Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΚΑΘΕΝΑΣ ΌΠΩΣ ΝΙΩΘΕΙ

...Στην αφετηρία...
 
 
    Το διήγημα του Νίκου Λουκόπουλου «Καθένας όπως νιώθει», το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» (1927) μ' ένα πολύ κολακευτικό σημείωμα του Γρ. Ξενόπουλου αποτελεί μια ακόμη πεζογραφική έκφραση του πλούσιου κόσμου της ελληνικής ηθογραφίας και παρουσιάζει με αφηγηματική άνεση, πυκνότητα ύφους, πλαστική ομορφιά και μεγάλο πλούτο ιδιωματικού λεξιλογίου στιγμές απ' τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου, ενώ προβάλλει ιδιαίτερα την αγάπη για τη φύση, μέσα από ειδυλλιακές εικόνες, και τη λαχτάρα για τη ζωή.    
   Ο γερο-Λουκάς, ο ήρωας του διηγήματος, σε μεγάλη πια ηλικία, αλλά στενά δεμένος με το χώμα και τη γη του, που τη δούλεψε με τα χέρια του και με τα συμβολικά «παιδιά» του, τα φυτά που φύτεψε, αρνείται πεισματικά τις προτροπές και τις παραινέσεις των φυσικών του παιδιών να την εγκαταλείψει και ν' αποσυρθεί, απολαμβάνοντας την «ξεκούραση» και την οικογενειακή φροντίδα και θαλπωρή που χρειάζεται ένας γέρος άνθρωπος. Αλλά πώς μπορούν να καταλάβουν όλοι αυτοί πόσο στενός είναι ο δεσμός του γερο-Λουκά με τη γη; Πόσο βαθιές οι «ρίζες» του και πόση ζωή αντλεί απ' αυτήν; Θα σταματήσει ν' αντιστέκεται, μόνο όταν πια οι φυσικές του δυνάμεις θα τον εγκαταλείψουν... αλλά με μια τελευταία αναλαμπή ελπίδας πριν φύγει απ' τη ζωή: τον μικρό εγγονό του ως συνεχιστή και συντηρητή όλων όσων άφησε πίσω του.


  
   Τ' απόγιομα, αργά, ανέβηκε ο γερο-Λουκάς στο χωριό. Έφτασε στο σπίτι απόξω ιδρωμένος απ' την ανηφοριά· κρατούσε κιόλα σ' όλον το δρόμο ένα σακκούλι καλογεμισμένο με τρυφερά πράσα και κρεμμυδάκια. Κοντοστάθηκε στην κάτω σκάλα την πέτρινη για να ξανασάνει κι έρριξε μια ματιά στα κήπια, που απλώνονταν κάτω απ' την αυλή, άλλη μια στις αχυρώνες, το παχνί και το λόζο του γουρουνιού, κι ανέβηκε. Αντί να πάει απάνω στα δωμάτια, που έφερνε μια ξύλινη εσωτερική σκάλα, χώθηκε στο μαγειριό σκύβοντας το κεφάλι του καλά, να μη χτυπήσει στη χαμηλή πορτίτσα που έκλεινε με μάνταλο.
   Εκεί μέσα ήταν τόσος καπνός, που δεν ξεχώριζε τίποτ' άλλο εκτός από τη φλόγα της φωτιάς κι από κάτι μαύρο, που κουνιόταν εδώ κι εκεί. Τα παράθυρα κλεισμένα καλά -τζάμια δεν είχαν- και το μπουχαρί δεν τραβούσε, ίσως γιατί ο αέρας ήταν ενάντιος, ίσως πάλι γιατί το είχε κακοφκιασμένο ο μάστοράς του.
   Ακούονταν χτύποι από χαλκώματα, πυροστιές, τσιμπίδες, που τάρριχναν απάνω στις πλάκες της γωνιάς.
   Ο γερο-Λουκάς στάθηκε κοντά στην πόρτα.
   - Ε! Πνιγήκατ' εδώ μέσα σήμερα; είπε με τη γεροντίστικη φωνή του, που έτρεμε λαφριά, μα είχε έναν εύθυμο τόνο.
   - Καλώς τον πατέρα, αποκρίθηκε μια γυναικεία φωνή. Δεν περνάς απάνω, γιατ' εδώ τοιμάζω να ρίξω τη γάστρα και θάχω καπνό ακόμα; Ντούχνισε το σπίτι· το έρμο μπουχαρί δεν τραβάει ολότελα και πώς ν' ανοίξω παραθύρι! Δε ζεσταίνεται η γάστρα.
   Εκείνος έκαμ' ένα κούνημα που έδειχνε αδιαφορία.
   - Ας είναι ό,τι θέλει, βρε νύφη, εγώ 'δω θα καθήσω. Να, πάρ' το σακκούλι· έχω κάτι πρασάκια, κάτι πέρα δώθε για μαγέρεμα.
   Τράβηξε πιο μέσα και κάθησε δίπλα στη γωνιά, πάνω σε κάποιον παλιοσοφά, που τον είχαν για σκαμνί τώρα.
   Η φλόγα της φωτιάς μίκραινε και τα ξύλα έπεφταν σε κάρβουνα· ο καπνός λιγόστευε, και μπορούσε κανένας να ιδεί όσα πράματα βρίσκονταν εκεί μέσα· ένα κιβώτιο για τ' αλεύρι, άλλο ένα πιο πέρα στην άκρη, κάποιος αργαλειός δίπλα στο κλεισμένο παράθυρο, πυροστιές κρεμασμένες σε ξυλόκαρφα στον τοίχο, τεντζερέδες πάνω στο ράφι, κι' άλλα μικροπράματα ριγμένα ακατάστατα εδώ κι εκεί. Ψηλά, μαύριζαν τα «πάτερα» τα μακρυά, άλλα μικρότερα, τα «ψαλλίδια», τα καδρόνια, τα «πέταυρα», όλα γεμάτα καπνιές. Ήταν θελχτικά στο ευρύχωρο αυτό μαγειρειό κι ένιωθε κανένας πως βρίσκονταν σ' αρχοντόσπιτο γιατί τα χαλκοματένια αγγεία γέμιζαν τα ράφια και τις παραθύρες.
   Η γυναίκα, γριά, κοντή με γλυκά χαραχτηριστικά, σαν απίθωσε στη φωτιά τη γάστρα να καεί, κοίταξε το ψωμί μην παράγινε κι έβαλε το μπρίκι στα κάρβουνα για να φκιάσει καφέ.
   Ωστόσο μιλούσαν. Ο γερο-Λουκάς ρώτησε για τ' αγγόνια, τις αγγόνες και το μικρό του προσάγγονο. Η γυναίκα του είπε ύστερα:
   - Συ, πώς περνάς πατέρα, αυτούθε κάτω; ρώτησε.
   Σούφρωσε τα χείλια του εκείνος κι έκαμε ένα κούνημα αργό με τα χέρια.
   - Τι να περάσω, βρε νύφη, αποκρίθηκε. Καλά, πάντα καλά, παιδάκι μου. Να, δε λείπουν οι δουλειές. Πότε τούτο, πότε κείνο, τα κήπια μου, τα μελισσάκια μου, τα ζωντανά, μια ολάκερη ζωή. Ε! Νάχα και λίγη συντροφιά!... Γέρασα, γέρασα...
   - Γιατί δεν τα παρατάς τα μαγκούφικα πλιο; έκαμε αγαναχτισμένη η γριά. Τι στερεύεσαι τα παιδιά σου, το σπίτι σου, και δεν έρχεσαι ν' αναπαυτείς εκειδά; Άφησ' τα τα ερμαδιακά να πα να χαθούν!
   Σα νάβγαλε κάποιο βάρος από πάνω της, χτύπησε κι έτριψε με τη μασιά ένα αναμμένο κάρβουνο.
   Ο γέροντας χαμογέλασε, ίσιαξε το σκούφο του που ξεθώριαζε πια, κι είπε:
   - Δε ζω εγώ, σα φύγω απ' τη λουγγά μου, μέρα. Μια ζωή εκεί την πέρασα κι εκεί θα πεθάνω εγώ...
   Η γριά κούνησε το κεφάλι της, σα νάλεγε: «Αχ, γέροντα, γέροντα...!» Άδειασε τον καφέ σ' ένα κόκκινο φλυτζανάκι και του τον έδωκε.
   - Ε, νύφη, ξαναείπε κείνος, η ζωή μου εμένα είναι τα κήπια μου, τα τριφυλλάκια μου, τα κλαριά μου, οι μελισσούλες μου· μα κι εγώ είμαι η ζωή τους! Σαν τ' αφήσω, θα σβύσω· κι αυτά θα σβύσουν...
   Τα μάτια του, μισοσκεπασμένα απ' τα τουφωτά άσπρα φρύδια, στο αντιφέγγισμα της φωτιάς, έδειχναν κάποιον πόνο. Ρουφούσε σιγά σιγά τον καφέ του και συλλογίζονταν. Η γυναίκα παραμέριζε τα κάρβουνα, για να ρίξει το ψωμί.
   Ήταν ησυχία.
   Απ' το σπίτι απάνω έφταναν φωνές παιδικές κι αργυρόηχα γέλια· ύστερα ακούστηκε ποδοβολητό στην ξύλινη σκάλα, και να, στην πόρτα, φάνηκε μια κοπέλλα δεκαεφτά - δεκαοχτώ χρονών, όμορφη και δροσερή, που κρατούσε στα χέρια της ένα παιδάκι. Κάποιος μαύρος σκύλος έρχονταν πίσω τους, πήδηξε μέσα, πήγε ίσια στο γέροντα, κουνώντας τρελλά την ουρά, κι ακούμπησε τα μπροστινά πόδια στα γόνατά του. Τη μουσούδα την πήγε κοντά στο πρόσωπό του, σα νάθελε να το γλείψει.
   Ο γερο-Λουκάς τον έσπρωξε με το χέρι του φωνάζοντας: «Να χαθείς παλιοκοπρίτη», κι εκείνος έκαμε δυο σάλτους ως την πόρτα, ξαναγύρισε με κουνήματα χαράς και στάθηκε μπροστά στη γωνιά, κοιτάζοντας με τα έξυπνά του μάτια, μια τον έναν, μια τον άλλο.
   - Στα σκοτεινά είστε; είπε η κοπέλλα, χαμηλώνοντας το κεφάλι για να μπει.
   Ο γέροντας χαμογέλασε.
   - Βρε! Καλώς τα παλληκάρια μου, φώναξε. Πού μου γυρίζετε τόσην ώρα;
   - Ο παππούλης, ο παππούλης! έκαμε το παιδάκι, ξέφυγε απ' τα χέρια της κοπέλλας κι έτρεξε κοντά του.  
   Τότε πια αγκαλιάσματα, φιλιά και χαρωπές φωνές.
   - Άρχισαν τα δικά τους, είπε η γριά γελώντας.
   Η κοπέλλα άναψ' ένα λύχνο, τον κρέμασε σε κάποιο καρφί και κάθησε κι αυτή πάνω στο σοφά, δίπλα στο γέροντα.
   - Μας λησμόνησες, παππούλη, είπε. Τόσες μέρες έχεις να 'ρθεις απάνω.
   - Τι λες, γυιέ μου! έκαμ' ο γέροντας. Τα παλληκάρια μου λησμόνησα εγώ; Χα, χα, χα! Εσείς με λησμονήσατε, που δεν είπατε να κάμετε καμιά μέρα κατά το καλύβι! Κι άρχισαν τα καλούδια να γίνονται... Σας ξέχασα λέει! Μπα, μπα... Μα έχω δουλειές. Και πέντε μέρες δα έχω να 'ρθω!
   Χόρευε με τα γεροντικά ζαρωμένα χέρια του το παιδί, που ήταν έξη χρονών, σα βυζανιάρικο. Του τραγουδούσε κιόλας «τούμπουλου για, τούμπουλου για...», σε μονότονον ήχο. Το πρόσωπό του το φώτιζε η χαρά κι είχε γίνει κι αυτός σαν παιδάκι.Ύστερα άπλωσε το χέρι του στο σακκούλι, ακουμπισμένο εκεί δίπλα, και πήρε κάτι, τυλιγμένο σε φύλλα από καμπρολάχανο.
   - Να ιδούμε, τι έφερ' ο παππούλης στα παλληκάρια του, είπε κι έδωκε στο κορίτσι και στο παιδί από ένα πλοχέρι ορεχτικά χαμοκέρασα... Νύφη, να και συ δυο, να μοσκοβολήσει το στόμα σου.
   Εκείνη γέλασε παίρνοντάς τα.
   - Μπα! Μικρή είμαι κι εγώ; είπε.
   Ο γερο-Λουκάς κοίταζε το παιδάκι που έτρωγε τ' ωραίο φρούτο, καθισμένο στα γόνατά του.
   - Βλέπεις τα καλούδια που έχω γω στη λουγγά μου, λέει κάποια στιγμή. Και τώρ' αρχίσανε· κοντεύουν τα κεράσια να γίνουν, κι ύστερα οι μούρες, κι ύστερα τ' αχλάδια, τα μήλα, τα βατόμουρα. Τόσα και τόσα! Στα κήπια μου πάλι, άλλα καλά! Φασουλάκια, αγγουράκια, λαχανικά. Όλ' αυτά αργούνε ακόμα λίγο· έχουμε όμως τα χαμοκέρασα τώρα. Και τι όμορφα που είναι κει, στην εξοχή! Κάτω απ' το καλυβάκι μου, απλώνονται οι γράνες γεμάτες λαχανικά, τριφύλλια, δέντρα, και πιο κάτω περνάει το ποτάμι και βουΐζει μέρα νύχτα. Πάνω ο λόγγος, οστριές, δέντρα, καστανιές, έλατα· ψηλά έχω τη γούρνα μου, που σαν θα την απολάω, όταν πιάσει η μεγάλη ζέστα κι έχουν ανάγκη τα κήπια μου από πότισμα, θα τρέχει το νερό  στο κατηφοριαστό αυλάκι και θα κάνει καταρράχτες. Εκεί, σαν ήταν παιδάκι, έπαιζε ο πατέρας σου, Ανθούλα, που ήταν παππούλης εσένα, Ντίνο· Θεός σχωρέσ' τον!
   Το παιδάκι είχε γυρίσει, τον κοίταε κατάματα κι άκουε με προσοχή, σα να του μολογούσαν παραμύθι· μα δε λησμονούσε να βάνει στο στόμα του και κανένα χαμοκέρασο. Είχε πάει πολλές φορές εκεί κάτω, αλλά δεν τ' άφηναν να καθήσει παρά λίγη ώρα.
   - Με παίρνεις κι εμένα παππούλη; ρώτησε.
   Εκείνος χαμογέλασε και γυάλισαν τα μάτια του, ανάμεσ' από τ' άσπρα φρύδια. Αγαλλίαση ζωγραφίστηκε στο ζαρωμένο του πρόσωπο και φίλησε στο μάγουλο το παιδάκι.
   Αχ! στέναξε η κοπέλλα. Πόσο μαγευτικά είναι κει...
   Ακουμπούσε το κεφάλι στην παλάμη της και κοίταζε μ' ονειρεμένο βλέμμα τη φωτιά, που η μάννα της την ίσιαχνε πάνω στη γάστρα.
 
   Ήταν αργά πια κι όλοι ανέβηκαν στο σπίτι για να φάνε. Είχαν έρθει απ' την αγορά κι οι άντρες, ο παπάς με το δάσκαλο, και κάθησαν στο τραπέζι. Το παιδάκι πάνω στα γόνατα του παππούλη πάντα.
   Ο καθένας, τρώγοντας, ρωτούσε το γέροντα για τούτο, για τ' άλλο, κι εκείνος αποκρίνονταν μ' εύθυμο τόνο στο κάθε τι, βάζοντας πάντα κι ένα χαδευτικό λογάκι. Όλοι ήταν αγγόνια, προσάγγονα και τον φώναζαν «παππούλη».
   Στα δεξιά του κάθονταν ο παπάς, άνθρωπος ανοιχτόκαρδος και γλεντζές, τριανταπεντάρης πάνω κάτω, με δασιά γένεια, μουστάκια παχιά κι απεριποίητα και μαλλιά ίσια, στριμμένα πίσω όλα μαζί, καθώς το συνηθίζουν. Ο δάσκαλος,  με τ' αχτένιστο  κεφάλι και τα λοξοκοιτάγματα, ήταν αριστερά  κι αντικρύ η μάννα τους -η γριά που ήταν στο  μαγειρειό- με την παπαδιά. Η κοπέλλα κάθονταν στ' άλλο μέρος.
   Ο δάσκαλος μουρμούριζε στην αρχή για το φαΐ που έκαιε και για τη λάμπα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο, πίσω τους και δεν έρριχνε καλά το φως·  μα ύστερα έπαψε κι ήταν χαρούμενος σαν τους άλλους. Κάτω, στα πόδια τους, έφερνε γύρες ο σκύλος κι έτρωγε τα ψίχουλα.
   Ο παπάς, μια στιγμή, γυρίζοντας στο γερο-Λουκά μισογελούμενα, μισοσοβαρά:
   - Ε, γέροντα, λέει,  σήμερα μου τόπανε άνθρωποι που δε λένε ψέματα. Είναι σα να το αντίκρυσαν τα ίδια μου τα μάτια.
   - Τι νέο είναι κι αυτό τώρα; έκαμε ο δάσκαλος.
   Η κοπέλλα, ο μικρός, η μητέρα του κι η κυρούλα άκουαν προσεχτικά. Ο γέροντας χαμογελούσε καθώς πάντα.
   - Τι είναι, βρε; ρώτησε.
   - Να, ξακολούθησε ο παπάς. Περνούσε τα χαράματα προχτές κάποιο πρόσωπο, που σας το είπα, λόγος που να μην είν' αληθινός δε βγαίνει απ' το στόμα του· περνούσε απ' τη λουγγά μας, τη λουγγά του παππούλη, και είδε ανάμεσα στα χαμόκλαδα να περνάει μια γυναίκα στα όλασπρα, χιονάτα ντυμένη.
   - Μπα, έκαμε η κυρούλα σοβαρά.
   - Ναι. Ήταν άγγελος. Δεν περπατούσε, λέει, πετούσε· τα πόδια της δεν άγγιζαν στη γη. Την πήρε το μάτι του πιο πάνω, όσο άφηναν τα κλαδιά, και τότε πια την έχασε! 
   - Χάθηκε; ρώτησε ο δάσκαλος.
   - Ναι, σα Νεράϊδα που 'ταν.
   Έγινε για λίγο σιγή. Η παπαδιά κοίταζε τον άντρα της· το ίδιο η γριά και τα παιδιά. Ο γερο-Λουκάς κοιτάζονταν με το δάσκαλο. Μισό λεπτό έμειναν έτσι· ίσως και πιο λίγο. Ύστερα, ένα γέλιο τρανταχτό, π' άρχισε απ' τον τελευταίο, κυρίεψε όλους και δεν μπορούσαν να κρατήσουν την καρδιά τους.
   Σε λίγο ησύχασαν.
   - Μα είν' αλήθεια, παππούλη; ρώτησε ο δάσκαλος σφογγίζοντας τα μάτια του.
   - Τι, γυιέ μου;
   - Να, ήταν καμιά Νεράϊδα στη λουγγά;
   Ο γέροντας ατάραχος με το κεφάλι τ' ασπρομάλλικο ψηλά και μισοκλεισμένα τα μάτια, τους κοίταε.
   - Μια Νεράϊδα μοναχά; είπε. Ο τόπος, γεμάτος Νεράϊδες, όμορφες και δροσερές, σαν το κρύο νερό.
   Σώπασαν και κάποια αμηχανία κυρίεψε όλους, εξόν απ' το γέροντα που σιγοκουνούσε στα γόνατά του τ' αγγονάκι. Οι γυναίκες φαίνονταν πως πίστεψαν γι' αληθινή την ιστορία με τη Νεράϊδα και παραξενεύονταν και ντρέπονταν βαθειά μέσα τους, για λογαριασμό του παππούλη, που γέρος άνθρωπος ανακατευόταν με θηλυκά· γιατί μια υποψία τις κρατούσε, πως δεν ήταν για Νεράϊδα ο λόγος. Ρουφούσε λίγο λίγο το κρασί του ο παπάς κι έπαιζε με το χέρι του τα ψίχουλα πάνω στο τραπεζομάντηλο. Μετάνοιωνε τώρα, γιατί ό,τι είχε πει ήταν σαν άσκημο πείραγμα.
   «Πατέρας του μακαρίτη άντρα μου», συλλογίστηκε η κυρούλα, «που έσερνε δυο τρεις μορόζες από κοντά!»
   Ο δάσκαλος βασάνιζε το μυαλό του, για να βρει κάτι ενδιαφέρον να τους πει και ν' αλλάξη η κουβένα, που αν κι είχε πάψει, ξακολουθούσε  στη σκέψη όλων· στο τέλος έφερε το λόγο για την καταστροφή που έκαμε το χαλάζι στα χτήματα τις προάλλες, και μίλησαν γι' αυτό κάμποσο.
   Η ώρα θα ήταν εννιάμιση και πλέον κι από τ' ανατολικό παράθυρο φαίνονταν το φεγγάρι, που ξεπρόβαλνε στη μυτερή βουνοκορφή.
   - Τώρα, είπε ο γέροντας, καιρός να φεύγω.  
   Και σκύβοντας στ' αγγονάκι, εξακολούθησε:
   - Ε, μικρό μου, δε θα κατέβης απ' την ποδιά του παππούλη;
   - Μα γέροντα, είπε ο παπάς, θα μείνεις εδώ απόψε, και το πρωί θαμπά κατεβαίνεις στη λουγγά. Δε θα χαθεί για μια βραδυά!
   Τόξερε πως με τα λόγια του δε θα του γύριζε το κεφάλι. Είπαν κι οι άλλοι κάτι, για να τον πείσουν, μα όχι, δε θάμενε. Ούτε σηκώνονταν όμως να φύγει. Κάτι ήθελε να ξεστομίσει και δίσταζε. Ύστερα, την αφορμή για ν' αρχίσει του την έδωκε ο μικρός, που γυρίζοντας σ' αυτόν του λέει:
   - Παππούλη, αύριο με παίρνεις κι εμένα;
   Ο γερο-Λουκάς τον κοίταξε χαμογελώντας.
   - Και θέλεις να 'ρθεις, βρε; ρώτησε. Θα σε κρατήσω όμως εκεί! Παπά, δε μου τον δίνεις;
   Το πράγμα έρχονταν σαν αστείο, και βέβαια γι' αστείο το πήραν όλοι, εκτός απ' το γέροντα και το παιδί.
   - Και δεν τον παίρνεις τον κρεμανταλά, να μην τον έχω σκοτούρα στο κεφάλι; αποκρίθηκε παίζοντας ο παπάς.
   - Ναι, μα θα μείνει εκεί για πάντα! Τι χαμογελάς; Να, όσο ζω εγώ, θα 'μαστε μαζί κι ύστερα μοναχούλης του, καθώς εγώ τώρα. Θα 'χω μια συντροφιά όσο να κλείσω τα μάτια μου και μεθαύριο δε μένει κι η λουγγά έρμη. Με κατάλαβες, παπα-Δημήτρη;
   Τα 'λεγε πολύ σοβαρά.
   - Ακούς αν σε κατάλαβα, παππούλη μου! Ρωτάς; Με ξεσκλαβώνεις, αληθινά σου λέω!
   Ο δάσκαλος, απ' το άλλο μέρος, σα να ένιωθε τώρα το γέροντα κι όλο λοξοκοίταζε.
   - Μα σταθήτε, είπε, ρωτήσατε κι εμένα; Μεθαύριο έρχεται Σεπτέμβρης κι ο Ντίνος είναι καιρός να πάει σκολειό.
   Ο παπάς παραξενεύτηκε που το 'παιρνε στα σοβαρά.
   - Για μεθαύριο λογαριάζεις; έκαμε. Μα έχουμε ως τότε καιρό, καημένε!
   - Α! Τα σκολειά και τα κουραφέξαλα στην πάντα θα τα βάλουμε, είπε ο γερο-Λουκάς. Καιρός γι' αυτά δεν περισσεύει, Αλέξη. Τι με κοιτάς έτσι; Ούτε τώρα, ούτε μεθαύριο. Λοιπόν, παπα-Δημήτρη, το πήρες είδηση πως δε μιλάω αστεία;
   Εκείνος κούνησε το κεφάλι, τάχα σα να 'λεγε: «Ναι, όπως θέλεις εσύ, παππούλη!» Και δείχνοντας με τα μάτια τη γυναίκα του: 
   - Να ιδούμε, η μάννα τι λέει, είπε.
   Η παπαδιά ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Τόσο μικρό το παιδί ακόμα, που δεν καταλαβαίνει να σκεπαστεί τη νύχτα, πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τη μάννα του; Πώς θα το χωρίζονταν έτσι δα; Μα τα 'λεγε στ' αλήθεια ο παππούλης ή ήθελε να τους πειράξει;
   - Ναι, στ' αλήθεια, αποκρίθηκε κείνος πειραγμένος λιγάκι. Μα εμένα δε με λογαριάζεις; Εγώ δεν το πονάω το παιδί;
   - Δεν είπα τέτοιο πράμα εγώ, μα...
   - Τότε;
   Με λίγα λόγια καθαρά, παίρνοντας θάρρος πιο πολύ, τους έδωκε να νιώσουν πως δεν είχε πετάξει μια κουβέντα στον αέρα, μα πως το σκέφτηκε καλά, πριν να τους πει τίποτα. Λίγο αργά του πήγε στο μυαλό, μα «κάλλιο αργά, παρά ποτέ» λέει κι' η παροιμία. Θα πέθαινε μ' αλαφριά την καρδιά του κι αν άρχιζε μονάχα να φροντίζει για τη λουγγά, για τον καιρό ύστερ' απ' το θάνατό του βέβαια.
   - Μα τότε!... μουρμούρισε ο παπάς και χάϊδευε τα γένεια του.
   - Τι όμορφα, αλήθεια, θα περνούσε ο Ντίνος μαζί με τον παππούλη, τόλμησε να πει η κοπέλλα.
   Η παπαδιά τη σκούντησε με το πόδι κάτω απ' το τραπέζι κι ο δάσκαλος φάνηκε να θύμωσε. Το παιδί γύριζε τα μάτια πότε στον ένα, πότε στον άλλον, ανήσυχο, κι ο γέροντας έβλεπε απ' το παράθυρο όξω τα φεγγαρολουσμένα βουνά. Έπαιρνε θάρρος, θάρρος τώρα.
   - Θα σας τον πάρω, είπε ύστερα γελαστά.
   - Καλά, μα να ιδούμε θα τον κάμεις και χωριό; μίλησε ο δάσκαλος ψευτογελώντας. Είναι ζουρλός και μας τρελλαίνει όλη μέρα.
   - Όσο γι' αυτό, εμείς ξέρουμε τα δικά μας! Ε, νύφη, τι λες;
   - Είν' αλήθεια, είπε η κυρούλα, μόνο κοντά σου σιγουρεύει, πατέρα.
   Μπορούσε να το αρνηθεί, χωρίς να κάμει το γέροντα να θυμώσει; Εκείνος χαμογέλασε ευτυχισμένος.
   - Ναι, παιδάκια μου! άρχισε. Όσο γι' αυτό να 'στε σίγουροι. Το ξέρετε δα και μονάχοι σας, μα καμώνεστε πως δεν  καταλαβαίνετε. Εσείς συλλογιζόσαστε... και τι δε συλλογιζόσαστε! Πού να πάει το παιδί μας μοναχό, λέτε, μ' ένα γεροκούσαλο, που δε μπορεί τον εαυτό του καλά καλά να κοιτάξει. Μουρλός αυτός μια ζωή, θέλει τώρα που είναι κοντά να τα τινάξει, να κολλήσει κι άλλος τη μούρλια του! Σας ξέρω καλά, παλληκάρια μου! Μα γεροντάκι εγώ, αλλοιώτικα από σας έζησα κι αλλοιώτικα συνήθισα, γιατί ήταν κι οι εποχές εκείνες άλλες. Εσείς δε μπορείτε να καταλάβετ' εμένα, κι' εγώ εσάς. Πώς θα ζήσετε, βρε παιδιά μου, σαν ξυπνάτε την ώρα που βγαίνει ο ήλιος; Μου απολογιέστε: Τα χτήματα, τόσα χτήματα· ο δάσκαλος το μιστό του, ο παπάς το δίσκο. Καλά το λοιπόν, δε σας χαλάω το χατήρι. Έχετε τα χτήματα  που άφησ' ο πατέρας σας -Θεός σχωρέσ' το παιδάκι μου!- να τα κάνετε διπλά,  τρίδιπλα, να χαρούν και τα παιδιά σας· αύριο πεθαίνω κι εγώ, δικό σας και το βιος μου. Έτσι είναι. Έτσι το θέλετε να 'ναι· μα το γεροπαππούλη τον έχετε για παράξενον, π' αφήνει όλα τ' αγαθά στο σπίτι κοντά σας, που κλωτσάει την ανάπαψή του και μοχτάει  μέρα νύχτα στη λουγγά. Στο τέλος του λέτε και για Νεράϊδες, όπως μολογάει ο κόσμος. Τι θα πει ο κόσμος; Βλέπει ένα γέροντα που πάει να φτάσει τα εκατό και κάθεται μονάχος στον έρμο τον τόπο. Έρμο τόνε λένε, μα δεν είναι! Κοσμάκης, ανθρωπάκηδες, τόσο τους κόβει, πολλά βάνουν με το νου τους! Να σας πω, έχουν και δίκιο... Άλλη πλάση εγώ, άλλη γενιά, κι οι εποχές αλλάζουν. Έκαμε λάθος ο Θεός που μ' άφησε να ζήσω τόσο πολύ και να βγω απ' τα σύνορα  του καιρού μου. Ξέρετε τι έλεγε η κυρούλα μου σ' εμένα και στα δυο άλλα αδέρφια μου, σαν είμαστε μικρά και τη ρωτούσαμε για την καημένη μάννα μας που πέθανε παράκαιρα; «Εσείς, βρε, είστε νεραϊδογέννητα· οι μαννάδες σας στο λόγγο και στα νεραϊδάλωνα γυρίζουν». Τ' ακούτε! Νεραϊδογέννητα! Έτσι μας έλεγε. Ε, παιδάκια μου, αν δεν είμαι νεραϊδογέννητος, είμαι νεραϊδοθρεμμένος. Τώρα λένε για τα παιδιά  πως είναι μοσκοθρεμμένα, που πάει να πει, μεγαλώσανε μέσα στο φουστάνι της μάννας τους. Εμείς μεγαλώσαμε μέσα στο λόγγο.
   Μιλούσε ήσυχα και γλυκά, με τον εύθυμο τόνο της φωνής του και χαμογελούσε. Σώπασε μια στιγμή και κοίταζε μ' αγάπη το παιδάκι, που μισοκοιμόνταν στην αγκαλιά του. Οι άλλοι βουβοί.
   Ξανάρχισε ύστερα:
   - Αυτά που λέτε· έτσι είν' ο παππούλης. Τώρα, για το παιδί, θα πήτε: Τι το θέλεις, γέροντα; Δε σας αρνήθηκα πως αργά το συλλογίστηκα  και γι' αυτό έχετε δίκιο να με μαλώσετε. Ναι, παλληκάρια μου. Θα 'πρεπε, παπά, να είχα σένα κοντά μου τόσα χρόνια, ή σένανε, δάσκαλε· μα σαν είναι νέος κανένας, δεν καλοσυλλογίζεται. Τώρα κατάλαβα ν' αποζητάει η καρδιά μου την ανθρώπινη συντροφιά, κι ακόμα πως η ερμιά μου θέλει τον άνθρωπό της αύριο. Είναι κρίμα να σβυστούν τόσων χρόνων κόποι, όταν κλείσω τα μάτια μου... Κι έτσι θα σας τον πάρω το Ντίνο κι ας λέτε ό,τι θέλετε.
   Μιλούσε ζωηρά και μ' ενθουσιασμό σχεδόν, μα τα τελευταία λόγια  τα 'πε σα να μην είχε πεποίθηση  πως θ' αληθέψουν.
   - Δες τον, κοιμήθηκε! είπε πονηρά ο δάσκαλος.
   Ο παπάς δε μίλησε, ούτε κανένας άλλος, και φαίνονταν πως δεν ήθελαν να του χαλάσουν την καρδιά.
   - Νύφη, έκαμε ο γερο-Λουκάς σε λίγο, δε μου ετοιμάζεις το σακκούλι για να κατέβω αγάλι' αγάλια;
   Ο παπάς άρχισε πάλι να του λέει να μείνει. Η γυναίκα του κοντοστάθηκε κι ύστερα κατέβηκε μαζί με την κοπέλλα στο μαγειρειό. Φώναξαν σε λίγο πως είναι έτοιμα κι ο γέρος σηκώθηκε, προσέχοντας μην ξυπνήσει το παιδί, το άφησ' αλαφρά πάνω στο κρεββάτι και του φίλησ' ένα ματάκι.
   - Παππούλη, άσκημα κάνεις να φεύγεις τέτοια ώρα, του λέει για δέκατη φορά ο παπάς.
   - Μας καταφρονάει πάντα, είπε ο δάσκαλος.
   - Μου φαίνεται πως γίνεστε σεις παράξενοι τώρα, αποκρίθηκε γελώντας, καθώς κατέβαινε την ξύλινη σκάλα. Καλή νύχτα σας.
   Η κυρούλα φώτιζε με τη λάμπα. Κάτω στη μεγάλη πόρτα στέκονταν η κοπέλλα με το σακκούλι στο χέρι, γεμάτο ψωμί που άχνιζε ακόμα. Το πήρε ο γέροντας, είπε άλλη μια «καληνύχτα» κι έφυγε.
   Ο παπάς με το δάσκαλο βγήκαν στο μπαλκόνι κι ακουμπώντας στα κάγκελα, τον ακολουθούσαν με το βλέμμα όσο που κρύφτηκε στα σοκάκια. Η παπαδιά κι η κοπέλλα έκλειναν τη μεγάλη αμπάρα της αυλής κι απολούσαν το σκύλο.
   Το φεγγάρι ήταν ψηλά. 
   - Τι μυαλό που έχει! μουρμούρισε ο παπάς.
   - Γεροντικές παραξενιές, παπα-Δημήτρη, είπε ο άλλος, κουνώντας το κεφάλι.
   -Μα τι να του πεις για το παιδί, σατανά; Ας είναι ό,τι θέλει· κανένας δεν του μιλάει, μα να! Τώρα έρχεται και σου ζητάει το παιδί για κληρονόμο! Ακούς τι του κατέβηκε!
   -Κουτός  που είσαι, αδερφέ!  Πες του πως το παιδί είναι άνθρωπος και δε λογαριάζεις να το κάμεις αγρίμι.  
   - Του το λες αυτό, μα...
   - Ε, τι; 
   - Ξέρεις τι σου κάνει αύριο, Αλέξη μου; Μυαλό γεροντίστικο κι αν τον θυμώσεις...
   - Καημένε! Πού θα τα πάει τα παλιοχώραφα; Έννοια σου, όσο γι' αυτό να 'σαι ήσυχος.
   Σώπασαν λίγο. Ύστερα:
   - Δε μαγκουφιάζει να τα παρατήσει και να 'ρθει να καθήσει στο παραγώνι του;... μουρμούρισε ο παπάς.
   
   Έφτανε η Πρωτομαγιά κι ήταν στις χαρές του ο γερο-Λουκάς, γιατί καρτερούσε τα παλληκάρια του, το φεμέλιο, νύφες, αγγόνια, προσάγγονα, να γλεντήσουν. Ήταν παλιά συνήθεια να κατεβαίνουν όλοι στη λουγγά.
   Η εξοχή ήταν στις δόξες της. Οι πλαγιές οι χέρσες ήταν ντυμένες με βαθυπράσινα ή ανοιχτόχρωμα φορέματα, ομορφοκεντισμένα μ' αγριολούλουδα, και κάτω οι «γράνες», που κατέβαιναν ως το ποτάμι, καμάρωναν με θαλερή τη βλάστηση. Οι φασουλιές σφιχταγγάλιαζαν ανεβαίνοντας τα στηρίγματά τους, και σερνότανε ταπεινά στο χώμα  η κολοκυθιά· τα πρασόπουλα και τα νέα κρομμυδάκια, ανοιχτόκαρδα, ξεφύτρωναν με τάξη στις «βραγιές» τους, δίπλα· στο φράχτη κλάρωνε η μπιζελιά και το καλαμπόκι, μικρούλικο ακόμα, στεκόντανε κοκορίστικα. Το δροσερό αεράκι, κατεβαίνοντας απ' το λόγγο, σιγοκουνούσε ομαδιαστό το τριφύλλι. Στα ξεροτοίχια άπλωναν τα τρυφερά βλαστάρια τους τα βάτα. Οι μηλιές, οι αχλαδιές, οι κορομηλιές έρριχναν πια τα λουλουδένια νυφικά τους, για να ντυθούν την πράσινη τη φυλλωσιά· στις κερασιές κρέμονταν μικροί καρποί.
   Το ξαναγέννημα της φύσης γέμιζε χαρά και την πιο πεζή καρδιά κι οι απλοϊκοί χωριάτες, πηγαίνοντας στα εξοχικά τους χτήματα ή γυρίζοντας απ' το βδομαδιάτικο παζάρι του «Αγά»  με τα μουλάρια φορτωμένα, στέκονταν μια στιγμή στον αντικρυνό όχτο και ξαπόσταιναν στη θεία ομορφιά μπροστά.
   Οι ιτιές, στην άκρη της λουγγάς, φούντωναν  κι απάνω στα κλαδιά τους ανεβασμένη η αγράμπελη πετούσε φυλλαράκια και μικρούλικα χνουδωτά μπουμπούκια. Σ' ένα μήνα, θα ωργίαζε σ' ανθό και σε μοσκοβολιά· γύρω της θα γίνονταν σωστό πανηγύρι απ' τις μέλισσες και τ' άλλα ζούμπερα που θα τα 'σερνε το γλυκότατο άρωμα.
   Ο λόγγος άρχιζεν απάνω σιγανός, περήφανος, με τα ολόρθα έλατά του, και μύριζεν η άνοιξη κι εκεί. Αυτός τραβούσε το κάθε έντομο τώρα, γιατί, ανάμεσα στα βελονωτά φυλλαράκια, γυάλιζε σα δροσιά η μελίγρα, γλυκειά όσο τίποτ' άλλο, με το λεπτότατο άρωμά της.
   Ήταν μια λαμπρή μέρα, φωτολουσμένη και δροσερή. Ο γερο-Λουκάς είχε από πρωί τελειώσει όλες τις μικροδουλειές και, κατά το μεσημέρι, ανέβηκε απ' το μονοπάτι που περνούσε μέσα στις οστριές ως τη γούρνα ψηλά. Κρατούσε σκαλιστήρι κι' έκοψε κάμποσα χόρτα, που φύτρωναν μέσα κι ολόγυρα στα χείλια.  Ύστερα τράβηξε τ' αυλάκι - αυλάκι, το σκαμμένο στην πλαγιά, και το καθάριζε απ' τα χώματα και τα λιθάρια, που έναν ολόκληρο χειμώνα κυλούσαν από πάνω. Έτσι έφτασε ως το ρέμα, έκαμε μια καλή δέση με πέτρες και γλυνόχωμα κι' έβαλε ένα μεράδι νερό να τρέχει στ' αυλάκι του. 
   Γύρισε πίσω απ' τον ίδιο δρόμο και πήγε στο μελισσοτόπι· ήταν ανατολικά. Εκεί είχε ως ογδόντα μελίσσια. Τα κρηνιά, άλλα σανιδένια τετράγωνα σα μικρά σπιτάκια, άλλα από ελάτινες φλούδες σαν πυργάκια, όλα σκεπασμένα με πλακόπετρες κι αλειμμένα στις χαραμάδες με γλυνόχωμα, ήταν μια ολόκληρη  πολιτεία  που κουνιόταν από τη δουλειά.
   Ο γέροντας τα κοίταξε και κάθησ' εκεί δίπλα στη χλωρασιά, συλλογισμένος. Άλλες φορές κάτι έκανε, κάτι ίσιαχνε τα «κυβέρτια» του, στερέωνε ένα, στο άλλο έβανε μια πλάκα ακόμα, για να μην περνάει το νερό σαν έβρεχε· μα τώρα τα κοίταζε μόνο και κάθονταν συλλογισμένος.
   Αυτή η ζωή και η δουλειά, που ξεφανερώνονταν τόσο έντονα με το βουητό και του έφερνε χρόνια και χρόνια τη χαρά  σα βρίσκονταν κοντά της, τον έκανε να λυπηθεί. Το πρωί ήταν χαρούμενος, ναι. Έφτανε η Πρωτομαγιά και θα γλεντούσαν όλοι μαζί· στο τέλος θα κρατούσε και το παιδί· αυτή ήταν η σκέψη του, που δεν την πολυπίστευε. Είχε χαρά και την έδειχνε με κάθε τρόπο, σα να 'θελε έτσι να ξεγελάσει κάποιον και να του κρύψει ένα αίστημα λύπης, που κρύβονταν  βαθειά, μέσα σ' αυτήν την ίδια τη χαρά, και δε γελούσε παρά τον εαυτό του. Τώρα όμως, άθελα, ξεφανερώνονταν το αίστημα που αληθινά τον κρατούσε. Δεν είχε τη δύναμη να το εμποδίσει και ζωγραφίστηκε στα μάτια του, στο πρόσωπό του όλο.
   - Α! Βέβαια, σε λίγο θα χαθούν όλα, μουρμούρισε.
   Άπλωσε το χέρι πάνω στα γόνατά του και το κοίταζε με πόνο· ήταν γεμάτο ζάρες και κοκκαλιάρικο. Έσφιξε τα δάχτυλα κι ένιωσε πως είχε δύναμη αρκετή ακόμα, κούνησε όμως το κεφάλι σα να 'χε αμφιβολία· και τα πόδια βαστούσαν καλά και περπατούσε άτρεμα. Κόντευε όμως το σκοινί,  γι' αυτό δεν ήταν να γίνεται λόγος!
   Θυμήθηκε το πρώτο του μελισσάκι, στα παλιά χρόνια, σαν ξεστρεμάτιζε τον άγριον τόπο και τον έκανε κήπια και φύτευε τα δέντρα τα ήμερα, εκεί που πρώτα ήταν λόγγος. Εκείνο γόνεψε και είχε μεγάλη χαρά, σαν είδε πλάι - πλάι στημένα δυο κρηνιά. Τα δυο έγειναν τρία κι ύστερα πολλά. Η μάννα αδυνάτιζε όσο γόνευε και μια μέρα χάθηκαν κι οι λίγες μελισσούλες που απόμεναν στο κρηνί. Μα πλήθαιναν τα νέα και γέμιζε η πλαγιά. Κάμποσα γονίδια έφευγαν και κρύβονταν σε σπηλιές ή γεροκουφάλες, μα έπιανε τα πιο πολλά και μεγάλωνε η πολιτεία.
   Ήταν κι αυτός μια μάννα, έμεινε όμως μάννα μονάχη ως τώρα. Οι γονοί του πέταξαν και χάθηκαν...
   Αν μπορούσε τώρα κάτι!
   Ξανακοίταξε το χέρι κι έσφιξε τα δάχτυλα. Ναι, είχαν δύναμη.
   Λίγα χρόνια ακόμα ας βαστούσε! Άφησε και πέρασαν τόσα και πάνε άδικα!...Βέβαια λίγα θα ζούσε, πέντε, έξη... τι ξέρεις; Μπορεί και δέκα... Κάτι θα 'κανε, μα έλα που ούτε άρχιζε κι όλο εμπόδια βρίσκονταν. Ο παπάς έκανε μούτρα σαν του ζητούσε το παιδί. Θα το 'παιρνε όμως στο τέλος σίγουρα. Έφτανε η Πρωτομαγιά και σαν έρχονταν, δε θα το άφηνε να φύγει· κι εκείνο δα μόνο του το πεθυμούσε.
   Χαμογέλασε και μουρμούρισε: «Βέβαια, είναι καιρός ακόμα».
   Και πάλι δείχνονταν η χαρά και μέσα βαθειά ήταν η λύπη, σε μέρος σίγουρο φωλιασμένη.
   Μια φωνή έφτασ' από κάτω, ανταμωμένη με το βουητό του ποταμιού.
   - Παππούληηη...!
   - Ποιος είναι, βρε; φώναξε ο γέροντας.
   Μα δε θα τον άκουσαν, γιατί πάλι ακούστηκε:
   - Παππούληηη...!
   «Η Ανθούλα θα 'ναι» -συλλογίστηκε. Σηκώθηκε και με το σκαλιστήρι σα ραβδί στο χέρι, κατέβηκε σιγά - σιγά.
   Ήταν η Ανθή, η αγγόνα του, που του 'φερνε ψωμί. Σαν τον είδε να 'ρχεται απ' τις πεζούλες, τού μίλησε, γνέφοντας ζωηρά:
   - Παππούλη, έλα!
   - Εσύ ήσουνα που φώναζες, βρε; είπε κείνος με χαμογέλιο φτάνοντας κοντά της. Πώς κι ήρθες, παιδάκι μου;
   Την περίμενε, αυτή ήταν η αλήθεια, μα ρωτούσε για να πει κάτι. Έτσι ξεφανέρωνε τη χαρά του, γιατί δεν ήταν παρά ένα παιδί μεγάλο καθώς όλα τα γεροντάκια.
   Η κοπέλλα του 'δειχνε με το χέρι, πάνω κατά το λόγγο, και γύρισε να ιδεί.
   - Ε, τι είναι; ρώτησε.
   - Δε βλέπεις μέσα στα κλαδιά;
   Σκίασε με το χέρι τα μάτια του, μα τίποτα παράξενο δε φαίνονταν.
   - Οστριές και δέντροι, είπε. Με πειράζεις, γυιέ μου!
   «Γυιέ μου», έλεγε πάντα στ' αγόρια και τα κορίτσια, σα νάθελε να πει «αγάπη μου».
   - Νεράϊδα, παππούλη, μίλησε ζωηρά το κορίτσι. Να, μέσα στα κλαδιά, μορφοντυμένη στ' άσπρα.
   - Αλήθεια; έκαμε ο γερο-Λουκάς, που φαίνονταν να παραξενεύεται και κοίταζε την Ανθή στα μάτια. Μα πρέπει να ιδείς και καλά θα 'κανες να πήγαινες κοντά. Το μονοπάτι από κει περνάει. Δυο πηδηξιές κι έφτασες. Δεν πιστεύω να φοβάσαι;
   Το κορίτσι φοβόταν λίγο, μα καταμεσήμερο, καλέ! Πήγε. Ήταν η γιδούλα, η Φλωρού, που έβοσκε.
    Αχ, πώς γελάστηκα! έκαμε, καθώς γύριζε τρέχοντας.
   - Νεράϊδα, Νεράϊδα, είπε ο γέροντας πειραχτικά. Ε! Κι ο Ντίνος τι κάνει;
 - Θεριό μονάχο! Τώρα χτίζει μαζί με τα γειτονόπαιδα κάτι φούρνους και σπιτάκια, μα τους τα γκρεμίζει κάθε μέρα ο πατέρας του κι έχουμε κλάματα και φωνές. Δε συχάζει.
   - Σαν παιδάκι που 'ναι δα!
   - Θεριό. Αλήθεια, το μανάρι που το 'χεις, να παίξω λίγο;
   - Άφησέ το, γυιέ μου, καλά βόσκει το κακόμοιρο. Σαν παιδάκι κάνεις κι εσύ.
   Εκείνη του αποκρίθηκε μ' ένα γέλιο δροσερό.
   - Ώστε ο παπάς αγρίεψε; ρώτησε ο γέρος.
   - Χμ, δεν ξέρω. Πόσο θέλω να τρέξω μέσα στα τριφυλλάκια! Αμέ τα χαμοκέρασα; Και τα κεράσια; Δεν κοκκίνησε κανένα; Μια χαρά είσαι 'δω δα, παππούλη... Μπα, μπα, τι ανθός και κακό είναι κείνο;
   Έτρεξε στο πλάγι και μάζεψε ένα σωρό αγριολούλουδα. Όταν γύρισε στο καλυβάκι, ο γέρος ήταν μέσα και κάτι ίσιαχνε. Κάθησε αυτή απόξω, ξαπλώθηκε στο τριφύλλι κι άρχισε να τραγουδάει, μα της φώναξε.
   - Τι θέλεις, παππούλη; ρώτησε.
   - Αν έφαγες λέω...
   - Αν έφαγα;... Ναι, μα ξέρεις απόστασα κι αν έχεις καλό φαΐ...
   - Πατάτες, τυρί, γάλα...
   - Ναι, ναι. Θα 'τρωγε.
   Ο ήλιος δεν ήταν καυτερός, μα κάθησαν στον ίσκιο της μεγάλης κερασιάς. Η Ανθούλα έφκιασ' ένα ξυλαράκι μυτερό και με κείνο έτρωγε τις πατάτες. Ο γέροντας την κοίταζε μ' αγάπη, καθώς μασούσε κι αυτός το φαΐ του σιγά - σιγά, κι ήταν ευτυχισμένος γιατί την έβλεπε χαρούμενη.
   Κάτι θα κατάφερνε, καλέ! Είχε κόσμο γύρω του, την Ανθούλα, το Ντίνο του, π' αγαπούσαν την εξοχή και δε θ' άφηναν τη λουγγά έρμη. Τώρα ήταν αυτός και δεν τους έμελε, μα όταν θα 'κλεινε τα μάτια... 
   - Βγάλε κάνα πρασάκι, παιδάκι μου, είπε. Κι η κοπέλλα πήδηξε απ' την αμπουριά στον κήπο, ξερρίζωσε λίγα πρασόπουλα και ξαναγύρισε, τινάζοντάς τα για να πέσει το χώμα που είχαν στις ρίζες τους.
   - Τα κοτσοκορφάς, για να είναι θραψερά, είπε, ενώ έτρωγε με όρεξη ένα.
   Σωπούσαν κάμποσο. Βούιζε το ποτάμι κάτω, μα ήταν τόσο ήσυχα· ίσα - ίσα το βουητό έκανε να νιώθει κανείς την ηρεμία.
   - Παππούλη, έκαμε μια στιγμή το κορίτσι.
   - Γυιέ μου, αποκρίθηκε χαδιάρικα εκείνος.
   - Πόσο καλά είναι 'δω! εξακολούθησε σα συνεπαρμένη η Ανθούλα. Σαν έρχομαι, δεν ξέρω τι χαρά είν' αυτή που με γεμίζει· μα έτσι και λυπάμαι. Δεν ξέρω. Τάχα που δεν είμαι κάθε μέρα... Να! Μου φαίνεται πως βγαίνει η καρδιά μου και πετάει στα δέντρα, στα λουλούδια... 
   Αναστέναξε βαθειά.
   Ναι, η καρδιά της είχε βγει κι απλώθηκε στα πλάγια με τους ανθούς ή, καλύτερα, όλη η εξοχή κλείστηκε μέσα στην καρδιά της. Είναι όμως τόσο μεγάλη σ' ομορφιά η φύση κι όταν θελήσει να τη νιώσει η ψυχή μας, αισθάνεται να μη μπορεί· το στήθος φαίνεται ν' αδειάζει! Κι' εκεί που θα 'πρεπε μόνη η χαρά να μας κρατεί, βρίσκεται κι η λύπη συνταιριασμένη. Η λύπη της χαράς.
   Στα λόγια της κοπέλλας δάκρυσαν τα μάτια του παππούλη και κοίταξε αλλού. 
   - Να ήσουνα συ παιδί... είπε ύστερα.
   Κατέβηκαν μαζί στις πεζούλες που βρίσκονταν χαμηλά. Ο γερο-Λουκάς ίσιαχνε τους καταπότηδες κι η Ανθούλα μάζευε χαμοκέρασα  ανάμεσα στο τριφύλλι.
   - Αχ, ναι! φώναξε μια στιγμή. Το ξέχασα να σου το πω. Ο Αλέξης όλο ιδιοτροπίες έβγαλε τώρα τελευταία. Φέτος δε θα γλεντήσουμε την Πρωτομαγιά!
   - Μα πώς; είπε ο γέροντας ζωηρά κι ανασηκώθηκε.
   - Να, έτσι του κατέβηκε, αποκρίθηκε λυπημένα. Έλα, παππούλη, πάνω, να του γυρίσεις τα μυαλά.
   - Μήπως μ' ακούνε κι εμένα τάχα;... μίλησε εκείνος παραπονιάρικα σαν παιδάκι.
   - Έχουμε λύπη λέει! Αυτός το λέει. Για την ανιψιά της θεια-Λένης, που πέθανε τον περασμένο Γενάρη! Αυτή είναι η λύπη! Τώρα όποιος πεθαίνει στο χωριό, πρέπει να τον λυποκρατάμε!
   - Τι να κάνω 'γω, παιδί μου!...
   Η κοπέλλα στέκονταν και τον κοίταζε. Ύστερα:
   - Μα το ξέρω, παππούλη, γιατί δε θέλουν να γλεντήσουμε την Πρωτομαγιά. Να, θα 'ρθούμε 'δω και φοβούνται για το Ντίνο, μην τον κρατήσεις. Κάθε λίγο και λιγάκι εκείνος κλαίει και ζητάει να 'ρθει σε σένα. Ο παπάς θέλει να τον ξεγελάση κι ο δάσκαλος φοβερίζει. Αυτά κάνουν τ' αδερφάκια μου!
   - Τους ξέρω, είπε σιγανά ο γέροντας· και ξεχνούσε ν' αρχίσει πάλι τη δουλειά του.
   Ένας θυμός του πλημμύριζε το στήθος κι ανέβηκε ως το στόμα· δεν είπε όμως τίποτα. Ήξερε πως πια δεν τον άκουαν κι αν έδειχνε θυμούς, θα τον πείραζαν μόνο και θα γελούσαν άμα γύριζε τις πλάτες. Το πρόσωπό του ήταν ήσυχο, μα γυάλιζαν τα μάτια πίσω απ' τα τουφωτά φρύδια και τα χείλια αλαφρότρεμαν.
   Η Ανθή γύρευε μέσα στο τριφύλλι χαμοκέρασα κι άλλα έτρωγε, άλλα τα μάζευε στο χέρι· βελάσματα της Φλωρούς, που αποζητούσε ανθρώπους, ακούονταν μέσ' από τις οστριές και κάπου - κάπου έφτανε από τ' αντικρυνά βουνοπλάγια καμιά φωνή γιδάρη, ανταμωμένη με το βούισμα του ποταμιού.
   Ύστερα ο γερο-Λουκάς, ήσυχος και πικραμένος, τελείωσε με το σκαλιστήρι τον καταπότη.
   - Τώρα θα φύγω, είπε η κοπέλλα. Το στόμα μου μοσκοβολάει και κοίταξε πόσα μάζεψα για το Ντίνο!
   - Ναι, πάμε μαζί ως το καλύβι, μουρμούρισε ο γέροντας.
   Πιο ψηλά ήταν καρυδιές, λόγγος σωστός, γέρικες και νέες. Κοντοστάθηκε ο παππούλης και κοίταξε τα κλαδιά με τα περίεργα άνθια.
   - Όταν τις φύτευα αυτές εδώ, δεν περίμενα ποτέ να φάω τον καρπό τους, είπε σα να μιλούσε μόνος του.
   - Καθώς δεν περιμένεις τώρα να δοκιμάσεις τα καρύδια από κείνες, είπε γελαστά η Ανθή κι έδειχνε  δυο νιοφυτεμένα δεντράκια.
   Την κοίταξε παράξενα μια στιγμή και είπε σιγανά:
   - Ναι, έχεις δίκιο.
   - Μα να ιδείς που θα μαζέψεις κι απ' αυτές καρύδια! Είναι σίγουρο δα!
   Σούφρωσε τα χείλια του μόνο.
   Η Ανθή, σαν έφτασαν στο καλύβι, πήρε τα λουλούδια κι έφυγε για το χωριό, λέγοντάς του:
   - Παππούλη, σε περιμένω αύριο ή μεθαύριο να 'ρθεις, να τους γυρίσεις το μυαλό!
   Εκείνος κάθησε στο πεζούλι συλλογισμένος. Σα μοιρολόι έφτανε στ' αυτιά του ο χαρούμενος σκοπός του τραγουδιού της κοπέλλας, που ανηφόριζε στον όχτο πέρ' από το λαγκάδι.
 
   Το σούρουπο κατέβηκε ως τις καρυδιές ο γερο-Λουκάς  και πήγε κοντά - κοντά στις δυο νιοφυτεμένες. Έπρεπε να 'ταν στα νεύρα του, γιατί τα χέρια του έτρεμαν.
   Άρπαξε τα μικρά δεντράκια, το ένα κοντά στ' άλλο, με δυο τιναξιές τα έβγαλε και τα πέταξε χάμω. Οι ριζούλες τους μόλις είχαν αρχίσει ν' απλώνονται. Ύστερα γύρισε στ' άλλα δέντρα και τα κοίταξε με δακρυσμένα μάτια.
   Τους μίλησε:
   - Κι όμως δεν καρτερούσα ν' απολάψω τον καρπό σας, είπε. Αυτό μονάχα  είναι σίγουρο, πως σαν σας φύτευα, δεν καρτερούσα να ιδώ τον καρπό σας.
   Και αργά, με κόπο, τράβηξε κατά το καλύβι· η ράχη του καμπούριασε διπλά, σα να σήκωνε ένα μεγάλο φόρτωμα.
   Εκείνη τη νύχτα έκλαψε κάμποσο, καθώς κλαίνε τα παιδιά, κι αργά, πολύ αργά, τον σκέπασε ο Ύπνος με τις φτερούγες του. Μα κάλλιο να μην κοιμόνταν ολότελα, γιατί τον τάραζαν παράξενα όνειρα, βογγούσε κι' ανάσαινε αγωνιώδικα, σαν κάποιος να τον έπνιγε.
   Του φάνηκε πως ξημέρωσε και πήγε ως τις καρυδιές. Τρόμαξε πολύ, βλέποντας δυο χαριτωμένα παιδάκια, που πέθαιναν ξαπλωμένα στο χώμα. Ήταν μικρά, μικρά, και μιλιά δεν έβγαινε απ' τ' αγγελικά τα μάτια, που κοίταζαν παρακαλεστικά. Γύρω δεν ήταν δέντρα, μα άνθρωποι, και παραξενεύτηκε, και θύμωσε πως δεν πονούσαν και δεν έσκυβαν να μαζέψουν τα μικρά με τ' αθώα, τα δακρυσμένα μάτια. Είδε όμως, όταν πρόσεξε, πως ήταν τα κορμιά τους αλύγιστα κι έβλεπαν κι έκλαιαν κι αυτοί, μα τίποτα δεν μπορούσαν.
   Έπιασε τα παιδάκια και τα σήκωσε· αμέσως χαμογέλασαν γλυκά - γλυκά και στέγνωξαν από τα μάτια τους τα δάκρυα κι έγιναν δυο δεντράκια, δυο καρυδιές. Μεγάλωσαν γρήγορα, σ' ένα λεπτό, κι ολόγυρα χάθηκαν οι άνθρωποι με τ' αλύγιστα κορμιά και τα πρόσωπα που έδειχναν συμπόνια. Ήταν σαν πριν δέντρα. Ένα παλληκάρι κάθονταν κάτω απ' τον ίσκιο που έρριχναν οι δυο καρυδιές κι η γυναίκα του το κοίταζε από πιο πέρα.
   - Μην κάθεσαι αυτού, λέει, γιατί έχει βαρύν ίσκιο η καρυδιά· δε βλέπεις που τίποτε δεν καλοφυτρώνει ολόγυρα;
   Εκείνος σηκώθηκε, κοίταξε τα κλαδιά ψηλά και κούνησε το κεφάλι.
   - Και βαρύν ίσκιο, μα και καρπό πιο βαρύ, είπε και πήρε το τσεκούρι και τις έκοψε σύρριζα...
   Φύσηξε αέρας και κουνήθηκαν γύρω τα φύλλα των δέντρων τρεμουλιαστά. Σύννεφα έκρυψαν τον ήλιο κι έπεσε καταχνιά, που σκέπασε το κάθε τι. Μα μια στιγμή μόνο. Ύστερα ο αέρας τα 'διωξε όλα και ήταν σα να σηκώθηκε αυλαία και να 'δειχνε μια καινούρια σκηνογραφία. Το ίδιο μέρος μα αλλαγμένο, αγνώριστο... Φύτρωναν άγρια χόρτα και τα ήμερα δέντρα πνίγονταν στο λόγγο. Μια αλεπού λιάζονταν πάνω σε μισογκρεμισμένη πεζούλα και βερβέρες πηδούσαν στα κλαδιά. Κάποιος γεροκόρακας μολογούσε την ιστορία της ζωής του, που την περσότερη την πέρασε σ' αυτό το έρημο μέρος.
 
   Το ποτάμι βούιζε πιο κάτω και το λόγγο γέμιζαν χαρωπές φωνές. Ένα σκυλί αλυχτούσε και κακάριζαν κόττες στην αυλή χαριτωμένου εξοχικού σπιτιού, που ανέβαινε από το μπουχαρί του καπνός κι από το παράθυρο χύνονταν τόνοι γλυκών τραγουδιών, μαζί με το χτύπο του αργαλειού. Ήταν όμορφα και ταχτικά όλα κι οι γράνες, που κατέβαιναν ως το ποτάμι, καμάρωναν με θαλερή τη βλάστηση...
 
   Πρωτομαγιά! Τ' άλλα χρόνια πάντα κατέβαιναν από το χωριό οι δικοί του και γλεντούσαν αυτή τη μέρα της εξοχής και των λουλουδιών· μα φέτος δε φάνηκε κανένας. Περίμενε απ' το πρωί ο γερο-Λουκάς. Ο ουρανός ήταν κατακάθαρος και το μάτι αναπαύονταν στο λεπτό γαλανό άπειρο.
   Περίμενε, ως που ο ήλιος ανέβηκε ψηλά. Μάζεψε και λίγα λουλούδια και πρασινάδα και τα 'βαλε στην πόρτα του καλυβιού. Δε θα 'πιανε δουλειά, θ' αναπαύονταν και θα γλεντούσε, καθώς όλος ο κόσμος.
   Ανέβηκε στο μελισσοτόπι, πήγε στο δάσος, γύρισε πάλι μέσ' από τις οστριές και κάθησε στα χόρτα. Τραγούδησε κιόλας ένα παλιό τραγούδι και σώπασε. Ύστερα πήγε στα ζωντανά του, τη γιδούλα, το μανάρι, και τους μίλησε σα να 'ταν άνθρωποι. Μα δεν έμεινε ευχαριστημένος απ' όλ' αυτά.
   Μέρα ανάπαψης και γλεντιού· έπρεπε με κάθε τρόπο να χαρεί. Ενενήντα έξη χρόνια έτσι είχε συνηθίσει. Το ακούτε; Ενενήντα έξη χρόνια, σωστά! Το βέβαιο ήταν πως τώρα είχε γεράσει πολύ πια, μα έπρεπε να γλεντήσει. Σίγουρα, τα χέρια του έτρεμαν, αυτό δα φαίνονταν αν τ' άπλωνε λίγο. Να!... Δε φαίνονταν να τρέμουν, μα ήταν σίγουρο, τόσο σίγουρο, όσο και που τον έβλεπε κανείς ζωντανό στα ενενήντα έξη του χρόνια. Πάει πια, έγερνε η ζωή... Και σήμερα αυτή η μέρα του χρόνου ήταν αφιερωμένη στο γλέντι, στην εξοχή. Το σπίτι όλο έρχονταν πάντα!
   Έμεινε κάμποσο ακόμα συλλογισμένος.
   Ύστερα πήγε και πήρε το σκαλιστήρι για ν' αρχίσει δουλειά.
   - Είναι κρίμα να πάει μια μέρα χαμένη, μουρμούρισε, αργοκουνώντας το κεφάλι. Αν δεν τα τελειώσω όλα, τι ξέρεις!... Μπορεί να μείνουν κι άφκιαστα... Όταν κλείσω τα μάτια μου, ποιος θα τα κοιτάξει;...
 
   Τον Αύγουστο άρχισε να νιώθει ο γέρος πως τον άφηναν οι δυνάμεις του. Τον πήραν στο χωριό κι' ας μουρμούριζε πως δεν ήθελε να φύγει απ' τη λουγγά του.
   Στο σπίτι, περνούσε τις μέρες καθισμένος σ' ένα μιντέρι, όξω στο μπαλκόνι, κι' ο Ντίνος βρίσκονταν κοντά του την πιο πολλή ώρα, ξεχνώντας τα παιχνίδια. Δεν τον κάθιζε καθώς άλλοτε στα γόνατα, μα του 'πιανε το χέρι και τον έβανε στο μιντέρι δίπλα του. Αγνάντευε αντικρύ τα χωράφια, που ήταν στα ριζά του μεγάλου βουνού και πάνω τα δάση. Πιο πάνω ξεπετιόνταν οι τρεις βουνοκορφές, ολόγυμνες σαν πελεκημένες. Η καρδιά του πετούσε.
   Χαμογελούσε κάποτε, μα τα μάτια του φαίνονταν υγρά πάντα, σα να ήταν πίσω από τα ματόκλαδα τα δάκρυα έτοιμα να τρέξουν. Δεν είχε όρεξη ούτε παραμύθια κι ιστορίες να μολογάει. Ήταν και στιγμές, που το ζαρωμένο του πρόσωπο λαμποκοπούσε από την ευτυχία. Αυτό γίνονταν, όταν καμιά φορά ρωτούσε το παιδί:
   - Πότε θα πάμε, παππούλη, να καθήσουμε στο καλύβι;
   Ο γέροντας δεν αποκρίνονταν. Έλεγε μόνο:
   - Μεθαύριο, σα μεγαλώσεις, γυιέ μου, θα πας στη λουγγά...
   - Ναι! Και πότε θα γίνω μεγάλος;
   Στο δάσκαλο και τον παπά μιλούσε με παράπονο, μα δεν τους έλεγε πολλά γιατί ήξερε πως τα λόγια του δεν τα πρόσεχαν.
   Σε δυο μήνες έπεσε στο κρεββάτι και δε μπορούσε να σηκωθή.
 
   Ένα δειλινό τους ζήτησε όλους γύρω του. Είπε πως αιστάνονταν να είναι κοντά στο τέλος. Φαίνονταν όμως καλά όσο και τις άλλες μέρες.
   Έστειλαν στα μαγαζιά να φωνάξουν το δάσκαλο και τον παπά. Ωστόσο, είπε και τον έβγαλαν όξω στο μπαλκόνι, τον ξάπλωσαν πάνω στο μιντέρι κι είχε τη δύναμη να τραγουδήσει, σιγανά και με διακοπές, μα καθαρά:
   Ποιος είδε τέτοιο θαυμασμό, παραξενιά μεγάλη,
   Να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντοραχούλες! 
   Η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι' η Γκιώνα του Σαλώνου
   Και τα Βαρδούσια τα ψηλά, πώχουν τις καταβόθρες! 
   Τα μάτια του είχαν γίνει βρύσες και τα δάκρυα έτρεχαν σα νερό. Κι η κυρούλα κοντά του έκλαιε· η κόρη της η Ανθή με την παπαδιά ήταν απομέσα, κι αυτές δε μπορούσαν να κρατήσουν την καρδιά τους.
   Καταντικρύ ορθώνονταν οι τρεις μεγάλες κορφές των Βαρδουσιών κι έμοιαζαν με αρχαίους θεούς, να ρεμβάζουν μισοξαπλωμένοι. Πάνω μετεωρίζονταν μια μαύρη συγνεφιά ξεκομμένη κι έδινε τόνο άγριου μεγαλείου.
   - Ε, είπε, κοιτάζοντας με πόνο ο γερο-Λουκάς, σεις δεν πεθαίνετε ποτέ σας! Ρχόμαστε και φεύγουμ' εμείς, μα εσείς μένετε πάντ' ασάλευτα· γι' αυτό και δε χαμηλοβλέπετε...
   Η φωνή του ήταν ξεψυχισμένη πια και το παράπονο την έκοβε.
   Ο παπάς ήρθε πρώτα και σε λίγο ο δάσκαλος. Έβαλαν το γέροντα στο κρεββάτι και ησύχαζε· ο σφυγμός του ήταν πολύ αδύνατος.
   Μια στιγμή μουρμούρισε κάτι μισά λόγια.
   - Τι λες, παππούλη, ρώτησε ο παπάς, σκύβοντας κοντά του.
   - Να, γυιέ μου... μην ξεχνάτε κι αυτό... σας το είπα και πάλι... είναι κάτι καστανιές που θέλουν κόψιμο... δυο τρεις πεζούλες κοίλιασαν... όλα ατελείωτα...
   Μιλούσε τόσο σιγανά, που οι άλλοι δεν άκουσαν και ρώτησαν τον παπά και τους είπε. Ο γιατρός δε μπόρεσε να κρατήσει ένα αλαφρό χαμόγελο κι η κυρούλα κούνησε το κεφάλι.
   - Γέροντα, ο ίδιος παντοτεινά, μουρμούρισε θλιβερά ο δάσκαλος.
   Εκείνος έρριξ' ένα βλέμμα σ' όλους κ' ύστερα κόλλησε τα μάτια του στο ταβάνι, σα να 'ταν κάτι παράξενο εκεί.
   Ησύχασαν και περίμεναν. Η παπαδιά κάθονταν δίπλα στο μεγάλο τραπέζι κι η Ανθούλα στο κρεββάτι του παππούλη. Ο δάσκαλος όρθιος συλλογίζονταν κι ο παπάς με το γιατρό κάτι σιγανόλεγαν. Το Ντίνο τον κρατούσε ο γερο-Λουκάς από το χέρι.
   Στο τζάκι καίγονταν μια αγκαλιά ξύλα κι ανέβαινε ως ψηλά στο μπουχαρί η φλόγα, που έρριχνε τώρα κάποιο μισόφωτο στα έπιπλα και τους ανθρώπους. Ήταν συγνεφιά και σκοτείνιαζε γρήγορα.
   - Δεν ανάβεις τη λάμπα; είπε σιγανά η κυρούλα στην Ανθή.
   Ο γέροντας τ' άκουσε κι έκαμε με τα μάτια όχι, όχι, μουρμουρίζοντας:
   - Αφήστε έτσι.
   Σε λίγο συγυρίστηκε μόλις κι άπλωσε τα χέρια του.
   - Νύφη, ανασήκωσέ με, είπε.
   Η κυρούλα κι η παπαδιά τον έπιασαν απ' τους ώμους και τον κάθησαν πάνω στο κρεββάτι κρατώντας τον, γιατί δεν είχε πια ούτε μια σταλιά δύναμη. Ο γιατρός πλησίασε κι οι άλλοι κοίταζαν μ' αγωνία, ανασαίνοντας σιγανά. Ήταν σκοτάδι κι η φλόγα της φωτιάς έχυνε μυστήριο με την αβέβαιη λάμψη της. Οι σκιές, που έπεφταν στους τοίχους, μια ήταν ζωηρές και μια έσβυναν...
 
   Οι πόρτες άνοιξαν κι έμπαιναν συγγενείς και δικοί. Όλα τα δωμάτια ήταν φωτισμένα. Οι γυναίκες κάθονταν στο λείψανο κι οι άντρες στη σάλα. Στον καναπέ ήταν ο γιατρός με τον παπά.
   - Ήταν, αλήθεια, άνθρωπος παράξενος, είπε ο πρώτος.
   - Ναι, πολύ παράξενος, είπε ο παπάς. Είχαμε χρόνια, που τον παρακαλούσαμε, τον γκρινιάζαμε, για να 'ρθει στο σπίτι να συχάσει, και δε μπορούσαμε να του γυρίσουμε το κεφάλι.
   Ο γιατρός πήρε πολύ σοβαρό ύφος.
   - Αγαπούσε την εξοχική, τη φυσική ζωή και γι' αυτό δεν είχε άδικο, είπε. Μα θα μπορούσε να μην εργάζεται στα ενενήντα του χρόνια. Δεν είχε και καμιά ανάγκη άλλωστε...
   - Μα αυτό ήταν που σ' έκανε να χάνεις το μυαλό σου, γιατρέ μου! Ανάγκη; Θεός φυλάξει! Όλα τα καλά του κόσμου θα τα 'χε στο σπίτι. Μα δεν τον απαντούσε, ήθελε όλο και κάτι να κάνει!
   Ο Ντίνος ήρθε, πιάστηκε στα ράσα του πατέρα του και τον κοίταζε, σαν κάτι να 'θελε να πει. Ο παπάς έσκυψε.
   - Πατέρα, γιατί δεν κλαίνε για τον παππούλη; μουρμούρισε το παιδί.
   - Σύχασε, Ντίνο μου, του αποκρίθηκε καθίζοντάς τον στα γόνατά του.
   Ύστερα, γυρνώντας στο γιατρό:
   - Δεν ξέρω, για το μέλλον του δούλευε! είπε κουνώντας το κεφάλι.
   Ο γιατρός έβλεπε το παιδί σκεφτικός.
   - Για το μέλλον του... είπε αφηρημένα. Χμ!... ίσως για το μέλλον... ο καθένας όπως νιώθει...
 
Λουκόπουλος Νίκος
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» 
Ε.ΚΕ.ΒΙ. 
.............
 
Λεξιλόγιο:
Λουγγά ή λογγά:  Ιδιωματική λέξη. Λογγά είναι το έδαφος που κλέβεις από το νερό περιορίζοντάς το, το εύφορο καλλιεργήσιμο κομμάτι γης.
Οστριά ή οστρύα: Φυλλοβόλο δέντρο ή πολύκορμος θάμνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου