε, λοιπόν;
Πάλε η ίδια αμηχανία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του με τα τραχιά χαραχτηριστικά του χωριάτη.
― Το παιδί του αφέντη….
― Τι έκανε, μωρέ, το παιδί του; Μας έσκασες…
― Δεν πήγε διόλου στο στρατό… κατάφερε να πει με τη βραχνή φωνή του.
― Βρε, μεις δε σε ρωτάμε για το παιδί του αφεντικού σου. Σε ρωτάμε για
σένα, γιατί σηκώθηκες κι έφυγες από τη γραμμή;… Και μάλιστα την παραμονή
της μάχης… φώναξε ο πρόεδρος θυμωμένος.
Ήθελε να τα πει όλα. Για τη Γιαννούλα τη γυναίκα του, που την
άφησε, σαν έφυγε, γκαστρωμένη, για το γράμμα που του ‘στειλε, για την
αρρώστια της, το θάνατό της, για το γιο του, που ήτανε ένας κοτζάμ
παίδαρος ώσαμε κει πάνω και του ‘μοιαζε κιόλας… Τώρα βρίσκεται σε ξένα
χέρια. Μα να βρίσκεται τάχα; Ή μην πήγε κι αυτός να βρει τη μάνα του;
Σάμπως είχε λάβει κανένα γράμμα για να ξέρει τι γίνεται; Πού να τονέ
βρούνε να του γράψουνε; Αυτός σάπιζε όλους αυτούς τους μήνες στη φυλακή…
Κι αν είναι πεθαμένος κιόλας και δεν το ξέρει; Γιατί τον άφησε άρρωστο
σαν έφυγε από το χωριό…
Να τι ήθελε να πει στους δικαστές…
Μα δεν μπόρεσε… Τα ‘χασε, σάστισε και σώπασε.
― Το παιδί τ’ αφέντη… γρύλισε.
― Καλά, καλά, τ’ ακούσαμε αυτό το παιδί τ’ αφέντη… Άλλο τίποτα δεν έχεις να μας πεις;
Ένας δικηγοράκος, διορισμένος από τον πρόεδρο «εξ επαγγέλματος»,
που βιαζότανε να φύγει, σηκώθηκε από τη θέση του κι άρχισε να λέει κάτι
κοινά λόγια. Δε δοκίμασε ν’ αρνηθεί τη σημασία της πράξης… Εγκατάλειψη
θέσης… Βέβαια… Η πατρίδα πάνω απ’ όλα… Τα ‘λεγε έτσι μηχανικά, όπως τα
είχε σκεδιάσει, ξανόρεξα, δίχως χρώμα, δίχως να πιστεύει κι αυτός σε
κανένα ευνοϊκό αποτέλεσμα. Ο πρόεδρος στεκότανε με τη δικογραφία στα
χέρια. Η απόφαση ήτανε βγαλμένη μέσα στο μυαλό του από την αρχή, πριν
καθίσει στην έδρα…
Ο δικηγόρος δοκίμασε κάτι συγκινητικό. Ίσως αυτό να τους συγκινούσε τους δικαστές.
― Συλλογισθείτε, κύριοι στρατοδίκαι· η γυναίκα του πέθανε….
― Κι αυτός μήπως θα μπορούσε να την αναστήσει; Δεν τ’ αφήνετε αυτά,
κύριε συνήγορε; φώναξε ο πρόεδρος, ένας μαυριδερός με κάτι χοντρές
πλάτες.
Γελάσανε όλοι. Μια βουή γίνηκε στη σάλα. Ο πρόεδρος αυστηρός χτύπησε το κουδούνι.
Ο δικηγόρος σαστισμένος τέλειωσε μ’ έναν τυπικό επίλογο, ζητώντας από τους δικαστές να λυπηθούνε τον κατηγορούμενο.
Το πρόσωπο του προέδρου πήρε πάλε σοβαρή έκφραση. Ο πρόεδρος εύρισκε την ευκαιρία για μιαν αψηλή κοινωνική διδαχή.
― Να σας πω, κύριε συνήγορε. Εις τοιαύτα εγκλήματα δεν χωρεί επιείκεια. Ο
στρατός είναι η βάσις της κοινωνίας…. Άμα κλονισθούν τα θεμέλια…
Ο δικηγόρος έγειρε το κεφάλι και κάθισε χάμω, σιωπηλός,
ταπεινωμένος. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος. Έτσι είναι. Είχε δίκιο ο
πρόεδρος. Ο στρατός είναι η βάση… Όλα τ’ άλλα έρχουνται ύστερα…
Ο Γιάννος ούτε κατάλαβε πότε τέλειωσε η δίκη, πότε βγήκε η απόφαση….
Είδε την έδρα άδεια… Κάποιος ψιθύρισε δίπλα του:
― Τον κακομοίρη…
Ένας άλλος πρόστεσε;
― Αμ’ τι θαρρείς; Δε χωρατεύουνε σήμερα αυτοί…
― Σκυλιά μοναχά….
Ο Γιάννος καθότανε σκυφτός στον πάγκο.
― Ο γιος τ’ αφέντη… ψιθύριζε, σα να μονολογούσε….
Μέσα στη φράση αυτή, που την ανακάτευε αδιάκοπα μέσα στο στόμα του,
συγκεφαλαιωνότανε κείνη τη στιγμή όλο το παράπονό του, όλη η μεγάλη του
απορία….
Μέσα στο φριχτό τετράγωνο, ο Γιάννος, πώς μοιάζει σαν ένα ζώο μέσα
στο κλουβί… Οι στρατιώτες, που σκηματίζουνε το τετράγωνο, τον κοιτάζουνε
με λύπη. Το εξωτερικό του το ταπεινό, το σκιαγμένο, τους γεννάει τη
συμπάθεια… Είναι ένας αδερφός τους, ίσως και για μερικούς απ’ αυτούς
ένας συμπατριώτης, μπορεί κι από το ίδιο χωριό…
Κείνος κοιτάζει γύρω σα να θέλει να ξεχωρίσει μέσα στους άντρες του
τετράγωνου κανένα γνωστό του. Του φαίνεται πως είδε κάποιον. Του
χαμογελάει, σα να του ζητά προστασία… Είναι πάντα το ίδιο κουτό, χοντρό,
αμήχανο γέλιο…
Δε νιώθει πού βρίσκεται…
Κοιτάζει… Ένας απέραντος, γυμνός, πένθιμος κάμπος, απλώνεται γύρω του.
Σ’ ένα λοφάκι υψώνεται ένα μικρό εκκλησιδάκι. Ο νους του πετάει στον
κάμπο του χωριού του. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, κείνο τον κάμπο τον
πότισε τόσα χρόνια με τον ίδρωτά του. Εκεί είναι κι ο τάφος της μάνας
του, τώρα και της γυναίκας του· ποιος ξέρει, μπορεί και του γιου του…
Ένα τόσο δα ταφουδάκι… Ένα πουλί πέταξε αποπάνω του, πολύ κοντά, σα
σαΐτα, κι ένιωσε ένα αλαφρό φύσημα αέρα στο αναμμένο κεφάλι του.
Στον κάμπο φυτρώνανε πού και πού λίγα χαμομήλια με τ’ ασπροκίτρινα
κεφαλάκια τους… Ο ουρανός είναι γιομάτος σύννεφα βαριά, μολυβένια, που
χαμηλώνουνε, γέρνουνε από πάνω του. Ο αέρας που φυσάει, σαρώνει τον
κάμπο, κάποτε πέφτει από ψηλά και καμιά χοντρή στάλα νερό, και τονέ
χτυπάει στο κούτελο…
Μακριά, βαθιά στον ορίζοντα, ζουγραφιζεται ο ίσκιος κάποιου βουνού…
Ένας αξιωματικός τονέ ζυγώνει. Αρχίζει να του ξηλώνει ένα ένα τα κουμπιά της στολής.
― Ανάξιος… ακούει μια λέξη….
― Μα ο γιος τ’ αφέντη… μουρμουρίζει πάλε.
Η ίδια, η αιώνια, η μεγάλη του απορία…
Τ’ αχτένιστα μαλλιά του κατεβαίνουνε στο κούτελό του…
Ο αξιωματικός τον πιάνει κι αρχίζει να τονέ γυρίζει γύρω γύρω στο
τετράγωνο… Πρέπει να τονέ δούνε κι από κοντά οι στρατιώτες.
Άξαφνα ο Γιάννος ξεχωρίζει το συμπατριώτη του. Του χαμογελάει
― Ε, κουμπάρε, μήπως άκουσες τίποτα για το γιο μου; Ξέρεις, ένας κοτζάμ παίδαρος, ίσαμε κει πάνω, και μου μοιάζει κιόλας….
― Βλέπεις, άμα θέλει, πώς μιλάει; λέει ένας.
Ο αξιωματικός τον τραβάει.
― Έλα, άσε τώρα τις κουβέντες, να τελειώνουμε.
Αυτός βιάζεται να τελειώσει το γληγορότερο. Ένας λοχίας ζυγώνει ένα άσπρο μαντήλι στα μάτια του.
Ο Γιάννος ρίχνει μια βιαστική ματιά στον κάμπο, που απλώνεται γύρω
του έρημος, ατέλειωτος, πένθιμος. Η ζουγραφιά του κάμπου του χωριού του
του παρουσιάζεται για στερνή φορά σα μακρινή, σβησμένη οπτασία….
Το πουλί ξαναπέταξε από πάνω του και τσιτσίβισε. Τι ήθελε τάχα να του πει;….
― Γονάτισε, διάταξε ο λοχίας.
Έπειτα ο νους του βυθίστηκε σ’ ένα χάος μαύρο…
― Μα το παιδί τ’ αφέντη;… ψιθύρισε.
Ένας κρότος… Κι ύστερα ένα συννεφάκι καπνός άσπρος….
Το πρόσωπό του με τα κλειστά τα μάτια δε δείχνει ούτε πόνο ούτε
λύπη. Μόνο μια απορία ζουγραφίζεται στα σφιγμένα χείλια του, μια
απέραντη απορία...
Το πουλί, το ίδιο πουλί, χαμήλωσε, έκοψε κάμποσες βόλτες πάνω από
το πτώμα, κι ύστερα υψώθηκε υψώθηκε και χάθηκε μέσα στα σύννεφα…
Παρορίτης Κώστας
"Ο ΝΟΥΜΑΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου