Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΉΤΑΝ Ο ΒΡΟΧΟΠΟΙΟΣ;

 ... Στην αφετηρία...


    Το διήγημα «Ποιος ήταν ο βροχοποιός;» του Νίκου Βουτυρόπουλου, που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Ποιείν» (2012) αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική προσπάθεια, στην οποία ένα γεγονός μπορεί να ειδωθεί από διαφορετικές οπτικές, διαφορετικές «αναγνώσεις». Κι αυτό ακριβώς είναι που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι οι ήρωες, οι οποίοι, ανώνυμοι και σχηματικοί, απλά υπηρετούν την πλοκή, αλλά οι διαφορετικές οπτικές διαστάσεις που δίνονται στο συμβάν, την καταρρακτώδη βροχή που λειτουργεί ως ένα μυστηριώδες γεγονός με προεκτάσεις μεταφυσικές, που παίζει με τις λαϊκές δοξασίες, σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, ή ως ένα καθ' όλα φυσιολογικό, καιρικό φαινόμενο, σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, που προσπαθεί να ερμηνεύσει το γεγονός επιστημονικά - ρεαλιστικά... Το τέλος παραμένει αινιγματικό και διφορούμενο, όπως και το ερώτημα που θέτει ο τίτλος... Ποιος άραγε ήταν ο «βροχοποιός»; Η βροχή, πάντως, και στις δύο περιπτώσεις είναι αυτή που «ξεπλένει» τη συσσωρευμένη «σκόνη»... μυθικά ή ρεαλιστικά.

 


 
  
Πρώτη Υπόθεση
 
   Λέγεται πως λίγες μέρες πριν ξεσπάσει εκείνη η τρομερή καταιγίδα, έφτασε στη πόλη ένας παράξενος γέρος μαζί με το θίασό του, καμιά εικοσαριά κούκλες, για να δώσει παραστάσεις. Το μόνο σίγουρο που μετά από χρόνια όλοι θυμόντουσαν, ήταν το όνομα: Κέρινος Θίασος. Ό,τι ακούστηκε αργότερα ήταν κάποιες υπερβολικές φήμες που θύμιζαν παραμύθι. Σε εφημερίδες εκείνης της εποχής γράφτηκαν απίστευτες ιστορίες, σε σημείο μάλιστα που ήταν αδύνατο να διακρίνεις που σταματά η αλήθεια και που αρχίζει η φαντασία. Απʼ την άλλη βέβαια, μοιάζει απίθανος ο ισχυρισμός πως ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης έζησε μια μεγαλειώδη παραίσθηση, αφού μάρτυρες των γεγονότων, παιδιά τότε, συνέχιζαν μετά από χρόνια να μιλούν για την παράσταση του Κέρινου Θιάσου, για τα χοντρά μουστάκια του γέρου και τις μέρες της ατέλειωτης βροχής. Αυτόν δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς. 
   Ήταν τέλη καλοκαιριού όταν έφτασε στη πόλη ο θίασος. Τότε εμφανίστηκαν στον ουρανό τα πρώτα μαύρα σύννεφα, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την εποχή. Ο γιός του ξενοδόχου θυμόταν μέχρι τα βαθιά του γεράματα τη στιγμή που ο γέρο-θιασάρχης άνοιξε τη πόρτα του ξενοδοχείου. Μαζί μʼ αυτόν ήρθαν και οι πρώτες χοντρές σταγόνες βροχής. 
   - Θα χρειαστώ ένα μεγάλο δωμάτιο, είπε ο θιασάρχης στον ξενοδόχο. Ο θίασός μου χρειάζεται ξεκούραση. Καιρό τώρα ταξιδεύουμε και χαιρόμαστε που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος να μας φιλοξενήσει. 
   - Μα ασφαλώς… απάντησε ο ξενοδόχος. Είμαστε το καλύτερο ξενοδοχείο… οικογενειακή επιχείρηση… Πολλές προσωπικότητες περάσανε από εδώ. Πάνω απʼ όλα προέχει η εξυπηρέτηση… Λοιπόν, η σουίτα στο δεύτερο όροφο… ναι. Πόσο λογαριάζετε να μείνετε; 
   - Όχι πολύ, απάντησε ο γέρος και χάιδεψε τα χοντρά μουστάκια του. Αλήθεια, βρέχει εδώ τέτοια εποχή; 
   - Δε θυμάμαι να ʽχει βρέξει ποτέ τέλη καλοκαιριού. Περίεργο, πραγματικά πολύ περίεργο… 
   Ο θιασάρχης βρισκόταν ήδη στο δρόμο, ενώ ο γιος του ξενοδόχου, που παρακολουθούσε τον διάλογο, έτρεξε να βοηθήσει τον γέρο να κουβαλήσει τις κέρινες κούκλες του, από ένα παμπάλαιο φορτηγό που θύμιζε ανατολίτικο τσίρκο, στη σουίτα του δευτέρου ορόφου. 
   - Καλό παιδί, όπως όλα τα παιδιά, είπε μʼ ένα πλατύ χαμόγελο ο γέρος στον μικρό. 
   - Γιατί είναι από κερί οι κούκλες; ρώτησε ο μικρός. 
   - Είναι σαν τους ανθρώπους… αλλάζουν με τη φωτιά. Να, βλέπεις αυτή τη περήφανη πριγκίπισσα! Κοίτα τι θα γίνει μʼ αυτό το σπίρτο! 
   Με τελετουργική ευλάβεια ο γέρος άναψε ένα σπίρτο και άγγιξε ελαφρά τη φλόγα στα μάτια της πριγκίπισσας που πήρε αμέσως την έκφραση θλιμμένης ζητιάνας. 
   Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους, εξήγησε ο γέρος στο γιο του ξενοδόχου, που τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. Αλλά δε βλέπουν τι τους συμβαίνει, γιατί βλέπουν μονάχα τη φωτιά. Και για να ξεχάσουν τη φωτιά, πρέπει να πέσουν στο νερό… Αλλά, εσύ είσαι παιδί ακόμα… Πάρε αυτό το κουτί με τα σπίρτα… για να με θυμάσαι. 
   Αυτό κρατούσε πάλι στα χέρια του, την ώρα που δίπλα στο τζάκι του ξενοδοχείου διηγιόταν στον εγγονό του την απίστευτη ιστορία που έζησε πριν από χρόνια, όταν είχε την ίδια περίπου ηλικία μʼ αυτόν. 
   - Μην το παραμυθιάζεις το παιδί… δε θα μπορεί να κοιμηθεί! του φώναξε η γυναίκα του. 
   - Τι μας λες; Παραμύθια; Αφού και συ τα έζησες. Ξεχνάς πώς γνωριστήκαμε; απάντησε και συνέχισε την εξιστόρηση. 
   - Εκείνο το καλοκαίρι ζεστός, καυτός αέρας φυσούσε στην πόλη, και κανείς δεν πίστευε πως θα ξεσπούσε τέτοια καταιγίδα, σωστός κατακλυσμός. Να, αυτό δω το σπιρτόκουτο μου το έδωσε ο γέρος του Κέρινου Θιάσου τη στιγμή που πέφτανε οι πρώτοι κεραυνοί. Ήταν ψηλός, με άσπρα μακριά μαλλιά και μεγάλα μουστάκια… Κουβαλήσαμε μαζί τις κέρινες κούκλες. Μου είπε να προσέχω, γιατί είναι σαν τους ανθρώπους. Ήταν όλες παιδιά με περίεργα ονόματα, η πριγκίπισσα της βροχής, ο βασιλιάς της φωτιάς, η κρυστάλλινη φλόγα, οι άνθρωποι της σκόνης… Όταν τελειώσαμε το κουβάλημα, τη στιγμή που κατέβαινα τη σκάλα, τον άκουσα να λέει: 
   - Παιδιά μου, ξεκουραστείτε, γιατί από αύριο μας περιμένει δουλειά. 
   Μετά ακούστηκαν κάτι μουρμουρητά, και μετά άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Το πρωί οι δρόμοι είχαν γίνει ρυάκια. Που και που έπεφτε χοντρό χαλάζι. Πάνω απʼ την πόλη κρέμονταν μαύρα σύννεφα. Το κρύο ήταν του χειμώνα. 
   - Χειμώνας μες το καλοκαίρι, πρωτοφανές, είπε ο πατέρας μου, αναστενάζοντας, όταν νωρίς το πρωί είδε τον γέρο να κατεβαίνει αργά τις σκάλες. 
   - Το θέατρο είναι μακριά; ρώτησε τον πατέρα μου. 
   Τότε πρόσεξα πως είχε ξενική προφορά, η φωνή του ήταν βαριά και αργόσυρτη, σαν την καμπάνα της μητρόπολης. 
   - Στην κεντρική πλατεία, δίπλα στο δημαρχείο, αλλά με τέτοιο παλιόκαιρο… - Ο καιρός δε με πειράζει καθόλου… η παρανοϊκή άγνοια των ανθρώπων… είπε ο γέρος και μʼ ένα σάλτο βρέθηκε στο δρόμο. 
   Τη μέρα κείνη και την επόμενη έβρεχε με το τουλούμι. Γρήγορα οι δρόμοι γίνανε χείμαρροι. Οι διαστάσεις της καταιγίδας ανάγκασαν το δημοτικό συμβούλιο να κηρύξει την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να ζητήσει τη βοήθεια της εθνοφυλακής. Και μέσα σʼ αυτόν τον πανικό είναι να απορείς πώς τα κατάφερε ο γέρος νʼ ανεβάσει την παράσταση. Κάποιοι υπάλληλοι τον είδαν να κουβαλά τις κούκλες του και να στήνει τα σκηνικά. Μάλιστα, μια καθαρίστρια ισχυριζόταν πως είδε τις κούκλες να του μιλάνε! Τι να πει κανείς! Η παράσταση πάντως ήταν εντυπωσιακή, Η Κιβωτός της Ελπίδας, αν θυμάμαι καλά, ναι, έτσι λεγόταν. Στο κέντρο της σκηνής βρισκόταν ένα ξύλινο πλοίο, πίσω ακριβώς οι πύλες ενός παλατιού και στο βάθος ξεχώριζαν τα φώτα μιας πόλης. Η παράσταση άρχισε αργά το απόγευμα, και λίγες ώρες πριν, σαν από κάποια μυστηριώδη σύμπτωση, η βροχή σταμάτησε, και τα νερά τραβήχτηκαν απʼ τους δρόμους. Όμως μαύρα απειλητικά σύννεφα περίμεναν πάνω απʼ την πόλη, φωτιές αναβόσβηναν μες τις αέρινες μάζες. Η αίθουσα του θεάτρου γέμισε, μάλιστα ήρθε ο δήμαρχος με την οικογένειά του, ο διευθυντής της αστυνομίας και αρκετοί άλλοι επίσημοι. 
   Ο θιασάρχης πρώτα ευχαρίστησε το κοινό, και στη φλόγα ενός σπίρτου άρχισε η παράσταση, λέγοντας πάνω κάτω τα εξής: 
   - Σε μια πλούσια πόλη, πόλη εμπόρων, έφτασε κάποτε ο βροχοποιός. Στη πόλη αυτή οι μισοί κάτοικοι ήταν έμποροι κι οι άλλοι μισοί πελάτες τους. Έτσι, όλοι εμπορεύονταν μεταξύ τους τα πάντα… 
   Σε παρέες οι άνθρωποι της σκόνης ήρθαν και στάθηκαν γύρω απʼ το αναμμένο σπίρτο. Ο ίδιος δε φαινόταν να κάνει τη παραμικρή προσπάθεια να κινήσει τις κούκλες. Ανάβοντας διαρκώς σπίρτα με μια καταπληκτική δεξιοτεχνία, μεταμόρφωνε συνέχεια το πρόσωπο των κέρινων ηθοποιών, τη μια το έδειχνε οργισμένο, την άλλη θλιμμένο, μια καυγάδιζαν, την άλλη κορόιδευαν και εξαπατούσαν, ώσπου στο τέλος όλες οι κούκλες μοιάζανε με αγριεμένα ζώα. Τότε ο γέρος χάθηκε απʼ τη σκηνή, κι εμφανίστηκε ο βροχοποιός, το κέρινο ομοίωμά του που συνέχισε να ανάβει σπίρτα και να μιλά στους ανθρώπους της σκόνης. 
   - Ήρθα με τη βροχή, βροντοφώναξε, για να ξεπλύνω την απάνθρωπη άγνοια των ανθρώπων. Το μέλλον ας δοθεί στο χαμόγελο των παιδιών! Οι μεγάλοι δεν χρειάζονται πια, η ανοησία τους κατάντησε καταστροφή… 
   Αρκετοί απʼ το κοινό, αναστατωμένοι, γιουχάισαν, άλλοι φώναξαν: ανοησίες, ανοησίες! Τότε βροχή έπεσε και έσβησε τα φώτα της πόλης στο βάθος της σκηνής. Έξω λυσσομανούσε πάλι η καταιγίδα. Οι άνθρωποι της σκόνης εξαφανίστηκαν, και παιδικά χαμόγελα προβάλανε από την κιβωτό. Τότε ο βροχοποιός συμβούλεψε τα παιδιά να κάνουν παιδιά όσο καιρό θα ταξιδεύουν μες τη βροχή, γιατί αλλιώς, ώσπου να φτάσουν σε στεριά, θα έχουν μεγαλώσει και θα κάνουν τα ίδια αρχαία λάθη. 
   Στα τελευταία αυτά λόγια, ο δήμαρχος σηκώθηκε και άρχισε να ουρλιάζει: Είναι ανήκουστο, είναι αισχρό! Σταματήστε αμέσως την παράσταση… παρακαλώ, τέλος, τέλος… 
   Και άλλοι μιμήθηκαν τον δήμαρχο, όμως η παράσταση συνεχίστηκε. Κεραυνοί έπεσαν τόσο κοντά στο θέατρο, που για μερικές στιγμές απλώθηκε απόλυτη σιωπή. Στις πύλες του παλατιού, πίσω από την κιβωτό, εμφανίστηκαν δυο κέρινα παιδιά με χρυσαφένια ρούχα, ο βασιλιάς της φωτιάς και η πριγκίπισσα της βροχής, που αγκάλιαζαν ένα μικρότερο κοριτσάκι, την κρυστάλλινη φλόγα. Έξω γινόταν χαλασμός. Οι θεατές ήταν στο πόδι, κάποιοι ουρλιάζανε ασυνάρτητα, άλλοι στριμώχνονταν στην έξοδο… Όμως η παράσταση δεν είχε ακόμη τελειώσει. Ο γέρος, επιβλητικός και τεράστιος, φάνηκε τότε. Γύρω του, πιασμένες χέρι-χέρι, ξεκίνησαν να χορεύουν οι κέρινες κούκλες. Αυτός, με τα χέρια ανοιχτά στον ουρανό, πριν αρχίσει να προσεύχεται δυνατά σε μια άγνωστη γλώσσα, είπε: 
   - Εμπρός παιδιά μου, μικροί κέρινοι άνθρωποι, ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί η αλήθεια, σαν το πυρσό μες το αβυσσαλέο πέλαγος! Να σταματήσει η τερατογένεση, έστω και για μια στιγμή του κοσμικού αιώνα! 
   Η φωνή του σκέπασε ακόμη και τις βροντές που αντηχούσαν απʼ άκρη σʼ άκρη στην πόλη. Οι κούκλες στροβιλίζονταν γύρω του σα δαιμονισμένες. Ύστερα…η παράσταση συνεχίστηκε στους δρόμους… 
 
   Στο σημείο αυτό ο ηλικιωμένος πλέον γιός του ξενοδόχου ανάσανε βαθιά. Μετά χαμογέλασε στον εγγονό του και συνέχισε: 
   - Με τη γιαγιά σου γνωριστήκαμε το ίδιο βράδυ της παράστασης... πάνω σʼ ένα δέντρο. Τελικά τα παιδιά αποδείχτηκαν καλύτεροι κολυμβητές απʼ τους μεγάλους. Το επόμενο πρωί, τα δέντρα της πόλης ήταν γεμάτα με παιδικά πρόσωπα. Απʼ τους μεγάλους μόνο λίγοι σώθηκαν, αλλά παιδί κανένα δεν χάθηκε. Η πόλη μας έγινε παιδούπολη, όχι για πολύ, αφού η κυβέρνηση έστειλε θετούς γονείς. Βλέπεις, η πόλη μας ήταν πλούσια, σημαντική για τη χώρα. Η εθνοφυλακή έφτασε με καθυστέρηση μετά από μέρες… Όσα παιδιά παρακολούθησαν τότε την παράσταση θυμούνται σαν τελευταία εικόνα τον γέρο να αιωρείται στο μέσο της σκηνής και τις κούκλες να πετούν τριγύρω του. Κάποιοι διέδωσαν τη φήμη πως οι κούκλες ήταν ψυχές παιδιών που χάθηκαν πρόωρα, και ο γέρος ήταν μάγος απʼ την ανατολή. Αλλά τι να πιστέψει κανείς απʼ όλα αυτά;
 
Δεύτερη Υπόθεση
 
   Όσα περισσότερα βλέπει κανείς, τουλάχιστον άλλα τόσα φαντάζεται, γιʼ αυτό η φαντασία ίσως να μην είναι τίποτα παραπάνω από την αρεστή όψη της πραγματικότητας. Βέβαια, μʼ αυτό μόνο το συμπέρασμα ποιός θα μπορούσε να εξηγήσει τα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού; Πάντως δεν ήταν λίγοι αυτοί που προσπάθησαν να δώσουν μια διαφορετική εξήγηση, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουν στις υπερφυσικές ικανότητες του γέρου βροχοποιού και του κέρινου θιάσου του. Για παράδειγμα, ο γιός του δημάρχου της πόλης, μετεωρολόγος στο επάγγελμα, ορκιζόταν πως μες τον πανικό στην αίθουσα του θεάτρου δε θυμάται τίποτα από ιπτάμενες κούκλες, και πως όλη αυτή η διογκωμένη ιστορία είχε καθαρά πολιτικούς λόγους. Στα πεντηκοστά του γενέθλια, δηλαδή αρκετά χρόνια πριν ο γιός του ξενοδόχου αφηγηθεί στον εγγονό του τη μυθική εκδοχή της νεροποντής, ο μετεωρολόγος διατύπωνε στους καλεσμένους του μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία για τα συμβάντα.
   - Μα οι λόγοι είναι προφανείς, εξηγούσε. Η κυβέρνηση, με μυστική συμφωνία, αποφάσισε να χτιστεί εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας στη γειτονική μας πόλη. Κάποιοι πολιτικοί που κατάγονταν από κει αποφάσισαν πως η πόλη μας δεν χρειάζεται άλλη οικονομική ανάπτυξη, της φτάνει αυτή που έχει, κι έτσι έγινε τελικά. Η πόλη μας ήταν κάποτε το πιο σημαντικό εμπορικό σταυροδρόμι της χώρας. Ξέρετε… την έχω μελετήσει όλη αυτή τη φημολογία. Είναι απλά τα πράγματα. Μετεωρολόγος είμαι, γιʼ αυτό έχω αντίθετη άποψη απʼ όσους πιστεύουν σε δοξασίες. Οι υψηλές θερμοκρασίες εκείνης της εποχής σε συνδυασμό με κάποια ασυγχώρητα ανθρώπινα λάθη οδήγησαν σʼ αυτόν τον εφιάλτη. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. 
   Διέκοψε τη διάλεξή του για μια στιγμή, κάρφωσε μια μπουκιά στο πιρούνι και την άφησε στο πιάτο του. Αφού συλλογίστηκε λίγο, ύστερα συνέχισε: 
   - Είναι γνωστό πως τέλη καλοκαιριού, αιώνες τώρα, φυσούν στην πόλη μας νότιοι άνεμοι. Νότια από μας χτίστηκε το εργοστάσιο που ξεκίνησε να δουλεύει χωρίς τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας, χωρίς φίλτρα προστασίας, χωρίς προσωπικό για έκτακτες ανάγκες… κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Η κυβέρνηση βιαζόταν για άμεσα αποτελέσματα, και να τι τελικά κατάφερε! Μια πόλη που τη στήριζε να βυθιστεί στη λάσπη! Ασυγχώρητο… Λοιπόν, τι έλεγα; Ναι, οι υψηλές θερμοκρασίες της εποχής παράγιναν υψηλές λόγω ελλιπών προδιαγραφών και κακής λειτουργίας των καυστήρων. Πώς να λειτουργήσουν; Αφού οι μισοί εργαζόμενοι ήταν άσχετοι, τελευταία στιγμή γίνανε οι προσλήψεις. Έτσι οι μεγάλες απώλειες θερμότητας απʼ το εργοστάσιο, σε συνδυασμό με τον καύσωνα, αύξησαν απότομα και σε επικίνδυνα όρια τη θερμοκρασία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων. Η φυσική τα εξηγεί καλά όλα αυτά… η μεταφυσική είναι για τους τσαρλατάνους… 
   - Μα λένε πως όλα άρχισαν, σαν ήρθε ο γέρος με τον θίασό του στην πόλη, τον διέκοψε ένας από τους καλεσμένους. 
   - Απλή σύμπτωση, αγαπητέ μου, απλή σύμπτωση. Γνωρίζετε την επαγγελματική μου ιδιότητα. Λοιπόν, σας διαβεβαιώνω πως οι ενδείξεις στους μετεωρολογικούς χάρτες έχουν να κάνουν με τρεις βασικούς παράγοντες: τη θερμοκρασία, την υγρασία και τον άνεμο. Σʼ ένα δελτίο καιρού δε θα βρείτε πουθενά την ένδειξη Βροχοποιός. Ακούστε, η επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα απʼ την αλχημεία… Τα μυστικά του σύμπαντος οφείλονται σε τεχνολογικές ατέλειες, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο. Γνωρίζουμε με σιγουριά πως μια απότομη και ακραία άνοδος της θερμοκρασίας έχει σα συνέπεια την πτώση της ατμοσφαιρικής πίεσης, δηλαδή ο αέρας λόγω της ζέστης αραιώνει, δημιουργούνται ανοδικά ρεύματα και μάζες ψυχρού αέρα εισβάλλουν από άλλες περιοχές, δημιουργώντας το φαινόμενο του κυκλώνα. Ο καιρός των μαγισσών πέρασε ανεπιστρεπτί, αγαπητέ μου… 
   - Πάντως ακούστηκαν και γράφτηκαν απίστευτα πράγματα, συμπλήρωσε ο καλεσμένος. 
   - Ξέρω, ξέρω ακριβώς τι ακούστηκε και γράφτηκε, απάντησε με σιγουριά ο μετεωρολόγος. Ότι δήθεν ο κέρινος θίασος ήταν η προσωποποιημένη εκδίκηση της φύσης, ότι ο θιασάρχης ήταν το πνεύμα των μυστικών δυνάμεων του σύμπαντος, κι άλλες τέτοιες αστείες ιστορίες… Ακούστε, δεν υπάρχουν μυστικά στο σύμπαν, υπάρχει μόνο η ανθρώπινη άγνοια κι η προσπάθεια για γνώση. Ό, τι δεν εξηγείται, δεν είναι, σώνει και καλά, μυστήριο, αλλά η μοιραία αποδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας. Αλίμονο, αν μπορούσαμε να τα εξηγήσουμε όλα! Παρακολούθησα κι εγώ εκείνη την παράσταση, και ποτέ δεν αναρωτήθηκα αν υπήρξε κάτι υπερφυσικό σʼ όσα είδα. Είδα ένα δεξιοτέχνη να κινεί στο σκοτάδι τις κούκλες του, να φωτίζει το σκηνικό με πυροτεχνικά τρικ… είδα πλημμυρισμένους δρόμους και κόσμο να πνίγεται στα σκοτεινά νερά, και την επόμενη μέρα βρέθηκα, ένας θεός ξέρει πώς, στο κλαδί ενός δέντρου. Κι εγώ όπως κι άλλοι, έκλαψα για τους γονείς μου… και με περιμάζεψε η εθνοφυλακή. Αα, τώρα που είπα για εθνοφυλακή… Θα ξέρετε βέβαια πως καθυστέρησε να ʽρθει, θανάσιμη αμέλεια από λάθος χειρισμούς των αρχών, κι όχι όπως αργότερα ισχυρίστηκε η κυβέρνηση ότι οι εθνοφύλακες δε μπορούσαν να φτάσουν στην περιοχή, γιατί τάχα κινδύνευαν να μη φτάσουν ποτέ. Ανακρίβειες και ψέματα, δηλαδή πολιτικοί χειρισμοί συγκάλυψης. Εδώ που τα λέμε, η πόλη βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη. Το δίκτυο των υπονόμων παμπάλαιο, οι κοίτες των χειμάρρων χτισμένες, τα γύρω δάση σακατεμένα. Εε, κάθε άλλο επιχείρημα για το μέγεθος της καταστροφής είναι περιττό σχόλιο. 
   Καλά ως εδώ, αλλά τι εξυπηρέτησε όλη αυτή η μυθολογία; παρατήρησε ο καλεσμένος. Κάτι πρέπει να κρύβεται πίσω από όλες αυτές τις φήμες, έτσι δεν είναι; 
   Δεν είστε απʼ τα μέρη μας, απάντησε ο μετεωρολόγος. Ό,τι ξέρετε για κείνο τον κατακλυσμό, ας τον πούμε έτσι, είναι μονάχα αυτό που ακούσατε. Οι νόμοι της φυσικής εξηγούν ακριβώς τι έγινε και γιατί…Βέβαια, το θέμα της πίστης είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα. 
   Στο σημείο αυτό η ομήγυρη έδειχνε αφοσιωμένη αποκλειστικά στο φαγητό, όμως ο διευθυντής του κολλεγίου φαινόταν να έχει κάποιες αντιρρήσεις σʼ όλες αυτές τις διατυπώσεις του οικοδεσπότη. 
   - Θα ήταν αφέλεια να ισχυριστώ πως τα φυσικά φαινόμενα μπορεί να ʽχουν κάποια μεταφυσική διάσταση… επιστήμονες είμαστε άλλωστε…αλλά τόσο η επιστήμη όσο κι η μεταφυσική είναι δημιουργήματα του ανθρώπινου μυαλού. Έτσι… 
   - Υποψιάζομαι που το πας, μουρμούρισε ο μετεωρολόγος. 
   - Θέλω να πω πως η μεταφυσική ίσως τελικά να μην είναι και τόσο μεταφυσική. Μπορεί όντως τα ανεξήγητα φαινόμενα να οφείλονται στην ελλιπή επιστημονική μας κατάρτιση… 
   -Με άλλα λόγια, παρατήρησε ο οικοδεσπότης, επιστήμη και θρησκεία είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο εξής, για τις καιρικές προβλέψεις ας απευθυνόμαστε σε μέντιουμ! 
   - Δεν εννοούσα αυτό, ξέρεις τις απόψεις μου. Κι εγώ παρακολούθησα την παράσταση και θυμάμαι κάποιες ξεχωριστές λεπτομέρειες, θυμάμαι τις κέρινες κούκλες να κινούνται μόνες τους, να… 
   - Τρικ, τρικ… Ο άνθρωπος ήταν αριστοτέχνης στο είδος του, αλλά ότι ήρθε από τις αρχαίες στέπες κι εξουσίαζε τον καιρό… αυτό ούτε η μικρή μου κόρη δε θα το πίστευε. 
   Όσο επέμενε ο οικοδεσπότης, άλλο τόσο ανυποχώρητοι έδειχναν κάποιοι συνομιλητές, πράγμα που έδινε στη βραδιά μια ευχάριστη νότα επικοινωνίας. Κανείς βέβαια δεν υποψιαζόταν πως τα αθώα συννεφάκια του Νοέμβρη, που πριν λίγες ώρες ξεπετάγονταν στον ουρανό σα λευκές ανθοδέσμες σε γαμήλιο πάρτι, στη διάρκεια της κουβέντας είχαν κιόλας μετατραπεί σε καταιγιδοφόρες στρατιές υδρατμών. Οι δρόμοι της πόλης ήταν άδειοι, και από μακριά ξεχώριζε ένα γιγάντιο αλεξικέραυνο, καρφωμένο στον κεντρικό τρούλο της μητρόπολης. Στο άκουσμα της πρώτης βροντής ο οικοδεσπότης πήρε τον λόγο: 
   - Λέτε να μας επισκέπτεται πάλι ο βροχοποιός; Ακούω τις προβλέψεις σας. Αφού επιμένετε… εντάξει, υπάρχει βροχοποιός, και πλέον τον λέμε χαμηλό βαρομετρικό. Τι άλλο να σχολιάσω; 
   - Ένα δεν είπαμε, πρόσθεσε ο διευθυντής. Πώς γίνεται να μην έπαθε το παραμικρό ούτε ένα από τα παιδιά; Και πώς όλα βρέθηκαν πάνω σε δέντρα το άλλο πρωί; Κι αυτό σύμπτωση; Κι άντε να εξηγήσεις ότι κάποιοι μεγαλόσωμοι και γυμνασμένοι πνίγονταν στους δρόμους… Μου φαίνεται, μόλις ανακαλύψαμε ένα νέο νόμο, τον νόμο των συμπτώσεων. Σε τέτοια περίπτωση οι λογικές εξηγήσεις είναι άχρηστες, έτσι δεν είναι; 
   Ο μετεωρολόγος ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπέζι και χάθηκε σε σκέψεις που δεν κατάφερε να εκφράσει. Έξω η βροχή μαστίγωνε την πόλη. Οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν σηκωθεί απʼ το τραπέζι και είχαν σχηματίσει μικρές παρέες μες το άνετο σαλόνι με τις παλιές φωτογραφίες στους τοίχους. Μια απʼ αυτές έδειχνε την κεντρική πλατεία με τη μητρόπολη, το θέατρο και το δημαρχείο. Απʼ τον τρούλο της μητρόπολης έλειπε το αλεξικέραυνο. Ο οικοδεσπότης έριξε μια ματιά τριγύρω, κούνησε ελαφρά το κεφάλι, ξαναπήρε το ποτήρι με το κρασί και το σήκωσε ψηλά. 
   - Στην υγεία των παιδιών! ευχήθηκε. Στην υγεία των παιδιών!
 
Βουτυρόπουλος Νίκος
ΠΟΙΕΙΝ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου