Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Ο ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ

... Στην αφετηρία...  
 
   O Ευστράτιος Ευστρατιάδης, συγγραφέας του διηγήματος «Ο εκδικητής», που δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιον» του Σκόκου (1905), είναι λιγότερο γνωστός για το λογοτεχνικό του έργο και περισσότερο γνωστός ως χρονικογράφος, δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής της εποχής του -τέλη 19ου με αρχές του 20ού αιώνα. Συνεπώς, το διήγημά του, που αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περιοχή της Μακεδονίας πριν τον Μακεδονικό Αγώνα, έχει περισσότερο ενδιαφέρον ως ιστορική «μαρτυρία», ενώ το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον περνά σε δεύτερη μοίρα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο συγγραφέας το αποκαλεί «μακεδονικό διήγημα». 
   Ο Ευστρατιάδης βρέθηκε στη Μακεδονία στα χρόνια της οθωμανικής κατοχής, όπου ο βουλγαρικός εθνικισμός, εκμεταλλευόμενος την παρακμή της οθωμανικής διοίκησης, κυριαρχούσε ανεξέλεγκτος μέσα από τη δράση των κομιτατζήδων και αποτυπώνει στα έργα του όλα όσα υπέφεραν οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής: φόνοι, λεηλασίες, δηώσεις, βιασμοί, εμπρησμοί, δολοφονίες δασκάλων. Σκοπός του, βέβαια, να ευαισθητοποιήσει την ελληνική κοινή γνώμη και να ξεσηκώσει τον κόσμο σ' έναν ... αγώνα για την προάσπιση και την προστασία των Ελλήνων της Μακεδονίας. Θα το καταφέρει΄μαζί μ' όλους εκείνους, με τους οποίους μοιραζόταν τους ίδιους προβληματισμούς! Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908) θα είναι η απάντηση - «εκδίκηση» στα βάσανα των Ελλήνων της Μακεδονίας. 
 


    
   Κατά τα μεσάνυκτα στην ερημίαν της χειμερινής νυκτός, στην ησυχίαν του γραφείου, ακούω στον διάδρομον βήματα μουγγά, σαν από τσαρούχια, και στέκονται με δισταγμόν απ’ έξω από την θύραν. Φωνάζω: Εμπρός! 
   Μπαίνουν δύο Μακεδόνες. Ο φίλος μου Ναούμης και από πίσω του, δειλά, ένας παπάς. Ήτον αμούστακος, παιδί ακόμη, με τον ίουλον (1) του καλογήρου, αλλά υψηλός, ανδρωμένος, με μεγάλες πλάτες, τυλιγμένος σ’ ένα ράσο ξένο, πιο φαρδύ και πιο κοντό από το σώμα του. Το είχαν οικονομήσει για τον πρόσφυγα οι πατριώται του, για να σκεπάσει το γελέκι, το ποτούρι (2) και τις βλαχόκαλτσες, με τα οποία είχε φύγει από το μακεδονικό χωριό, αγνώριστος, μια νύκτα, και ήρθεν εδώ, στην προστασίαν. Του είχαν φορέσει κι ένα ζευγάρι ξεπάτωτες αρβύλες, με τας οποίας αντικατέστησε τα γουρουνοτσάρουχα του μακεδονικού κάμπου. 
   ― Του λόγου του είναι ο παπα-Δημήτρης απ’ το Στρέμπαινο, ο γιος του παπα-Χρήστου, μου λέει ο Ναούμης. 
   Ήξευρα το δυστύχημα του πατέρα του, ιερέως και αυτού, του οποίου η δολοφονία είχε περάσει προ ολίγων ημερών από την μαύρην στήλην των εφημερίδων. 
   Ο γιος του εθνομάρτυρος εστέκετο ακόμη στην θύραν σκυθρωπός, υψηλός και ακίνητος, με τα χέρια ενωμένα μέσα στα φαρδιά μανίκια, κι εκοίταζε τους χάρτας και τας εικόνας του γραφείου. 
   ― Καλώς όρισες, του λέω, ζωή σε λόγου σου! 
   ― Ευχαριστώ! Καλώς σας ηύραμαν! μου απήντησε τονίζων το σίγμα και το ρο, με φωνήν βροντώδη, που έβγαινε από γερά στήθια και γερά δόντια. Και έτρεξε με αγροίκον προθυμίαν, μου ετέντωσε το χέρι του ―ένα χέρι γεωργού, μεγάλο και τραχύ, σαν πέτσινο― ενόμισεν ότι όφειλε να χαμογελάσει, και στην στιγμήν πάλιν το πρόσωπό του εσκυθρώπασεν. Εκάθισε στην άκρην του καναπέ, συμμαζευμένος, και δεν εκινήθη πλέον. 
   Ενώ ο Ναούμης μου έλεγε πότε ήλθεν ο παπάς, τι νέα έφερε, πώς είναι η κατάστασις εκεί απάνου, εγώ εκοίταζα την απεριποίητον μορφήν του μακεδόνος ιερέως. Ήτον ένα πρόσωπον που έστιλβεν από την κιτρινάδα, με δύο μάτια ασπρογάλανα, κι αυτά ξεθωριασμένα, τραβηγμένα μες στις τρύπες τους σαν νεράκι στερεμένο, κι εκοίταζαν από μέσ’ απ’ τις σκιές τους, με ανησυχίαν και με περιέργειαν, με τα κόκαλα των παρειών και των μηνίγγων πεταμένα, με απεριποίητα κίτρινα μαλλιά, σαν ξηρά στάχυα, χωμένα σ’ ένα λιγδιασμένο καλυμμαύχι. Χείλη δεν υπήρχαν· τα είχε σβήσει η ταλαιπωρία με την ώχραν που είχε βάψει και το πρόσωπον. Η σκυθρωπότης του ήτον συμπαθητική, γιατί δεν προήρχετο από κακίαν, αλλά από συνήθειαν να πάσχει και να φοβείται. 
   Έβλεπα το πρόσωπον αυτό του «Ελληνόπαπα» σαν να είχα εμπρός μου ένα καθρέπτην και εκοίταζα τον εθνισμόν μας, που ζει εκεί απάνου. Έτσι βουβός από την λύπην, κι έτσι ανήσυχος από τον καταδιωγμόν, και σαστισμένος από την μεγάλην αδικίαν, κι απελπισμένος από την εγκατάλειψιν την άπονην, είναι, έλεγα, κι εκείνος.   
   Κάπου κάπου έσκυβε κι επρόσεχε στα όσα μου έλεγε ο Ναούμης, και στην φρίκην που εξέφραζα, ο παπάς έσειε το κεφάλι του πλαγίως, όπως κάμνουν οι Μακεδόνες όταν καταφάσκουν, και προσέθετε με παχύ το λάμδα: 
   ― Μάλλλιστα… Έτσι. 
   Όταν ο Ναούμης, εις την αφήγησίν του, ύψωνε την φωνήν, ο πρόσφυξ του έπιανε τον ώμον και κοιτάζων έντρομος το παράθυρο, στην θύραν, κάτι του εψιθύριζε.  
   Ο σύντροφός του, έξαφνα, εχαμογέλα. 
   ― Έννοια σου, του έλεγε, δεν έχουμ’ εδώ κανένα φόβο. Εδώ είν’ ελευθερία. 
   Εις την διαβεβαίωσιν αυτήν τα μάτια του παπα-Δημήτρη εφαίνοντο σαν να εμεγάλωναν κι έβγαζαν ένα φως που έφεγγεν όλον του το πρόσωπον. Έπαιρνε θάρρος κι έλεγε κι αυτός, δυνατά, γελών, ντροπιασμένος διότι εφοβήθη: 
   ― Ναι… ξεύρω. Αλλά ακόμη δεν… 
   Ήθελεν ίσως να πει ―αλλ’ η χαρά του εσύγχυζε τα λόγια του― ότι ακόμη δεν είχε συνηθίσει να είν’ ελεύθερος. 
   Την ευθυμίαν του αγαθού ανθρώπου έκοψεν έξαφνα η ερώτησίς μου ―σκληρά, επαγγελματική ερώτησις δημοσιογράφου στεκομένου με την πένναν την αναίσθητον, όπως ο γιατρός με το μαχαίρι: 
   ― Και πώς τον εσκότωσαν τον μακαρίτην;
   Η κίτρινη μελαγχολία εσκέπασε πάλιν το πρόσωπον του Μακεδόνος ιερέως, ο οποίος δεν μου απήντησεν· ανεκλίθη μόνον ολίγον διά να στηρίξει την πλάτην του, έσεισε το κεφάλι του σαν άνθρωπος που του λέγουν να ‘πει λυπηρά και περιττά λόγια, και στρέψας τα μάτια του προς το παράθυρον έμεινε συλλογισμένος.
     Ο Ναούμης, ανέλαβε να μου απαντήσει.
 ― Να σου τα πω εγώ, μου λέγει. Ο παπα-Δημήτρης δυσκολεύεται να μιλήσει καθαρά.
     Η πρόφασις ήτον ευγενής. Ο Μακεδών επλησίασε την καρέκλα του και σκύβων μου αφηγήθη την θηριωδίαν. 
 
   Ο παπάς του Στρεμπαίνου ήτον ο στύλος του εθνισμού μας εις το μακεδονικό χωριό. Ήτο εύπορος όπως ήτον και πατριώτης. Είχε χωράφι, είχε μύλον και καματερά. Όλα τα επούλησε για ν’ αγοράζει… Ορθοδόξους. Του έλεγαν: παπα-Χρήστο, το σπίτι του Τζουμέγκου θα βουλγαρέψει για να ζήσει. Αύριο θα υπογράψει στο μύλο του Χατζή-Γεώργη και θα πάρει ένα τσουβάλι αραποσίτι. Ή του ‘λεγαν: Ο Ντούμας «γύρισε» ―του κρεμάσανε μολύβι στην πόρτα· αν δεν εγύριζε θα τον εθέριζαν. Ο παπα-Χρήστος έτρεχε τα ξημερώματα, εξυπνούσε τον κλονιζόμενον ή τον αποστάτην και του έλεγε: «τι θα κάμεις, μωρέ σκυλί; Σε ποιον θα παραδώσεις την ψυχήν σου; Τον Θεόν σου, μπρε, θα προδώσεις; Την πατρίδα σου θα ατιμάσεις, άθλιε; θα έχεις την κατάρα μου.» 
   Ο πεινασμένος κι ο αποστάτης του έλεγε: 
   ―Τι να κάμω; Έτσι κι έτσι χαμένος είμαι. Θ’ αποθάνω από την πείναν ή θα με θερίσουν.
   Ο παπάς έβγαζε μια λίρα, του την έδινε και του ‘λεγε: «Να, πάρε αραποσίτι.» Και στον άλλον: «Να, πάρε το κουμπούρι μου να φυλαχθείς.» Και στην εκκλησίαν, κάθε Κυριακήν, αφού ετελείωνε το Ευαγγέλιον του Χριστού, άρχιζε το Ευαγγέλιον του Έθνους κι εφώναζε με πλατιές χειρονομίες, με μεγάλο στόμα, από το σκαλοπάτι της Ωραίας Πύλης: «Αδελφοί μου, μη φοβείσθε! Ο Θεός της Ορθοδοξίας διαφυλάττει τον Ελληνισμόν. Ο Ελληνισμός είναι μέγας, όπως ο κόσμος και αιώνιος, όπως ο Θεός. Και αν σκοτωθείς εσύ κι αν σκοτωθώ εγώ, και όλο το χωριό, και όλοι οι Μακεδόνες, ο Ελληνισμός πάλιν θα βλαστήσει εδώ, μόνος του, όπως τα άνθη του αγρού, τα οποία βγαίνουν χωρίς να τα σπείρει κανείς, και ας τα τρώγουν τα ζωντανά, ας τα μαραίνουν οι χειμώνες· αυτά πάλιν θα βλαστήσουν όταν θα έλθει η άνοιξις. Μόνον την θρησκείαν μας πρέπει να υπερασπίσομεν, να μείνομεν πιστοί εις την Ορθοδοξίαν, διότι είναι κατηραμένος, είναι αφορισμένος όποιος αλλαξοπιστεί. Και πάλιν ευλογημένος είναι όποιος προτιμά να παραδώσει την ζωήν του, παρά να παραδώσει την θρησκείαν του…
   Έτσι αγόραζε Ορθοδόξους.
   Και ενώ με το στόμα του εσκόρπιζε το θάρρος, με το χέρι του εσκόρπιζε τας ευεργεσίας. Το σχολείο του χωριού αυτός το είχε κτίσει. Την βρύσιν αυτός. Την μεγάλην εικόνα της Παναγίας της Στρεμπαινιώτισσας, της θαυματουργού, αυτός την ασήμωσεν από πάνω έως κάτω.
   Μπορούσε να υπάρχει τέτοιος εχθρός; Πόσες φορές τον ετριγύρισαν οι «άτιμοι», τον εξεπλάνεψαν τα δολερά λόγια, τον επλησίασαν τα δολοφόνα χέρια. Αλλ’ ο παπάς, από πάνου από το τίμιο ξύλο που φορούσε, είχε το κουμπούρι. Είτε στην Αγίαν Τράπεζαν εστέκετο, είτε στο χωράφι έσκυβε και δούλευε, την προστασία της ζωής του δεν την άφηνε. Το φυλακτό και το κουμπούρι έχουν την ιδίαν ιερότητα για τους παπάδες της Μακεδονίας, γιατί η ζωή που προστατεύουν δεν είναι η ζωή ενός ανθρώπου, είναι μια θρησκεία και μια πατρίδα. Το φονικό του καταράτου, που κυνηγά αυτά τα δύο, είναι κι αυτό άγιον μυστήριον.
   Ήξερε μόλα ταύτα ο παπάς ότι η ζωή του ήτανε σημαδεμένη. Όλοι του ‘λεγαν: ― Παπα-Χρήστο να φυλάγεσαι, γιατί αν χαθείς εσύ, χαθήκαμε κι εμείς· το χωριό γύρισε και πάει. Κι εκείνος έλεγε: ― Το ξέρω. Και δεν εφυλαγότανε.
   Μια μέρα πήρε τα δυο μικρά παιδιά του και τα πήγε στο Προξενείο, πέντε ώρες δρόμο. Εζήτησε να ιδεί τον Πρόξενον, και του είπε, κρατώντας τα δυο μικρά από τον ώμο:
   ― Κύριε Πρόξενε, αυτά είναι τα ανήλικα παιδιά μου. Ο άλλος έχει ηλικίαν. Εγώ ξεύρω πως θα φονευθώ. Αλλά τον θάνατον δεν τον φοβούμαι, διότι όλοι θ’ αποθάνομεν. Μόνον δι’ αυτά λυπούμαι, και ήλθα να σε παρακαλέσω να τα προστατεύσεις.
   Γύρισε στο Στρέμπαινο. Ύστερ’ από μια ‘βδομάδα τον «εθέρισαν».
   Είχε πάει στην Καστοριά να πουλήσει γέννημα. Εκεί επροδόθη. Σαν έκαμε τη δουλειά του, επήρε πάλιν τον δρόμο για το χωριό. Εβγήκε στα λιβάδια, πέρασε το μοναστήρι, έφθασε στην Προκοπάνα, να ξεκουραστεί και να εξακολουθήσει την οδοιπορίαν. Ήτανε παραμονή της Μεταμορφώσεως, 5 Αυγούστου, βράδυ βράδυ. Ο Παπα-Γιώργης, της Προκοπάνας ο παπάς, του είπε: πώς θα οδοιπορήσεις, αδελφέ, τέτοια ώρα; κάθισε απόψ’ εδώ και το πρωί πηγαίνεις. Ο παπα-Χρήστος δεν ηθέλησε. Ποιος θα λειτουργούσε της Μεταμορφώσεως στο Στρέμπαινο;
   Ξεκίνησε. Μιάμιση ώρα δρόμο είναι το ένα χωριό από το άλλο. Πέρασε τον λόγγο και βγήκε πάλι σε λιβάδι. Μπροστά στο μικρό ρέμα κοντοστάθηκε, για να ‘βρει πόρον να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούει μουρμουρητά ανθρώπων που μιλούσανε και βήματα που ετσάκιζαν τα φρύγανα. Γυρίζει και βλέπει πέντε βουλγαροχωριάτες με κίτρινα ποτούρια σαγιακίσια, με γουρουνοτσάρουχα, οπλισμένους με τουφέκια, να ‘ρχονται κι αυτοί.
   ― Πού ώρα καλή, παπά μου; του λένε βουλγαρικά, σαν επλησίασαν. Έλα να καθίσομε λίγο εδώ να ξεκουραστούμε και πάμε μαζί.
   Ο παπα-Χρήστος εννόησεν ότι ήρθεν η ώρα του Θεού. Αφού ήτον χαμένος δεν εκαταδέχθη να δώσει άλλην απάντησιν, παρά τράβηξε αμέσως το κουμπούρι και σταθείς αντίκρυ, μοναχός του, εμπρός σε πέντε, τους είπε:
   ― Ελάτε, κτυπήστε με, τι κάθεσθε;
   Δεν έβλεπε τα πέντε γκρα (3); Δεν ήξερε πως το κουμπούρι του είχε μόνον μια ριξιά; Αλλά την στιγμήν εκείνην δεν ήτον ένας άνθρωπος, ήτον ένα έθνος. Ποιος ξέρει; Αυτό θα του ‘δειξε το φως που ετύφλωνε τα μάτια του, αυτό θα του είπε η τελευταία φωνή του λογικού του.
   Δεν επρόφθασε να σηκώσει ψηλά το όπλον. Τέσσερα χέρια σφίγγουν το κάθε χέρι του κι ένα μαχαίρι, πλατύ και σουβλερό, χώνεται από πίσω, ανάμεσα στις δυο του πλάτες.
   ― Νόμιζες πως θα μας γλιτώσεις; του λέει ο δολοφόνος στη γλώσσα του που μοιάζει σαν ζώου ούρλιασμα. Αλλά και τώρα είναι καιρός ακόμα να σωθείς, του λέει πάλι η φωνή του αγριμιού: αν μας δώσεις λόγο πως θα γυρίσεις το χωριό.
   Με το μαχαίρι μες τη σάρκα του, ο παπάς εβόγγησε κατακίτρινος, με κλεισμένα μάτια:
   ― Όχι!
   Το μαχαίρι εχώθη πιο βαθιά και στρίφθηκε και ακούσθη ένα κριτσάνισμα κοκάλου. Το αίμα χυνότανε σαν βρύση.
   ― Ούτε θα λειτουργάς βουλγαρικά; ξαναλέει το θηρίον.
   Ο παπάς έκαμε «όχι» με το κεφάλι, και το καλυμμαύχι έπεσε στο αίμα και τ’ άσπρα του μαλλιά επεριχύθηκαν σαν φως γύρω στο κερένιο πρόσωπο που έσβηνε.
   Ο δολοφόνος είδε το αδύνατον, την επιμονήν, την περιφρόνησιν και δεν ήθελε πια καμιά υπόσχεσιν· ήθελε μόνον αίμα. Και με πείναν αγριότητος, έστριβε το μαχαίρι μέσα στο ραχοκόκκαλο, όπως στρίβει το τρυπάνι ο μαραγκός με κόπο, σε ρόζο απάνου.
   Ο παπάς είχε πεθάνει. Τότε έπεσε. Το βάρος του εξέφυγεν από τα μιαιφόνα χέρια και το λείψανό του εσωριάσθη. Οι φονιάδες έβγαλαν τότε τα μαχαίρια τους και άρχισαν να κομματιάζουν το κουφάρι. Ο ένας το έχωσε στο στόμα που εκήρυττε τα δύο ευαγγέλια, έσπασε τα δόντια, έκοψε την γλώσσαν που τους εκαταράτο, την επάτησε πολλές φορές, με λαχάνιασμα ηδονής, και την έλιωσε με το γουρουνοτσάρουχο. Ο άλλος το έχωσε στα δύο μάτια που είχαν μείνει μισοανοιγμένα κι εκοίταζαν με απάθειαν περιφρονητικήν. Το έστριψε κι επέταξε δύο κομμάτια σάρκας, διασκεδάζων με το θέαμα, ενώ οι άλλοι έψαχναν το βγαλμένο ράσο κι εξετρύπωναν το πέτσινο πουγγί, τον σουγιάν, την πίπαν, το κομπολόγι, το μεγάλο χρωματιστό μαντήλι, και τα ετραβούσαν ο ένας από το χέρι του άλλου, με εύθυμον φιλονικίαν. Έπειτα εκουβάλησαν χώμα, λάσπες και μεγάλες πέτρες και σκέπασαν το λείψανο. Ύστερα έπλυναν τα χέρια τους και τα μαχαίρια τους μέσα στο αυλάκι και το νερό κοκκίνησε.
     Και χάθηκαν στο σκότος… 
 
   Μια βουβαμάρα διεδέχθη την αφήγησιν του Μακεδόνος και στην σιωπήν της φρίκης, εβγήκε από την γωνίαν του καναπέ ένας αναστεναγμός που έμοιαζε με μούγγρισμα θηρίου που ξυπνά. Είδα τον παπα-Δημήτρην και μου εφάνη πως είχε αλλάξει. Τ’ αυτιά του είχαν κοκκινίσει, τα μάτια του είχαν μεγαλώσει και έλαμπαν· είχε βγάλει το καλυμμαύχι του και εσκούπιζε με το χονδρόχερό του το μέτωπο, που είχε νοτίσει από τον ιδρώτα κάποιου κόπου ερχομένου από την ψυχήν. Και όμως η φυσιογνωμία του δεν ήτον φυσιογνωμία ανθρώπου καταλυπημένου. Εκείνα τα μάτια σχεδόν εχαίροντο κι εκείνο το στόμα, το στεγνό, μάλλον εγελούσε. Μου εφάνηκε πως έβλεπα άνθρωπον παραφρονούντα από λύπην. Αλλά μετ’ ολίγας στιγμάς είδα ότι είχα λάθος· αυτή η έκφρασις η αλλόκοτος ήτον απλώς θρίαμβος για κάποιαν πολύ μεγάλην πράξιν. 
   Ο Ναούμης, αλλάξας φωνήν, με μάτι και με χαμόγελο χαιρέκακον, εξηκολούθησεν: 
   ― Αλλά κι ο παπα-Δημήτρης καλά τον εδιόρθωσε. 
   ― Τι έκαμε; 
   ― Εκδικήθη. 
   ― Πώς: 
   Μου συνεπλήρωσε την αφήγησιν.
   Ο μεγάλος γιος του φονευθέντος προμάχου Κώτσος ―αυτός εμπρός μου, ο παπάς― έλειπε την ημέραν της δολοφονίας, ήτον στα Βιτώλια. Όταν έμαθε τον σκοτωμόν του πατέρα του δεν εταράχθη· τον επερίμενεν, όπως όλο το χωριό, όπως και ο ίδιος ο μακαρίτης. Μόνον ένα πράμα έτρεξε να κάμει: να πάει στον Δεσπότην και να ζητήσει να χειροτονηθεί, να ονομασθεί παπα-Δημήτρης, να ξαναγίνει ο πατέρας του, να μην αφήσει τόπο στον εχθρό, να μη μείνει το χωριό χωρίς παπά, να μη μολυνθεί η εκκλησία με βουλγαρικόν τροπάριον, να μη προφθάσει η Εξαρχία και στηλώσει τις σαλευόμενες καρδιές. Τα άλλα δεν ήτανε σπουδαία· την εκδίκησιν θα την έφερν’ ο Θεός.
   Και να, πώς ο παπα-Δημήτρης έγιν’ ο εκδικητής: Μια βραδιά, με το φεγγάρι, πέντ’ έξι, Στρεμπαινιώτες έπιναν τσίπουρο στο χάνι που είν’ απ’ έξω απ’ το χωριό. Ήτανε κι ο παπα-Δημήτρης, ήτανε κι ένας Βούλγαρος τσοπάνος με την συντροφιά, καθισμένος πάρα πέρα, ζαρωμένος μοναχός του σ’ ένα πάγκο, κι άκουγε δίχως να μιλεί, αφού κανείς δεν του μιλούσε. Αυτός δεν έπινε· το πιοτό είν’ απαγορευμένο από το Κομιτάτο, γιατ’ είναι καταδότης.
   Από κουβέντα σε κουβέντα ήρθε πάλι ο λόγος για τον φόνο του παπά και η ανησυχία για τον τάφο που τον είχαν χώσει. Γιατί κανείς δεν ήξερε πού ήτανε χωμένος ο τίμιος νεκρός. Τρεις φορές είχαν σηκώσει το λείψανο και το είχαν ξαναθάψει.
   Έξαφνα ο τσοπάνος εσηκώθηκε κι ηθέλησε να φύγει. Μια σκιά, σαν φάντασμα κακούργου, εσηκώθηκε στο θαμπό φως της γωνιάς και με γατίσια βήματα πήγαινε κατά τη θύρα. Ο παπα-Δημήτρης, μέσα στο βάρος του πιοτού, ένιωσε μίαν αστραπήν να περάσει από τον νου του.
   ― Στάσου βρε! λέει του τσοπάνου και του πιάνει την θύραν, με το ψηλό κορμί του. Εσύ ξέρεις πού είναι θαμμένος ο πατέρας μου. Εσύ είσαι Βούλγαρος, είσαι και συ φονιάς.
   Ο βοσκός εστάθηκε, έχωσε τον κοντό λαιμό του στη λίγδα του σαγιακιού, εσούφρωσε τα μάτια του, δυο μακρουλές γραμμές από πάνου από μεγάλα κόκκαλα και κοίταζε τον παπά σαν θυμωμένος γάτος που τον στενοχωρούν σε μια γωνιά:
   ― Γιατί να ξέρει εγώ;… Ντεν ξέρει· απαντά με απάθειαν. Και πέφτει σ’ ένα σκαμνί που ήταν εκεί μπροστά του, με εγκαρτέρησιν. Και γυρίζει αλλού τα ύπουλα μάτια του. Από την συντροφιά εβγήκε μια φωνή:
   ― Θα σου δώσουμε από ένα μετζίτι (4) ο καθένας μας αν μας το πεις.
   Ο τσοπάνης είδε τους Στρεμπαινιώτες, σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει και θέλει να βεβαιωθεί. Και δεν εμίλησε.
   ― Τ’ άκουσες; από ένα μετζίτι, του ξαναλένε.
   ― Ντεν ξέρει… επανέλαβε ο Βούλγαρος με ανειλικρίνειαν. Ο παπα-Δημήτρης δεν εκρατήθη· άρπαξε τον τσοπάνη από το σαγιάκι (5), τον εσήκωσεν από το σκαμνί, τον ετράβηξ’ έξω από χάνι και του είπε με βεβαιότητα:
   ― Θα πάμε τώρα να μου δείξεις τον τάφο.
   Οι άλλοι έμειναν, μη πιστεύοντες να κάμει τίποτε ο παπάς κι εξακολούθησαν την ομιλίαν τους. 
 
   Οι δύο άνδρες, ο Έλλην και ο Βούλγαρος, επήραν τον δρόμον προς τον κάμπον. Ο παπάς είχε δράξει τον βοσκόν από το ρούχο και τον εκρατούσε. Εκείνος, με κατεβασμένο σβέρκο, με το φαρδύ ποτούρι, με τα ξεπάτωτα γουρουνοτσάρουχα, ακολουθούσε σούρνοντας τα πέλματά του, σαν αρκούδα.
   ― Πού είναι; εμούγγριζ’ έξαφνα ο παπάς, στην σιωπήν.
   ― Εκεί, εμουρμούριζεν ο δολοφόνος. Και προχωρούσαν.
   Άσπριζε, σαν χιονισμένο, το λιβάδι στην σελήνην. Ο Βούλγαρος, σε κάθε χαράδρα, σε κάθε σπηλιά που επερνούσαν, εσήκωνε κάπου κάπου το κεφάλι του με το βρόμικο καλπάκι κι εκοίταζε τριγύρω, όχι για να βρει τον τάφον, αλλά σαν να γύρευε καμιά βοήθεια να βγει από κείνα τα σκοτάδια που εμαύριζαν. Έβγαζ’ ένα μουγκρητό πολύ δυνατό, τάχα πως εστέναζε· πάλι ξανακοίταζε και πάλι ένευε κάτου.
   Σε λίγο στάθηκαν αποτόμως. Ήσαν εμπρός σ’ ένα σωρόν από πέτρες κι από πετρωμένα χώματα. Ο Βούλγαρος δεν είπε τίποτε. Εκύλισε με το τσαρούχι του μια μεγάλη πέτρα κι έπειτα έσκυψε και τράβηξε ένα κομμάτι ράσο σφηνωμένο.
   ― Εδώ είναι; λέει ο γιος του πεθαμένου.
   Ο τσοπάνης έκαμε ναι με το κεφάλι· ο παπάς έβγαλε το καλυμμαύχι, εγονάτισε στις πέτρες, εφίλησε το ξεθωριασμένο κουρέλι, κι έμεινε έτσι κάμποση ώρα σαν κάτι ν’ άκουγε.
   Όταν εσηκώθη πάλι γρήγορα σαν να είχε πάρει κάποιαν δύναμιν και κάποιαν έμπνευσιν από το χώμα, είδε πως ο τσοπάνης είχε πλησιάσει και κάτι επρόφθασε να κρύψει από πίσω του. Ο παπάς είδε το κίνημα, υπωπτεύθη, και άρπαξε τον Βούλγαρον από τον ώμον. Την στιγμήν αυτήν από το χέρι του δολοφόνου έπεσε κρυφά ένα φαρδύ και σουβλερό μαχαίρι κι έλαμψε στο σεληνόφως. Ο παπάς εννόησε την ατιμίαν από την οποίαν είχε γλυτώσει η ζωή του. Ο Βούλγαρος εννόησε ότι δεν είχε πια καμίαν ελπίδα να σωθεί από το χέρι που τον έσφιγγε σαν να ήτον το χέρι το αμάλακτο της Εκδικήσεως, και όλα τα νεύρα της ζωής του εκόπηκαν.
   ― Ήθελες να με σκοτώσεις, του λέει ο παπα-Δημήτρης. Αλλά δε θα σε πειράξω· μόνον να μου πεις ποιος τον εσκότωσε, πώς, πότε, όλα. 
   Με την ειλικρίνειαν της δειλίας ο Βούλγαρος είπε:
    ― Εγώ. 
   Φουρτούνα εσηκώθη ακαριαίως μέσα στην ψυχήν του χριστιανού που ήθελε να συγχωρήσει. 
   ― Εσύ!… εφρύαξε. 
   Και το χέρι του έσφιξε τον ώμον του Βουλγάρου σαν τανάλια. Αυτό το κάθαρμα, το βρομερόν, το τιποτένιο, να καταστρέψει έναν ήρωα! Το κακούργημα του εφάνη πιο μεγάλο. Η επιείκειά του εναυάγησε στην φουρτούναν της οργής. 
   ― Εσύ, μονάχος σου; του ξαναλέει. 
   ― Όχι, ήμαστε πέντε…
     Και του είπε την ιστορίαν της ατιμίας και του αίματος, το πιάσιμον, το δέσιμον, το κάρφωμα που του έκαμεν αυτός ο ίδιος, το στρίψιμον του μαχαιριού μέσα στο κόκαλο, το δεύτερον, το τρίτον στρίψιμον, το τελευταίον «όχι» του ήρωος και τας τελευταίας βεβηλώσεις του λειψάνου.
   To μαχαίρι εκείτετο εκεί, λάμπον, σαν να συνεπλήρωνε με την ευγλωττίαν των ακτίνων του την αλήθειαν της αγρίας διηγήσεως και σαν να εφώναζεν εκδίκησιν. Ο παπάς, αφού άκουσεν όσα ήθελε να μάθει, έσκυψε, πήρε το μαχαίρι και είπε μόνον στον τσοπάνην: Αυτό είναι, το ίδιο;
   Με την ιδίαν αναισθησίαν του τρόμου εκείνος κατένευσε.
   Τότε ο γιος του σκοτωμένου, χωρίς να πει τίποτε άλλο, με την μουγγάδα τρομεράς αποφάσεως που αναταράζει την ψυχήν και βουλώνει τον δρόμον της φωνής, ετράβηξε τον δολοφόνον πάρα πέρ’ από τον τάφον, εσήκωσε το μαχαίρι, το έχωσε μέσα στον λαιμόν του, βαθιά, μαζί με το μανίκι, το αφήκε χωμένον μέσα στην σάρκα την ακάθαρτην και έσπρωξε με μια κλωτσιά το πτώμα, το οποίον εκυλίσθη στον κατήφορον.
   Ο εκδικητής επέστρεψε στο χάνι και ανήγγειλε στους Στρεμπαινιώτες ότι ευρήκε τον τάφον και σκότωσε τον νεκροθάπτην του πατέρα του. Υψηλός, ξεφρενιασμένος εστάθηκε από πάνου απ’ το τραπέζι, ανάμεσα στους χωρικούς που τον εκοίταζαν με σιωπή κι ευλάβεια, κι εδιηγήθη την δίκην από παντού από τον τάφον και την τιμωρία που ακολούθησεν αμέσως σαν τιμωρία θεϊκή σ’ εκείνην την ερημιάν, σ’ εκείνην την μεγάλην αίθουσαν του θεϊκού δικαστηρίου, μπροστά στη βουβή μεγαλοπρέπεια του ουρανού και της σελήνης.
   Ο φόνος του φονιά εκρατήθη μυστικός, για να σωθεί το χωριό από αντεκδικήσεις. Και, αν και ο τάφος βρέθηκε, το λείψανο κανένας δεν κοτά να το σηκώσει από κει που είναι πεταμένο και σαπίζει, σαν ψοφίμι.
   Τα κόκαλα του εθνομάρτυρος μαζί με τόσα άλλα που στρώνουν την τυραννισμένην χώρα, περιμένουν τη μεγάλη λευτερώτρα που θα γυρίσει ―δεν μπορεί― μια μέρα, από πάνου τους, και θα τα καλεί με ψαλμωδίες γνώριμες να σηκωθούνε και ν’ αναπαυθούν στην ειρήνην της ελευθερίας.
 
 
Ευστρατιάδης Ευστράτιος
ΛΟΓΟΤΕΝΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ 
.....................

Σημειώσεις:
 
(1) ίουλος: Το πρώτο χνούδι, οι πρώτες τρίχες στα νεανικά μάγουλα.
(2) ποτούρι: Είδος παντελονιού ή βράκας, φαρδύ στο επάνω μέρος και στενό στο κάτω. Δάνειο από τα τούρκικα, potur. Η λέξη υπάρχει και στα βουλγάρικα, ενώ παρόμοια παντελόνια έβρισκε κανείς σε όλα τα Βαλκάνια.
(3) γκρα: Είδος τουφεκιού. Αποτέλεσε κύριο όπλο τόσο του γαλλικού όσο και του ελληνικού στρατού, στον οποίο παρέμεινε σε υπηρεσία μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα και των Βαλκανικών πολέμων.
(4) μετζίτι: Προέρχεται από το τουρκ. mecidiye ή mecit = παλιό τουρκικό χρυσό νόμισμα, που ισοδυναμεί με την τουρκική λίρα. 
(5) σαγιάκι: Χοντρό μάλλινο ύφασμα, κατάλληλο για κάπες χωρικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου