Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ

...Στην αφετηρία…


   Με αφορμή μια συζήτηση για τις φρυκτωρίες, τις φωτιές που άναβαν στην αρχαιότητα για να μεταδώσουν μηνύματα, ο λογοτέχνης Στέφανος Δάφνης εμπνέεται το διήγημα «Φρυκτωρία», που δημοσιεύτηκε το 1931 στο περιοδικό «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος». Στο ηθογραφικό και με πολλά στοιχεία ρομαντισμού αυτό διήγημα περιγράφεται ο τρόπος που μια νεαρή έφηβη οδηγείται σταδιακά στο θάνατο από τη μάστιγα της εποχής, τη φυματίωση, βυθίζοντας σε θλίψη όλους όσους την αγαπούσαν και, κυρίως, τη μητέρα της, «αρτίστα» της εποχής των περιπλανώμενων θιάσων, και του αγαπημένου της, ενός νεαρού μουσικού που πήρε τους δρόμους των περιπλανήσεων για χάρη του έρωτα. Το θλιβερό «μήνυμα» του θανάτου της, αφού πρώτα οι δικοί της ξεγελάστηκαν από μια ψευδαίσθηση βελτίωσης της υγείας της, αναγγέλλεται με μια μεγάλη φωτιά πάνω στο λόφο του Προφήτη Ηλία στο Ναύπλιο, στο εκκλησάκι όπου περνούσε τις τελευταίες μέρες της ζωής της. 
   Το διήγημα βασίζεται σε πραγματική ιστορία. Πέραν τούτου και παρά το ρομαντικό του χαρακτήρα, δίνει μια πολύ ωραία εικόνα της ζωής των περιπλανώμενων θιάσων και καλλιτεχνών, που μετακινούνταν από τόπο σε τόπο, μέσα σε άλλοτε πιο προοδευτικές κι άλλοτε πιο συντηρητικές κοινωνίες στις αρχές του 20ού αιώνα.


     
   Με μια παρέα σοφών γέρων, ένα βράδυ, γινότανε λόγος για τις αρχαίες φρυκτωρίες, τις φωτιές που άναψαν από βουνό σε βουνό οι Έλληνες του Τρωικού πολέμου, για να στείλουν στις Μυκήνες το μήνυμα πως η φωτιά που έβαλε στην καρδιά του Πάρη η ομορφιά της Ελένης, τέλειωσε με την πυρκαγιά της Τροίας. Ένας δάσκαλος άρχισε την ετυμολογία της λέξεως «φρυκτωρία». Μα εγώ δεν επρόσεχα πια. Ο νους μου έτρεχε σε μιαν άλλη βουνίσια φωτιά, που την έβλεπα, στο φόντο άλλου καιρού κι' άλλου τόπου, να φωτίζη ολοζώντανο ένα συγκαιρινό μας δράμα. Και σήμερα βάλθηκα να το ιστορήσω καταπώς γίνηκε.
 
   Ήταν ένα καλοκαιράκι χλιαρό, στο έμπα του Γυαλιστή, που τα τσαμπιά των φιλεριών είχαν αρχίσει να μαυρογυαλίζουν στον κάμπο... Στο καραβοστάσι μας, στη γραμμή του Μώλου, που η θάλασσα μύριζε κατράμι και σάπια φύκια και κρεμμύδια Βατικιώτικα, η ζωή βρύαζε. Καραβοκύρηδες, ναύτες, εργάτες του Τελωνείου, ψαράδες, πήγαιναν, ερχόντουσαν, γιόμιζαν τους καφενέδες και τα καπηλειά. Τη χρονιά κείνη είχε πέσει μπόλικος παράς στον τόπο και οι άνθρωποι του λιμανιού ξόδιαζαν ασυλλόγιστα.
   Ένα πρωί, ο καφετζής ο Κουτσαΐτης με τις τεράστιες μουστάκες, έστησε απέξω από το μαγαζί του ένα ξύλινο παράπηγμα -το πάλκο- εκούρντισε τους τέσσερις στύλους με τα μεγάλα πετρελαιοφάναρα στην κορφή, εκρέμασε σ' ένα σκοινί σημαιούλες και σινιάλα στη γραμμή, κ' ύστερα έστειλε και κάλεσε τον Παλαδά, τον τελάλη.
   Αυτός ήτανε ψηλός, μαύρος, ξεραγκιανός, και το καρύδι του λαιμού του πεταγόταν έξω και τρεμόπαιζε, τον καιρό που διαλαλούσε στις ρούγες ή στην πλατεία του Συντάγματος για τις δημοπρασίες που θα γινόνταν. Λοιπόν, ο Παλαδάς που έλαβε την εντολή και το τάλληρο, πήρε σβάρνα τα σοκάκια ως απάνω στον Ψαρομαχαλά, και διαλάλησε τούτα:
   - Κάτου στο γιαλό, στου Αντρέα του Κουτσαἴτη τον καφενεεεεεέ, ήρθανε κοκκώνες, περμαντόνες, με βιολιά, λαγούτα κι' άλλα λαλούμεναααα!... Ήρθε η Μαριγούλα η Καλαματιανή που τραγουδάει τα μωραΐτικαααα!... Η Ελενίτσα το Συριανάκιιιιι!... Ήρθε και η κοκκώνα η Ταρσή η Πολίτισσα, με τους αμανέδες και το ούτι της!... Γλέντια θα γίνουν, χοροί, τραγούδιαααα!... Ελάτε, τρεχάτε το βράδυ να γλεντήσετε στην οικογενειακή διασκέδαση φαμελικώς, κι' ας πάη και το παλιάμπελοοοοο!... Ζουτ!
   Αυτό το «ζουτ» ήταν το απαραίτητο φινάλε σε κάθε διαλάλημα του περίεργου εκείνου τύπου, του καραβοτσακισμένου Παλαδά, που είχε γεννηθή ίσως για θεατρίνος και τελείωσε τελάλης. Το «ζουτ» ήταν ένα είδος αυτοκοροϊδίας.
   - Ζουτ! Ζουτ! απαντούσαν οι άνθρωποι του λαού στις ρούγες. Ζουτ, Παλαδά!
   Κι' ο Παλαδάς εσυνέχιζε την περιοδεία του στις γειτονιές, για να κυκλοφορήση την αγγελία... Γιατί αλήθεια, η είδηση δεν ήταν χωρίς σημασία για τον τόπο αυτό με τη μονότονη και στενόχωρη ζωή του. Όχι θίασο, μα ούτε Καραγκιόζη δεν είχαν τη χρονιά εκείνη, και τα βράδια τους τα περνούσαν πληχτικά, με χασμουρητά, κάτω στην προκυμαία... Ακόμη και νοικοκυραίοι ανθρώποι θα πήγαιναν στου Κουτσαΐτη τον Καφενέ, ν' ακούσουν  την Ταρσή την Πολίτισσα με το ούτι της, να σκοτώσουν τη βραδιά τους.
 
   Λοιπόν, κάθε βράδυ, από τις εννιά βούιζε ο Μώλος. Τα τραπεζάκια με τα καθίσματα  έπιαναν από το πάλκο ως το γιαλό, στην άκρη. Κι' όχι μονάχα η αργατιά, οι ναυτικοί, οι μαγαζάτορες, μα και  «σπουδαγμένοι ανθρώποι», γιατροί και δικηγόροι, να λέμε, ερχόνταν εδώ να πιουν τον καφέ τους ή τη μπύρα τους. Ακόμη και οι δημόσιες αρχές ετιμούσαν πότε - πότε το σαντάν με την παρουσία τους· και μονάχα ο Νομάρχης, σοβαρός άνθρωπος, με πατριαρχική γενειάδα, το απόφευγε. Ο Εισαγγελέας όμως των Εφετών με τον Αστυνόμο έκοβαν βόλτες επάνω κάτω στο πλακόστρωτο, συζητώντας πολιτικά και πότε - πότε ρίχνοντας λοξές ματιές στο πάλκο.
   Το πρόγραμμα ήταν σχεδόν πάντα το ίδιο. Άρχιζε κατά τις εννιά, μ' ένα προανάκρουσμα, ένα πρελούντιο, να πούμε, θορυβώδικο και γοργό. Οι παιγνιδιάτορες ήταν: ένα βιολί (νέος λιγνός, μελαχρινός, με εφτανησιώτικο τάγιο), ένα λαγούτο (μισόκοπος, κοιλαράς, με φρυγανωτά φρύδια, βαθύφωνος), ένα σαντούρι (σαραντάρης, ζωηρά μάτια, καλή φωνή, ο μαέστρος της ορχήστρας), κ' ένα κλαρίνο. Τούτος ήταν ένας απροσδιόριστος τύπος κρεμανταλά, έπαιζε όμως με πάθος, προπάντων τους αμανέδες και τα σαρκιά, και στα διαλείμματα ξεφούρνιζε κανένα αστείο που γελούσαν οι συνάδελφοί του κι' όλοι γύρω. Άφηνε τον κόσμο να πιστεύη πως είναι Χιώτης, γι' αυτό τόνε λέγανε μισέ - Μπουρλή, μα σίγουρα ούτε κι' ο ίδιος δεν ήξερε από πού βαστά η σκούφια του.
   Πλάγι στους μουζικάντηδες, στην άκρη, κοντά στο κλαρίνο, έβλεπε κανείς, σχεδόν κάθε βράδυ, ένα κορίτσι αδύνατο, χλωμό, ως δεκάξη χρονώ, με κορδέλλα στα μαλλιά, και μεγάλα, ελαφίσια μάτια, σκιστά, σα Γιαπωνέζικα. Τη λέγανε Ροδούλα, κ' ήταν κόρη της Ταρσής της Πολίτισσας, που ήταν γυναίκα (φιλενάδα, ποιος ξέρει) του σαντουριέρη. Όμως η κόρη ήταν από άλλον άντρα, από κάποιον Εγγλέζο μπαγκιέρη, γεννημένη στο Κάιρο, λέγανε...
   Ζευγάρι φαινόνταν κ' η Μαριγούλα η Καλαματιανή με τον κλαριντζή το Χιώτη, καθώς και η Ελένη η Συριανή με τον κοιλαρά το λαγουτιέρη.
   Μονάχα ο νέος που έπαιζε το βιολί δεν ήταν ζευγαρωμένος. Αυτό ήταν φανερό από τον τρόπο που ζούσε. Γιατί ενώ οι άλλοι της κομπανίας νοικιάσαν ένα σπίτι και κατοίκησαν όλοι μαζί, στα Βραχατέικα, ο Πίπης κοιμότανε σε ξενοδοχείο.
   - Αυτόνε, έλεγε εμπιστευτικά σε πολλούς πελάτες ο κλαριντζής, τον επήραμε στην κομπανία μας περνώντας από την Αθήνα... Λέει πως είναι μουσικός σπουδαγμένος, με πατέντα, από το Ωδείο, λέει, δηλαδή, μην κοιτάτε δω, μα αυτός παίζει και με νότες... Βιολιστής, όχι βιολιτζής!... Μόνο που δεν έχει φωνή...
   - Καλά... και πώς δέχτηκε να 'ρθη μαζί σας;
   - Και τι έχουμε μεις; Την ψώρα; απαντούσε λιγάκι θυμωμένος ο μισέ Μπουρλής.
   - Δηλαδή, μ' ένα καφεσαντάν...
   - Ε, και τι;... Το καρβέλι να βγαίνη, μάτια μου... Κ' ύστερα (εδώ μισόκλεινε το 'να μάτι και χαμήλωνε τη φωνή) είναι και καψωμένος ο φουκαράς, ξέρεις... Έρωντας, παιδί μου! (Και με το μάτι πάλι έδειχνε το χλωμό κορίτσι, που καθισμένο κοντά στο πάλκο, εγύριζε δω και κει τα βαθιογάλαζα μάτια του, πέρα, σα συνεπαρμένο σε άλλον κόσμο).
   Και το κλαρίνο διηγότανε πώς το βιολί γνωρίστηκε μια βραδιά με τη Ροδούλα και τη μητέρα της, στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, και πώς «ξηγηθήκανε» να τον κάνουνε με τον καιρό γαμπρό τους, και πώς ο ερωτοχτυπημένος μουσικός γίνηκε σύντροφός τους και ακολούθησε την κομπανία, ακόμη και στις επαρχίες.
   - Στην αρχή δυσκολεύτηκε ο καψερός μαζί μας. Άλλο νότες, βλέπεις, κι' άλλο αυτί... Εδώ χρειάζεται άλλη μουσική... Γιαρέ και μεράκι!... Μα, ωστόσο, τα καταφέρνει τώρα. Τα κοπανάει καλά. Συνήθισε, βλέπεις... Έπειτα, είναι κι' ο Έρωντας, ντεεε!
   Κι' ο αγαθός Χιώτης, γελώντας ανοιχτόκαρδα, μάς άφηνε για να ξαναγυρίση στη θέση του.
 
   Η μητέρα της Ροδούλας βαστιόταν ακόμη καλά. Ψηλόκορμη γυναίκα, Ταταουλιώτισσα, είχε αχλαδωτό πρόσωπο και μπορούσε ακόμη να γλαρώνη παθητικά τα μάτια και τη φωνή:
 
   Κάτω στη Ρόδο, στο ροδονήσι
   Σουλτάνος βγήκε να κυνηγήση...
 
   Και τα όργανα κάτου, συντρόφευαν το τραγούδι, και οι άλλοι -άντρες, γυναίκες της κομπανίας- παίρνανε το δεύτερο του ανατολίτικου τραγουδιού:
 
   Δεν κυνηγούσε λαγούς και λάφια
   μον κυνηγούσε τα μαύρα μάτια.
   Αμάν! Αμάν!
 
   Έπειτα, ερχόνταν η σειρά της Ελενίτσας της Συριανής να πη  το τραγούδι της, κ' ύστερα της Μαριγούλας να χορέψη, λυγίζοντας τσαχπίνικα τη μέση της... Κάτω, στην πλατεία, όσοι δε μασουλούσαν φυστίκια και πασσατέμπο, ρουφούσαν το καφεδάκι τους και κρυφαναστέναζαν... 
   Οι κοκκώνες, οι περμαντόνες, μέσα στη χλιαρή νυχτιά του καλοκαιριού, σκορπίζανε τα λαγγέματα της Ανατολής  με τα τραγούδια και με τα σείσματα, ένα δάχυτον ερωτισμό, που τους έκανε όλους να μη νοιώθουν ούτε το κατράμι ούτε τη μυρουδιά των σαπισμένων φυκιών και του βιβαριού.
 
   Συχνά βλέπαμε το νέο βιολιστή με τη Ροδούλα, να κάθωνται παράμερα, στα διαλείμματα. Κάθονταν κοντά - κοντά, και κοιτάζονταν στα μάτια και σιγομιλούσαν, σοβαροί και αφωσιωμένοι ο ένας στον άλλονε. Εκείνη δε λάβαινε μέρος στο πάλκο, ούτε ζύγωνε κανέναν άντρα, μα ούτε και δεχότανε να την τρατάρη κανείς. Μόνο έπινε σουμάδα, πολύ νερωμένη, κ' ύστερα  σφούγγιζε τα χείλη της μ' ένα μαντηλάκι, γαρνιρισμένο γύρω με  μικρά - μικρά τριανταφυλλάκια. Τότε ο νέος κρατούσε το δοξάρι και το 'παιζε στα δάχτυλά του νευρικά. Φαινόταν ανήσυχος. Ακόμη κι' όταν έπαιζε βιολί, εκοίταζε λοξά να ιδή τη Ροδούλα.
   Όσοι ξέρανε το ειδύλλιο αυτό -και το 'χαν μάθει πια όλοι- το παρακολουθούσαν με συμπάθεια. Γι' αυτό, και όταν ο κλαρινέτος, μια βραδιά, μάς είπε πως η Ροδούλα έπεσε άρρωστη στο κρεβάτι, λυπηθήκαμε και ρωτούσαμε τι έχει. Ο κλαρινέτος μάς τα 'λεγε με μασημένα λόγια, και μάς άφηνε να καταλάβουμε πως η υγεία της καϋμένης της Ροδούλας δεν ήταν καθόλου καλή. «Είναι χτυπημένο το κορίτσι», μουρμούριζε κ' έδειχνε το στήθος του, και πρόσεχε να μη τον ακούση η μάνα της άρρωστης κοπέλλας.
   Όμως, αλλοίμονο, η κακομοίρα η Ταρσή το ήξερε. Και κάθε βράδυ, που άφηνε την κόρη της στο σπίτι, στη φροντίδα μιας γριάς θειάς της, για να κατεβή αυτή στο γιαλό να παίξη το ρόλο της, η καρδιά της σκιζότανε.
 
   Από ξένο τόπο κι' απ' αλαργινό
   ήρθ' ένα κορίτσι δώδεκα χρονώ
   γιάλα! γιάλα!
 
   Και η φωνή της ξεψυχούσε τώρα, σα σε λυγμό, που τον έσερνε σαν αντίλαλος το βιολί, και τον ακομπανιάριζαν τ' άλλα όργανα...  Έτσι, μέρα με την ημέρα,  διαδόθηκε στην πόλη πως «η Ροδούλα, η κόρη της Πολίτισσας της καφεσαντανίστρας ήταν χτικιασμένη» και πως λίγες ήταν οι μέρες της. Επάνω στο μαχαλά, στα Βραχατέικα, το είχαν πει οι γειτόνισσες:
   - Το κακόμοιρο... με τα φύλλα...
   Κι' ο αρραβωνιαστικός της ο βιολιστής εκατάπινε τον πόνο του και δε μιλούσε.
 
   Αγνάντια στην πόλη, μια ώρα έξω, υψώνεται το βουνό του Προφήτη Ηλία. Όχι απότομο, μαλακό είναι τ' ανηφόρισμά του.
   Στο βουνό τούτο φτάνει κανείς περνώντας από την πλατειά δημοσιά, κ' έπειτα στρίβοντας δεξιά, στα χωράφια... Από τη ρίζα ως στη δυσμική πλαγιά, το πέτρωμα γίνεται ίσιο, σαν πλακόστρωτο, που επάνω του βλέπει κανείς βαθουλωματιές στην αράδα, που όλο και πάνε τον ανήφορο, κ' έχουν το σχήμα πατημασιάς αλόγου. Λένε λοιπόν, πως τον καιρό που ο Προφήτης Ηλίας, καθισμένος στο άρμα του, ανέβαινε στους ουρανούς, σε μια στιγμή που περνούσε από δω, τα πόδια των φτερωτών αλόγων χτύπησαν τους βράχους και σφράγισαν τις πέτρες «εις αιώνα τον άπαντα».
   Στην κορφή του βουνού είναι το εκκλησάκι, άσπρο, χαμηλό, τοιχογυρισμένο, μ' ένα καλύβι πλάγι για τους ευλαβητικούς που ανεβαίνουν να προσκυνήσουν, δυο πεύκα,  μια μυγδαλιά, λίγα δεντρολίβανα, και παντού θυμάρι... θυμάρι! Ολάκερο το βουνό από μακριά φαντάζει χαριτωμένο, καθώς γράφεται στο φόντο τ' ουρανού η ζωγραφιά του, αεροκρέμαστη.
   Τη ζωγραφιά κείνη την έβλεπε η άρρωστη Ροδούλα κ' έλεγε της μάνας της με παράπονο:
   - Αχ, να 'μουν εκεί πάνω, μανούλα μου! Αμέσως θα γινόμουν καλά!... Εκεί πάνω δε θα πέθαινα...
   Ποια μάνα ν' ακούση έναν τέτοιο λόγο και να μη λαχταρήση;... Την άλλη μέρα, η Ταρσή ρώτησε το γιατρό:
   - Γιατρέ μου, θέλει να πάη κει πάνω... Να την αφήσω;
   Ο γιατρός συλλογίστηκε λιγάκι, έρριξε μια ματιά στη Ροδούλα (που ήταν σκεπασμένη ως το λαιμό με το σεντόνι και το πρόσωπό της άσπριζε σαν κέρινο) και είπε:
   - Χμ, κακό δε θα της κάνη... Καλοκαίρι είναι τώρα... Κει πάνω είναι καθαρός ο αέρας... Όμως ποιος θα τήνε φροντίζη;
   - Εγώ! πετάχτηκε η φωνή της γρια-θειάς πίσω από το κρεβάτι. Εγώ, τη Ροδούλα μου!...
   - Τότε, ας πάη, είπε ο γιατρός. Σε κείνο το κελλί μπορείτε να βολευθήτε... Να πάρετε μαζί σας και τούτο το γιατρικό. Τρεις κουταλιές την ημέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ.
   Έγραψε τη ρετσέτα, πληρώθηκε κ' έφυγε. Ουφ! Έτσι ξεφορτωνότανε κι' αυτό τον μπελά. Δεν είναι βέβαια ευχάριστο να κουράρη κανείς ένα μελλοθάνατο.
   Στο αντρέ του σπιτιού, ο γιατρός απαντήθηκε με τον άντρα της Ταρσής και το νέο βιολιστή. Ήταν ανήσυχοι και τον περίμεναν.
   - Γιατρέ μου...; ρώτησε ο νέος λαχταριστά, με την ψυχή στα δόντια.
   Ο γιατρός εκούνησε το κεφάλι απελπιστικά. Σκληρά, χωρίς περιστροφές, τους είπε πως το κακό δούλευε ολοένα μέσα στο κορμάκι της Ροδούλας, και πως η καταστροφή δε θ' αργούσε να 'ρθη. «Τώρα αυτή θέλει να πάη ψηλά, στον Άη Λια. Ας πάη... Τουλάχιστον για την “ευθανασία”», επρόσθεσε, τονίζοντας τη λέξη, που σίγουρα οι δυο μουσικοί δεν την κατάλαβαν.
   Και ο γιατρός έφυγε.
   Ο νέος μπήκε στην κάμαρα, έρριξε τα μάτια του στην άρρωστη,  «Ροδούλα!» μουρμούρισε, και παραλίγο να τον πάρουν τα δάκρυα.
 
   Την ακόλουθη μέρα, το πρωί, η Ροδούλα έδειξε σαν καλύτερα. Δεν είχε πυρετό, κ' ένα χρωματάκι είχε βάψει τα μάγουλά της.
   Η μάνα της τη χτένισε, την έντυσε... Η Ροδούλα ήταν όλη χαρά, κροτούσε τα χεράκια της, κοίταζε από το παράθυρο την κορφή του βουνού κ' έλεγε, ανασαίνοντας βαθιά: «Αχ, τι ωραία! Τι ωραία!... Εκεί πάνω θα βρω την υγειά μου, εκεί πάνω  θα γίνω καλά!... Να δήτε πως θα σας ξανάρθω!... Χοροπηδώντας θα κατεβώ!...»
   Στριφογύριζε μες στο δωμάτιο, αγκάλιαζε τον αρραβωνιαστικό της και τον φιλούσε, έπειτα έπιασε τη θειά της, την κυρά Καλή, και θέλησε να τήνε χορέψη, μα γρήγορα κουράστηκε και κάθησε στο κρεβάτι, κοντανασαίνοντας.
 
   Όταν ετοιμάστηκαν να φύγουν, τις συνώδεψε ως επάνω στο βουνό όλη η κομπανία.
   Τη Ροδούλα την ανέβασαν στην κορφή μ' ένα μουλάρι, που το φόρτωσαν και με τα ρούχα του ύπνου και μερικά απαραίτητα πράματα.
   Η Ροδούλα με την κυρά Καλή εγκαταστάθηκαν αναπαυτικά στο ένα κελλί. Στο παράπλευρο καθόταν ο πάτερ Ανανίας, ο γερο-καλόγερος, με το σκουφάκι του, το μαυροπράσινο ράσο του, την πατριαρχική του γενειάδα -ένα χούφταλο, που δέχτηκε πρόθυμα να υπηρετήση τις δυο γυναίκες. Σε κάποια στιγμή, ο άντρας της Ταρσής τον πήρε παράμερα και του είπε:
   - Άκου, παππούλη: Αν τύχη και συμβή τίποτα κακό... δηλαδή αν πεθάνη το κορίτσι, και είναι μέρα, θα κατεβής γρήγορα να μας το πης... Αν όμως είναι νύχτα, θ' ανάψης μια φωτιά.
   Ο πάτερ Ανανίας εδέχτηκε να εκτελέση τη θλιβερή αυτή εντολή, «αν, ο μη γένοιτο...». Θ' άναβε στη δυσμική άκρια του βουνού, κατά την πόλη, μια μεγάλη φωτιά, σημείο πως η Ροδούλα πάει, έσβυσε.
   Αυτά τα λέγανε κρυφά, νομίζοντας πως δεν τους άκουγε κανείς. Όμως αλλοίμονο, η μητέρα της ανήμπορης κοπέλλας ήτανε πίσω από την πόρτα κι' αφουγκραζότανε τη φοβερή κουβέντα τους. Κι' από τη στιγμή εκείνη, η ταραγμένη ψυχή της δεν έβλεπε παρά μια μεγάλη φωτιά, που άρχιζε από την κορφή του βουνού κ' έφτανε στον ουρανό.
 
   Η μάνα της Ροδούλας θα ήθελε βέβαια να μείνη στο βουνό, μαζί με την αγαπημένη της την κορούλα. Μα η δουλειά;... Το καρβέλι; Πώς να γίνη, που χωρίς αυτή το πάλκο δε θα μπορούσε να δουλέψη;
   Κ' έτσι, η κακομοίρα η Ταρσή όλη την ημέρα βρισκότανε στο πλευρό της κόρης της, και κατά το βράδυ κατέβαινε στην πόλη, να πάη στο καφεσαντάν. Στα ανεβοκατεβάσματα αυτά, τη συνώδευε ο άντρας της· τις περισσότερες όμως φορές ο βιολιστής. Μα κι' όταν  ήτανε στην πόλη η μάνα, το μυαλό της βρισκότανε στο βουνό. Ακόμη κι' όταν σηκωνότανε να τραγουδήση (και πού κέφι;) τα μάτια της ήτανε καρφωμένα στην αντικρινή κορφή, με λαχτάρα, κ' έτρεμε η καρδιά της μην ιδή ξάφνου να ξεπηδά στο σκοτάδι η μοιραία φλόγα της συμφοράς!...
   Ωστόσο, οι μέρες περνούσαν και η Ροδούλα  φαινότανε να πηγαίνη το καλύτερο. Η καταραμένη αυτή αρρώστια έχει κάτι τέτοιες παραξενιές. Ο άρρωστος, λένε, δείχνει άξαφνα μιαν αναλαμπή ζωής, σαν τη φουντάλα του καντηλιού που ετοιμάζεται να σβύση.
   Και η Ταρσή έλεγε πως ο καθαρός αέρας, ο βουνίσιος, είχε τονώσει τα πλεμόνια της Ροδούλας της, που τα μαγουλάκια της κιόλας είχαν αρχίσει να παίρνουν χρώμα, σαν του αχνού τριαντάφυλλου, του ροζ παλ.
   Κ' έτσι, έν' απόγεμα, ένα Σαββατόβραδο, η Ταρσή, αποχαιρετώντας, στην πλαγιά του Προφήτη Ηλία, την κόρη της, την αγκάλιασε, και φιλώντας την στοργικά στα δυο μάγουλα, της είπε:
   - Όλο το καλύτερο πας, Ροδούλα μου!... Φεύγω πολύ ευχαριστημένη απόψε... Τώρα πια θα ξανάρθω τη Δευτέρα, γιατί είμαι πολύ κουρασμένη αυτές τις ημέρες, κόρη μου.
   Τα ίδια της είπε και ο αρραβωνιαστικός της, φιλώντας τη στα χείλη. Και ύστερα κατηφόρισαν και οι δυο με αλαφριά καρδιά, ενώ η Ροδούλα έστεκε ορθή σ' ένα βράχο και τους αποχαιρετούσε με το μαντήλι.
   - Στο καλό!... Καληνύχτα!...
 
   Ήτανε σκοταδερή η βραδιά, χωρίς φεγγάρι, όταν η κομπανία κατέβηκε στο λιμάνι, στο καφεσαντάν, να πιάση, τη συνηθισμένη ώρα, δουλειά. Ζεστή βραδιά, Κυριακή, κι' ο κόσμος γέμιζε τα τραπεζάκια.
   Η Ταρσή πετούσε από χαρά, κ' έλεγε σε όλους πως η κορούλα της, η Ροδούλα της, πήγαινε ολοένα το καλύτερο, στέριωσε πια η υγεία της, και πως σύντομα θα την πάρη να πάνε στην Τήνο, στη Μεγαλόχαρη, ν' ανάψουν τα καντήλια, να λειτουργηθούν.
   Τα όργανα άρχισαν το προανάκρουσμα, ένα χαρούμενο μαρς, θριαμβευτικό. Κ' ύστερα όλοι μαζί, είπαν ένα τραγούδι Σμυρνέικο, γεμάτο έρωτα και ζωή, που η δοξαριά του νέου το 'κανε πιο γοργόρυθμο και το σαντούρι το υπογράμμιζε κελαϊδιστά.
   Απόψε όλοι τους έπαιζαν και τραγουδούσαν με κέφι... Τα μάτια της Ταρσής έλαμπαν, και τ' αεράκι του γιαλού ετρεμόπαιζε στον κόκκινο φιόγκο των μαλλιών της...
   Όταν ήρθε η σειρά της Ταρσής να χορέψη, πήρε το ντέφι, το σήκωσε ψηλά, τίναξε ένα «οπ!» κι' αρχίνησε τον αγαπημένο της σκοπό:
 
   Αν είσαι μάνα και πονείς
   έλα στ' Ανάπλι να με ιδής...
 
   Κ' ενώ τα όργανα συντρόφευαν το τραγούδι, το ντέφι φλυαρούσε, βογγούσε παθητικά, κουδούνιζε στα επιδέξια δάχτυλα της Ταρσής, και η σαντέζα χόρευε απόψε με όσο κέφι δεν εχόρεψε ποτέ, ούτε στα πρώτα της νιάτα:
 
   Έλα στ' Ανάπλι δυο σκαλιά
   να σε φιλή...
 
   Άξαφνα, κρακ! Το τραγούδι κόπηκε, έσπασε, σα χρυσό τέλι. Η Ταρσή έβγαλε μια σπαραχτικιά φωνή και σωριάστηκε χάμου. Αλαφιασμένοι οι μουσικοί, παράτησαν τα όργανα, σηκώθηκαν, την περικύκλωσαν, δεν ήξεραν τι τρέχει. Και μόνο ο βιολιστής, δείχνοντας πέρα, κατά το βουνό του Προφήτη Ηλία, έλεγε:
   - Η φωτιά! Η φωτιά! Πέθανε η Ροδούλα!...
   Και η φωνή του πνίγηκε σε λυγμό.
   Και τότε όλος ο κόσμος, άντρες, γυναίκες, παιδιά, σηκώθηκαν όρθιοι και κοίταζαν κατά το βουνό, που η φωτιά γραφότανε στο φόντο του σκοτεινού ουρανού, δυνατή φωτιά, θρεμμένη, που όλο και γινότανε πιο μεγάλη, λαμπαδιαστή!...
   Κ' ήταν, αλήθεια, μια θλίψη γενική, ένα σερνάμενο μουρμουρητό,  ως πέρα στ' αραγμένα καΐκια, που έτριζαν δεξιά - αριστερά, δεμένα με τα παλαμάρια τους.
   Έπειτα, όλοι οι σύντροφοι του τραγουδιού και της λύπης -όλη η κομπανία- επήρε το δρόμο που φέρνει στο βουνό.
   Πέρασαν κάτω από την εξοχική δεντροστοιχία, και σε κάμποση ώρα έπιασαν την πλαγιά, τον ανήφορο.
   Οι άντρες ανέβαιναν σιωπηλοί, συγκρατημένοι. Οι γυναίκες έκλαιγαν... Τελευταίος ερχότανε ο βιολιστής, κοιτάζοντας ψηλά τη φωτιά που κοκκίνιζε, σαν αιμάτινη βούλα, σαν πληγή, ανοιγμένη κατάστηθα στον ουρανό τον καλοκαιριάτικο. Κι' όπως η μάνα της Ροδούλας, πήγαινε κι' αυτός συνεπαρμένος από έναν αδιήγητο πόνο.
 
Δάφνης Στέφανος 
Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου