Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

ΣΤΗ ΣΥΚΑΜΙΑ ΑΠΟ ΚΑΤΩ

 ...Στην αφετηρία... 
 
   Με το διήγημά της «Στη συκαμιά από κάτω», που πρωτοδημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στο περιοδικό «Νέα Εστία» (1927) η βορειοπειρώτισσα Κατίνα Παπά μάς ταξιδεύει σε τόπους και χρόνους παλιούς και χτίζει αόρατες γέφυρες που μάς συνδέουν με το παρελθόν, αναδεικνύοντας τη ρευστότητα του ιστορικού χρόνου. Κι όλα αυτά με λιτότητα, αρμονία, ισορροπία και λεπτό χιούμορ, παρά τις δύσκολες όψεις της ζωής, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη η ηρωίδα της, και την πίκρα του θανάτου που αδυσώπητος καραδοκεί. 
   Μέσα από την γλυκόπικρη ιστορία της κοριτσίστικης φιλίας της Μαρίνας (alter ego της ίδιας της συγγραφέως, η οποία όπως κι η ηρωίδα της φιλοξενήθηκε στον τόπο καταγωγής της -την Ήπειρο- για ένα διάστημα) και της χωριατοπούλας Φωτεινής, η Κατίνα Παπά, ως γνήσια εκπρόσωπος της γενιάς του '30, κάνει έναν ύμνο στην ιδιαίτερη πατρίδα της, σε «μια Ελλάδα που δεν τη συναντάς στους μεγάλους τουριστικούς δρόμους», με τα ήθη, τα έθιμα και τις δεισιδαιμονίες της, σε καταστάσεις και ήρωες που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια άγρια και σκληρή φύση, η οποία με τη σειρά της «συμμετέχει» ενεργά στα ψυχολογικά γεγονότα που βιώνουν οι ήρωες, ταυτιζόμενη με τον ψυχικό τους κόσμο. 
 

 

    - Καλώς ώρισες! φώναξε κι' άπλωσε τα δυο της χέρια να τη δεχτή.
   Πήδησε γελαστή από τ' άλογο κι' έτρεξε κοντά στη Νόνα της, που την έσφιξε μέσα στα γεροντικά μα δυνατά της χέρια.
   - Πώς εμεγάλωσες! Ήσουν τόσο-να παιδάκι, όταν ήρθες την άλλη φορά. Το θυμάσαι;
   Ναι, το θυμότανε.
   Και κύτταξε γύρω που όλα της ήτανε άγνωστα.
   Όταν είχε πάει την τελευταία φορά, ήτανε πολύ μικρή και στο νου της δεν της είχανε μείνει παρά λίγα πράγματα.
   Θυμότανε μοναχά πως μόλις μπήκανε στο σπίτι, η αδερφή της η μικρή φοβήθηκε που είδε το ταβάνι μαύρο από τον καπνό κι' έβαλε τα κλάματα.
   Η μητέρα της, για να την ησυχάση, της έβγαλε μια κίτρινη τραχηλιά που φορούσε και την έδωσε στη μικρή. Έπειτα τις έβαλαν να καθήσουν απάνω στα κόκκινα κιλίμια που σκέπαζαν το πάτωμα.
   Η αδελφή της, παίζοντας, έκοψε την κλωστή και τα κοράλα σκόρπισαν κάτω. Τα σανίδια άφιναν πολλές χαραγματιές αναμεταξύ τους κι όσα κύλησαν σ' αυτές, έπεσαν στο κατώγι. 
   Κάθε κοράλο που έπεφτε κι' ένας κόσμος εχανόταν· και θα έκλαιγε δίχως άλλο, αν ήτανε θετική πως θα της έδιναν κι' αυτηνής την τραχηλιά της μεγαλύτερης αδερφής της. 
   Άλλη μια φορά θυμάται που ήτανε όλα χιονισμένα. Έκαναν μπάλες στο μαντρί και τις εκυλούσαν.
   Τι χρειάζεται το χιόνι; ρώτησε η μικρή.
   - Να το τρώμε! της είπε ο αδερφός της· κι' αυτή έβαλε αμέσως ένα κομμάτι στο στόμα της.
   Θυμάται πως εζάρωσε το προσωπάκι της και κοκκίνησε.
   - Δεν το τρώνε ωμό, το ψένουνε πρώτα! της είπε αυτός σοβαρός και της έδωσε μια μεγάλη μπάλα για να την ψήση.
   Αυτή έτρεξε μέσα και την έρριξε στη φωτιά. Σε λίγο ξαναβγήκε στην αυλή κλαίγοντας.
   Τίποτ' άλλο δεν θυμότανε από κείνη την τελευταία φορά. Όμως για να ευχαριστήση τη Νόνα της, είπε πως τα θυμότανε όλα.
   Κύτταξε το μαντρί με την πλατειά περγουλιά του.
   - Είναι μοσκοστάφυλλο, και κείνο τ' άλλο κει πολίτικο, θα τα δοκιμάσης αργότερα, της είπε η γριά όπως την έπαιρνε από το χέρι.
   - Τα σύκα τέλειωσαν! Κι' έδειξε μια πολύ ψηλή συκιά κοντά στον τοίχο του μαντριού. Αλλά είναι δίκαιρη και σε λίγο θα μας δώση και τα δεύτερα.
   Ανέβηκαν την πέτρινη σκάλα.
   Το ξύλινο χαγιάτι της έκαμε εντύπωση, της φαίνονταν πως την κορόϊδευε, πως της έβγαζε τη γλώσσα του, μια θεόρατη πράσινη γλώσσα.
   - Είναι η κρεββατίνα, εξήγησε η Νόνα. Βλέπεις, την εστρώσαμε με χλωρά σπάρτα· εκεί, αν θέλης, θα κοιμάσαι.
   - Μπορώ να πηδάω;
   - Όσο θέλεις, μοναχά να προσέχης μην πέσης. 
   Μπήκανε στο ξύλινο χαγιάτι κι' η μικρή βγήκε αμέσως από το μεσαίο μεγάλο του άνοιγμα, που δεν ήτανε ούτε θύρα, ούτε παράθυρο, στην κρεββατίνα. 
   Μεγάλα δοκάρια, που ξεκινούσαν από το άνοιγμα κι' έφταναν ως τον τοίχο του μαντριού, με άλλα μικρότερα σταυρωτά από πάνω του και στρωμένα με σπάρτο, ήταν αυτό που η Νόνα το 'λεγε «κρεββατίνα».
   Τι ωραία που ήταν εκεί ψηλά!
   Άρχισε να χοροπηδάη, στην αρχή φοβισμένα, ύστερα με περισσότερο θάρρος και στο τέλος με μανία.
   Σε λίγο: Φραπ! Έχασε το πόδι της.
   Εχώθηκε ανάμεσα από τα ξύλα και δεν μπορούσε να βγη.
   Με τη βοήθεια της Νόνας το έβγαλε γδαρμένο κι' αιματωμένο.
   - Δεν είναι τίποτα, είπε η γριά. Θα συνηθίσεις στους πόνους.
   Μπήκανε στο σπίτι.
   - Μεγάλη σου χάρη, ψιθύρισε η Νόνα κι' έκαμε το σταυρό της μπροστά στο κόνισμα που ήτανε ψηλά, μέσα σε μια καμάρα στον τοίχο, κλεισμένη με γυάλινη πορτίτσα.
   Το καντήλι έκαιε μπροστά στο κόνισμα κι' η μικρή εκύτταζε μ' ευχαρίστηση το πρόσωπο της Παναγιάς που της χαμογελούσε.
   Το κόνισμα ήτανε θαυματουργό.
   Μια φορά, όταν ο αδερφός της ήταν ακόμα στην κούνια, άνοιξε η γυάλινη πορτίτσα του και το κόκκινο αυγό, που έβαζαν εκεί κάθε Πασχαλιά, έπεσε απάνω στο χέρι της μητέρας της που κοιμώτανε από κάτω.
   Ήτανε ήσυχη χειμωνιάτικη νύχτα.
   Εξύπνησε ξαφνιασμένη και είδε με τρόμο την κούνια να καίεται. Τα σκεπάσματα είχαν πάρει φωτιά. Άρπαξε το μικρό ανάμεσ' από τις φλόγες. Η φωτιά δεν το είχε αγγίξει καθόλου.
   - Αυτό είναι το σπίτι μας, είπε γελαστή η Νόνα, δείχνοντας με το χέρι της από την κορφή ως τον πάτο το μεγάλο μονοκόμματο εσωτερικό.
   - Κάμαρες δεν έχει;
   - Όχι. Τι χρειάζονται οι κάμαρες; Το χειμώνα μαζευόμαστε σ' αυτή την κορφή και πυρωνόμαστε (κι' έδειξε τη γωνιά, που ήτανε προς το νότιο μέρος), και το καλοκαίρι μαγειρεύουμε σε τούτην (κι' έδειξε το βορεινό). Έχουμε κι' αυτό το μικρό ξέχωρο για τις μπούνταινες. Εκεί είναι κι' ο φούρνος (κι' έδειξε ένα τετράγωνο χωριστό μέρος, σαν δωμάτιο μα χωρίς πόρτα).
   Κύτταξε γύρω της· όλα μαύρα, καπνισμένα.
   Τα χαμηλά, μικρά παράθυρα δεν έφταναν για να φωτίσουν όλο εκείνο το μεγάλο διαμέρισμα, κι' αυτό το μισόφωτο τής έκανε στενοχώρια.
   Σαν να το κατάλαβε η γριά, άνοιξε μια πόρτα που ήτανε αντίκρυ από κείνην που είχανε μπη, αλλά βορεινότερα.
   Ένα φαιδρό φως δειλινού πλημμύρισε το σπίτι και φωνές πουλιών σα να τις έκραζαν.
   - Τι ωραίο περιβόλι!
   - Είναι οι «Μηλιές», έτσι το λέμε το περβόλι. Γιατί τα περσότερα δέντρα είναι μηλιές. Τις βλέπεις; Όλες τις έχει φυτεμένες ο πατέρας σου. Να, κι' εκείνη τη μεγάλη νεσπουλιά στην άκρη, αυτός την φύτεψε. Κανείς άλλος στο χωριό μας δεν έχει νεσπουλιά. Έχει και μια αηδονοφωλιά στα κλωνάρια της, τη νύχτα θ' ακούσης πώς θα σου τραγουδήσουν τ' αηδόνια μας. Θα συνηθίσης εδώ και θα περάσουμε ωραία οι δυο μας, θα δης.
   Συλλογιζόταν ακόμα το σπίτι της και ήτανε λυπημένη που δεν μπορούσε να παίξη με τις αδερφές της.
   Ύστερα δεν μπορούσε και να συνηθίση δίχως τη Μητέρα της.
   Σαν να το κατάλαβε η γριά, την έπιασε απ' το χέρι και της είπε:
   - Κύτταξε μένα, παιδί μου, κάθομαι έρημη τώρα τόσα χρόνια· από τότε που έχασα τον πάππο σου, μόνο μια φορά ήρθε η κοπέλλα μου να τη δω, τότε που συ ήσουν πολύ μικρή. Α, δεν ξέρεις τι χαρά μου φέρνει ο ερχομός σου!
   Σήκωσε τα μάτια της και την κύτταξε.
   Ήτανε ψηλή, λιανή, με πολύ ωραίο πρόσωπο· ήτανε πιο αδύνατη από τη μητέρα της, αλλά της έμοιαζε πολύ, κι' αυτό έκαμε τη μικρή να την αγαπήση αμέσως.
   - Δε θα σ' αφήσω· θα μείνω πάντα μαζί σου, Νόνα.
   - Θα ιδούμε, Μαρίνα. Και χάϊδεψε τα μαλακά μαλλιά του κοριτσιού. Θα σου πω κι' ένα λόγο ακόμα· «νόνα» λες τη μητέρα του πατέρα σου· εμένα, για να με ξεχωρίζης, να με λες «Μαλέκω»· έτσι τις λέμε εδώ τις γριές.
   Ναι, θα την έλεγε Μαλέκω, της ερχόταν και γλυκύτερο. Και κύτταζε τα παράξενα χέρια της γριάς. Είχαν μακρυά και αδύνατα δάχτυλα με χοντρούς και ανώμαλους κόμπους.
 
   Είχε συνηθίσει κιόλας στη ζωή του χωριού.
   Είχε δίκηο η Μαλέκω της, ήτανε ώρες και μέρες κάποτε, που ούτε συλλογίζονταν καθόλου το μεγάλο πολυθόρυβο σπίτι στην πόλη.
   Είχε πολλά παιδιά το σπίτι της κι' αυτή δεν την επρόσεχαν. Στο σχολειό ήταν η πρώτη στην τάξη της, αλλά κανένας στο σπίτι δεν έδινε σημασία σ' αυτό.
   Της άρεσαν πολύ οι ιστορίες, και περίμενε ανυπόμονα την Πρωτοχρονιά που θα της εχάριζαν βιβλία. Τότε κάθονταν ώρες και τα διάβαζε κι' όταν τα τέλειωνε, τα ξανάρχιζε από την αρχή. Όλα τα πράματα, ως και τα πιο τιποτένια, της έκαναν μεγάλη εντύπωση. Και για πολύν καιρό ύστερα δεν μπορούσε να λησμονήση το ένα και το άλλο πρόσωπο που συναντούσε στα βιβλία, και γύρευε να 'βρει ομοιότητες με τους ανθρώπους που την τριγύριζαν.
   Σε όλους είχε δώσει ένα άλλο όνομα, σύμφωνα με την εντύπωση που της έκανε ο καθένας, και τα αληθινά τους ονόματα δεν είχανε καμμιά σημασία γι' αυτήν.
   Ύστερα αδυνάτησε και την έστειλαν στο χωριό.
   Εκεί όλα ήταν αλλοιώτικα. Εκείνοι οι άνθρωποι δεν είχαν δει ποτέ τους γυναίκα γραμματισμένη. Κι' ένα κορίτσι τόσο μικρό, που ήξερε να λογαριάζη, να γράφη, να διαβάζη, να λέη αληθινές ιστορίες και όχι σαν τα παραμύθια που έλεγαν αυτοί, να ξέρη μακρυές προσευχές, να τραγουδάη αλλοιώτικα, να κουβεντιάζη παράξενα, το θεωρούσαν σα θάμα.
   Τα κορίτσια και τ' αγόρια τα συνομήλικα την ντρέπονταν, ούτε στα μάτια δεν τολμούσαν να την κυττάξουν. Οι γυναίκες την εκαμάρωναν κι' οι άντρες κι' οι γέροντες την εσέβονταν και κουβέντιαζαν σοβαρά μαζί της, για όλα τα ζητήματα. 
   Στην αρχή η Μαρίνα παραξενεύτηκε, αλλά ύστερα άρχισε να βρίσκη μεγάλη διασκέδαση. Με τον καιρό πίστεψε κι' η ίδια πως κάτι ήτανε, πως εμεγάλωσε άξαφνα, πως δεν ήτανε πια η μικρή που την έστελναν όξω, όταν εκουβέντιαζαν οι μεγάλοι, και ήρθε ώρα που λησμόνησαν όλοι την ηλικία της.
   Σε λίγο έγινε γραμματικός του χωριού· δεν επρόκανε ο παππάς να κρατάη όλη την αλληλογραφία.
   Τα περισσότερα τα 'γραφε η Μαρίνα.
   Νιες, γριές, κοπέλλες, έρχονταν να τους κάμη γράμματα για τους άντρες τους, τα παιδιά τους, τ' αδέρφια τους, που ήτανε στα ξένα και δούλευαν.
   Κι' έγραφε η Μαρίνα ώρες και ώρες, κι' εξιστόριζε πόνους και βάσανα και χαρές και ελπίδες, και γέμιζε φύλλα με τρυφερότητες, κι' έγραφε παράπονα, κι' εφιλούσε τα δυο μάτια του καθενός «με πολύν πόνο της καρδιάς της» κι' ωστόσο σήκωνε και το κεφάλι της, εκύτταζε όξω και στέναζε.
   Εζήλευε τα πουλιά, τις πεταλούδες, τις μύγες και όλα τα ζουζούνια, που δεν ήξεραν γράμματα και δεν τα 'βαζε κανείς να γράψουν σε κανένα.
   Αν γινότανε μεμιάς ένα πουλί κι' έφευγε άξαφνα από το παράθυρο; Πώς θα σταυροκοπιόντανε η γυναίκα! 
   Ήρθε ένα γράμμα επίσημο, από το «Κάστρο», μα κανείς δεν μπορούσε να διαβάση τι έλεγε.
   Ίδρωναν οι γέροντες μαζεμένοι στον τόπο που συνεδρίαζαν, στα πεζούλια της αυλής του Αγιώργη· ίδρωνε κι' ο παππάς, αλλά τίποτα δεν έκαναν.
   - Δεν το βγάζω «ντότις», είπε ο παππάς απελπισμένος.
   - Ας φωνάξωμε τη Μαρίνα.
   Τι να σου κάμη η Μαρίνα; Αφού δεν το βγάζει ο παππάς!
   - Ω, Μαρίνα! φώναξε ο νεώτερος, έρχεσαι λίγο δώθε, που σε θέλομε;
   Ήρθε η Μαρίνα και διάβασε το χαρτί. Ήτανε από τη Μητρόπολη. Εζητούσαν από τους δημογέροντες ένα μέρος από τα «βακούφικα» να το στέλνουν στην επισκοπή· είχε μεγάλες ανάγκες η επισκοπή και ζητούσε ενίσχυση.
   Οι άντρες εθαύμασαν. Αυτό μαθεύτηκε σ' όλο το χωριό και η Μαρίνα έγινε σπουδαία.
   Έφτασε να τη συμβουλεύωνται οι γέροντες και για ζητήματα που πολύ την εδυσκόλευαν:
   Ποια ήταν η γνώμη της· πώς θα μπορούσαν να κάμουν τα νερά του «Κάκοψου» -της βρύσης του χωριού- κάλοψα;
   Το χωριό δεν είχε σχολειό και τα παιδιά αναγκάζονταν να πηγαίνουν πολύ μακρυά, στο «Θεολόγο».
   Έπρεπε να περνούν και το ποτάμι κι' αυτό ήτανε πολύ δύσκολο το χειμώνα.
   Θα ήθελε αυτή να διδάσκη τα παιδιά; Θα της έβγαζε το χωριό το μισθό της. Θα έκαναν σκολειό τον ξενώνα του χωριού, το «Κονάκι», που ήτανε δίπλα στον Αγιώργη. Τόσο και τόσο τους επίσημους ξένους, το Σελιαμή, τους αγάδες, την «εικοσάδα», τους μοίραζαν οι προεστοί στα σπίτια τους.
   Τον ξενώνα τον είχανε μοναχά για τους λιάμπηδες, τους γύφτους, τους καλαντζήδες, τους πραμματευτάδες, που δεν ξέρει κανείς πούθε κρατάει η σκούφια τους και δεν μπορούν να τους μπάσουν στα σπίτια τους.
   Αυτούς θα τους έβαζαν στα αχούρια και θα 'μενε ο ξενώνας λεύτερος.
   Θα ήθελε λοιπόν να μάθαινε αυτή τα παιδιά γράμματα;
   Βέβαια, αυτό θα ήτανε μεγάλη ευκολία για το χωριό· αλλά έπρεπε να ρωτήση και τον πατέρα της, κι' ύστερα αυτή δεν θα 'μενε πάντα εκεί, μια μέρα θα έφευγε.
   Το δυσκολώτερο ήτανε με τις γυναίκες· αυτές την ερωτούσανε πράμματα που δεν ήτανε δυνατό να τα ξέρη η Μαρίνα.
   Μια γυναίκα έβγαλε ένα «κακό σπυρί» στο χέρι. Ήρθε να το δείξη στη Μαρίνα.
   Τι έπρεπε να του βάλη;
   Θυμόντανε η Μαρίνα πως όταν ήτανε μικρή, είχε κι αυτή ένα σπυρί στο χέρι της και της έβαζαν μπαμπάκι, γάζες και της το έδεναν.
   Αυτή όμως, όταν εγύριζε από το σκολειό, πετούσε όλα αυτά τα περιττά πράμματα και έβαζε μια αλοιφή, που την έφτειανε η ίδια στην πλάκα του μπαλκονιού με χώμα και με σάλιο. Άλειφε μ' αυτήν το σπυρί και το σκέπαζε με φύλλο που έκοβε από τη γλάστρα.
   Θα έδινε την ίδια συνταγή και στην γυναίκα, αν δεν θυμόντανε ακόμα το ξύλο που έφαγε από τη μητέρα της, όταν ανακάλυψε αυτή τη θεραπεία.
   Τέλος πάντων μια συνταγή θα μπορούσε να φανταστή και να δώση· αλλά τι θα 'λεγε στην γυναίκα που την ρωτούσε για πράμμα, που και μεγάλη να ήτανε δε θα 'ξερε ν' απαντήση; Το 'χε μεγάλο παράπονο η γυναίκα και δεν ήξερε τι να κάμη:
   Πάντρεψε την κοπέλλα της κι έμπασε το γαμπρό στο σπίτι. Ήτανε καλό παλληκάρι ο γαμπρός της και κανένα παράπονο απ' αυτόν δεν είχε· και η Αγγέλω της κοπέλλα μάλαμα. Τα 'χε δεν τα 'χε τα δεκατέσσερα, και σ' όλες τις δουλειές σπίθα!
   Μα έλα που δεν ήθελαν να πλαγιάσουν αντάμα... Και ήθελε δεν ήθελε, κοιμώταν αυτή στη μέση του κρεββατιού για να τους χωρίζη...
   - Τι στενοχώρια, τι στενοχώρια, παιδάκι μου, και τι ντροπή! Τι θα 'λεγε το χωριό, αν το μάθαινε; Αχ, τι να κάμω, τι να κάμω, παιδάκι μου;
   - Δεν παίρνεις ένα κρεββάτι πλατύτερο, που να χωράτε καλά και οι τρεις; Να μη στενοχωριέσαι;
   Άνοιξε τόσα τα μάτια της η γυναίκα κι έξυσε τ' αυτί της.
   - Όσο να πης, κι ο σοφός θέλει την ηλικία του.
   Κι έφυγε.
   Η Μαρίνα έμεινε ήσυχη που η συμβουλή της ήτανε πολύ σοφή, αφού η γυναίκα δεν της ξαναπαραπονέθηκε.
 
    Σαν το μανούσι το κόκκινο που γίνεται το Μάη, μοσχοβολάει εδώ ο τόπος· μα ούτε και σαν αυτό. Να πης σαν βασιλικός, ούτε σαν βασιλικός. Μυρίζει με όλες τις μυρουδιές του τόπου· να, όπως μύριζαν τ' άγια λείψανα του μοναστηριού.
   Αλλά να μην έχει αγέρα. Αν έχει, την παίρνει.
   - Από πού έρχετ' η μυρωδιά; Μανούσια δεν είναι πουθενά· σωροί από πέτρες σ' όλες τις μεριές και στη μέση ο δρόμος· ούτε ένα δέντρο, ούτε ένα χορταράκι· από πού έρχεται;
   - Από το μνήμα. Ανάμεσ' από τις «σκρίκες» είναι ένα μνήμα· είναι από παλιόν καιρό. Είπαν πως ήτανε Τούρκου, μα δε βγαίνει από Τούρκο τέτοια μυρωδιά. Κάποιος του μοναστηριού είναι θαμμένος, σκοτωμένος από Τούρκο, κάποιος καλόγερος κι' άγιασε.
   Η Μαρίνα στενοχωριότανε μέσα σ' αυτή τη στεγνή ερημιά. Ούτ' ένα πουλί δε διαβαίνει, κι' αυτή η μυρωδιά η αλαφριά, η ζεστή, η παράξενη, που δε μοιάζει με τίποτα, που δεν παραστιέται με τίποτα, που ούτε πληθαίνει, ούτε λιγοσταίνει, κι' αυτή στενοχώρια της φέρνει.
   - Μυρωδιά που δεν ξέρω από πού έρχεται, δε μ' αρέσει.
   - Στο μνήμα είναι ένας άγιος άνθρωπος.
   - Αλλά είναι λυωμένος.
   - Πες που έρχεται από την ψυχούλα του.
   - Η ψυχούλα είν' αγέρας κι' εδώ δεν είναι τίποτα που να μπορή να φχαριστηθή μια ψυχούλα. Πάμε, Μαλέκω, πάμε πίσω στο χωριό.
   - Ας γίνη το θέλημά σου.
 
   Κυματίζουν οι βρίζες, τα στάρια και τα κριθάρια, και τα ψηλά δέντρα ρίχνουν μεγάλες μαύρες σκιές.
   Κάπου - κάπου χαλάσματα και χαλικαριές· είναι παλιοί χαλασμένοι μαχαλάδες «του Τριαντή» και το «Γιοργοσόλι».
   Πόσα σπίτια ήταν εκεί! Μεγάλα σπίτια γιομάτα κόσμο, που τον θυμάται σαν όνειρο η γριά. Γέροντες, γριές, γυναίκες, άντρες, παιδιά, πόσος κόσμος που χάθηκε! Έτσι μπροστά στα μάτια της χάθηκε.
   Θυμάται ακόμα τους Κυριαζάτες. Μεγάλη φαμίλια· δεκαπέντε σερνικοί μοναχά, χώρια οι γυναίκες, χώρια τα παιδιά· κάτι ψηλά, λιοκαμμένα παιδιά, με μακρυούς αλαντζάδες.
   Πώς χάθηκαν! Τα μάγια τούς έκαμαν νάα!
   Μια γκαβή και μια κουτσή είχαν απομείνει, και πάνε κι' αυτοί πεκείθε στο «Χλωμό» που ήταν τα πατρικά τους.
   - Ποιος τους έκαμε μάγια;
   - Μια γριά που τους οχτρεύονταν, τους έφερε γάλα μαστολοημένο κι' έφαγαν. Αλλά κι' αυτή έννοια σου, τα πλέρωσε όλα, κακήν κακώς έζησε. Πείνασε· έφτασε να φάη κουτάβι από την πείνα της κι' ύστερα πέθανε. Θιος σχωρέσ-τους όλους αντάμα, εμείς στο ψέμμα, κι' αυτοί στην αλήθεια.
 
   Ήτανε δειλινό. Το βουνό που φωτίζονταν ακόμα στην κορφή από τον ήλιο, έρριχνε τον ίσκιο του στο χωριό. Είχε κάμει πολλή ζέστα όλη την ημέρα και οι άνθρωποι παρακολουθούσαν μ' ευχαρίστηση το ηλιοβασίλεμα.
   Σε λίγο άρχισε να φυσάει· ακούστηκ' η βοή ψηλά στις βαλανιδιές, ύστερα στα χωράφια, στους κήπους κι' ο αγέρας έφτασε στα μαντριά και στα σπίτια.
   Όλη η πύρια του βουνού, που από το πρωί το χτυπούσε ο ήλιος, κατέβηκε στο χωριό και πλάκωσε και το μονοπάτι.
   Αυτό περνούσε δίπλα  από ένα λόγγο, ανέβαινε σιγά - σιγά μαζί του, ύστερα έστριβε αριστερά, περνούσε ένα πλατύ χέρσο μέρος, άφηνε δεξιά του μια μακρυά σειρά χαλικαριές και χάνονταν μέσα σ' ένα πυκνοφυτεμένο μέρος από βαλανιδιές κι' από δέντρους· ύστερα παρουσιάζονταν πάλι στο τέλος πίσω από τις βαλανιδιές, ανέβαινε ακόμη έναν κουραστικό ανήφορο κι' έφτανε στην κορφή του λόφου σ' ένα ψηλό ξέφωτο ίσιωμα που το εσκίαζε ένας πελώριος πυκνόφυλλος δέντρος.
   Εκεί σταματούσε το μονοπάτι. Εκεί σταμάτησαν κι' οι δυο κοπέλλες. Η μια προχώρησε προς το έρημο μικρό εκκλησάκι που στέκονταν κρυμμένο πίσω από το δέντρο.
   Έβαλε ένα μεγάλο βαρύ κλειδί στην κλειδαριά, το έστριψε, ακούστηκε ένας ήχος ξερός μεταλλικός· η θύρα έτριξε και βαρειά μυρωδιά από λάδι, μούχλα και υγρασία χύθηκε όξω. Διαπλάτωσε τη θύρα και περίμενε λίγο να αεριστή. Ύστερα άρχισε να συγυρίζη το εκκλησάκι.
   Έκαμε μια σκούπα από μυρτιές και το σκούπισε. Ξεσκόνισε τα ξεθωριασμένα κονίσματα κι' άναψε τα καντήλια.
   Ωστόσο η άλλη κάτι ζητούσε μέσα στα κλωνάρια του δέντρου· το βρήκε και στάθηκε· σηκώθηκε στις μύτες των ποδαριών της και ξεκρέμασε μια μεγάλη περόνα. 
   Μ' αυτήν άρχισε να χτυπάη το σήμαντρο που ήταν κρεμασμένο στον πλατύ κορμό.
   - Ντιν - νταν! Ντιν - νταν! Ντιν - νταν!
   Ξάστερος, γλυκός, χαρούμενος ήχος ξεχύθηκε από το σήμαντρο.
   - Ντιν - νταν! Ντιν - νταν! Ντιν - νταν! ακούστηκε θολά η ηχώ.
   Ο ζεστός αέρας του δειλινού άρπαξε τους γλήγορους ήχους, τους επέρασε απάνω από τα δέντρα, τους βράχους και τις λακκιές, επήρε μαζί του και όλους τους αντίλαλους και σκέπασε το χωριό. 
   Το κορίτσι έπαψε. Στάθηκε λίγο κι' άρχισε σε αργότερο τόνο.
   - Νταν! Νταν! Νταν! Ντιν - ντιν! Ντιν - ντιν! Ντιν - ντιν! ξάστερος, αργός, πένθιμος ήχος ξεχύθηκε από το σήμαντρο.
   - Νταν! Νταν! Νταν! Ντιν - ντιν! Ντιν - ντιν! Ντιν - ντιν! ακούστηκε θολά η ηχώ.
   Και ο ζεστός αέρας του δειλινού άρπαξε τους αργούς ήχους, τους επέρασε απάνω από τα δέντρα, τους βράχους και τις λακκιές, επήρε μαζί του και όλους τους αντίλαλους κι' επλάκωσε το χωριό.
   - Μαύρη μου! Τι έπαθες και χτυπάς λυπητερά; εφώναξε η άλλη και της σταμάτησε τρομαγμένη το χέρι.
   - Να δούμε ποιον θα συχωρέσουν οι χωριανοί, για να μάθουμε και ποιανού είναι η σειρά, να του πάρωμε την ευχή, απάντησε ήσυχα και χαμογελώντας η Μαρίνα.
   - Αλλά δεν ξέρεις, που το 'χομε σε μεγάλο κακό; Πώς θα κατεβούμε τώρα, που θα μας δούνε;
   - Ας κατεβούμε απ' αλλού.
   Και πήρανε άλλο δρόμο.
   - Πρέπει να περάσωμε μέσα από τα χωράφια, για να βγούμε στο μονοπάτι του «Σταυρού». 
   - Ας περάσωμε, δικές μας είναι οι βρίζες, είπε η Μαρίνα, που ήξερε πως όλα αυτά τα χωράφια, που ανέβαιναν απλωτά το 'να απάνω στ' άλλο προς το «Σταυρό», ήτανε της Μαλέκως της.
   - Φτάνει να μην απαντήσωμε φίδια.
   - Τι κάνουν τα φίδια τέτοια ώρα στα χωράφια; Το μεσημέρι να τα φοβάσαι.
   Επέρασαν ανάμεσα και έφτασαν στην κορφή, στο «Σταυρό».
   Εκουράστηκαν όμως, γιατί το πέρασμα ανάμεσα από τις ψηλές βρίζες και τα κριθάρια δεν ήταν εύκολο, και κάθησαν να ξαποστάσουν δίπλα στην ψηλή πέτρα που ήταν στημένη στο ψηλότερο μέρος χέρσου χωραφιού. Η πέτρα είχε χαραγμένο στη μέση της ένα μαύρο σταυρό.
   Εκύτταξαν το χωριό. Φαίνονταν από κει όλα τα σπίτια με τα μαντριά τους. Έβλεπαν μια - μια τις χωριανές, που γύριζαν δεξιά, αριστερά· κάτι έμπαζαν, κάτι έβγαζαν· έσκυφταν, σηκώνονταν.
   Τι αστείες που φαίνονταν από μακρυά, και τι κουτές που βασανίζονταν έτσι!
   Σε λίγο ακούστηκαν κουδουνίσματα· έρχονταν τα σφαχτά. Όλα τα μαντριά άνοιξαν και η κάθε μια βγήκε να καρτερέση τα δικά της.
   Η Μαρίνα είδε τη Μαλέκω της, που άνοιξε την ψηλή ξύλινη θύρα του μαντριού, εχώρισε τα πρόβατά της, τα 'μπασε κι' έκλεισε με δύναμη τη θύρα.
   Η θύρα εβρόντησε κι' ο βρόντος έφτασε ψηλά στο «Σταυρό».
   - Καλύτερα να δουλεύη κανείς, παρά να κυττάζη εκείνους που δουλεύουνε, είπε σαν αποσταμένη η Μαρίνα.
   - Εγώ λέω πως κακά είναι και τα δυο, απάντησε γελώντας η Φωτεινή.
   Κι' εσηκώθηκαν.
   Ο αγέρας φυσούσε δυνατώτερος τώρα και δροσερός. Όλα φαίνονταν ζωηρότερα και σαν ξαλαφρωμένα ύστερα από το βαρύ κάμμα της ημέρας.
   Περνούσαν κάτω από τις μεγάλες βαλανιδιές και γελούσαν με το κάθε τι. Έτριζαν στα πόδια τους τα ξερά φύλλα κι' αυτές γελούσαν. Περνούσε ένα πουλί, πάλε γελούσαν. Σ' ένα βάτο σκάλωσε το φόρεμα της Μαρίνας και η Φωτεινή εχαχάνισε. Ένας γκιώνης ακούστηκε.
   - Τι έπαθε ο γκιώνης σήμερα και γελάει; είπε η Μαρίνα.
   Με μιας έπαψε να φυσάη και η ζέστα ανέβαινε πάλε από τη γη. Και όμως λίγο πιο πέρα μια μεγάλη βαλανιδιά βούιζε· τα κλωνάρια της δέρνονταν αναμεταξύ τους και ένα σύννεφο από φύλλα, αγκάθια και ξερά χόρτα σηκώθηκε στον αγέρα.
   Στριφογύρισαν, στριφογύρισαν, έπειτα έπεσαν στη γη στριφογυρίζοντας ακόμα σ' ένα μεγάλο κανονικό κύκλο. Η Μαρίνα έτρεξε κατά τη βαλανιδιά. Αλλά η φίλη της την ετράβηξε τρομαγμένη κατά πίσω και της έκλεισε με την παλάμη το στόμα.
   - Ξωθικές!, της είπε στ' αυτί. Γλήγορα κάτω!
   Έτρεξαν και οι δυο πολλή ώρα αμίλητες. Όταν έφτασαν μακρυά από τη βαλανιδιά, στάθηκαν.
   - Τώρα μίλα όσο θέλεις, είπε η Φωτεινή ανασαίνοντας δυνατά.
   - Πού τις είδες τις ξωθικές; 
   - Δεν τις είδα, τις άκουσα. Ήταν η ώρα που έστρωναν χορεύοντας το τραπέζι τους. Είδες κάτω από τη βαλανιδιά;
   - Τα φύλλα που στριφογύριζαν. 
   - Δεν καταλαβαίνεις· δεν ήτανε φύλλα, ήτανε το κόκκινο ζωνάρι τους που εγύριζε.
   - Γιατί δε μ' άφησες να δω;
   - Αλλά αν πατήσης εκεί, πιάνεσαι πατόκορφα και αν μιλήσης, χάνεις τη μιλιά σου. Δεν ρωτάς τη Μαλέκω σου; Εκεί στην ίδια θέση πάτησε κι' αυτή μια φορά, κι αν δεν την πότιζαν τρεις βολές νερό με το κουτάλι της ξωθικιάς, ήτανε χαμένη. Εκεί σε κείνες τις βαλανιδιές στρώνουν τραπέζι οι ξωτικές και στη μέση, απάνω σ' ένα σαγανάκι από δεντρόφλουδα, έχουν το κουτάλι τους. Καλότυχος που θα το πετύχη και θα 'χη και καρδιά να τ' αρπάξη! Η θειάκω-Τσέπω δε φοβόντανε ούτε τους βρυκόλακες, όχι τις ξωτικές που βγαίνουν από μέρα. Θιος σχωρέστηνε! Πρόπερσυ πέθανε. Την βάρεσε τ' αστροπελέκι κάτω στη Ναβαρίτσα και την έφεραν πεθαμένη απάνω στη γαζέλα της. Αυτή τους πήρε το κουτάλι τους. Από τη λύσσα τους ξερίζωσαν τη βαλανιδιά και από δέντρο σε δέντρο ρίχτηκαν βουίζοντας πέρα και πέρα, στην άλλη μεριά του ποταμιού, και χάθηκαν μέσα στις καστανιές. Ωστόσο η θειάκω-Τσέπω έκαμε τη δουλειά της. Ό,τι αρρώστεια να 'χε ο άλλος, έτρεχε αυτή με το χουλιαράκι της τον πότιζε τρεις βολές και του διάβαινε. Το θυμάμαι το χουλιαράκι, όταν είχα τις θέρμες. Το 'φεραν και με πότισαν. Ήτανε μικρό, ξύλινο, πλατύ με κοντό χερούλι κι' εννιά στόματα, κι' απάνω όλο γυριστά σκαλίσματα.
   - Και ποιος το' χει τώρα;
   - Χάθηκε. Θέλεις κάηκε μαζί της από τ' αστροπελέκι, θέλεις της το 'κλέψαν από το σεντούκι της οι γυναίκες που τη σαβάνωσαν.
   Η Μαρίνα ήθελε να γυρίση πίσω να δη το κουτάλι με τα εννιά σκαλιστά στόματα, αλλά ήτανε πολύ αργά και γύρισαν στο χωριό.        
 
   Η Φωτεινή ήταν η φίλη της Μαρίνας.
   Ήτανε πολύ μεγαλύτερή της και είχε ζήσει δυο - τρία χρόνια στην πολιτεία με το μακαρίτη τον πατέρα της.
   Της άρεσε η Μαρίνα, που ήταν έτοιμη σ' όλες τις ώρες να παίξη  σαν πολύ μικρότερη και να σοβαρευτή σαν πολύ μεγαλύτερη.
   - Εσύ δεν είσαι ούτε μικρή ούτε μεγάλη, ούτε ζουρλή, ούτε γνωστική, ούτε κακή, ούτε...
   - Φτάνει! Και συ τι είσαι; ρώτησε η Μαρίνα.
   - Το ίδιο.
   - Τότε να γίνουμε φίλες.
   Και γίνανε. Όπου και να πήγαινε, η Φωτεινή έκραζε και τη Μαρίνα, είτε μέρα ήτανε είτε και νύχτα.
   - Ω, Μαρίνα! Έρχεσαι στο λόγγο για ξύλα; Πάμε στο δάσος για κράνια; Πάμε για βαλανίδι; Έρχεσαι στο στάλο να πάμε ψωμί στους πιστικούς; Ανεβαίνουμε στις «Γράβες»; Κατεβαίνουμε στο ποτάμι;
   Και η Μαρίνα, πάντα πρόθυμη, έτρεχε με τη Φωτεινή στο λόγγο, στους στάλους, στις γράβες και στα ποτάμια.
   Ήτανε μέρες  που τις έχαναν και τις δυο στο χωριό.
   Έφευγαν από τα ξημερώματα και εγύριζαν μέσα στη βαθειά νύχτα.
   Από μακρυά ακούγονταν το τραγούδι της Φωτεινής:
 
   Μπρ' αμπέλι μου, μπρ' αμπέλι μου, μπρ' αμπέλι μου
   πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο.
   Αχ! Για δεν ανθάς, για δεν καρπάς, 
   δεν κάνεις τα σταφύλια.
   Μα τη θάλασσα!
   Ψηλή, λιανή σου η μέση, να σ' αγκάλιαζα...
 
   - Άιντε, άιντε! Κι' έφτασε κι' η ώρα σου, μονολογούσε καμμιά γριά, που έκοβε ξύλα στο λόγγο.
  Η Φωτεινή ήξερε ένα πλήθος ιστορίες με Ξωτικές, «όλες αληθινές» όπως έλεγε κυττάζοντας τη Μαρίνα σοβαρά, με τα μεγάλα, μαύρα, γλυκύτατα μάτια της, όταν εκείνη ετύχαινε καμμιά φορά να δείχνη πως δεν τις επίστευε.
   Ήξερε όλα τα τραγούδια του τόπου της, μοιρολόγια, ξόρκια, γιατροσόφια, παραμύθια.
   Ήτανε πρώτη στο χορό. Ήτανε χεροδύναμη και στις έξω δουλειές δεν της παράβγαινε καμμιά.
   Μόνο νοικοκυρά που δεν ήτανε. Και η Μαλέκω της -γιατί η Φωτεινή δεν είχε μητέρα- που της τα 'χε μάθει όλα, μόνον αυτό δεν κατάφερε να της μάθη.
   Ούτε φύλλα είχε την υπομονή ν' απλώνη με το καλαμίδι πάνω στο σοφρά, ούτε κροθόπιτες να φτειάνη.
   Δεν την έμελε, αν τα κελίμια της απάνω από τα σεντούκια δεν έφταναν ως το ταβάνι, ούτε αν δεν είχε έτοιμη την αρματωσιά της για νύφη.
   Δεν εκάθονταν ποτέ στον αργαλειό και την κάλτσα, έτσι άδικα την έσερνε μαζί της, ποτέ δεν έβανε θηλιά.
   Η Μαλέκω της πολλές φορές την εμάλωνε, μα κάποτε, που τύχαινε να έχη όρεξη, το 'παιρνε στ' αστείο και της τραγουδούσε το τραγούδι της «Καλής νοικοκυράς»: 
 
    Μια καλή, μωρ' μάτια μου, μια καλή νοικοκυρά
   πάη να μάση λάχανα.
   Τα 'βαλε, μωρ' μάτια μου, τα 'βαλε στην τέντζερη
   κι' έπεσε να κοιμηθή. 
   Κι' έπεσε, μωρ' μάτια μου, κι' έπεσε να κοιμηθή
   και να λιανοτεντωθή.
   Μια κλωτσιά, μωρ' μάτια μου, μια κλωτσιά στην τέντζερη,
   χύθηκαν τα λάχανα.
   Χύθηκαν, μωρ' μάτια μου, χύθηκαν τα λάχανα
   κι' έκαψαν την πεθερά.
   - Σώπα, σώπα πεθερά, τι μας 'κούει η γειτονιά
   δε μάς δίνουν ουδέ στια!
 
   Άξαφνα αρρώστησε η Μαλέκω της Φωτεινής κι αυτή έμενε όλη την ημέρα κοντά της.
   Η Μαρίνα επήγε να τις δη. Η γριά ήτανε κακά από το πόδι της, πώς το 'παθε ούτε η ίδια δεν ήξερε.
   Ήτανε καλά και περίκαλα. Γιόμωσε μια πυκνάδα κριθάρι και κατέβηκε στ' αλώνι της. Κάνει να περπατήση, σαν να την τραβούσε κανείς από το χώμα. Κάνει να σηκώση το ποδάρι, σαν να σήκωνε τη γης.
   Πάει κι η μαυροπυκνάδα, της έπεσε από τα χέρια.
   Πάει και το κριθάρι, το 'φαγαν τα ρίθια!
   Αυτά διηγόντανε πεσμένη στο στρώμα και δίπλα στη γωνιά.
   Έσκισαν αμέσως ένα μπάκακα κι' ένα πουλί και της τα 'δεσαν σφιχτά στο πόδι με όλα τα ζαντερικά τους ως που ζοκόπησαν.
   Η πληγή έγινε χειρότερη. Έλυωσαν τότε λαγοπιτιά σ' ένα χουλιαράκι και την έβαλαν μ' ένα φύλλο απάνω στην πληγή. Όταν το 'λυσαν, τι να ιδούνε! Εφτά τρύπες γύρωθε! Είχε πατήσει φιδοκόκκαλο. Ποιος ξέρει τι θεριό θα 'τανε!
   Και η Φωτεινή έτρεχε με τη Μαρίνα πάνω από τα λιβάδια, στις λίσβες, στα νερά, για να βρουν πεντάνευρα και γλυκομάνες, για να κλείση η πληγή.
   Η Φωτεινή πάντα κοντά της, εφρόντιζε για όλα. Αυτή την άλλαζε, αυτή την ένιβε, αυτή την εχτένιζε, αυτή έφτιανε τους καφέδες στις γειτόνισσες, που έρχονταν να την δούνε και όλο και σιγοτραγουδούσε.
   Οι γριές την εκαμάρωναν.
   - Να τη χαίρεσαι, Μπάμπο, την αγγονιά. Καλύτερα κι' από το γέροντά σου, κι' από το παιδί σου σε τηράει.
   Εχτός από τον πατέρα της Φωτεινής, που είχε πεθάνει άξαφνα στα ξένα, είχε κι' άλλο γιο η γριά, μικρότερον  και νιοπαντρεμένο. Αλλά τη νύφη δεν την ήθελε ούτε η γριά, ούτε ο γέρος. Την ήθελε όμως ο γιος και τι να 'καναν; Για να μη του χαλάσουν την καρδιά, την πήρανε.
   Πρώτος υποχώρησε ο γέρος.
   - Ε, γριά, να πούμε και την ισάδα· γιατί δεν τη θέλουμε τη νύφη; Αυτή έχει την τέχνη της, τον αργαλειό της και ξέρει και γράμματα.
   - Ε, μωρι' ε! Τι θα σου γνέση, τα ποτούρια; Κι' όσο για τα γράμματα, θα γράψη στου «Καραλήμπεη» να μώρθουν τα φορτώματα!
   Ωστόσο δέχτηκε κι' η γριά κι' έγινε ο γάμος με μεγάλο γλέντι.
   Αλλά ούτε η πεθερά καλόβλεπε τη νύφη ούτε η νύφη την πεθερά. Γι' αυτό κι' οι γριές δεν της την ανάφεραν καθόλου τη νύφη και σαν ήρθε κι η Κόστοβα, μια φτωχή γειτόνισσα, έπιακαν αυτηνής την κουβέντα.
   - Ε, τα σειάξατε με το παιδί σου;
   - Τι να σειάξωμε; Σειάνεται αυτή η δουλειά; απάντησε η Κόστοβα. Εγώ να μπάζω κι' αυτοί να βγάζουνε; Εγώ να ξενοδουλεύω κι' αυτοί να τρων τα έτοιμα και να κάθωνται σαν ο Σελιαμής στην κορφή; Μπήκε η δημογεροντιά και μας χώρισε, ειδ' αλλοιώς θα 'χαμε άσκημο τέλος.
   Ξεδίπλωσε από το κεφάλι της τη μια άκρη από το στενόμακρο άσπρο μαντήλι της με τις κόκκινες φούντες και σφόγγισε τον ιδρώτα της.
   Τα μικρά μάτια της ήτανε κόκκινα μέσα στα ρυτιδωμένα βλέφαρα και το σφιχτό λιανόχειλο στόμα της εμάκραινε σα σε χαμόγελο, δίχως ν' ανοίγει καθόλου.
   - Και να συλλογιέται κανείς, τι τράβηξε για να το κουναρίση αυτό το παιδί· αυτή, γυναίκα αδύνατη, δίχως βιος, δίχως μούλκι. Ήρθε καιρός, που διακόνεψε κιόλας! Μάλιστα, διακόνεψε, τότες που ο μακαρίτης ο γέροντάς της -λαμπάδες να του φέγγουνε- ήτανε στο στρώμα. Κι επειδή ντρέπονταν στα γύρω χωριά που την ήξεραν, κατέβηκε κάτω στο βούρκο, στα τσιφλίκια και ζητιάνεψε στους αγάδες, καληώρα τους, κι ας είν' και χαλασμένοι τώρα κι αυτοί σαν κι εμάς.
   Το σωστό, σωστό! Την εβοήθησαν!
   Πέθανε ο γέροντας κι έμεινε με το παιδί, χτυπήθηκε όσο μπόρεσε, το μεγάλωσε. Κι αυτό, αντίς να πιάση δουλειά, ν' αλαφρώση και τη μάνα του, πήγε και παντρεύτηκε. Έμπασε και τη νύφη μέσα και το 'στρωσαν στην κορφή.
   Αλλ' αυτή γέρασε τώρα, δεν μπορεί να συντρομιστή μοναχή της και να τρέφη κι αυτούς;
    Κι έτσι ήρθε η δημογεροντιά και τους χώρισε. Εχώρισαν και το σπίτι και σύχασαν. Η γριά πήρε την κορφή του χαμόσπιτου και τα παιδιά το κάτω μέρος με το φούρνο.
   Η γριά έκαμε άλλο φούρνο στην απάνω μεριά του μαντριού και τώρα ορίζει ο καθένας το δικό του.
   - Όσο και να 'ναι, παιδιά σου είναι και μια μέρα σ' αυτά θα γυρίσης, είπε η Μαλέκω της Φωτεινής.
   - Πάησε τώρα, αδερφούλες μου, ίσκιο δε βλέπω γω από ταύτα! Να, τούτη η συκιά -κι έδειξε μια αδύνατη γυμνή συκιά στο μαντρί- δεν έχει ίσκιο μοναχή της και να πάω και γω ν' ακουμπήσω από κάτω;
   - Ε, δε θα κάτσουν έτσι κι' αυτά. Θα τους κάμη η ανάγκη και θ' αργαστούνε. Κάτι θ' αποχτήσουνε, είπε μια άλλη χοντρή ροδοκόκκινη γριά, ανοίγοντας την ταμπακέρα της και προσφέροντας και στις άλλες.
   - Αυτό που σας λέω, είπε η Κόστοβα, παίρνοντας μια πρέζα και ρουφώντας δυνατά. Η νύφη δεν είναι άξια να πάρη τούτο 'δω, να το βάλη εκεί. Για ξύλα δεν πάει, στο χωράφι δεν πάει, στο μύλο δεν πάει, πώς θα προκόψη;
   - Όσο για το μύλο, καλά κάνει, είπε η αστειότερη γριά και γέλασε. Οι άλλες την εκύτταξαν απορώντας.
   - Την αστοχήσατε τη Διαμάντω; Όλες τις δουλειές σ' αυτήνε τις έρριχναν. Κάμε νύφη τούτο, κάμε νύφη κείνο. Σύρε νύφη στο μύλο. Μα και κείνη τους την είπε στο κάτω:
   - Α, μα όλη μέρα 'γω στο μύλο, όλη μέρα 'γω στο μύλο, καλά μώκαμε κι ο μυλωνάς!
   Οι γυναίκες ξεκαρδίστηκαν από τα γέλια. Και τα μάτια της Κόστοβας, που τα είχε υγράνει ένα δάκρυ λύπης, ξαναδάκρυσαν τώρα από τα γέλια, κι' εκείνο το πρώτο έπεσε στην ποδιά της και χάθηκε μέσα στις μάλλινες κλωστές, δίχως ν' αφήση άλλο σημάδι παρά ένα χρώμα  πιο σκοτεινό στο μέρος που έπεσε.
 
   Η Μαρίνα κι η Φωτεινή συνήθιζαν να πηγαίνουν στο «Κεραμαριό» και από κει να πετροβολούν το ποτάμι.
   Κάποτε ήταν εκεί κεραμαριό, μα τώρα μόνο σπασμένα κεραμίδια έμεναν σε μεγάλη έκταση, και στις άκρες βράχοι πελώριοι και πολύσχημοι.
   Οι βράχοι αυτοί ήταν απάνω από ένα πολύ βαθύ γκρεμό και στο βάθος εφαίνονταν, ανάμεσα από τα πλατειά πελώρια πλατάνια, μια στενή ασημένια λουρίδα που έφευγε με βοή.
   Όταν εκύτταζε κανείς από πάνω από τους βράχους ενόμιζε πως το ποτάμι ήταν κάτω από το γκρεμό και πως αν έρριχνε μια πέτρα, αυτή θα έπεφτε ίσα μέσα στο νερό. Αυτό επίστευαν και τα κορίτσια και δεν απελπίζονταν ακόμα.
   Η Μαλέκω της Μαρίνας συνήθιζε να λέη για κάποιον, που καταπιάνονταν σε δουλειά που δε θα μπορούσε ποτέ να τη βγάλη πέρα, πως «πετροβολάει το ποτάμι από το Κεραμαριό».  
   Και τα κορίτσια ένοιωθαν μεγάλη χαρά με την ιδέα πως θα μπορούσαν να της αποδείξουν πως κι' αυτό γίνεται.
   Ωστόσο άκουαν τις πέτρες τους να πέφτουν απάνω σε άλλες πέτρες, να σταματάνε σε βράχους ή καμμιά φορά, όταν τις έρριχταν με μεγάλη ορμή, να χτυπάνε στα κλωνάρια από κανένα πλατάνι.
   Για την ώρα καμμιά πέτρα δεν είχε πέσει στο νερό.
   Εκείνο το απόγιομα ξαναπήγαν για την ίδια δουλειά. Έφτασαν στους βράχους και, αντί ν' αρχίσουν όπως πάντα το πετροβόλημα, η Φωτεινή  κάθησε σ' ένα βράχο κι εκύτταζε στα μάτια τη Μαρίνα.
   Η Μαρίνα στέκονταν αμίλητη.
   - Μαρίνα, θα παντρευτώ, της είπε, σοβαρά, η άλλη.
   - Αλήθεια;
   - Ναι!
   - Και γιατί; ρώτησε σαν αφηρημένη η Μαρίνα.
   - Γιατί; γέλασε η Φωτεινή. Γιατί τρώω; Γιατί πίνω; Γιατί σηκώνομαι; Γιατί πλαγιάζω; Γι' αυτό και θα παντρευτώ.
   - Μα όλοι δεν παντρεύονται...
   - Ούτε όλοι τρώνε. Είναι, βλέπεις, κι' οι πεινασμένοι. Και γέλασε πάλι.
   - Α, το ίδιο είναι;
   - Το ίδιο!
   - Και τον θέλεις αυτόν που θα πάρης;
   - Δεν ξέρω.
   - Η μικρή την εκύτταξε απορώντας.
   - Δεν ξέρεις αν τον θέλης;
   - Αφού δεν τον είδα ποτέ μου, πώς θέλεις να το ξέρω; Την Κυριακή θα τον δω για πρώτη φορά. Θα 'ρθει επίτηδες στο σπίτι μας. Εγώ θα του πάω στον δίσκο τον καφέ κι αυτός θα βρη κάτι να μου πη για να τον κυττάξω στο πρόσωπο και να με κυττάξη. Εκείνη τη στιγμή οι περσότερες τα χάνουν και ούτε τους βλέπουν καθόλου και τους παίρνουν έτσι στα κουτουρού. Αλλά εγώ, να σου πω, θα τον κυττάξω κατάματα κι αν δεν μ' αρέση, δεν τον παίρνω! Και γέλασε.
   - Ρίξε τώρα το λιθάρι σου, κι αν πετύχης το νερό, δε θα τον πάρω! Και γέλασε πάλι.
   - Πονηρή, θα τον ξέρης και θα σ' αρέση· δε γένεται!
   - Όχι, αλήθεια σου λέω. Αυτός με ξέρει, με είδε στο πανηγύρι της Ζερκοβίτσας που χόρευα και με ζήτησε. Εγώ δεν τον ξέρω.
   Η Μαρίνα δεν μπορούσε να καταλάβη, πώς ήτανε δυνατό να παντρεύεται η φιλενάδα της με άνθρωπο που δεν τον ήξερε, και να χαίρεται κι όλας!...
   Το βράδυ ρώτησε τη Μαλέκω της: Πώς θα παντρεύονταν έτσι η Φωτεινή; Αυτή που γύριζε όλη την ημέρα και ζούσε λεύτερη, πώς θα μπορούσε να κλειστή τώρα σ' ένα μακρινό ξένο σπίτι, όπου θα 'κανε κι' όλες τις δουλειές; Θα μπορούσε να ζήση έτσι;
   - Έτσι λεύτερα ζούνε και τα δαμάλια, απάντησε η Μαλέκω της. Αλλά όταν έρθη η ώρα τους, τούς ρίχνουν στα κέρατα την τριχιά ως που να μουδιάσουν, ύστερα τούς βάζουν τη ζεύγλα και πίσω στο λαιμό το σκεδούκλι· σε μια βδομάδα θα τα φέρουν κοντά στο βόιδι το μαθημένο, θα ρίξουν από πάνω το ζυγό, θα βάλουν και τ' αλέτρι, «άιντε» θα τους πούνε, κι αυτά θα σκίζουνε σιγά - σιγά τη γης. Έτσι είναι κι οι άντρες με τις γυναίκες.
   Η Μαρίνα δεν κατάλαβε τίποτα.
 
   - Το καλύτερο είναι να σταυροκοπιέται κανείς και να μη τον ονοματίζη ποτές, έλεγε η Μαλέκω της Μαρίνας στα δυο κορίτσια, που κάθονταν σταυροπόδι στην κρεββατίνα και την άκουαν.
   Η Μαλέκω, καθισμένη στο πάτωμα, στο χαγιάτι, απάνω σ' ένα κόκκινο ραβδωτό προσκέφαλο, λανάριζε τ' άσπρο μαλακό μαλλί των προβατιών της  που 'δω και λίγες μέρες τα 'χαν κουρέψει.
   Τους έλεγε για την αρρώστεια του Νικόλα Μπάλιου. Ήτανε τέσσερις μήνες στο στρώμα κι ακόμα δεν μπορούσε να πάρη απάνω του. Τόση τρομάρα επήρε ο άνθρωπος.
   Επήγαινε στο μύλο, πέρασε το ποτάμι, κι ανέβαινε το μονοπάτι. Ο γάιδαρός του στραβοπάτησε άξαφνα και λίγο έλειψε να πέση στο ποτάμι μ' όλα τα σακκιά το στάρι.
   - Ντε! Ορέ διάολε! φώναξε. Κι αμέσως παρουσιάστηκε ένας γενάτος άνθρωπος κ' έσπρωχνε το γάιδαρο να του τον ρίξη στο ποτάμι. Ο Νικόλας έκαμε το σταυρό του, μα ο γενάτος τραβούσε δίπλα στο γάιδαρο, ως που έφτασαν σ' ένα παρεκκλήσι. Εκεί ο Μπάλιος στάθηκε και ξανάκαμε το σταυρό του, κι' ο γενάτος έγινε με μιας ένας μεγάλος μαύρος σκύλος και γαύγιζε στη μύτη του γαϊδάρου για να τον σκιάξη. Πάλι το σταυρό του ο Μπάλιος κι' ο σκύλος έγινε γάτα. Ο σταυρός του ανθρώπου και το παρεκκλήσι τού πήρανε τη δύναμη και δε μπόρεσε να κάνη το κακό ούτε στο ζω ούτε στον άνθρωπο. Μα από το φόβο του ο Νικόλας αρρώστησε.
   Αυτά έλεγε η Μαλέκω ενώ τραβούσε το ένα λανάρι απάνω στ' άλλο και χτένιζε το μαλλί.
   Αυτά άκουαν μ' ορθάνοιχτα μάτια οι δυο κοπέλες, καθισμένες σταυροπόδι, με τους αγκώνες στα γόνατα και με τα πηγούνια μέσα στις χούφτες.
   Η Φωτεινή δεν επίστευε πως παρουσιάζεται ο διάολος στους ανθρώπους.
   - Αυτά είναι όλα ψέμματα, έλεγε στη Μαρίνα. Αλλά δεν μπορούσε να πη το ίδιο και στη Μαλέκω.
   - Αυτός ο Νικόλας Μπάλιος θα 'ναι κακός άνθρωπος, της είπε μοναχά. Στους καλούς δεν μπορεί να παρουσιαστεί ο διάολος.
   - Έννοια σου και παρουσιάζεται και στους καλούς και στους άγιους, και στον ίδιο το Χριστό παρουσιάστηκαν οι πειρασμοί, το λέει και το Βαγγέλιο. Αλλά τον καλό τον άνθρωπο τον φυλάει ο Θεός και δε γίνεται το χατήρι του πειρασμού.
   Έφτυσε στην παλάμη της, έτριψε τα δυο τα χέρια και ξανάπιασε το λανάρι.
    - Όσο για τον άνθρωπο, δεν μπορούμε μεις να πούμε αν είναι καλός ή κακός. Βλέπουμε έναν, καλόν τον βλέπουμε· αλλά την καρδιά του την ξέρει κανείς τι έχει; Καλόν τον έλεγαν και τον Γιώργο - Πήλιο από τη Δίβρη. Αλλά σαν πέθανε -ο Θεός να με συχωρέση- βρουκολάκιασε. Θα πης, του έτυχε και μεγάλη κακοτυχιά του ανθρώπου. Είχε καμίνι στο λόγγο κι έκανε κάρβουνα. Αρρώστησε και πέθανε κει στο λόγγο. Η γυναίκα του έτρεξε στο χωριό να φέρη τα μαντάτα. Την άλλη μέρα που ήρθαν να τον πάρουν, τον ηύραν γραντζουνισμένο από κάποιο ζούδιο, καθώς είπανε. Αυτό μπορεί και να 'γινε. Μα δίχως άλλο κάποια γάτα πέρασε από πάνω του και γι' αυτό βρουκολάκιασε. Να 'ταν έτσι δεν παραφύλαγαν ο κόσμος τους πεθαμένους. Τον έφεραν και τον έθαψαν στο χωριό του. Μα αυτός κάθε νύχτα έβγαινε από το μνήμα του και πήγαινε στο σπίτι του και φώναζε τη γυναίκα του, τα παιδιά του. Πήγαινε και σ' άλλες συγγένειες. Γύριζε ολόγυρ' από το σπίτι και χτυπούσε με λιθάρια στα κεραμίδια. Τότε έκαμαν θεοτικά. Πήγανε όλοι οι παππάδες στο μνήμα του, που είχε μια τρύπα που έβγαινε ο πεθαμένος, τον εδιάβασαν κι ύστερα χύσανε ένα τενεκέ πετρόλαδο και τον κάψανε... Ξέρομ' εμείς αν ήτανε καλός ή κακός; Καλόν τον έλεγαν,  μα την καρδιά του ποιος την ήξερε;
 
   Η Μαρίνα κι η Φωτεινή μάζευαν στο  «Μέγα Λόγγο» αγριόμηλα. Μ' όλο που 'τανε ώριμα, δεν τρώγονταν, ήτανε σκληρά και στυφά. Μα είχανε τέτοια μοσκοβολιά, που η Φωτεινή τα 'θελε για τα σεντούκια της.
   Ύστερα κάθησαν κάτω από ένα μεγάλο φτελιά να ξαποστάσουν.
   Σε δεκαπέντε μέρες θα γίνονταν ο γάμος της Φωτεινής. Θα ήτανε μεγάλη διασκέδαση στο χωριό, που θα βαστούσε πολλές μέρες. Αλλά τα κορίτσια δε μιλούσανε γι' αυτό, έλεγαν για τα υστερνά.
   Η Φωτεινή θα 'φευγε από κει για πάντα. Πώς θα ζούσε σε κείνο το άλλο μέρος που θα πήγαινε;
   Εκεί δεν ήτανε ούτε βουνά, ούτε λόγγοι. Όλο κάμποι με γεννήματα και βούρκοι.
   Ποτάμια είχανε και κει. Αλλά και οι δυο τα φαντάζονταν πολύ πλατειά, αργοκίνητα, σαν κοιμισμένα και θολά.
   - Εκεί τα ποτάμια κυλάνε βούρκους, είπε συλλογισμένη η Φωτεινή.
   - Α, μπα! Σε όλους τους τόπους τα νερά είναι ίδια, είπε με πεποίθηση η Μαρίνα. Θα δης τι ωραία που θα είναι κει - κάτω και πώς θα σ' αγαπούν όλοι. Ούτε θα τους συλλογιέσαι τους λόγγους μας και τα δάση. Κι εμένα θα με ξεχάσης. 
   - Εσένα; Εσένα όχι!
   Κι έσφιξε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της Μαρίνας:
   - Εσένα δε θα σε ξεχάσω ούτε στιγμή!
   Και τα μάτια της βούρκωσαν:
   - Μα να με θυμάσαι και συ, Μαρίνα. Κι όταν θα φύγης για να ξαναγυρίσης στο σπίτι σου, να μου το μηνύσης, θα βγω να σε καρτερέσω και να σε πάω ως τη θάλασσα.
   Η Μαρίνα δε θα μπορούσε να την ξεχάση και να 'θελε. Το κάθε τι θα της την εθύμιζε. Είχανε πάει σε όλα τα μέρη μαζί και τώρα θα πήγαινε πάντα μονάχη.
   - Κι ο Δημήτρης; Τον ξεχνάς τον Δημήτρη;
   - Το Δημήτρη; Ποιον, εκείνον που μας κυνηγούσε μια μέρα στο λόγγο και που τον φοβόσουνα τότε;...
   - Έτσι μας κυνηγούσε, για να γελάση. Ήμουνα κουτή που τον εσκιαζόμουνα. Εχτές κουβέντιασα τόση ώρα μαζί του· είναι πολύ καλός. Του είπα να 'ρχεται μαζί σου, όπου κι αν θέλης, κι ευχαριστήθηκε. «Αυτή η μικρή αξίζει όσο ένας γέρος», μου είπε. «Τα μάτια της δε βρίσκουν ούτε στιγμή ησυχία. Ο Θεός να μας φυλάη, δεν της ξεφεύγει τίποτα...»
   - Γιατί τον εφοβούσουν;
   - Γιατί δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Άκουσα που δε θέλησε να πάρη την κοπέλλα που του βρήκε η μάνα του και που ήτανε καλή, κι από σόι, γιατί μιλούσε δυνατά, κι' όταν γελούσε ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της και χτυπούσε με τα χέρια τα μεριά της. Ήτανε πλούσια η κοπέλλα κι' αυτός φτωχός. Όλοι τον είπανε ζουρλό. Ύστερα γύριζε μοναχός του στο λόγγο αντί να πηγαίνει στο «Θεολόγο», στ' αργαστήρι που μαζεύοντ' οι άντρες, ή να κουβεντιάζη με τους δημογέροντες στον Αγιώργη. Μ' ετρόμαζε κι η δύναμή του. Μπορεί ν' αρπάξη από τα κέρατα και να σταματήση ένα αγριεμένο βόιδι. Στο σημάδι στήνουν ένα ξύλο, απάνου στο ξύλο ένα ορθό δαχτυλίδι, και η σφαίρα του περνάει από μέσα. Μα όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σε τούτο: Ένα βράδυ ήρθε στο σπίτι. Ήταν αποκριές και ο σουφράς ήταν στρωμένος με πίτες, με κόττες ψητές, με γιαχνά. Μοναχά η μυρωδιά τους σε λίγωνε.
   «- Κάθησε, Δημήτρη, να φας», του είπε η Μαλέκω μου.  
   «- Δεν πεινάω, φχαριστώ. Ό,τι έφαγα».
   - Και πήγαινε πάνω και κάτω στο σπίτι, ξετσιτώντας τα δόντια του. Και όμως είχε πέντε μέρες να φάη. Για όλα αυτά, τον έλεγαν ζουρλό κι' εγώ τον εσκιαζόμουνα. Μα ξέρεις, είναι πολύ δυνατός άνθρωπος, μπορεί να βαστάη όλες του τις επιθυμίες. Δεν έχει ανάγκη ποτέ από τίποτα. Και δε ζητάει ούτε θέλει από κανέναν τίποτα. Ξέρεις, ύστερα από μένα, αυτός θα σου κρατήση την καλύτερη συντροφιά.
 
   Με μιας άκουσαν ένα τρίξιμο πίσω τους, σαν πατήματα ανθρώπου σε ξερά φύλλα. Κι' ύστερα ένα δυνατό θόρυβο σαν από κλαδιά που παραμέριζαν άξαφνα. Εγύρισαν.
   Ένας άνθρωπος ξεπετάχτηκε από τους θάμνους κι' έτρεξε κατά τη μεριά τους.
   - Σ' επέτυχα! Τρεις βδομάδες σου κάνω καρτέρι!
   Η Φωτεινή έβγαλε μια δυνατή φωνή κι' έφυγε σαν αστραπή.
   Ο άνθρωπος την κυνήγησε. Μα σε λίγο γύρισε λαχανιασμένος κοντά στη Μαρίνα.
   - Φοβήθηκες;
  - Τι να φοβηθώ;
   Κάθονταν ακόμα στην ίδια θέση. Είχε τρομάξει και από τον άνθρωπο και από τη φωνή κι' από το άξαφνο τρέξιμο της Φωτεινής· μα δεν ήθελε να το δείξει.
   Έπαιζε μ' ένα άχυρο τσακίζοντάς το σε μικρά τετράγωνα.
   - Εσύ δεν είσαι από δω.
   - Από δω είμαι.
   - Δε λες αλήθεια.
   - Πώς το ξέρεις;
   - Τότε γιατί δεν έφυγες;
   - Και γιατί θα 'φευγα;
   - Η άλλη γιατί έφυγε;
   - Δεν ξέρω.
   - Αν ήσουν από δω, θα το 'ξερες.
   Της έκανε θυμό αυτός ο άνθρωπος που τις έσκιαξε, και σηκώθηκε να φύγη.
   - Και τι σε μέλει εσένανε αν είμαι από δω ή απ' αλλού;
   Και τον κύτταξε άγρια.
   Ο άνθρωπος που στέκονταν μπροστά της ξεσκούφωτος, ήτανε ένας ψηλός, ηλιοκαμένος νέος με πρόσωπο γελαστό και ευχάριστο. Είχε βαθειά γαλανά μάτια και την εκύτταζε ήσυχα και λυπημένα. Ο αέρας του έπαιρνε κατά πίσω τα μακριά μαύρα μαλλιά του και το πλατύ, φωτεινό μέτωπό του έδειχνε πως δεν μπορούσε να κλείση ούτε μια κακή σκέψη.
   - Μην είσαι... ξωθικιά;
   - Ξωθικιά;! είπε ο νέος απορώντας. Τι κουβέντα είν' αυτή;
   Η Μαρίνα γέλασε.
   - Καλά λες, οι ξωθικές είναι γυναίκες. Μα γιατί σε σκιάχτηκε;
   - Η Φωτεινή;
   - Πώς το ξέρεις που τη λένε Φωτεινή;
   - Είναι η αρραβωνιαστική μου.
   - Α, εσύ είσαι;
   Μίλησαν πολλή ώρα για τη Φωτεινή. Ήτανε τώρα τρεις μήνες, που γύριζε σ' όλες τις ερημιές μήπως και την απαντήσει. Κι' όσο ζύγωνε ο καιρός που θα την έπαιρνε, τόσο οι μέρες τού φαίνονταν μεγαλύτερες.
   Ε, δεκαπέντε μέρες είναι κι' αυτές, πού θα πάνε, θα περάσουνε!
   - Να 'ξερες τι τράβηξα όλον αυτόν τον καιρό, δίχως να τη βλέπω! Μα να μην πης τίποτα στη Φωτεινή. Κι' ας πηγαίνη όπου θέλει, δίχως φόβο. Εγώ δε θα τη ματακυνηγήσω. Πες της να με συμπαθήση, γιατί έφταιξα. Είμαι μετανοιωμένος που την ετρόμαξα.
   Κάθησε δίπλα στη Μαρίνα τόσο στενοχωρημένος, που αυτή τον ελυπήθηκε. 
 
   Ξύπνα περιστερούλα μου, τι ήρθα στο μαχαλά σου,
   Χρυσή πλεξίδα σου ήφερα να πλέξης τα μαλλιά σου.
   Ξύπνα περιστερούλα μου, και μη βαρυκοιμάσαι... 
 
   Τα τραγούδια ζύγωναν προς το σπίτι της Φωτεινής. Οι τουφεκιές όλο και πιο πυκνές, όλο και πιο δυνατές, έδειχναν πως οι συμπεθέροι κόντευαν να φτάσουν. Οι καλεσμένοι βγήκαν να τους δεχτούν.
 
   Ω, για μη, για μη σας κακοφαίνεται
   Για μη σας κακοφαίνεται που 'ρθαμε στο χωριό σας
   Και μεις τη νύφη παίρνομε και το χωριό δικό σας.
 
   Πυκνοί τουφεκισμοί τους υποδέχτηκαν. Εκείνοι απαντούσαν τουφεκίζοντας. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα ντουφεκίδια, αντηχούσαν τα τραγούδια των κοριτσιών που είχανε τριγυρίσει τη νύφη και την τραγουδούσανε:
 
   Μήλο μου κόκκινο, ρόϊδο βαμμένο
   Τι έχεις και θλίβεσαι και μαραζιάζεσαι...
 
   Τι ωραία νύφη που ήτανε η Φωτεινή! Με τα μαύρα, πυκνά, καμαρωτά φρύδια της·  τα μεγάλα πολύ σκοτεινά μάτια της με τα μακρυά τους γυριστά ματόκλαδα, που έρριχταν παράξενους ίσκιους απάνω στο χλωμό πρόσωπο, το τόσο χλωμό, που θα ήτανε σαν άρρωστο, αν δεν το ζωντάνευε το στόμα, σαν ανοιγμένο κατακόκκινο ρόϊδο. Κρατούσε με τα δυο της χέρια τη Μαρίνα κι' έκλαιγε. Δεν είχε ούτε μάνα ούτε πατέρα να την ξεπροβοδήσουν.
   Κι αυτή την ώρα το 'νοιωθε περσότερο. Ούτε ο γερο-πάππους της ούτε η Μαλέκω της μπορούσαν να σταθούν στον τόπο εκείνων που έλειπαν.
   Έσφιγγε τα μικρά ζεστά χέρια της φίλης της σαν να ζητούσε από αυτά ό,τι της έλειπε.
   Εκείνη την ώρα ήρθαν οι αδελφές και οι συγγένισσες του γαμπρού. Αγκάλιασαν τη Φωτεινή, την εφίλησαν και την εστόλισαν με τ' ασημένια θηλίκια και με τα κρεμνά που της έφεραν. Οι φίλες της Φωτεινής τραγουδούσαν:
 
   Ω, καλές συμπεθερές, φέρτε μας τ' ασημικά
   Ν' ασημώσουμε τη νύφη, να την ασημώσουμε
   Κι ύστερα να σας τη δώσουμε.
 
   Οι συμπεθερές έβγαλαν τη μεταξωτή κόκκινη «μπούλα» και σκέπασαν το ωραίο πρόσωπο της Φωτεινής.
   Πάνω στην ώρα μπήκε κι' ο γαμπρός. Ψηλός, λιανός, με τα σκοτεινά μαλλιά και τα ξάστερα μάτια ζύγωσε τη νύφη.
   Κύτταξε τη Μαρίνα, της χαμογέλασε και πήρε ήσυχα από το χέρι της το χέρι της Φωτεινής.
   Την έσυρε αλαφριά προς το μέρος του και της πάτησε απαλά με το πόδι του το δεξί της πόδι.
   Πώς θα προτιμούσε να στρώνονταν αυτός κάτω και να τον πατούσε η Φωτεινή!
   Ήτανε πολύ χλωμός και ποιος ξέρει αν θα μπορούσε να κρατήση το παληό αυτό έθιμο, αν η Φωτεινή ήταν ξεμπούλωτη.
   Η Μαρίνα ήτανε ζαλισμένη. Τα τραγούδια, οι πυροβολισμοί, τα κουδούνια των αλόγων, οι φωνές, οι τραγουδιστοί χαιρετισμοί:
 
   - Φίλοι, καλώς σάς ηύραμε, φίλοι κι αγαπημένοι,
   Να φάμε και να πιούμε.
   - Φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι
   Να φάτε και να πιήτε.
 
   Οι στρωμένοι σουφράδες, οι πίττες, τα μπουρέκια, τα τσουρέκια, οι τσίτσες με το γλυκό κρασί· τ' ασημένια παγούρια που περνούσανε από χέρι σε χέρι, οι ευκές, τα γέλια, όλα μαζί κι απάνω απ' όλα η λύπη που σε λίγο θα της έπαιρναν τη Φωτεινή, την έκαναν να μην αισθάνεται ούτε πού ήτανε ούτε τι άκουε ούτε και τι έλεγε.
   - Και στα δικά σου, συμπεθέρα, ορίστε το παγούρι, κι αυτό το σύκο.
   Άκουσε μια φωνή κοντά στ' αυτί της. Εγύρισε. Ένας μελαχροινός, πανύψηλος νέος, με μαύρο μουστάκι και γυαλιστερά μάτια, της χαμογελούσε δείχνοντας μια σειρά από μεγάλα κάτασπρα δόντια.
   - Ορίστε!
   - Ευχαριστώ, δεν πίνω από παγούρι.
   - Και γιατί;
   - Σιχαίνομαι.
   - Σιχαίνεσαι; Άρρωστος είμ' εγώ που σιχαίνεσαι; είπε ξαφνισμένος. Αυτό, συμπεθέρα, το 'χω μεγάλη προσβολή.
   - Μη την ξεσυνερίζεσαι, ξάδελφε, είπε ο γαμπρός που ζύγωσε εκείνη την ώρα και άκουσε το διάλογο.
   - Αυτό δεν μου το 'πε καμμιά ως τώρα, Αλέξη, και μου κακοφάνηκε.
   - Είναι ξένη και δεν ξέρει τα συστήματα του τόπου. Είναι και στενοχωρεμένη για τη φίλη της.
   Κι επειδή ο ξάδερφος δεν εφαίνονταν ησυχασμένος: 
   - Αλλά το βλέπεις και μόνος σου, δε στο 'πε στα σοβαρά.  Δεν είν' έτσι, Μαρίνα; ρώτησε ήσυχα και γλυκά ο Αλέξης.
   - Όχι, δεν είν' έτσι! Το 'πα στα σοβαρά! Δε θα πιω από το παγούρι του!
   Και σηκώθηκε.
   Εβγήκε στο μαντρί και κύτταξε τα ψηλά κόκκινα άλογα. Πώς εχλιμιντρούσαν ανυπόμονα και πώς χτυπούσαν το πεταλωμένο πόδι τους απάνω στις πλάκες.
   Το άλογο της νύφης ήτανε άσπρο, στολισμένο με κόκκινο παχύ κελίμι με κίτρινα στολίδια  στις άκρες.
   Σε λίγο το μαντρί γιόμισε κόσμο.
   Οι συμπεθεροί  τοίμαζαν τ' άλογά τους.
   Έφεραν τη νύφη και την αποχαιρετούσαν:
 
   - Ώρα καλή, παιδί μου, τώρα στο κίνημά σου
   Στο ξεπροβόδημά μου.
 
   Ένα δυνατό κλάμα ξέφυγε της Φωτεινής. 
   Οι κοπέλλες στενοχωρέθηκαν. Γιατί να μη το συλλογιστούνε πρωτύτερα, ν' αλλάξουνε τα λόγια του τραγουδιού;...
 
   Σας πήραμε την πέρδικα την πενταπλουμισμένη
   Κι αφήσαμε τη γειτονιά σαν παραπονεμένη.
 
   τραγουδούσαν οι συμπεθεροί.
 
   - Θέλεις δε θέλεις, νύφη, θα σε πάρουμε.
 
    εξακολούθησαν ενώ την εσήκωναν απάνω στο άσπρο της άλογο. 
 
   - Μήλο μου κόκκινο, ρόϊδο βαμμένο,
   Τι έχεις που άχνισες κι αχνοκιτρίνισες...
 
     της ετραγουδούσαν οι φίλες της. Οι συμπεθεροί επήδησαν απάνω στ' άλογά τους. 
   Άνοιξε διάπλατη η θύρα του μαντριού και τ' άλογα ξεκίνησαν, χτυπώντας με δύναμη απάνω στις πέτρες. Πυκνοί πυροβολισμοί κι από τα δυο τα μέρη έπνιξαν τα λόγια του τραγουδιού:
 
   Στο καλό, συμπεθεροί  και μεγάλοι και μικροί
   Σήμερα παίρνετε σεις κι αύριο πέρνομ' εμείς
   Πέρνομε καλύτερη, πέρνομ' ωμορφότερη.
 
   Η Μαρίνα ακουμπούσε στον τοίχο του μαντριού και κύτταζε το άσπρο το άλογο. Τα μάγουλά της έκαιαν· τόσο πολύ και τόσο σφιχτά την είχε φιλήσει η Φωτεινή.
   - Θέλω να σε καίνε τα μάγουλά σου πολλές μέρες για να με θυμάσαι, της είπε όταν την αποχαιρετούσε.
   Δίπλα στο άσπρο το άλογο επήγαινε το κόκκινο,  κι ο καβαλάρης του όλο και ζύγωνε προς το άσπρο.
    Α, και να γλυστρούσε η νύφη, πώς θα την άρπαζε!
 
   Ήρθε το φθινόπωρο με τις μικρές σκοτεινές, υγρές μέρες και τις μακρυές ήσυχες νύχτες.
   Η Μαρίνα, ξαπλωμένη δίπλα στη γωνιά, απάνω στο ριγωτό στρωσίδι, ψένει κάστανα. Τα βγάζει ένα - ένα από τη θρακιά κι ενώ τα ξεφλουδίζει χτυπώντας τα δυνατά με την παλάμη, ακούει και τα παραμύθια της Μαλέκως της. Της λέει την ιστορία του γέρου, που τον έδιωξε η γυναίκα του, που ήτανε πολύ νεώτερή του και τον βαρέθηκε, κι' αυτός, απάνω στην ανάγκη και για να βγάλη και το ψωμί του, έγινε «γιατρός και ριχτολόγος».
   - Μα όλοι οι γιατροί γίνονται από ανάγκη;
   - Όσο να πης, το γιατριλήκι είναι εύκολη δουλειά. Κι ύστερα τι άλλο μπορούσε να κάμη ένας γέροντας; Παρά να ζητιανέψη, κάλλιο αυτό...
   Η Μαλέκω δεν εχτιμούσε καθόλου τους γιατρούς.
   - Τι χρειάζονται οι γιατροί; έλεγε. Ο άνθρωπος δεν πρέπει ν' αρρωσταίνη. Άμα τρώει το σωστό, πίνει το σωστό, κοιμάται στην ώρα του και δουλεύει με μέτρο, δεν αρρωσταίνει ποτέ. Δε σου λέω, είναι κι' αρρώστειες, που έρχονται χωρίς να φταίη κανείς. Τυχαίνει καμμιά βολά, μακρυά 'πο 'δω, να τον χτυπήση κανέναν τ' αερικό,  να τον πιάση κακό μάτι, να πατήση  φιδοκόκκαλο. Μα αυτές τις αρρώστειες οι γιατροί δεν τις ξέρουν και δεν μπορούν να τις γιατρέψουν. Εμείς έχομε τα βοτάνια μας, ξέρομε και τα ξόρκια από τους παλιούς και τα γιατρεύομε όλα. Οι αρρώστειες που γιατρεύουνε οι γιατροί είναι αυτές που περνάνε και μοναχές τους. Ας γιατρέψουν και το χτικιό! Άκουσες κανένα χτικιασμένο να γίνη καλά; Παιδεύεται, παιδεύεται με γιατρούς και με γιατρικά, αλλά έρχεται η ώρα του και πεθαίνει. Όσο για τις θέρμες ο Θεός μάς έδωσε το θερμασόχορτο. Αυτό είναι καλύτερο από το κινίνο.
   Κι ωστόσο τα κάστανα ψένονται, η παχειά άσπρη τουλούπα τελειώνει και η Μαρίνα με τη Μαλέκω της πέφτουνε και κοιμώνται.
 
   Οι μέρες περνούν γλήγορα και χαρούμενα. Τα μικρά, σκοτεινά σπίτια με τις βρεγμένες γυαλιστερές στέγες και τα ανοιχτά παράθυρα, σαν μάτια που άνοιξαν έτσι από το σάστιμα για κάτι που άκουσαν, είναι αρκετά διασκεδαστικά!
   - Καλημέρα, Λάμπη, τι κάνεις αυτού;
   - Φούρνο.
   - Τι τον θέλεις το φούρνο;
   - Αν έχω φούρνο, θα ψένω ψωμιά, κι αν ψένω ψωμιά, θα έχω κι αλεύρια, κι αν έχω αλεύρια, θα είμαι πλούσιος.
   - Ωραία! Κι' ύστερα;
   - Ύστερα;... Δε μου 'πες πως άμα γίνω πλούσιος θα με παντρευτής;
   - Α, ναι! Μα για την ώρα δεν έχεις ούτε το φούρνο.
   - Κύτταξε κει!
   Κι' έδειξε μια παλιά σκούφια απάνω στο χώμα. Η Μαρίνα εσήκωσε με την κρανένια βέργα που κρατούσε, τη σκούφια. Πέντε σταχτερά κεφαλάκια, με πλατειά ανοιχτά κίτρινα στόματα, σηκώθηκαν από τη φωληά!
    - Δε σου είπα να μην ξαναπάρης φωληά;
   - Για σένα την πήρα, είπε με παράπονο ο μικρός, τινάζοντας τα χώματα από τα χέρια του.
   - Σ' ευχαριστώ. Να την πας αμέσως εκεί που την ηύρες. Αλλοιώς δε θα σε πάρω ούτε όταν θ' αποχτήσης αληθινό φούρνο!
   Χαμογέλασε και τράβηξε κατά τα χωράφια. Ο μικρός κουρελής την παρακολούθησε με τα μάτια συλλογισμένος. Ύστερα μπήκε βιαστικά στο μικρό φτωχικό σπιτάκι.
   - Μάνα, έχουμε καφέ;
   - Δε ρωτάς καλύτερα για ψωμί;
   - Αλήθεια είναι, που δεν έχουμε ψωμί, μα αν είχαμε και καφέ, θα της δίναμε να βουτήση.
   - Ποιανής;
   - Να, αυτηνής που έφυγε κατά τα χωράφια.
 
   Προχωρεί προς τα χωράφια. Βαρειά μυρωδιά από βρεγμένο χώμα, από θυμάρι κι από λουλούδια. Ρίχνει το κεφάλι της κατά πίσω και αναπνέει βαθειά.
   - Κάπου εδώ θα 'ναι κυκλάμενα.
   Είναι ευχάριστο να περπατή κανείς ξένοιαστος το φθινόπωρο.
   Τι είναι το φθινόπωρο;  Άνοιξη μουσκεμένη.
   Κάθεται και πελεκάει με το σουγιά της τη βέργα της. Κάπου - κάπου συλλογίζεται τη Φωτεινή. Πόσοι μήνες είναι που δεν την είδε... Τρεις, τέσσερις, μπαίνουμε στον πέμπτο... Στην αρχή στενοχωρέθηκε πολύ δίχως τη φίλη της, μα τώρα συνήθισε.
   Σηκώνεται και προχωρεί προς την άγια - Παρασκευή. Βλέπει το σήμαντρο κρεμασμένο στο δέντρο και θυμάται το δειλινό που το χτύπησε λυπητερά.
   Η Φωτεινή της έρχεται πάλε στο νου.
   - Τι να κάνη αυτή την ώρα;
   Έμαθε πως ο άντρας της έφυγε για την Αμερική. Πάει να καζαντίση, θέλει να χτίση σπίτι καινούριο για τη Φωτεινή του, απάνω σε ύψωμα. Ο βούρκος την έκαμε να χάση το χρώμα της. Δυο, τρία χρόνια θα δουλέψη μέρα και νύχτα κι ύστερα θα γυρίση. Η Φωτεινή δεν πρέπει να στενοχωριέται. Πρέπει να τον περιμένη τραγουδώντας. Όταν θα γυρίση, θα ζήσουνε οι δυο τους στο καινούριο σπίτι στο βουνό.
   Ξεκρέμασε την περόνα και ζύγωσε στο σήμαντρο. Στάθηκε λίγο μπροστά του μα δε χτύπησε. Κρέμασε πάλε την περόνα στη θέση της κι' έφυγε τρέχοντας κατά το χωριό.
   - Γιατί τρέχεις, Μαρίνα;
   - Ενύχτωσε και η Μαλέκω μου θα με περιμένη.
   - Μη βιάζεσαι κι' η Μαλέκω σου είναι στον πέρα μαχαλά, στη Φωτεινή.
   - Στη Φωτεινή;!
   - Ναι, είναι άρρωστη και την έφεραν με το άλογο. Δεν τη σηκώνει ο τόπος στο βούρκο. Είναι τόσο άρρωστη που την έφεραν πλαγιασμένη. Στο σπίτι της Μαλέκως της δεν την μπάζουν. Η νύφη σκιάζεται μην κολλήση και δεν τη θέλει μέσα. Την έχουνε στο μαντρί.
   - Τρελλάθηκες Δημήτρη; Η λύπη σου σε κάνει να μην ξέρεις τι λες.
   - Δε σε ξεσυνερίζομαι, Μαρίνα, κι' ωστόσο θα 'θελα να 'τανε έτσι. Είναι εκεί και η Μαλέκω σου κι' άλλες χωριανές. Αποφάσισαν να την πάνε στο πατρικό της νύφης της, που μένει κλειστό αφότου αυτή παντρέφτηκε.
   Πώς άλλαξαν όλα! Μια αναγουλιαστική μυρωδιά σηκώνεται από το χώμα. Στα σπίτια έκλεισαν τα παράθυρα σα να θέλουν κάτι να κρύψουν από τα μάτια του κόσμου.
   Τα δέντρα είναι σκοτεινά. Ένα σκυλί αλυχτάει λυπητερά. Ο Δημήτρης, ψηλός, σκυφτός, σκοτεινός, φοβάται να προχωρήση σαν να ανοίχτηκε μπροστά στα πόδια του ένας βαθύς λάκκος.
   - Θα πας;
   - Όχι, δεν πάω! Δε σε πιστεύω!
   - Καλότυχη! Πώς θα 'θελα να 'μαι στη θέση σου!
 
   Αν εκοιμήθηκαν τα ποτάμια, κοιμήθηκε κι' η Φωτεινή.
   Αργά που περνούσαν οι ώρες! Ένα σκυλί αλύχταγε όλη τη νύχτα. Τα πρόβατα κουδούνιζαν μέσα στα μαντριά. Ύστερα έγινε ησυχία. Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Μόνο ένα τριτσόνι αγρυπνούσε μαζί της. Το άκουε πότε 'δω, πότε κει, αλλά πάντα γύρω της, κοντά της. Αν μπορούσε να το πιάση, να το κρατήση στο χέρι της, θα 'χε σ' όλες αυτές τις ατέλειωτες ώρες μια συντροφιά.
   Κάτι έτριξε.
   Ένα κρύο έτρεξε σ' όλο της το κορμί και την επέρασε ως τα κόκκαλα. Το σπίτι δεν είχε μαντρί, ούτε αυλόπορτα. Μια πέτρινη σκάλα έφερνε σ' ένα ξύλινο χαγιάτι κι' από κει έμπαινε κανείς στον οντά. Μα η πόρτα του οντά έμενε πάντα ξεκλείδωτη.
   Ποιος θα την κλειούσε από μέσα;
   Αυτή μόλις μπορούσε να σηκώση το χέρι της ως το πρόσωπο και να παραμερίση τα μαύρα μαλλιά της, που της πέφτανε στα μάτια.
   Προσπάθησε να διακρίνη μέσα στο σκοτάδι.
   Στα πόδια της κάτι γυάλιζε και τρόμαξε.
   Ήτανε το πιάτο, που της έβαλαν ψες βράδυ το φαΐ της.
   Το θυμήθηκε σε λίγο κι' ησύχασε.
   Αν το τριτσόνι πηδούσε άξαφνα και κάθονταν στο χέρι της, μέσα στη χούφτα της, θα 'χε τη δύναμη να κλείση τα δάχτυλά της και να το κρατήση κοντά της. Ποιος ξέρει. Μπορούσε να το στείλη και στη Μαλέκω της, να την ξυπνήση και να της πη ψιθυριστά μέσα στ' αυτί της:
   - «Σήκου! Η αγγονιά σου σκιάζεται στο σκοτάδι, άναψε ένα λυχνάρι και δος το μου, ένα λυχνάρι που να καίη όλη τη νύχτα!»
   Θα το 'στελνε και στη Μαρίνα και θα της μηνούσε πως τα λουλούδια της εμαράθηκαν στο ποτήρι. 
   Όπως τα κύτταζε εμαράθηκαν. Δεν έχει τίποτα άλλο να κυττάζη μέσα σ' αυτό το ξένο σπίτι. Και τα μάτια της καίνε.
   Γιατί δεν ήρθε να τη δη; Δεν εξημέρωσε ακόμα; Ας της φέρη άλλα δροσερά, πιο δροσερά. Γιατί της τα φέρνη μαραμένα;
   Μα πάλε αυτά μπορούσε και να μη τα καταφέρη το τριτσόνι. Και όμως αν πηδούσε άξαφνα και κάθονταν στο χέρι της, θα της έφερνε μεγάλη χαρά, γιατί θα 'χε μια ζωούλα μέσα στη χούφτα της, που θ' ανάσαινε δίπλα της, κοντά της.
 
   - Μη με ζυγώνης, Μαρίνα, κανείς δε με ζυγώνει, η αρρώστεια μου είναι κολλητική.
   - Μη λες κουταμάρες, στάσου να σου σιάξω τα σκεπάσματα.
   Καθώς σκύφτει απάνω στη Φωτεινή, νοιώθει στο χέρι της κάτι ζεματιστό: είναι ο λαιμός της άρρωστης που καίει. Κάνει πως δεν το πρόσεξε, μα η Φωτεινή κατάλαβε πως το χέρι της ετινάχτηκε.
   - Έχω θέρμη. Όλη τη νύχτα είχα θέρμη, και κάθε μέρα.
   - Όλος ο κόσμος έχει θέρμη κι ύστερα γένεται καλά. Εσύ μοναχά αρρώστησες; Οι αρρώστειες είναι για τους ανθρώπους, δεν πηγαίνουνε στα βουνά!
   - Όχι, εγώ δε θα γίνω καλά! Μη δεν το κατάλαβα; Η πεθερά μου μ' έστειλε στο πατρικό της. Έχει κι άλλα παιδιά στο σπίτι της, και δεν μπορεί, λέει, να τα πάρη στο λαιμό της. Καλή είμαι και μ' αγαπάει, μα η ζωή είναι ζωή. Δεν είναι κούφια κάχτα να την πετάξωμε και να πάρωμε άλλη. Σάπηκε; Πάει! Άλλη δε βρίσκομε. Η Μαλέκω μου έρχεται κάθε μέρα και κλαίει. Η νύφη της δε με θέλει στο σπίτι, το φώναξε και μπροστά μου: «Δε θα μπάσω το χτικιό στο σπίτι μου. Ή εγώ ή αυτή». Και πέταξε το κλειδί του πατρικού της, για να με φέρουν εδώ. Οι συγγενείς της λείπουνε στην πολιτεία και μένει πάντα κλειστό.
   - Κι' ο Αλέξης;
   - Ο Αλέξης είναι πολύ μακρυά! Αν το 'ξερε...
   Δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν από τα μαύρα, μεγαλωμένα μάτια απάνω στα χλωμά μάγουλα. Κυλούσαν αργά κι ολοστρόγγυλα, ύστερα κατέβηκαν κι άλλα και τα έσπρωξαν γληγορώτερα προς το προσκέφαλο, που όλο κι εμούσκευε.
   Το άρρωστο στήθος τινάζονταν πάνω και κάτω και πικροί λυγμοί της έγδερναν το λαιμό, την έπνιγαν, της έφερναν βήχα. Τα χείλη της κοκκίνησαν άξαφνα, το κοκκινάδι πλάτυνε και κατέβηκε κατά τις άκρες του στόματος σε σταγόνες. Η Μαρίνα έσκυψε γλήγορα και της σφόγγισε το στόμα με το μαντήλι της:
   - Αίμα;
   - Όχι, δεν είναι τίποτα.
   - Πέταξ' το μαντήλι και φεύγα, φεύγα αμέσως και μην ξανάρθης. Κράξε τη Μαλέκω μου! Να 'ρθη η Μαλέκω μου να με σφογγίση. Γιατί θα με σφογγίζη ο κόσμος; Δε θέλω, φεύγα!
   Κι όταν εκείνη έφυγε λυπημένη, η Φωτεινή κάρφωσε τα πλημμυρισμένα μάτια της στην πόρτα.
   - Ω, Μαρίνα, Μαρίνα μου!
 
   Μαύρα, σκοτεινά σύννεφα φεύγουν, το ένα πίσω από τ' άλλο, απάνω στον ουρανό κι' ακουμπάνε βαρειά απάνω στα βουνά σαν για να ξαποστάσουν.
   Αγέρας δυνατός βογγάει μέσα στα δέντρα, κι από μακρυά φτάνει η βοή της βροχής που έρχεται.
   Οι βράχοι του «Κεραμαριού» μουγγρίζουν.
   Φυσάει τόσο, που μπορεί να την σηκώση και να την πετάξη κάτω στο γκρεμό σαν ένα ξερό φύλλο.
   Κρατιέται σφιχτά με τ' αριστερό της χέρι από ένα βράχο, και με το άλλο πετροβολάει.
   Το χέρι της μούδιασε. Τα νεύρα του λαιμού την πονούν. Έρχεται ώρα, που της φαίνεται πως μαζί με την πέτρα ξεκόλλησε και το χέρι της.
   Αχ, και να μπορούσε να πετύχη το νερό!
   Χοντρές σταλαματιές πέφτουν απάνω της, αραιές στην αρχή κι ύστερα πυκνότερες. Τώρα βρέχει δυνατά, τα μαλλιά της εκόλλησαν απάνω στο μέτωπό της, στ' αυτιά της, στο λαιμό της, στάζουν νερά μέσα στην πλάτη της, τα ρούχα της μούσκεψαν, τα πόδια της κολυμπάνε μέσα στα παπούτσια. Το χέρι της γλυστράει από το βράχο. Αμέσως αρπάζεται από άλλη μεριά. Κόπηκαν τα νύχια της και τα δάχτυλά της μάτωσαν.
   Μα όλο πετροβολάει.
   Τσαφ! Τσουφ!  Αστραπές σχίζουν σ' όλες τις μεριές τον ουρανό, δυνατές βροντές, κεραυνοί. Ένας βράχος κόπηκε στη μέση και κατρακύλησε μέσα στο γκρεμό.
   - Για τ' όνομα του Θεού! Τι κάνεις αυτού με τέτοιον καιρό;
   Δεν ακούει ή δε θέλει ν' ακούση και δεν αποκρίνεται.
   Τρέχει κοντά της, την αρπάζει από το χέρι και την τραβάει με δύναμη κατά πίσω.
   - Τρελλάθηκες; Δε βλέπεις τι γένεται; Είναι ώρα για πετροβόλημα;
   - Άφησέ με! Θέλω να το πετύχω. Πρέπει να το πετύχω.
   - Ποιο, το νερό; Χα, χα, χα! Δε λέω καλά πως τρελλάθηκες; Δεν ξέρεις πως αυτό δε γένεται;
   - Σώπα, καταραμένε! Θα το πετύχω! Θα καθήσω εδώ ώσπου να το πετύχω και τότε -χαμήλωσε τη φωνή- η Φωτεινή μου θα γίνη καλά.
   Τα χέρια του Δημήτρη έπεσαν βαρειά απάνω στο κορμί του. Στέναξε. Σε λίγο έσκυψε και πήρε μια πέτρα.
   Τώρα πετροβολάνε κ' οι δυο με λύσσα.
 
   Ήτανε χειμώνας. Δεν είχε χιονίσει ακόμα. Ούτε τα νερά είχανε παγώσει κι' έτσι τ' άκουε κανένας να τρέχουνε άφθονα και θολά μέσα στους λάκκους.
   Ύστερα έπαψαν οι βροχές και ήρθανε χαρούμενες, γιομάτες ήλιο χειμωνιάτικες μέρες.
   Η δροσισμένη γη έβγαζε μια μυροβόλα ανάσα από το κάθε χειμωνιάτικο λουλούδι της, από το κάθε χορταράκι της, ακόμα κι' από τα σαπισμένα ξερά φύλλα, που ξαπλωμένα κάτω από τα δέντρα, φαίνονταν σα μεγάλες κόκκινες πληγές απάνω στο μαύρο χώμα.
   Τα μονοπάτια περνούσαν πάντα ανάμεσα από τους δροσερούς λόγγους και τα πουλιά κελαδούσαν σαν να 'τανε άνοιξη. Μόνον γέλια κοριτσιών δεν ακούγονταν σαν άλλες φορές, ούτε τραγούδι, ούτε ντουφεκιά ετρόμαζε τα πουλιά.
   Και τα κουκουτάλογα, τα γεράκια κι' οι αετοί χαίρονταν μονάχα την ερημιά.
   Η Φωτεινή δε θα γέρευε. Καμμιά πέτρα δεν είχε πέσει μέσα στο νερό!
   Η Μαρίνα, όταν δεν ήτανε κοντά της, έφτειανε κάτι γι' αυτήν.
   - Να είχα λίγο ψημένο χέλι.
   Ο Δημήτρης έπιασε ένα χέλι στο ποτάμι και η Μαρίνα το έψησε.
   - Λύσσα μου το 'καμες, Μαρίνα. Γιατί βάνεις τόσο αλάτι;
   - Πήρε το χέρι μου περσότερο, απάντησε η Μαρίνα, μ' όλο που είχε προσέξει να βάλη πολύ λίγο.
   Την άλλη μέρα ζήτησε μπακαλάρο με σταφίδα.
   - Ξέρεις, Μαρίνα, πώς τον μαγειρεύουν;
   - Ναι, ξέρω, αύριο θα σου φέρω.
   Η Μαρίνα δεν είχε ακούσει ποτέ της αυτό το φαΐ. Εγύρισε όλο το χωριό, κάποια ήξερε και της έδειξε. Μα κι αυτό η Φωτεινή το βρήκε αρμυρό.
   - Θα σου φτειάξω μια πίττα, Φωτεινή. Για να δης πως έμαθα να φτειάνω πίττες.
   Πάλε παραπονέθηκε η άρρωστη.
   - Είδες, Φωτεινή, δεν έμαθ' ακόμα ν' αλατίζω!
   Κι όμως σ' αυτή την πίττα δεν είχε βάλει καθόλου αλάτι, ούτε τυρί.
   Ύστερα ήρθαν τα χιόνια και τα παιδιά έσταιναν απάνω στους σκεπασμένους κάτασπρους κήπους και στα χωράφια πλάκες για τα πουλιά.
   Αυτά έρχονται να φάνε τα ψίχουλα και όπως πατάνε απάνω στα ξυλαράκια, η στημένη πλάκα πέφτει κι αυτά θάβονται ζωντανά μέσα στο χιόνι. Οι μικροί κυνηγοί τρέχουνε τότε κι' αρπάζουν τη «λεία» τους.
   Όσα κοτσύφια έφερνε ο Λάμπης στη Μαρίνα, αυτή τα 'ψαινε για τη Φωτεινή. Μα τίποτα δεν μπορούσε πια να τη φχαριστήση. Όλα γι' αυτήνε ήταν αρμυρά. Ακόμα κι η ζάχαρη στη γλώσσα της γίνονταν αλάτι.
   Έλυωσαν και τα χιόνια.
   Ο Δημήτρης δεν εφαίνονταν στο χωριό. Αλλά ούτε στους λόγγους εγύριζε. Έμενε όλη την ημέρα σ' ένα χωράφι πέρα από το ποτάμι, και τη νύχτα κοιμώνταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη βαλανιδιά που ήτανε στη μέση του χωραφιού.
   - Χαμένο κορμί, λέγανε γι αυτόν οι χωριανοί. Ακοινώνητος και συχάζει σα γούμενος.
   Και η μάνα του ήτανε θυμωμένη.
   Το «σβυμένο τ' όνομα»,  δεν ήθελε να παντρευτή, να της φέρη μια νύφη να συχάση κι αυτή από τις δουλειές.
   - Μην απανταίχης τίποτ' απ' αυτόν, της έλεγαν οι γειτόνισσες.
   Η Μαρίνα δεν τον αγαπούσε και πολύ, όμως δεν μπορούσε και ν' ακούη να τον κατηγορούν έτσι μπροστά της. Την καρδιά του την ήξερε, αυτός ποτέ του δεν έλεγε κακό για κανένα.
   - Γιατί τον κατηγοράτε; Μακάρι να 'σαστε και σεις ίσιοι σαν κι αυτόν.
   - Δε σου λέω... Βλέπεις κανένα κλωνί ίσιο στον τόπο μας, που θα 'μαστε κι εμείς ίσιοι; Αλλ' αυτός το παρακάνει. Τέτοιος είναι που αν καή το σπίτι του, κάθεται στην άκρα και πυρώνεται!
 
   Δεν είχε τελειώσει ακόμα ο χειμώνας. Έκανε κρύο και τα κούτσουρα έκαιαν στις γωνιές.
   Aπό την πολιτεία ήρθε μια γυναίκα, μια μαυροφόρα, στεγνή γυναίκα, με ρυτιδωμένο πρόσωπο και πικρό στόμα. Όταν μιλούσε, σου έλεγε γλυκά λόγια, μα τα μάτια της σε κύτταζαν δίχως αγάπη.
   Ήτανε δικό της το σπίτι που έμενε η Φωτεινή. Μόλις ήρθε έβαλε τις φωνές:
   - Με ποιο δικαίωμα μου χτικιάσατε το σπίτι; Τι θα το κάμω εγώ κατόπι; Θα το γκρεμίσω; Γλήγορα να την πάρετ' από το σπίτι μου, μην τύχη και πεθάνει μέσα και του μπω με το λοστό.
   Το ίδιο βράδυ ο πάππους της επήγε στη Φωτεινή.
   Κάθησε κοντά στα πόδια της.
   - Σαν καλύτερα σε βλέπω, παιδί μου -κι έτριβε με το κόκκινο μαντήλι του το πρόσωπό του.
   - Γιατί τα μάτια σου, πάππου, είναι κοκκινισμένα; Και η φωνή σου μου φαίνεται αλλοιώτικη.
   - Γέρασα, παιδί μου, και το τραβάω κάπως περσότερο.
   Έβγαλε από την πλατειά τσέπη του ποτουριού του ένα ασημένιο παγούρι με τσίπουρο κι ετράβηξε τρεις ρουφηξιές.
   - Όσο για τη φωνή μου, την ξεσυνήθισες. Αυτές οι έρημες οι δουλειές δε μ' αφήνουνε να 'ρχομαι να σε βλέπω.
   Έφερε πάλε το παγούρι στο στόμα. Σφόγγισε τα χείλη του με την πλατειά παλάμη κατά τη διεύθυνση που έπαιρναν τα χοντρά άσπρα μουστάκια του.
   - Ξέρεις τι λέω, παιδί; Σα στενοχωρεμένη σε βλέπω 'δω μέσα. (Κύτταξε γύρω του, κι απάνω τα μαυρισμένα τράβα του σπιτιού). Συ θέλεις αγέρα, έχεις ανάγκη από αγέρα. Λέω πως θα 'τανε καλύτερα, τώρα, που μπήκαμε και στην άνοιξη - α, το έρμο το τσίπουρο πώς καίει το λαιμό!... (Έκαμε πως έβηχε). Τώρα, που λες, την άνοιξη, παιδί μου, καλύτερα θα 'ναι, λέω, να κάθεσαι όξω στον αγέρα. Καλύτερα να κάθεσαι όξω, στον κήπο μας, κάτω από τη συκαμιά μας. Να ξαπλώνεσαι στον ίσκιο της, να τηράς γύρω σου και να σε παίρν' η χαρά.
   Έβηξε πάλε ο γέρος. Βλαστήμησε το τσίπουρο κι' ωστόσο πάλε έφερε το παγούρι στο στόμα του και τράβηξε ακόμα πολλές ρουφηξιές.
   Απάνω στην ώρα ήρθε κι η γριά.
   - Τι λες, Μπάμπω και συ, δε λέω καλά;
   - Τι λέει η Φωτεινή να τηράς, γέροντα, κι όχι τι λες εσύ! είπε σαν άγρια η Μαλέκω. Και ξανάπε γλυκά:
   - Θέλεις, Φωτεινή μου, να σε φέρωμε στον κήπο μας;
   Η Φωτεινή δεν εμίλησε. Άνοιξε πιο πολύ τα μεγαλωμένα, μαύρα, λαμπερά μάτια της και τα κάρφωνε σαστισμένα πότε στα κοκκινισμένα μάτια του γέρου και πότε στα χαμηλωμένα μάτια της γριάς.
   - Αυτό λέμε μεις πως είναι το καλύτερο.
   Και την έφεραν το ίδιο βράδυ κάτω από τη συκαμιά.
 
   Την ίδια ώρα που ο πάππους της Φωτεινής έβρισκε πως «μπήκαν στην άνοιξη», ο Δημήτρης, πέρα από το ποτάμι και κάτω από τη βαλανιδιά, μυρίζονταν τον αγέρα.
   Έβλεπε το σκοτεινιασμένο ουρανό, άκουε κάποια παράξενη βοή και δε σύχαζε.
   - Σαν άσκημα την έχομ' απόψε.
   Συλλογίστηκε και πέρασε βιαστικός το ποτάμι. Μόλις είχε ανεβεί τον ανήφορο με τα πλατάνια, και το ποτάμι εφούσκωσε, θόλωσε κι έγινε αδιάβατο. Τα νερά όλο κι ανέβαιναν. Με μιας ο ουρανός φωτίστηκε σε χίλιες μεριές και δίχως κανένα μήνυμα, δίχως ψιχάλα, άνοιξε ολάκερος, έλυωσε κι εχύθηκε μονοκόμματος απάνω στη γης. Οι στέγες των σπιτιών φαίνονταν πως θα βούλιαζαν.
   Η Μαρίνα ξύπνησε τρομαγμένη.
   - Μαλέκω, Μαλέκω μου, τι είναι;
   - Μπόρα, παιδί μου, θα διαβή.
   - Ακούς το ποτάμι πώς αχάει παράξενα; 
   - Ποιος ξέρει τι βουνά κατεβάζει, αύριο θα ιδούμε.
   Η Μαρίνα έκρυψε το κεφάλι της κάτω από τα σκεπάσματα κι έσφιγγε τα μάτια της με τα χέρια, για να μην αισθάνεται τη φοβερή αδιάκοπη λάμψη της αστραπής.
   Την ίδια ώρα ο Δημήτρης έβγαζε το κεφάλι του από τη γράβα, που κρύφτηκε και κύτταξε το ποτάμι.
   Είχε πλατύνει σα θάλασσα και τα νερά του όλο κι ανέβαιναν.
   Ολάκερα πλατάνια κατέβαζε στ' αφρισμένο του κατρακύλισμα, και βράχους και κούτσουρα. Αυτά εσκάλωναν στα ορθά πλατάνια, που από το ύψος του όχτου που έστεκαν, βρέθηκαν, όπως σηκώθηκαν τα νερά, στη μέση του ποταμού. Ύστερα έρχονταν άλλα, χτυπούσαν με ορμή απάνω στα πρώτα και τα έπαιρναν κάτω με αχούς και με κρότους δαιμονισμένους.
   Δεύτερη αστραπή, τρίτη, τέταρτη, ο ουρανός καίεται όλος.
   Ο Δημήτρης κύτταξε το χωράφι του, δεν μπόρεσε να το βρη. Μέσα στα θολά νερά απάνω σ' ένα πλατάνι, κρέμονταν μια μαύρη φλοκωτή κάπα. Ήτανε η δική του.
   - Αά! Πάει και το χωράφι!
   Μια φοβερή λάμψη φώτισε περσότερο την άγρια φύση, ένας δυνατός κεραυνός αντήχησε και η γη σείστηκε.
   - Φίδι που μας έφαγε! Γέροντα, φώναξε η Μαλέκω της Φωτεινής. Σήκω! Η κοπέλλα μας!...
   Ο γέρος πετάχτηκε όξω, έτρεξε στη συκαμιά, άρπαξε την άρρωστη στην αγκαλιά του και την έσφιγγε απάνω του σα για να τη ζεστάνη.
   Ήτανε παγωμένη, μα ανάπνεε ήσυχα.
   Στάθηκαν κι οι δυο γέροι από το μέρος που έρχονταν η βροχή και την προφύλαγαν με τα κορμιά τους. Η συκαμιά βογγούσε και στριφογύριζε σα να την έδερναν πόνοι γέννας.
   Το νερό έτρεχε απάνω στη γη σαν ποτάμι. Οι γέροι επήραν την αγγονιά τους στα γόνατα κι έσκυβαν από πάνω της, για να βαστάνε αυτοί τα νερά που χύνονταν από τα κλωνάρια της συκαμιάς.
   - Εχαθήκαμε! ψιθύρισε η γριά.
   Η άρρωστη άνοιξε τα μάτια της.
   Άστραψε. Ο γέρος χαμογελούσε.
   - Ε, Φωτεινή, ο καιρός που σ' αρέσει.
   Μα τα μάτια του ήτανε σαν να 'σταζαν αίμα. Κάποιον εκαταριότανε μέσα στα δόντια του. Η γριά εδέονταν.
   - Εί... είμαι καλύυυυτερα, πολύυ καλύυυυτερα... ψιθύρισε η άρρωστη. Και τα μάτια της μεγάλα, τρομαγμένα, εκύτταζαν αδιάκοπα μέσα στο φως της αστραπής τον πάππου και τη Μαλέκω, με λαχτάρα.
 
   Ύστερα σύχασε η μπόρα. Έτσι ξαφνικά όπως άρχισε έτσι και σύχασε. Το πρωί όλα ήταν αλλοιώτικα. Όλα γυμνά, κουτσουρεμένα, μαύρα από το μούσκεμα.
   Το ποτάμι έτρεχε ακόμα θεριεμένο. Και τι δεν κατέβαζε! Ολάκερες στάνες.
   Τα πρόβατα σέρνονταν πνιγμένα το 'να κοντά στ' άλλο σαν να πήγαιναν στη βοσκή.
   Στα βουνά απόμειναν οι πιστικοί μοναχά με τις γκλίτσες τους. Όλο το χωριό κατέβηκε να μαζέψη. Ύστερα βγήκε ο ήλιος, ο ουρανός καθαρός εχαμογελούσε.
   Η Μαρίνα έτρεξε στη Φωτεινή. Το σπίτι ανοιχτό, έρημο, γεμάτο νερά. Η Φωτεινή δεν ήταν εκεί.
   - Μπα; Τι παναπή αυτό;!
   Πήρε συλλογισμένη τον πλατύ ανηφορικό δρόμο, που έφερνε στο σπίτι της Μαλέκως της Φωτεινής.
   Στο δρόμο δεν απάντησε κανένα. Προχώρησε γληγορώτερα. Στο βάθος ξεχώρισε τον πάππου της Φωτεινής, που έβγαινε από το μαντρί του σκυφτός, αργός, κι ανέβαινε κατά τον Άι-Γιώργη.
   Πίσω του έρχονταν η Μαλέκω της. Η μύτη της ακουμπούσε στη γη.
   - Πώς πάει έτσι; Σα να μυρίζεται το χώμα, συλλογίστηκε η Μαρίνα, έτοιμη να χαμογελάση.
   Κάτι βαρύ κρατούσε ο πάππους στα χέρια του.
   Ζύγωσε.
   Μια γυναίκα, μια γυναίκα ντυμένη νυφιάτικα. Τα πόδια της απλωμένα αργοσάλευαν απάνω και κάτω. Κάθε που κατέβαιναν, άγγιζαν τη γη, και τα λιθάρια του δρόμου τής είχαν τραβήξει τις κόκκινες πλουμιστές κάλτσες και κρέμονταν.
   Κάτι της πέρασε από το νου σαν αστραπή.
   Έτρεξε, άρπαξε το γέρο από το χέρι και τον σταμάτησε. Κύτταξε την ξαπλωμένη γυναίκα στο πρόσωπο.
   - Ωωω! 
   Κι' έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της.

 
Παπά Κατίνα
"ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ" (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου